← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5976/16, 6/7/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5976/16, 6/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B106 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5976/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 6 Ιουλίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη. Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία οδήγησης χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8

(1), 49
(1)(α) και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94 (Ι)/ 2001 («Ν. 94(Ι)/2001»), όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 16/6/2015 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΚ 641 στη Λεωφ. Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης.
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Αστ. 1232, Παναγιώτη Νικολάου (ΜΚ 1) και τον κ. Μάριο Παρασκευά (ΜΚ 2). Κατατέθηκαν συνολικά 10 Τεκμήρια. Από πλευράς υπεράσπισης δεν παρουσιάστηκαν μάρτυρες.
  2. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το εν λόγω όχημα ενώ η άδεια οδήγησης του είχε ακυρωθεί με απόφαση του Εφόρου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών.
  3. Ο κατηγορούμενος εγείρει τα εξής ζητήματα ως υπεράσπιση, την αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών προνοιών που δίδουν τέτοια εξουσία στον Έφορο, ότι δηλαδή αποτελεί επιβολή ποινής κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 12 του Συντάγματος αλλά και στον τρόπο λήψης της απόφασης και της εξέτασης της ένστασης του από το ίδιο διοικητικό όργανο. Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τον κατηγορούμενο απουσίαζαν οι προϋποθέσεις του νόμου για στέρηση της άδειας οδήγησης του.
  4. Ο ΜΚ 1, υπηρετεί στον Ουλαμό Πρόληψης Οδικών Τροχαίων Συγκρούσεων στην Τροχαία Λεμεσού. Στις 16/6/2015 στην Λεωφ. Μακαρίου Γ' σταμάτησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΚ 641, για έλεγχο και διαπίστωσε ότι οδηγούσε με ακυρωμένη άδεια οδήγησης. Κατέθεσε εκτύπωση από το μηχανογραφημένο σύστημα που τηρείται, ως Τεκμήριο 1 στο οποίο αναφερόταν ότι ο κατηγορούμενος είχε στερηθεί της άδειας οδήγησης του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν να του ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι η στέρηση ήταν αντισυνταγματική.
  5. Ο ΜΚ 2 ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών («ΤΟΜ») στη Λευκωσία. Υιοθέτησε αστυνομική κατάθεση ημερ. 19/6/2017 (Τεκμήριο 2) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Μετά από επιστολή που στάληκε από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού ημερομηνίας 13/1/2015 (Τεκμήριο 7) ο κατηγορούμενος κλήθηκε από το ΤΟΜ με επιστολή ημερ. 10/2/2015 για επανεξέταση στις 24/3/2015 η ώρα 11:30 στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας. Ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε και μετά από εξέταση οδήγησης κρίθηκε ότι δεν ήταν ικανός να οδηγεί (Τεκμήριο 4, τα αποτελέσματα της εξέτασης). Η ισχύς της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου αναστάληκε. Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε με επιστολή την ίδια μέρα (Τεκμήριο 3) για την αναστολή ισχύος της.
  6. Στις 2/4/2015 ο κατηγορούμενος υπέβαλε ένσταση (Τεκμήριο 5, επιστολή ημερ. 24/3/2015). Στις 25/5/2015 η άδεια του ακυρώθηκε, αφού προηγουμένως απορρίφθηκε η ένσταση του κατηγορουμένου με επιστολή ημερ. 11/5/2015 (Τεκμήριο 6). Εξήγησε ότι η ακύρωση καταχωρίζεται ηλεκτρονικά. Η καταχώριση έγινε από ανώτερο λειτουργό του ΤΟΜ εκ μέρους του Διευθυντή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 3/7/2015 έγινε αποδεκτή η ένσταση του κατηγορουμένου (επιστολή ημερ. 3/7/2015 Τεκμήριο 8) ώστε να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος σε ιατρικό συμβούλιο. Αφορούσε επιστολή του κατηγορουμένου ημερ. 15/5/2015 η οποία δεν εντοπιζόταν στο φάκελο. Η εν λόγω επιστολή λήφθηκε από το ΤΟΜ στις 17/8/
  7. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 9, ιατρική βεβαίωση ημερ. 28/8/2015, του Δρ. Γ. Ιωνίδη αναφορικά με την υγεία του κατηγορουμένου. Δεν φαινόταν να είχε παραπεμφθεί σε ιατροσυμβούλιο.
  8. Η θέση του ήταν ότι με την αποδοχή της ένστασης δεν αποκαταστάθηκε η άδεια οδήγησης απλά διδόταν η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να αποταθεί εκ νέου για απόκτηση άδεια οδήγησης. Αναφέρθηκε σε επιστολή ημερ. 17/8/2015 σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος ενημερωνόταν ότι η άδεια οδήγησης του ακυρώθηκε και ότι θα έπρεπε να αποσταλεί ιατρικό πιστοποιητικό για την κατάσταση της υγείας του για σκοπούς επανεξέτασης (Τεκμήριο 10). Αρνήθηκε ότι την ακύρωση της άδειας και την απόφαση για την ένσταση την έλαβε το ίδιο άτομο δηλ. ο Διευθυντής του ΤΟΜ.
  9. Η μαρτυρία των ΜΚ 1 και 2 δεν αμφισβητήθηκε. Ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε την νομική ισχύ των εν λόγω αποφάσεων αλλά και τη συνταγματικότητα των σχετικών προνοιών του Νόμου. Οι μάρτυρες μου έκαναν καλή εντύπωση και δέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
(1)Μετά από επιστολή που στάληκε από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού ημερομηνίας 13/1/2015 ο κατηγορούμενος κλήθηκε από το ΤΟΜ για επανεξέταση στις 24/3/2015 η ώρα 11:30 στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας.
(2)Μετά από εξέταση οδήγησης κρίθηκε ότι δεν ήταν ικανός να οδηγεί και η ισχύς της άδειας οδήγησης του αναστάληκε. Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε με επιστολή την ίδια μέρα για την αναστολή ισχύος της.
(3)Στις 2/4/2015 ο κατηγορούμενος υπέβαλε ένσταση με επιστολή ημερ. 24/3/2015 η οποία απορρίφθηκε με επιστολή ημερ. 11/5/2015.
(4)Στις 25/5/2015 η άδεια του ακυρώθηκε ηλεκτρονικά από ανώτερο λειτουργό του ΤΟΜ εκ μέρους του Διευθυντή.
(5)Στις 16/6/2015 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΤΚ 641 στη Λεωφ. Μακαρίου Γ' και ανακόπηκε για έλεγχο από τον ΜΚ 1 ο οποίος τον κατήγγειλε ότι οδηγούσε χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης.
(6)Στις 3/7/2015 έγινε αποδεκτή ένσταση του κατηγορουμένου ώστε να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος σε ιατρικό συμβούλιο. Η ένσταση αφορούσε επιστολή του κατηγορουμένου ημερ. 15/5/2015.
(7)Με επιστολή ημερ. 17/8/2015 του ΤΟΜ ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι η άδεια οδήγησης του ακυρώθηκε και ότι θα έπρεπε να αποσταλεί ιατρικό πιστοποιητικό για την κατάσταση της υγείας του για σκοπούς επανεξέτασης.
(8)Ο κατηγορούμενος απέστειλε ιατρική βεβαίωση ημερ. 28/8/2015, του Δρ. Γ. Ιωνίδη αναφορικά με την υγεία του. 10. Σύμφωνα με το άρθρο 49
(1)(α) και του Ν. 94(Ι)/2001: «49.—
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· ή .......... είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής. .......
(3)Πρόσωπο, η ισχύς της άδειας οδήγησης ή της άδειας οδήγησης μαθητευομένου του οποίου έχει ανασταλεί ή ακυρωθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40, θεωρείται ότι δεν κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου.» (υπογράμμιση δική μου) 11. Δυνάμει του άρθρου 40 του Ν. 94(Ι)/2001, ο Έφορος[1]: «40.—
(1)Ο Έφορος μπορεί, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του παρόντος άρθρου, με σχετική αιτιολογημένη απόφασή του, να αναστείλει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή να ακυρώσει την ισχύ οποιασδήποτε άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, ή να απορρίψει αίτηση για έκδοση άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, σε περίπτωση κατά την οποία- (α) Το πρόσωπο το οποίο κατέχει την άδεια, ή το οποίο υποβάλλει αίτηση για έκδοση τέτοιας άδειας, έχει καταδικαστεί από δικαστήριο για αδίκημα σχετικό με την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, ή την τροχαία κυκλοφορία, ή την οδική ασφάλεια, το οποίο έχει διαπραχθεί κάτω από περιστάσεις οι οποίες, κατά την κρίση του Εφόρου, τον καθιστούν ακατάλληλο για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος· ή (β) κρίνεται από τον Έφορο ότι θα ήταν επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια να χορηγηθεί ή να παραμείνει σε ισχύ τέτοια άδεια· ή (γ) ο Έφορος πείθεται ότι η έκδοση της άδειας οδήγησης ή της άδειας οδήγησης μαθητευομένου που κατέχει το εν λόγω πρόσωπο έχει στηριχτεί σε ψευδείς από μέρους του προσώπου παραστάσεις· ή (δ) διαπιστώσει, είτε μετά από ενημέρωση από τον Αρχηγό Αστυνομίας είτε άλλως πως, ότι κάτοχος άδειας οδήγησης μαθητευομένου των κατηγοριών Β και Β1 που είναι ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών: (i) δε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 16 ή με τις απαιτήσεις του εδαφίου
(2)του εν λόγω άρθρου· ή (ii) οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των διατάξεων του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου. Στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να εκδοθεί άλλη άδεια οδήγησης μαθητευομένου για το πρόσωπο για το οποίο αναστάληκε ή ακυρώθηκε η άδεια, πριν αυτό συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του.
(2)Πριν ο Έφορος καταλήξει σε τελική απόφαση για αναστολή ή ακύρωση άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, γνωστοποιεί εγγράφως στον ενδιαφερόμενο, είτε με προσωπική επίδοση είτε ταχυδρομικώς στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, την πρόθεσή του μαζί με τους λόγους οι οποίοι, κατά την άποψή του, συνηγορούν υπέρ της ακύρωσης ή αναστολής της άδειας.
(3)Πρόσωπο το οποίο λαμβάνει γνωστοποίηση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του παρόντος άρθρου δικαιούται να υποβάλει στον Έφορο, μέσα σε χρονική προθεσμία δεκατεσσάρων ημερών από τη λήψη της γνωστοποίησης, έγγραφη ένσταση στην οποία να παραθέτει λόγους για τους οποίους ο Έφορος δε θα πρέπει να καταλήξει σε απόφαση για αναστολή ή ακύρωση της άδειας.
(4)Αν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δεκατεσσάρων ημερών που ορίζεται στο εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου- (α) Δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε ένσταση, ο Έφορος γνωστοποιεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την τελική του απόφαση για αναστολή ή ακύρωση της άδειας οδήγησης ή της άδειας οδήγησης μαθητευομένου· (β) έχει ληφθεί ένσταση, ο Έφορος την εξετάζει και αποφασίζει τελικά, το ταχύτερο δυνατό, λαμβάνοντας υπόψη και το περιεχόμενο της ένστασης, γνωστοποιώντας την απόφαση του στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
(5)Σε κάθε περίπτωση που ο Έφορος απαιτεί εξασφάλιση πιστοποιητικού ικανότητας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 30, ή υποβολή πιστοποιητικού υγείας δυνάμει των διατάξεων της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)ή των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 34, τούτος μπορεί να αναστείλει την ισχύ άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μέχρι και την εξασφάλιση και υποβολή του πιστοποιητικού ικανότητας ή του πιστοποιητικού υγείας, ανάλογα με την περίπτωση.
(6)Ο Έφορος μπορεί να ακυρώσει την ισχύ άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου κάθε προσώπου, το οποίο έχει κληθεί να εξασφαλίσει πιστοποιητικό ικανότητας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 30 ή να υποβάλει πιστοποιητικό υγείας δυνάμει των διατάξεων της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)ή των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 34, όταν το πρόσωπο αυτό αρνείται ή παραλείπει ή αμελεί να το πράξει μέσα στην καθοριζόμενη από τον Έφορο χρονική προθεσμία.» (υπογράμμιση δική μου) 12. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι η στέρηση της άδειας οδήγησης αποτελεί επιβολή ποινής χωρίς να έχει διαπράξει αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 12.1[2] του Συντάγματος. Σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 54
(1)[3] του Ν. 94(Ι)/2001 παρέχεται η ευχέρεια και στο Δικαστήριο να στερήσει άδεια οδήγησης σε κατηγορούμενο που διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου. Ανάλογη εξουσία παρέχεται και με το άρθρο 19[4] του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/
  1. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδήγησης από το Δικαστήριο αποτελεί μέρος της ποινής και εμπίπτει στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). 14. Οι διατάξεις του άρθρου 40 του Ν. 94(Ι)/2001 διακρίνονται από την εξουσία του Δικαστηρίου να στερεί την ικανότητα κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης. Αφορούν διοικητική λειτουργία του Εφόρου ο οποίος έχει εξουσία να αναστείλει ή να ακυρώσει άδεια οδήγησης. Ασκεί τη διοικητική αυτή λειτουργία σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου, κατά τρόπο ανάλογο με τον οποίο εκδίδει άδεια οδήγησης. Δεν αποτελεί «ποινή» αφού δεν περιορίζονται βασικές ελευθερίες ή περιουσιακά δικαιώματα του ατόμου (βλ. Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α. Λοΐζου, σελ. 82, με αναφορά στην Raftis & Co. Municipality of Paphos
(1982)2 CLR 1, 9[5]). Ακύρωση άδειας από τον Έφορο μετά από καταδίκη σύμφωνα με το άρθρο 40
(1)(α) του Ν. 94(Ι)/2001, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ποινή, αυτό όμως είναι ζήτημα περιστάσεων (βλ. Nilsson v Sweden, Application no. 73661/01, 13/12/2005, αναφορικά με το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).
  1. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η απόφαση για ακύρωση της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου δεν ήταν αποτέλεσμα καταδίκης από Δικαστήριο. Ήταν καθαρά διοικητικής φύσεως απόφαση και όχι τιμωρία ή ποινή, αφού ο λόγος που λήφθηκε δεν σχετιζόταν με παράβαση νόμου ή κανονισμού από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος απλά κρίθηκε ακατάλληλος να οδηγεί. Η διοικητική αυτή απόφαση, ο τρόπος λήψης της ως επίσης η αρμοδιότητα του οργάνου που την έλαβε, δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο.
  2. Η πάγια νομολογιακή αρχή εκφράστηκε στην Peter James ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 ΑΑΔ 612, 615 ως ακολούθως: «εν όψει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, με το οποίο δίδεται αποκλειστική δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάζει την εγκυρότητα διοικητικών πράξεων, η εγκυρότητα αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Τούτο θα έδιδε παράλληλη δικαιοδοσία σε άλλα δικαστήρια, κάτι το ανεπίτρεπτο εν όψει των ρητών προνοιών του άρθρου 146. Ο θεσμικός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος.» (βλ. επίσης Μηλιώτης Λτδ & Άλλος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 12, Ζήνων Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1 ΑΑΔ 1847, Κυριακίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας κ.ά.
(1999)2 ΑΑΔ 75, Ηλία ν. Συμβ. Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 ΑΑΔ 137 και Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά
(1994)3 ΑΑΔ 453) 17. Οι διοικητικές πράξεις φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραμένουν ισχυρές και παράγουν έννομα αποτελέσματα. (βλ. Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1 ΑΑΔ 1079, 1088). 18. Ως εκ τούτου η απόφαση του Διευθυντή του ΤΟΜ, εφόσον δεν ακυρώθηκε με προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο τεκμαίρεται ως νομίμως εκδοθείσα και δεν χωρεί επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος επομένως, όταν ανακόπηκε στις 16/6/2015, οδηγούσε με ακυρωμένη άδεια οδήγησης, και συνακόλουθα χωρίς να έχει άδεια οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 40
(1)
(3)του Ν. 94 (Ι)/
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ Driving without a Driving Licence. Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Οδήγηση χωρίς Άδεια οδήγησης. [1] Άρθρο 2
(1)του Ν. 94(Ι)/2001:«Έφορος» σημαίνει τον Έφορο που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως· Το Υπουργικό Συμβούλιο διόρισε ως «Έφορο» τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων. [2] 12.1. Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσης αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής και εις ουδένα επιβάλλεται δι' αδίκημά τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεπομένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόμου. [3] 54.—
(1)Δικαστήριο το οποίο εκδίδει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που έχει διαπραχθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει τούτου, μπορεί πρόσθετα να αποστερήσει το πρόσωπο που έχει καταδικαστεί της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου, για χρονικό διάστημα που το δικαστήριο ήθελε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αποφασίσει. [4] 19.-
(1)Οιονδήποτε Δικαστήριον, όπερ ήθελεν εκδώσει καταδικαστικήν απόφασιν δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά τας προνοίας του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών ή κατά της προνοίας οιουδήποτε ετέρου Νόμου συναφώς προς την οδήγησιν μηχανοκινήτου οχήματος, δύναται άμα να αποστερήση τον καταδικασθέντα της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως μηχανοκινήτου οχήματος διά τοσούτον χρονικόν διάστημα, ως το Δικαστήριον ήθελε κατά το δοκούν εκάστοτε αποφασίσει. [5] Per Pikis J.: 'Sentence, in the context of criminal law, is the punishment that a competent court may impose, as indicated, for the infringement of penal laws and regulations. For an order of the court to qualify as a sentence, it must have the effect of depriving, in one or more respects, the fundamental rights of the accused, such as the right to freedom of movement and association and the rights to ownership and possession. ' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.