← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Θεόδωρος Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 24761/16, 13/6/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Θεόδωρος Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 24761/16, 13/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24761/16 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Και Θεόδωρος Θεοδώρου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13.06.2017 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Μανώλη Για Κατηγορούμενο: κα Αθανασίου (για να ακούσει απόφαση η κα Χριστοδούλου) Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε τρεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα για κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα, (2η κατηγορία) και τέλος είσοδος σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, (3η κατηγορία). Τα γεγονότα που διέπουν τη διάπραξη των αδικημάτων έχουν εκτεθεί σημειώνω από την κατηγορούσα αρχή και εμπεριέχονται σε έγγραφο γεγονότων που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Λαμβάνονται στο σύνολο τους υπόψη, εξάλλου αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί και περαιτέρω θα γίνει αναφορά σε αυτά πιο κάτω όπου κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου για μετριασμό της ποινής και αφού υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας που έχει ετοιμαστεί αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, στο νεαρό της ηλικίας του, 22 ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, 23 ετών σήμερα, στην άμεση παραδοχή, στην αυθόρμητη συνεργασία του με την Αστυνομία, όπως ανέφερε, σημείωσε ότι ήταν ένα ατυχές περιστατικό, ότι έχουν περάσει 9 μήνες από τότε, οι ζημιές έχουν αποκατασταθεί ενώ όσον αφορά τα γεγονότα σημείωσε ότι η εξύβριση στο πρόσωπο του κατηγορούμενου με τις λέξεις που εμφαίνονται στα γεγονότα αποσκοπούσε στο να θίξουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό του κατηγορούμενου και προκάλεσε μια ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του και τον κατέστησε επιρρεπή σε λάθος πράξεις. Η προσωρινή απώλεια δε ήταν το μοναδικό έρεισμα για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και τον οδήγησε να διαπράξει τα αδικήματα, ζητήθηκε δε η επιείκεια του Δικαστηρίου. Να αναφέρω ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτικές της σοβαρότητας οι ποινές που έχει προβλέψει ο νομοθέτης για τούτα. Συγκεκριμένα για την 1η κατηγορία προνοείται ποινή φυλάκισης ενός έτους ή πρόστιμο €1708 ή και οι δύο ποινές μαζί. Για την 2η κατηγορία προνοείται ποινή φυλάκισης 2 χρόνων ή πρόστιμο €2562 ή και οι δύο ποινές μαζί και στην 3η κατηγορία προνοείται ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Όσον αφορά την σοβαρότητα των αδικημάτων σχετική είναι και η νομολογία που θέλει την αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτής της φύσης με αυστηρές ποινές. Σημειώνω κατ' αρχήν την αποδοκιμασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη χρήση βίας κατά του συνανθρώπου μας και παραπέμπω στην Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 95. Για την κακόβουλη ζημιά σημειώνω την Χαρίτου v. Δημοκρατίας
(1987)2 CLR 170, την Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158 και Τσαλικίδης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, από τις οποίες προκύπτει ότι για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Τέλος για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας και της παράνομης εισόδου σημειώνω την Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 όπου λέχθηκε ότι για τέτοιου είδους αδικήματα είναι καθήκον των Δικαστηρίων να προστατεύσουν αποτελεσματικά το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και το απαραβίαστο της κατοικίας τους. Σημειώνω ακόμα σχετικά την Θεοδούλου v. Αστυνομίας
(1968)2 C.L.R
  1. Ακόμα σημειώνω την έξαρση η οποία παρατηρείται δυστυχώς στην διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων με παρόμοιας φύσης αδικήματα που καταχωρούνται και άγονται ενώπιον μου καθημερινά, έξαρση η οποία επιβάλλει την αντιμετώπιση τους με αποτρεπτικές ποινές ενώ στην προκείμενη περίπτωση και τα ίδια τα γεγονότα θεωρώ ότι καθιστούν την παρούσα υπόθεση ως πολύ σοβαρή. Αναφέρω συνοπτικά ότι για έναν ασήμαντο λόγο δηλαδή επειδή έπεσαν νερά στο μπαλκόνι του κάτω ορόφου και βράχηκε το σκυλάκι του κατηγορούμενου και επειδή κατά τη διαλογική συζήτηση του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη η παραπονούμενη εξύβρισε τον κατηγορούμενο με τη φράση «σκάσε πούστη», αυτός ανέβηκε στον πάνω όροφο που βρίσκεται το διαμέρισμα της παραπονούμενης, άρχισε να κλωτσά την πόρτα με αποτέλεσμα να την σπάσει, μπήκε μέσα, φώναζε και ξεκίνησε να σπρώχνει την παραπονούμενη στο στήθος με τα χέρια του με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο καναπέ. Καθώς ήταν στον καναπέ συνέχιζε να την χτυπά περισσότερο ενώ αυτή προστάτευε τον εαυτό της με τα χέρια της και τον έσπρωχνε και ενώ συνέβαιναν όλα αυτά δίπλα από την παραπονούμενη ήταν η ανήλικη κόρη της και που φώναζε «μάμα μάμα» και έκλαιε. Εν συντομία δηλαδή ο κατηγορούμενος με την βία εισήλθε παράνομα στην οικία της παραπονούμενης, χτύπησε αυτή κατά τον τρόπο που προανέφερα και θα έλεγα ότι χτύπησε μια ανυπεράσπιστη γυναίκα στην παρουσία ενός ανήλικου που φώναζε και έκλαιε. Τα πιο πάνω δείχνουν την όλη απαράδεκτη και καταδικαστέα συμπεριφορά του κατηγορούμενου και τούτο το Δικαστήριο δεν μπορεί να μείνει αδιάφορο σε τούτη. Ήδη από το σημείο αυτό, σημειώνω, ότι δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου η φράση που εκστόμισε η παραπονούμενη προς τον κατηγορούμενο. Σε κάποιο βαθμό δέχομαι ότι συνιστά πρόκληση όμως δεν μπορώ να δώσω μεγάλη σημασία σ' αυτήν διότι σταθμίζοντας την εξύβριση ή και την πρόκληση με βάση αυτή με τα πιο πάνω και το τελικό εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης του κατηγορούμενου, πολύ λίγο μπορούν να συσχετιστούν και αναφέρω την Πισκόπου v. Δημοκρατίας, ποινική έφεση 6660 ημ. 23.6.
  2. Ή διαφορετικά θα έλεγα πως υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ της εξύβρισης από την παραπονούμενη με τις πράξεις του κατηγορούμενου και το τελικό αποτέλεσμα που επέφερε. Συνεπώς για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως διαφαίνεται από τα όσα έχω αναφέρει. Πλην όμως παρά την σοβαρότητα και την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης δεν ατονεί ακόμα και στην περίπτωση που υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα σχετικές είναι οι Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 171 και Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993), 2 Α.Α.Δ.17. M' αυτά υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, 22 ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, 23 ετών σήμερα, την άμεση παραδοχή του, την αποκατάσταση της ζημιάς στην πόρτα και τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν μέσα από την έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία έχει ετοιμαστεί και βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και όσα σχετικά ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος του. Ως προς το θέμα της πρόκλησης που έθεσε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου σχετικά είναι όσα ανέφερα σε άλλο σημείο πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, σημειώνω, ότι η υπεράσπιση ζήτησε να ληφθεί υπόψη η αυθόρμητη συνεργασία του με την αστυνομία. Ευθέως αναφέρω όμως ότι τέτοια συνεργασία έχοντας κατά νου τα γεγονότα δεν υπήρξε ενώ σημειώνω την παραδοχή του κατηγορούμενου στην Αστυνομία μόνον στην κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς, λέγοντας ότι όλα τα άλλα είναι ψέματα. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εντοπίζονται στην παρούσα υπόθεση, αναφέρω ότι αυτοί λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, πλην όμως δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή της επιβολής των αρμόζουσων ποινών. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι και το είδος των ποινών. Και θεωρώ υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτο το είδος των ποινών που επέλεξε το δικαστήριο να επιβάλει. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα κρίνω ότι οι αρμόζουσες ποινές για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι οι ποινές φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους, επίδοξους παραβάτες. Καταληκτικά, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών, στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 20 ημερών και στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έρχομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι ποινές που έχει επιβάλει το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή εάν δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισµένας Περιπτώσεις Νόµου του 1972 και έχοντας πάντα κατά νου ότι με τον Νόμο 186
(1)/03, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διερευνηθεί, καθώς όπως προνοείται το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης εάν αυτή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου. Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου τέθηκαν μεταξύ άλλων και στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος κυρίως από την σκοπιά των γεγονότων και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένη και το δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης όσο και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ως και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου δεν εντοπίζω οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση αυτές μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπο κράτηση για την παρούσα υπόθεση. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.