← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λάμπρος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 10060/15, 16/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λάμπρος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 10060/15, 16/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10060/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Λάμπρος Δημητρίου Ημερομηνία: 16.6.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Β. Δανιηλίδου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Χ. Χατζηλοίζου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1), κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 26.3.12, στην Λεμεσό:
  1. Συνομώτησε με άλλα πρόσωπα να διαπράξουν κλοπή,
  2. Έκλεψε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KLQ053, περιουσία του Ματέο Νικολάου,
  3. Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στην προαναφερόμενη μοτοσικλέτα, ύψους €1.
  4. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του σε καμία εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες. Τα όσα ανέφεραν με λεπτομέρεια για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Εξέταση της μαρτυρίας Για σκοπούς απόδειξης της παρούσας κατέθεσε στο Δικαστήριο ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ.3357 Άγγελος Σιαρρής (Μ.Κ.1) και η υπόλοιπη μαρτυρία δηλώθηκε ως παραδεκτά γεγονότα. Η εν λόγω μαρτυρία έχει ως βασικά εξής: Στις 26.3.12 περί ώρα 03:30, κατόπιν μηνύματος του Κ.Ε.Μ. ότι νεαρά άτομα προσπαθούσαν να ανοίξουν τον σύλλογο Αναγέννηση στην Τουρκοκυπριακή συνοικία, οι Αστ.4507 Πολύβιος Πολυβίου και ο Λοχ.4359 του ΟΥΛ.Α.Ε. Λεμεσού, κατευθύνθηκαν προς το εν λόγω μέρος. Μόλις έφθασαν εκεί αντιλήφθηκαν 4 νεαρούς να περιεργάζονται δύο μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού. Μόλις οι νεαροί αντιλήφθηκαν το περιπολικό, οι 3 εξ αυτών τράπηκαν σε φυγή με τα πόδια αφήνοντας την μοτοσικλέτα χρώματος μαύρου (στο εξής η επίδικη) στο μέρος ενώ ο τέταρτος προσπάθησε να ξεκινήσει την άλλη μοτοσικλέτα για να φύγει. Όμως αυτή δεν ξεκινούσε και έτσι το πρόσωπο αυτό, που ήταν ο κατηγορούμενος, ανακόπηκε. Καμία εκ των δύο μοτοσικλετών δεν έφερε αριθμούς εγγραφής. Όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε σε ποιον ανήκουν οι μοτοσικλέτες είπε «Η μια η κόκκινη είναι δική μου η άλλη δεν ξέρω». Ισχυρίσθηκε δε ότι την κόκκινη την αγόρασε από τα κατεχόμενα. Του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και ανέφερε «Έχω όλα τα χαρτιά της στο σπίτι». Οι δύο μοτοσικλέτες μεταφέρθηκαν με τον κατηγορούμενο στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για περαιτέρω εξετάσεις. Διαπιστώθηκε ότι η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου δεν ήταν εγγεγραμμένη και αυτός συνελήφθηκε για αυτόφωρο τροχαίο αδίκημα. Ο Μ.Κ.1 μετά την άφιξη του κατηγορούμενου και των δύο μοτοσικλετών στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Ενημερώθηκε δε για τα γεγονότα αυτής από τους Λοχ.4359 και τον Αστ.
  1. Η επίδικη μοτοσικλέτα έφερε ίχνη παραβίασης και σύρματα κομμένα. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για την μοτοσικλέτα με αριθμό εγγραφής KLQ053, μάρκας ΥΑΜΑΗΑ R1, 1000 cc, ιδιοκτησίας του Ματέο Νικολάου, ο οποίος διέμενε 300 μέτρα από το σημείο που αυτή εντοπίσθηκε. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 06:00-06:40 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία αυτός απαντούσε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ακολούθως ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης και αφού του εξήγησε τον λόγω της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ο Ματέο Νικολάου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσικλέτας. Την μοτοσικλέτα του συνήθιζε να την σταθμεύει στο γκαράζ του γείτονα του, το οποίο βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το σπίτι του. Η τελευταία φορά που την στάθμευσε εκεί ήταν στις 24.3.12 και ώρα 13:00 και η τελευταία φορά που την είδε εκεί ήταν στις 25.3.12 και ώρα 21:30 όταν πήγε στο σπίτι του. Η μοτοσικλέτα του ήταν πάντοτε κλειδωμένη και το κλειδί της το κρατούσε μόνο ο ίδιος. Στις 26.3.12 και περί ώρα 04:30 ενώ βρισκόταν στο σπίτι του και κοιμόταν, πήγε εκεί η Αστυνομία και τον ρώτησε αν είναι ο ιδιοκτήτης της προαναφερόμενης μοτοσικλέτας και που βρίσκεται αυτή. Αυτός τους είπε ότι είναι ο ιδιοκτήτης της και πως αυτή βρίσκεται σταθμευμένη στο σπίτι του γείτονα του. Τότε του ανάφεραν ότι η μοτοσικλέτα του εντοπίστηκε στον χώρο στάθμευσης του σωματείου «Αναγέννηση Προσφύγων». Μετά αυτός πήγε στο σπίτι του γείτονα του και αντιλήφθηκε ότι η μοτοσικλέτα του έλειπε. Το σπίτι του βρίσκεται πολύ κοντά στο προαναφερόμενο σωματείο αλλά δεν άκουσε οτιδήποτε ύποπτο κατά την διάρκεια της νύκτας. Αφού πήγε στην Αστυνομία είδε την μοτοσικλέτα του και διαπίστωσε ότι έλειπαν οι πίσω πινακίδες της, ήταν κομμένα τα σύρματα της κλειδωνιάς και η κλειδωνιά ήταν σπασμένη. Σπασμένο ήταν και ένα πλαστικό το οποίο βρίσκεται μπροστά στην μασκόττα και ένα άλλο το οποίο βρίσκεται στο πίσω μέρος. Οι εν λόγω ζημιές δεν υπήρχε όταν είδε την μοτοσικλέτα του στις 25.3.12 και ώρα 21:
  2. Στις 28.3.12 ο Παναγιώτης Αναστασίου, μηχανικός μοτοσικλετών κλήθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και επιθεώρησε την επίδικη μοτοσικλέτα. Αυτός διαπίστωσε ότι τα καλώδια του switch της είχαν κοπεί ενώ ζημιές υπήρχαν και στο fearing της μπροστά, στην λέβα και στο switch του συμπλέκτη. Κατέληξε δε ότι οι εν λόγω ζημιές ανέρχονται στα €1.
  3. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα αφού η μοτοσικλέτα φωτογραφήθηκε (βλ. τεκμήριο 4) παραδόθηκε στον ιδιοκτήτη της. Ακολούθως την ίδια ημέρα ο μάρτυρας κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για τα επίδικα αδικήματα και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο εκείνος απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Συμπέρασμα Εξετάζοντας την μαρτυρία, η οποία είναι κοινώς αποδεκτή, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί, για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι η επίδικη μοτοσικλέτα κλάπηκε και μέχρι τον εντοπισμό της προκλήθηκε σε αυτήν ζημιά ύψους €1.
  4. Το θέμα όμως είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι είναι ο κατηγορούμενος που μαζί με άλλους συνωμότησε για να την κλέψουν, ότι στην συνέχεια την έκλεψε και εσκεμμένα προκάλεσε σε αυτήν την προαναφερόμενη ζημιά. Η μαρτυρία που υπάρχει είναι περιστατική. Τέτοια μαρτυρία, σύμφωνα με την σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της μαρτυρίας αυτής συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η μαρτυρία αυτή από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Η περιστατική μαρτυρία στην παρούσα συνίσταται στα εξής: · Η επίδικη μοτοσικλέτα κλάπηκε από τον χώρο που την στάθμευσε ο ιδιοκτήτης της σε κάποιο χρόνο μεταξύ της 21:30 της 25.3.12 και της 03:30 της 26.3.12. · Κατά τον χρόνο που τα δύο μέλη του ΟΥΛ.Α.Ε. την εντόπισαν, η ώρα 03:30 της 26.3.12, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο σημείο με άλλα 3 νεαρά πρόσωπα. · Και τα 4 αυτά πρόσωπα απλά περιεργάζονταν τόσο την επίδικη μοτοσικλέτα όσο και την άλλη που ήταν επίσης μεγάλου κυβισμού. · Η άλλη δε μοτοσικλέτα σύμφωνα με τα όσα είπε αμέσως ο κατηγορούμενος, του ανήκε και όταν αντιλήφθηκε την Αστυνομία αυτός προσπάθησε να την εκκινήσει και να φύγει ενώ τα άλλα πρόσωπα διέφυγαν με τα πόδια. · Ο κατηγορούμενος ανέφερε αμέσως στα μέλη της Αστυνομίας ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσικλέτας. · Η επίδικη μοτοσικλέτα βρέθηκε, σε απόσταση περίπου 300 μέτρα από το σημείο όπου διέμενε ο ιδιοκτήτης της. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι εάν η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία έχει τον ειρμό, τη συνοχή και την αποδεικτική δύναμη ούτως ώστε να οδηγήσει σε συμπέρασμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου. Το ερώτημα αυτό θα πρέπει κατά την κρίση μου να λάβει αρνητική απάντηση. Αυτό γιατί παρά το ότι από την μαρτυρία προκύπτει ότι η μοτοσικλέτα εντοπίσθηκε σε σχετικά κοντινή απόσταση από το σημείο από όπου κλάπηκε εντούτοις δεν υπάρχει μαρτυρία για τον ακριβή χρόνο της κλοπής. Αυτή μπορεί να έγινε οποτεδήποτε από τις 21:30 της 25.3.12 και μετά. Μπορεί δηλ. να έγινε σε οποιοδήποτε χρόνο εντός χρονικού διαστήματος 7 ωρών, μέχρι τον εντοπισμό της. Στο σημείο πέραν του κατηγορούμενου βρίσκονταν άλλα 3 πρόσωπα. Δεν υπάρχει δε μαρτυρία ως προς το πότε πήγε εκεί ο κατηγορούμενος ή τα άλλα πρόσωπα. Πέραν των πιο πάνω ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο σημείο οδηγώντας άλλη μοτοσικλέτα δική του, σε αντίθεση με τους άλλους που διέφυγαν με τα πόδια. Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε την Αστυνομία προσπάθησε να φύγει από το σημείο δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου τα πιο πάνω, τα οποία δημιουργούν εύλογη αμφιβολία. Πρόκειται για εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμία εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος - Κλοπή - Κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.