LORD JEANS TRADING LTD ν. LAMADIOSIO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14894/15, 15/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14894/15 LORD JEANS TRADING LTD, εκ Λεμεσού Παραπονούμενοι - ν -
- LAMADIOSIO LTD
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
- ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
- ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΧΑΡΗΣ ΛΑΜΠΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενη: κ. Σ. Σωφρονίου. Για κατηγορούμενους 1,2 και 4: κ. Χ. Πογιατζής. Για κατηγορούμενη 3: κ. Π. Κλεοβούλου. Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Η παρούσα υπόθεση αρχικά στρεφόταν εναντίον και των πέντε κατηγορουμένων και στη συνέχεια αποσύρθηκε εναντίον του κατηγορούμενου
- Η αναφορά μου πιο κάτω σε «κατηγορούμενους» περιλαμβάνει μόνο τους κατηγορούμενους 1 μέχρι
- Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, αφορούν κατηγορίες για τα αδικήματα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 οι οποίες στρέφονται εναντίον της 1ης κατηγορούμενης (1η, 5η, 9η και 13η κατηγορία), κατηγορίες για τα αδικήματα της πράξης και/ή παράλειψης με σκοπό να καταστεί δυνατή από άλλο και/ή παροχή συνδρομής σε άλλο κατά την έκδοση επιταγής και στην χωρίς αιτία πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)και 20 του Κεφ. 154, οι οποίες στρέφονται εναντίον των κατηγορουμένων 2,3 και 4(2η, 6η, 10η και 14η κατηγορία), κατηγορίες για τα αδικήματα της εξασφάλισης αποδοχής αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 20,22 και 299 του Κεφ. 154, οι οποίες στρέφονται εναντίον όλων των κατηγορουμένων (3η, 7η, 11η και 15η κατηγορία) και κατηγορίες για τα αδικήματα της συνομωσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 20 και 302 του Κεφ. 154, οι οποίες στρέφονται εναντίον όλων των κατηγορούμενων (4η, 8η, 12η και 16η κατηγορία). Ουσιαστικά τα κατηγορητήριο περιλαμβάνει τέσσερις πανομοιότυπες ομάδες κατηγοριών οι οποίες αφορούν τέσσερις ξεχωριστές επιταγές, όλες της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και όλες εκδοθείσες κατά ή περί τον Αύγουστο 2013, χρόνο κατά τον οποίο κατ' ισχυρισμό διαπραχθήσαν όλα τα αδικήματα τα οποία αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Η επιταγή με αριθμό 91451744 πληρωτέα την 30.12.13, για το ποσό των €7.000.- (1η μέχρι και 4η κατηγορία), η επιταγή με αριθμό 91451745 πληρωτέα την 15.1.14, για το ποσό των €7.000.- (5η μέχρι και 8η κατηγορία), η επιταγή με αριθμό 91451746 πληρωτέα την 29.12.14, για το ποσό των €3.000.- (9η μέχρι και 12η κατηγορία) και η επιταγή με αριθμό 91451748 πληρωτέα την 8.1.15, για το ποσό των €7.000.- (13η μέχρι και 16η κατηγορία). Πιο κάτω κρίνεται σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιες τις πρώτες τέσσερις κατηγορίες που αφορούν την επιταγή με αριθμό 91451744, οι οποίες επαναλαμβάνονται για κάθε επιταγή ως πιο πάνω έχουν αναφερθεί. Λεπτομέρειες Αδικήματος 1ης Κατηγορίας Η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί τον Αύγουστο, 2013, στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, εξέδωσεν και παρέδωσεν προς όφελος των Παραπονούμενων, μία επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, για ποσό €7.000,00 υπ' αριθμό 91451744, πληρωτέα την 30/12/2013, η οποία κατά την παρουσίαση της κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα προς την Τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη, δεν ξοφλήθηκε καθ' ότι η Κατηγορούμενη 1, μέσω αντιπροσώπου της και/ή άλλως, χωρίς εύλογη αιτία έδωσε εντολή μη πληρωμής της εν λόγω επιταγής και/ή χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε την μη εξόφληση της εν λόγω επιταγής, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητη. Λεπτομέρειες Αδικήματος 2ης Κατηγορίας Οι Κατηγορούμενοι 2, 3, 4 και 5 κατά ή περί τον Αύγουστο, 2013, στη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα των σαν διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπεύθυνοι και/ή αξιωματούχοι και/ή ως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα προς υπογραφή της 1ης Κατηγορουμένης, ενήργησαν και/ή παρέλειψαν να ενεργήσουν κατά τέτοιο τρόπο και/ή παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν και/ συμμετείχαν και/ή υποβοήθησαν και/ή προήγαγαν και/ή συμβούλευσαν την Κατηγορούμενη 1, ώστε η Κατηγορούμενη 1 να εκδώσει την επιταγή υπ' αριθμό 91451744 της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, προς όφελος των Παραπονούμενων για το ποσό των €7.000,00, πληρωτέα την 30/12/2013 και η οποία κατά την παρουσίαση της από τους Παραπονούμενους κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα προς την ρηθείσα Τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη, δεν ξοφλήθηκε λόγω του ότι οι Κατηγορούμενοι 2, 3, 4 και 5, χωρίς εύλογη αιτία έδωσαν εντολή μη πληρωμής της εν λόγω επιταγής και/ή χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν την μη εξόφληση της, η οποία επιταγή παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητη. Λεπτομέρειες Αδικήματος 3ης Κατηγορίας Οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Αύγουστο, 2013, στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης, έπεισαν και/ή παρότρυναν και/ή υποκίνησαν τους Παραπονούμενους, να αποδεχθούν μία επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, με αριθμό 91451744, για το ποσό των €7.000,00, πληρωτέα εις διαταγή των Παραπονούμενων την 30/12/2013, ήτοι δηλώνοντας και/ή παριστάνοντας προς τους Παραπονούμενους πως η επιταγή ήταν καλή προς εξαργύρωση, ενώ γνώριζαν στην πραγματικότητα ότι η εν λόγω επιταγή δεν θα εξαργυρωνόταν από την τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη κατά την παρουσίαση της εις την τράπεζα και η οποία εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Λεπτομέρειες Αδικήματος 4ης Κατηγορίας Οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Αύγουστο, 2013, στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους όπως καταδολιεύσουν τους Παραπονούμενους διά απάτης, ήτοι οι μεν 1η Κατηγορούμενη να εκδώσει, ο 2ος, η 3η, η 4η και ο 5ος Κατηγορούμενοι ως αξιωματούχοι και/ή διευθυντής και/ή γραμματέας της 1ης Κατηγορούμενης να συμβουλεύσουν, υποκινήσουν, υπογράψουν και παραδώσουν προς τους Παραπονούμενους την επιταγή με αριθμό 91451744, για το ποσό των €7.000,00, πληρωτέα εις διαταγή των Παραπονούμενων την 30/12/2013, προκειμένου να υποκινήσουν τους Παραπονούμενους να την αποδεχθούν ως πληρωμή διά το ποσό των €7.000,00 ενώ οι Κατηγορούμενοι εγνώριζαν πως η εν λόγω επιταγή δεν θα εξοφλείτο όταν θα καθίστατο πληρωτέα και θα παρουσιαζόταν εις την τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη. Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες που έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά της παραπονούμενης κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Τον διευθυντή της παραπονούμενης Σώτο Σωτηρίου (ΜΚ1), την Γεωργία Ροτσάκη λειτουργό του γραφείου Εφόρου Εταιρειών (ΜΚ2), την Αθανασία Σωφρονίου τραπεζική υπάλληλο (ΜΚ3) και την Ριάνα Βρυωνίδου, υπάλληλο του λογιστηρίου της παραπονούμενης (ΜΚ4). Στα πλαίσια της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων κατατέθηκαν συνολικά 37 Τεκμήρια. Δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: Οι επίδικες επιταγές κατατέθησαν την ημερομηνία που αναγράφεται επί αυτών εις σφραγίδα «Τράπεζα Κύπρου» δηλαδή εις τις 9/2/15 ως η Τράπεζα Κύπρου ως είναι η Τράπεζα στην οποία η παραπονούμενη εταιρεία διατηρεί το λογαριασμό της. Η Τράπεζα Κύπρου, ως είναι η διαδικασία σφράγισε τις επιταγές ότι τις παρέλαβε και τις προώθησε στο τμήμα της ονομαζόμενο "Clearing". Ακολούθως στάλησαν εις την πληρώτρια τράπεζα που είναι η Ελληνική Τράπεζα η τράπεζα δηλαδή που διατηρά η κατηγορούμενη 1 τον λογαριασμό της δεν επληρώθησαν και επιστράφησαν πίσω στην Τράπεζα Κύπρου η οποία ακολούθως τις επέστρεψε στους δικαιούχους στην παραπονούμενη Lord Jeans Trading Ltd. Η ουσία της μαρτυρίας η οποία έχει προσκομιστεί προς υποστήριξη της υπόθεσης της παραπονούμενης, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως. Ο ΜΚ1, Σώτος Σωτηρίου, είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Ανέφερε ότι με τον 2ο κατηγορούμενο είχε συμφωνία ενοικίασης επιχείρησης της καφετέριας με την ονομασία "GIOIA" στη Λεμεσό (Τεκμήριο 2). Η 3η κατηγορούμενη την οποία γνώρισε αργότερα ήταν συνέταιρος του 2ου κατηγορούμενου και η 4η κατηγορούμενη είναι η αδελφή του 2ου κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 ενοικίαζε το υποστατικό από την ιδιοκτήτρια σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Αναφορικά με τη πληρωμή των ενοικίων ανέφερε ότι στις αρχές οι πληρωμές γίνονταν κανονικά από το 2ο κατηγορούμενο. Η συμφωνία όπως είπε ήταν να του δίνει εγγυητική, τις οποίες αρχικά του είχε δώσει, στη συνέχεια του έδινε χρονιαίες επιταγές και μετά ξεκίνησαν τα προβλήματα. Ανέφερε ότι έχει επιταγές από την 1η κατηγορούμενη οι οποίες υπογράφονταν είτε από την αδελφή του (4η κατηγορούμενη) είτε από την 3η κατηγορούμενη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την επιταγή 91451744, Τεκμήριο 7 την επιταγή 91451745, Τεκμήριο 8 την επιταγή 91451746 και Τεκμήριο 9 την επιταγή 91451748, τις οποίες αναγνώρισε και ανέφερε ότι οι επιταγές αυτές εκδοθήκαν από την 1η κατηγορούμενη για την πληρωμή των ενοικίων και υπογραφήκαν από την 3η κατηγορούμενη με την οποία συναντηθήκαν στην καφετέρια Pascucci όπου μπροστά του υπέγραψε τις πιο πάνω επιταγές. Κατά τον ΜΚ1 είχαν βρεθεί πάρα πολλές φορές στην εν λόγω καφετέρια όπου αποτελούσε το σημείο συνάντησης τους καθότι η 3η κατηγορούμενη είχε εκδώσει και άλλες επιταγές για τα ενοίκια. Κατά τον ΜΚ1 η συνάντηση με την 3η κατηγορούμενη κατά την οποία του δοθήσαν οι επίδικες επιταγές έγινε τον Αύγουστο
- Την επιταγή Τεκμήριο 6,7 και 9 όπως είπε την συμπλήρωσε η 3η κατηγορούμενη, πλην το όνομα του δικαιούχου το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος. Την επιταγή Τεκμήριο 8 την συμπλήρωσε ο ίδιος πλην της υπογραφής. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι συνήθως όταν εξαργυρώνονταν οι επιταγές τις οποίες λάμβανε για τα ενοίκια εκδίδονταν αποδείξεις ενώ όταν επιστρέφονταν ενημέρωνε τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος του ζητούσε χρόνο για να πληρώσει. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 κατάσταση λογαριασμού εν σχέση με τα κατ ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των κατηγορουμένων 1,2 και 4 του υποβλήθηκε η θέση ότι για την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 2 απαιτείτο να λάβει συγκατάθεση από την ιδιοκτήτρια, κάτι που δεν έπραξε. Θέση του ΜΚ1 αποτέλεσε ότι είχε λάβει προφορικά συγκατάθεση για την υπενοικίαση. Του υποβλήθηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούσαν εγγυητικές για την πληρωμή των ενοικίων θέση την οποία απέρριψε. Του υποβλήθηκε επίσης ότι τα ποσά που αφορούν οι επίδικες επιταγές το έλαβε σε μετρητά, θέση την οποία επίσης αρνήθηκε. Ανέφερε επίσης αντεξεταζόμενος ότι οι επιταγές του δοθήσαν χωρίς να είναι πλήρως συμπληρωμένες διότι συζητούσαν για να βρεθεί μια λύση αναφορικά με τα οφειλόμενα ενοίκια και δίδονταν χωρίς όνομα για το λόγο ότι κάποτε καταθέτονταν στον προσωπικό του λογαριασμό ή στης εταιρείας του. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της 3ης κατηγορούμενης επανέλαβε το γεγονός με τη συνάντηση του με την 3η κατηγορούμενη αναφέροντας ότι ο 2ος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα τον πληρώσει η 3η κατηγορούμενη, εφόσον όπως είπε λάμβανε πληρωμές από διάφορα πρόσωπα έναντι των ενοικίων. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές δεν υπογράφηκαν μπροστά του. Η αντεξέταση του ΜΚ1 από πλευράς συνηγόρων υπεράσπισης περιστράφηκε γύρω από διάφορα άλλα ζητήματα που αφορούν κυρίως τις διαφορές που προκύπτουν από το Τεκμήριο 2 και το ύψος των κατ' ισχυρισμό οφειλομένων ενοικίων. Δεύτερη μάρτυρας παρουσιάστηκε η Γεωργία Ροτσάκη (ΜΚ2), υπάλληλος στο γραφείο Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 πιστοποιητικό μετόχων της 1ης κατηγορούμενης για την περίοδο 19.3.14 με 28.3.17 όπου μέτοχοι φαίνονται ο 2ος κατηγορούμενος και η 3η κατηγορούμενη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέα της 1ης κατηγορούμενης για την περίοδο 21.6.12 μέχρι 28.3.17 και πιστοποιητικό διευθυντή και γραμματέα ημερ. 28.3.17 ως Τεκμήριο
- Τρίτη μάρτυρας παρουσιάστηκε η Αθανασία Σωφρονίου (ΜΚ3) η οποία εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα. Ανέφερε ότι η 1η κατηγορούμενη είναι πελάτης της τράπεζας και τηρούσε ένα λογαριασμό. Το 2013 ανέφερε ότι δικαίωμα υπογραφής των επιταγών είχε η Κυριακίδου Σταυρούλλα (3η κατηγοορύμενη) μέχρι την 3.2.
- Στις 10.2.14 άλλαξε ο υπογράφων και μέχρι 31.7.15 όπου έκλεισε ο λογαριασμός υπέγραφε η Μαρία Χριστοδούλου (4η κατηγορούμενη). Της υποδείχθηκαν οι επίδικες επιταγές και ανέφερε ότι δεν πληρωθήκαν για τον λόγο ότι η πληρωμή τους είχε σταματήσει από τον εκδότη την Σταυρούλλα Κυριακίδου (3η κατηγορούμενη) της οποίας αναγνώρισε την υπογραφή σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής. Ως δεύτερο λόγο μη πληρωμής των επίδικων επιταγών ανέφερε το ότι όταν οι επιταγές παρουσιάστηκαν προς πληρωμή είχε ήδη αλλάξει ο υπογράφων για την εταιρεία και δεν ήταν πλέον η 3η κατηγορούμενη αλλά η 4η κατηγορούμενη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 το έντυπο ανάκλησης επιταγών το οποίο φέρει ημερομηνία 22.10.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 το έντυπο δείγματος υπογραφών του λογαριασμού με σφραγίδα ημερομηνίας 20.12.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 26 επιστολή ημερομηνίας 3.2.14 η οποία στάληκε από την 3η κατηγορούμενη στην Ελληνική Τράπεζα αναφέροντας ότι δεν επιθυμεί να υπογράφει για την εταιρεία. Μετά υπέγραφε όπως είπε η Μαρία Χριστοδούλου (4η κατηγορούμενη) από 12.2.14 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 έντυπο δείγματος υπογραφών με σφραγίδα ημερ. 17.2.
- Εξήγησε ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν ακόμα και αν δεν ανακαλείτο η πληρωμή τους λόγω της διαφοράς στην υπογραφή εκδότη. Τελευταία μάρτυρας παρουσιάστηκε η Ριάνα Βρυωνίδου (ΜΚ4) η οποία εργάζεται ως λογίστρια στην παραπονούμενη εταιρεία. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 29 και 30 καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τα ενοίκια τα οποία οφείλονταν από τον 2ο κατηγορούμενο. Εξήγησε τα πιο πάνω τεκμήρια με αναφορά στις πληρωμές που γίνονταν για τα ενοίκια, χρεώσεις, πιστώσεις και το υπόλοιπο το οποίο εκκρεμεί. Ανέφερε ότι λάμβανε τις επιταγές από τον ΜΚ1 και εξέδιδε αποδείξεις όπως έγινε και με τις επίδικες επιταγές. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των επίδικων επιταγών και από ποιους συμπληρωθήκαν οι επιταγές στην έκταση που γνώριζε. Δεν είχε άμεση επαφή με τον 2ο κατηγορούμενο ούτε με άλλο εκ των κατηγορουμένων. Ουσιαστικά η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 29 και 30). Ανέφερε επίσης ότι τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 δοθήσαν στον 2ο κατηγορούμενο από τον ΜΚ1 σε συναντήσεις που είχαν για να συζητήσουν για τα ενοίκια. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την παραπονούμενη, οι κατηγορούμενοι μέσω των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους, υπέβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Προς τούτο έχουν κατατεθεί γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες επικαλούνται διάφορους λόγους για τους οποίους η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί σε αυτό το στάδιο, το περιεχόμενο των οποίων δεν καθίσταται αναγκαίο να επαναληφθεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης, υιοθέτησε το μέρος των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων υπεράσπισης εις το βαθμό που αναφέρονται στις αρχές που διέπουν το κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αγορεύοντας προφορικά, απέρριψε την εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες και συνεπώς αυτοί θα πρέπει να κληθούν σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τους κατηγορούμενους, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον των κατηγορουμένων. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. (βλ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87). Με γνώμονα τις αρχές οι οποίες πηγάζουν από τη πιο πάνω νομολογία, διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης που υποβλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης και έχοντας ταυτόχρονα υπόψη τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ως έχουν καταγραφεί πιο πάνω, οι οποίες σύμφωνα με τη νομολογία, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776). Προτού προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για ένα έκαστο εκ των κατηγορουμένων θεωρώ ορθό όπως αναφέρω εξ' αρχής ότι έχω εξετάσει πρωτίστως την εισήγηση η οποία τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι, κατά τον κ Πογιατζή οι επίδικες επιταγές και κατά τον κ Κλεοβούλου οι επιταγές Τεκμήρια 8 και 9 δεν αποτελούν επιταγές εφόσον αυτές συμπληρωθήκαν χωρίς την εξουσιοδότηση που παρέχει ο εκδότης καθώς επίσης η συμπλήρωση τους δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Επί τούτου του ζητήματος αναφορά έγινε από τον κ Κλεοβούλου στην απόφαση ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΣΠΥΡΟΥ ν. ΒΑΣΟΥ ΣΥΜΙΛΛΙΔΗ, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 139/2015, 22/4/2016. Η εν λόγω υπόθεση πράγματι πραγματεύεται το ζήτημα αυτό με αναφορά στα άρθρα 20
(1)και
(2)του Κεφ. 262 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Συμφώνως του άρθρου 20
(1)του Κεφ. 262, ο εφεσίβλητος, όταν έλαβε τις επιταγές, είχε, εκ πρώτης όψεως, εξουσία να ενεργήσει ως ανωτέρω, δηλαδή να συμπληρώσει ο ίδιος την ημερομηνία σε αυτές. ΄Οπως προβλέπεται, όμως, περαιτέρω, στο άρθρο 20
(2)του ιδίου Νόμου, αυτό έπρεπε να το είχε πράξει εντός ευλόγου χρόνου, το τι δε συνιστά εύλογο χρόνο, στην κάθε περίπτωση, διαπιστώνεται στη βάση των σχετικών γεγονότων.» Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει επομένως ότι το Δικαστήριο δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να καταλήξει επί ζητήματος το οποίο διαπιστώνεται επί τη βάση γεγονότων, εις τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει κατόπιν αξιολόγησης, έχοντας υπόψη μου και τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των δυο πλευρών, επί σχεδόν όλων των πραγματικών γεγονότων περιλαμβανομένου και του ισχυριζόμενου χρόνου έκδοσης των επιταγών. Επομένως η εισήγηση αυτή αναφορικά με την εγκυρότητα των επίδικων επιταγών, επί τη βάση των προβαλλόμενων θέσεων κάθε πλευράς, απορρίπτεται εις το στάδιο αυτό. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τις θέσεις του κ Πογιατζή εν σχέση με την εισήγηση του ότι λόγω της ακυρότητας της σύμβασης (Τεκμήριο 2) οι επίδικες επιταγές δεν είναι έγκυρες και οι σχετικές κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν. Τα ζητήματα αυτά προαπαιτούν την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και επομένως η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Τέλος εις ότι αφορά τη θέση του κ Πογιατζή ότι η υπόθεση αυτή κινήθηκε από εταιρεία που δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των κατηγορουμένων παρατηρώ ότι η εισήγηση του στηρίζεται σε νομολογία η οποία δεν καθιερώνει πλέον οποιαδήποτε νομολογιακή αρχή ούτε η μεταγενέστερη νομολογία μπορεί να στηρίξει τέτοια θέση. Στην υπόθεση Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη, ανωτέρω, διευκρινίστηκε η έννοια του «αγώγιμου δικαιώματος» για σκοπούς του εδαφίου
(3)του Άρθρου 305Α:- «Η ορθή ερμηνεία του εδαφίου 3 είναι, κατά τη γνώμη μας, η ακόλουθη: Η επιταγή, αντικείμενο της κατηγορίας, πρέπει: (α) να έχει τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα επιταγής, όπως γίνεται σ' αυτά αναφορά στον περί Συναλλαγματικών Νόμο Κεφ. 262 και, (β) ο υποβάλλων το παράπονο να είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, πάλιν μέσα στην έννοια του πιο πάνω νόμου. Σ' αυτά τα στοιχεία περιορίζεται η φράση "αγώγιμο δικαίωμα", που απαντά στο εδάφιο
- Το αγώγιμο δικαίωμα δεν πρέπει να συγχέεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής.» ........ Οι αναφορές στην Τομάζου ν. Σαββίδη, ανωτέρω, κατά την άποψή μας, έγιναν per incuriam και ως εκ τούτου δεν μπορούν να δεσμεύουν, καθότι όχι μόνο δεν προσδιορίζουν τις αρχές του κοινοδικαίου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην Ttofinis και επιβεβαιώθηκαν από την πλειοψηφία στην Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος, ανωτέρω, αλλά ούτε αντικατοπτρίζουν τα νομολογηθέντα στη Νεοφύτου, ανωτέρω και σε άλλες υποθέσεις σε σχέση με τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής ως άμεσα επηρεαζόμενου από τη μη εξόφλησή της. Ενόψει της κατάληξής μας ότι η υπόθεση Τομάζου ν. Σαββίδη έχει αποφασιστεί per incuriam, δεν είναι αναγκαίο να διευρυνθεί η σύνθεση του Εφετείου, ώστε η διάσταση να κριθεί από την Πλήρη Ολομέλεια.» Συνεπώς η εισήγηση του κ Πογιατζή επί τη βάση την οποία στηρίζεται απορρίπτεται . Με την αγόρευση του ο κ Κλεοβούλου εισηγείται ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί σε αυτό το στάδιο για την 3η κατηγορούμενη λόγω ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Θεωρώ ότι η θέση αυτή τίθεται με κάποια αοριστία. Η ελαττωματικότητα ενός κατηγορητηρίου η οποία φαίνεται να συνδέεται με τον αριθμό των κατηγοριών που περιλαμβάνονται εις το κατηγορητήριο, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι δυσχεραίνει την προβολή της υπεράσπισης ενός κατηγορουμένου. Η απλή αναφορά στο ότι προκαλείται σύγχυση στην 3η κατηγορούμενη λόγω της ύπαρξης πολλών κατηγοριών, για ξεχωριστά όμως αδικήματα σε κάθε κατηγορία, δεν καταδυκνείει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου αφορά και την εισήγηση υπό στοιχείο Στ. στην γραπτή αγόρευση του κ Κλεοβούλου περί πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου. Εγέρθηκε ακόμα ένα ζήτημα από πλευράς της 3ης κατηγορούμενης, η αοριστία εις ότι αφορά τις κατηγορίες της πρόκλησης μη πληρωμής. Κατά τον κο Κλεοβούλου ζητήθηκαν λεπτομέρειες αναφορικά με το συγκεκριμένο χρόνο όπου εκδοθήκαν οι επιταγές χωρίς αυτές να δοθούν με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η 3η κατηγορούμενη να προβάλει την υπεράσπιση της εφόσον αναφέρεται ως χρόνος έκδοσης ο Αύγουστος 2013 ενώ αυτή απουσίαζε κάποιες μέρες του Αυγούστου
- Είμαι της άποψης όμως το ζήτημα αυτό το οποίο επιθυμεί να προβάλει η 3η κατηγορούμενη με την υπεράσπιση της δεν εμποδίζεται από τον χρόνο που επέλεξε η παραπονούμενη να αναφέρει εις τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Δεν διαπιστώνω στο παρών στάδιο και με τα όσα έχουν τεθεί μέχρι στιγμής ενώπιον μου να δημιουργείται οποιοδήποτε εμπόδιο στην προώθηση της προβαλλόμενης υπεράσπισης. Τέλος, εις ότι αφορά την εισήγηση του κ Κλεοβούλου με αναφορά στον λόγο μη πληρωμής των επίδικων επιταγών, όπως αναφέρει και ο ίδιος του στην γραπτή αγόρευση συναρτάται με κάποια γεγονότα. Στο στάδιο όμως αυτό και χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει κρίση επί του προκειμένου ζητήματος. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. 1η κατηγορούμενη - 1η, 5η, 9η και 13η κατηγορία. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)το οποίο αφορά τις πιο πάνω κατηγορίες (βλ.Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06) είναι η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο και η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας και από εξέταση της όψης της και μόνο έχω ικανοποιηθεί ότι εις το βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο δεν ελλείπει οποιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων των κατηγοριών 1,5,9 και 13 που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη και η μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση της 1ης κατηγορούμενης σε απολογία. Στρεφόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2,3 και 4 στις κατηγορίες 2,6,10 και 14, σημειώνω κατ' αρχάς τα ακόλουθα εν σχέση με το νομικό πλαίσιο που έχει τεθεί σύμφωνα με τη νομολογία. Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ή το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή, ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, μπορεί να κατηγορηθεί ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). 2ος κατηγορούμενος - 2η, 6η, 10η και 14η κατηγορία. Από τα όσα έχουν διαφανεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία ο 2ος κατηγορούμενος ήταν διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης από 21.6.12 μέχρι 5.9.12 και από 25.9.12 όπου εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 20 το οποίο κατέθεσε η ΜΚ2. Πέραν της υπογραφής της συμφωνίας Τεκμήριο 2, μεταξύ του 2ου κατηγορούμενου και του Σώτου Σωτηρίου, υπό την προσωπική του ιδιότητα και η αναφορά του ΜΚ1 σε συμβατικές διαφορές οι οποίες προέκυψαν εις τα πλαίσια της συμφωνίας Τεκμήριο 2, δεν έχει αναφερθεί οποιοδήποτε άλλο γεγονός το οποίο θα μπορούσε να τον συνδέσει είτε με την υπογραφή των επίδικων επιταγών είτε με την ανάκληση της πληρωμής τους. Όπου κατηγορείται διευθυντής εταιρείας ως συνεργός της τελευταίας για το αδίκημα της ανάκλησης της πληρωμής επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας, η απόδειξη πρόθεσης από μέρους του κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης και ανάκλησης της επιταγής αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο το οποίο εξετάζεται σε συνάρτηση με το χρόνο όπου επιτελούνται οι ένοχες πράξεις. Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι από μόνη της η ιδιότητα του κατηγορούμενου 2, ως διευθυντή και μετόχου της κατηγορουμένης 1, δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η ιδιότητα του αυτή δεν οδηγεί σε καταδίκη χωρίς άλλο (βλ. Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600), Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095 ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, ο 2ος κατηγορούμενος δεν είναι το πρόσωπο το οποίο κατά τον ΜΚ1 και ΜΚ3 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ούτε το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην ανάκληση της πληρωμής τους, ούτε το πρόσωπο το οποίο εδικαιούτο να υπογράφει εκ μέρους της εταιρείας, ούτε όμως έχει αναφερθεί οποιοδήποτε γεγονός που θα μπορούσε να τον συνδέει με τα όσα του καταλογίζονται εις τις λεπτομέρειες αδικήματος των πιο πάνω κατηγοριών και ειδικότερα κατά τον Αύγουστο 2013 όπου κατ ισχυρισμό εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές ή κατά το χρόνο ανάκλησης τους. Η προσκομισθείσα μαρτυρία εξετάζοντας αυτή στην όψη της παρουσιάζει κενά εις ότι αφορά την οιανδήποτε ενέργεια ή σε οιανδήποτε πρόθεση του 2ου κατηγορούμενου κατά τον χρόνο έκδοσης και ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η μόνη αναφορά του ΜΚ1 στο πρόσωπο του 2ου κατηγορούμενου αφορούσε τις συμβατικές τους σχέσεις και τις διαφορές οι οποίες προέκυψαν μέσα από αυτές και ειδικότερα εν σχέση με την πληρωμή οφειλομένων ενοικίων. Η ιδιότητα του 2ου κατηγορούμενου ως μετόχου και διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης δεν μπορεί να θεμελειώσει από μόνη της ευθύνη του ως συνεργού στην έκδοση της επιταγής και ανάκλησης της πληρωμής της, εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης, εφόσον δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε ενέργεια του η οποία θα μπορούσε να καταδείξει στο ελάχιστο επίπεδο που απαιτείται σε αυτό το στάδιο την συνέργεια του στην διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται επί τη βάση των πιο πάνω κατηγοριών. Επομένως κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 2ου κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2,6,10 και
- 3η κατηγορούμενη - 2η, 6η, 10η και 14η κατηγορία. Εξετάζοντας την προσκομισθείσα μαρτυρία στην όψη της και χωρίς να αξιολογώ αυτή, σύμφωνα με τον ΜΚ1 και ΜΚ3 η 3η κατηγορούμενη είναι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 6-9), ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή των επιταγών (Τεκμήριο 25) και το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το έντυπο οδηγιών ανάκλησης (Τεκμήριο 24). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν ελλείπει οποιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων, των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η 3η κατηγορούμενη στις πιο πάνω κατηγορίες, εις τον βαθμό που απαιτείται η απόδειξη τους σε αυτό το στάδιο και η μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση της 3ης κατηγορούμενης σε απολογία στις κατηγορίες 2,6,10 και
- 4η κατηγορούμενη - 2η, 6η, 10η και 14η κατηγορία. Εν σχέση με την 4η κατηγορούμενη εξετάζοντας τη μαρτυρία στην όψη της και χωρίς να αξιολογώ αυτήν, παρατηρώ τα ακόλουθα. Στην μαρτυρία του ο ΜΚ1, δεν προέβηκε σε οιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο της 4ης κατηγορούμενης. Ερωτηθείς εάν είχε επαγγελματικές συναλλαγές με αυτήν ανέφερε ότι την έβλεπε όταν πήγαινε στην καφετέρια και ουδέποτε μίλησε μαζί της εν σχέση με τα ενοίκια. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι όταν παρέλαβε κάποιες επιταγές από τον 2ο κατηγορούμενο, χωρίς να αναφέρεται στις επίδικες, ήταν και αυτή παρούσα. Όπως μπορεί να διαφανεί από το Τεκμήριο 20, πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέα της 1ης κατηγορούμενης, η 4η κατηγορούμενη ήταν διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης από 5.9.12 μέχρι 25.9.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών και την μαρτυρία του ΜΚ1 ως χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών καθορίζεται ο Αύγουστος 2013 και όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 24 η ανάκληση της πληρωμής των επιταγών έγινε στις 22.10.
- Πέραν τούτου, όπως φαίνεται εις το Τεκμήριο 27 και την μαρτυρία της ΜΚ3, η 4η κατηγορούμενη ορίζεται ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης περί τον Φεβρουάριο
- Έχοντας υπόψη μου τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών και τα όσα αποδίδονται στην 4η κατηγορούμενη με τις λεπτομέρειες αυτές, σε συνάρτηση με τα κενά τα οποία παρατηρούνται εις τη μαρτυρία εν σχέση με αυτήν, ειδικότερα η απουσία αναφοράς σε οποιοδήποτε γεγονός από μέρους του ΜΚ1 που θα μπορούσε να συνδέσει την 4η κατηγορούμενη με τις κατηγορίες αυτές, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 4ης κατηγορούμενης στις κατηγορίες 2,6,10 και
- Αδικήματα εναντίον όλων των κατηγορουμένων για εξασφάλιση αποδοχής αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20,22 και 299 του Κεφ. 154 - 3η, 7η, 11η και 15η κατηγορία. Οι πιο πάνω κατηγορίες εδράζονται ουσιαστικά στα άρθρα 20 και 299 του Κεφ.154, αποδίδοντας στους κατηγορούμενους από κοινού ότι κατά ή περί τον Αύγουστο 2013 με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευσης έπεισαν και/ή παρότρυναν και/ή υποκίνησαν τους παραπονούμενους να αποδεχθούν τις επίδικες επιταγές πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες ήτοι δηλώνοντας και/ή παριστάνοντας προς τους παραπονούμενους πως η επιταγή ήταν καλή προς εξαργύρωση ενώ γνώριζαν ότι οι εν λόγω επιταγές δεν θα εξαργυρώνονταν. Το άρθρο 299 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. " Το άρθρο 299 του Κεφ. 154, ήτοι το αδίκημα της «εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις», προϋποθέτει, πέραν της ύπαρξης «ψευδών παραστάσεων», την πρόθεση καταδολίευσης και την υποκίνηση κάποιου να δεχτεί ένα αξιόγραφο. Η ερμηνεία του όρου ψευδής παράσταση δίδεται εις το άρθρο 297 του Κεφ.154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής. ...... ». Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Εξετάζοντας τη μαρτυρία στην όψη της παρατηρώ ότι σύμφωνα με τον ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτοι τον Αύγουστο 2013 συναντήθηκε με την 3η κατηγορούμενη σε καφετέρια στη Λεμεσό όπου κατά τον ίδιο υπέγραψε και του παρέδωσε τις επίδικες επιταγές οι οποίες κατά τον ίδιο ήταν μεταχρονολογημένες. Σύμφωνα επίσης με τον ΜΚ1 η αποδοχή από μέρους του μεταχρονολογημένων επιταγών αποτελούσε μια πρακτική μεταξύ τους που ακολουθείτο για την πληρωμή ενοικίων. Επομένως από τη στιγμή όπου η αποδιδούμενη ψευδής παράσταση αφορά μελλοντικό χρόνο εν σχέση με την πληρωμή των επίδικων επιταγών, τότε το συστατικό αυτό στοιχείο της ψευδής παράστασης δεν έχει αποδειχθεί. Πέραν των πιο πάνω από τη στιγμή όπου απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού είναι η υποκίνηση, και πάλι δεν διαπιστώνω να έχει προσκομισθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να καταδείξει έστω και σε αυτό το στάδιο ότι οι κατηγορούμενοι ή ένας εξ αυτών υποκίνησαν την παραπονούμενη να αποδεχτεί τις επίδικες επιταγές. Ακόμα και για την 3η κατηγορούμενη η οποία ναι μεν ήταν το πρόσωπο με το οποίο συναντήθηκε ο ΜΚ1, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ή έστω ισχυρισμός από τον ίδιο ότι κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών ο ίδιος του υποκινήθηκε από την 3η κατηγορούμενη να τις αποδεχτεί. Κατά τον ίδιο σκοπός της συνάντησης την δεδομένη στιγμή ήταν η παραλαβή των επίδικων επιταγών όπως γινόταν και στο παρελθόν όπου συναντιόνταν στο ίδιο μέρος για να παραλαμβάνει επιταγές έναντι των ενοικίων. Εις ότι αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 4, πέραν των πιο πάνω αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον ΜΚ1 ουσιώδης χρόνος για τη στοιχειοθέτηση διάπραξης του αδικήματος θεωρείται ο Αύγουστος 2013 όπου και εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Κατά το χρόνο αυτό όμως όπως καθορίζεται από τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών και χρόνο που ανέφερε ο ΜΚ1, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4, οι οποίοι ουδέποτε αναφέρθηκε ότι ήταν παρόντες κατά τον χρόνο όπου παραδόθησαν οι επίδικες επιταγές και καμία αναφορά υπάρχει στη μαρτυρία αναφορικά με ψευδή παράσταση των προσώπων αυτών και ειδικότερα στη δήλωση και/ή παράσταση η οποία τους αποδίδεται εις τις λεπτομέρειες αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορουμένων στις κατηγορίες 3,7,11 και 15. Αδικήματα εναντίον όλων των κατηγορουμένων για συνομωσία προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 20 και 302 του Κεφ. 154 - 4η, 8η, 12η και 16η κατηγορία. Το άρθρο 302 του Κεφ. 154 προβλέπει τα ακόλουθα: «302. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν τα εξής: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα απαραίτητη προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι η σύναψη συμφωνίας για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν είναι από μόνη της αρκετή για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συνωμοσίας. (Βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 19ηέκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Στις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τα όσα τους αποδίδονται υπό συγκεκριμένη ιδιότητα ήτοι «ως αξιωματούχοι και/ή διευθυντής και/ή γραμματέας της 1ης κατηγορούμενης». Κατ΄αρχάς σημειώνεται ότι κατά τον Αύγουστο 2013 όπου αποτελεί τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι 3 και 4 δεν ήταν αξιωματούχοι είτε διευθυντές είτε γραμματέας της 1ης κατηγορούμενης, σύμφωνα με το Τεκμήριο 20 και την μαρτυρία της ΜΚ
- Διευθυντής φαίνεται να ήταν κατά τον Αύγουστο 2013 μόνο ο 2ος κατηγορούμενος. Κατά τον κ Σωφρονίου, η συνομωσία η οποία αποδίδεται στους κατηγορούμενους αφορά την απόφαση τους να προβούν σε αλλαγή του εξουσιοδοτημένου προσώπου προς υπογραφή επιταγών για την εταιρεία, με αποτέλεσμα κατά το χρόνο πληρωμής τους αυτές να μην μπορούν να πληρωθούν λόγω διαφοράς υπογραφής του εκδότη. Κάτι τέτοιο δεν αναφέρθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ειδικότερα τον ΜΚ1 ο οποίος είχε προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση. Όπως έχει καθοριστεί ρητά στο κατηγορητήριο, το επιθυμητό αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης συνομωσίας των κατηγορουμένων, ήταν να υποκινήσουν την παραπονούμενη να αποδεχτεί τις επίδικες επιταγές ενώ εγνώριζαν ότι δεν θα εξοφλούνταν όταν θα καθίσταντο πληρωτέες. Αδυνατώ όμως να εντοπίσω οποιαδήποτε μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει στο ότι οι κατηγορούμενοι, ανεξαρτήτως της ιδιότητας τους, όντως συμφώνησαν μεταξύ τους για κάτι τέτοιο και δη με απάτη ή άλλο δόλιο μέσο, ούτως ώστε να μπορεί να διαφανεί η απαιτούμενη συμφωνία τους για διάπραξη αδικήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών η αποδιδούμενη συνομωσία διεπράχθηκε «.προκειμένου να υποκινήσουν τους Παραπονούμενους να την αποδεχθούν.», με αναφορά στις επίδικες επιταγές. Επισημαίνω ότι, σύμφωνα με τον ΜΚ1 γίνονταν συζητήσεις για να πληρωθούν τα οφειλόμενα ενοίκια και ο ίδιος του αποδεχόταν γενικότερα επιταγές για πληρωμή αυτών όπως αποδέχτηκε και τις επίδικες. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά από τον ίδιο στο ότι υποκινήθηκε να αποδεχθεί τις επιταγές ούτε και ισχυρίστηκε ότι η αποδοχή από μέρους του των επίδικων επιταγών ήταν αποτέλεσμα κάποιας συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων. Ούτε βεβαίως έχω ενώπιον μου μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η αλλαγή υπογραφής εξουσιοδοτημένου προσώπου αποτελούσε τέτοια συμφωνία έχοντας παράλληλα υπόψη ότι η αλλαγή του υπογράφοντος έγινε περί τον Φεβρουάριο 2014 ενώ η έκδοση και παράδοση των επίδικων επιταγών στον ΜΚ1 έγινε σύμφωνα με τον ΜΚ1 τον Αύγουστο 2013 όπου κατ' ισχυρισμό διεπράχθηκε το αδίκημα της συνομωσίας. Επομένως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις κατηγορίες 4,8,12 και
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι: Η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 4 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες 2,3,4,6,7,8,10,11,12,14,15 και
- Η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 1ης κατηγορούμενης στις κατηγορίες 3, 4, 7, 8, 11,12,15 και 16 η οποία αθωώνεται και απαλλάσσεται σε αυτές. Η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 3ης κατηγορούμενης στις κατηγορίες 3, 4, 7, 8, 11,12,15 και 16 η οποία αθωώνεται και απαλλάσσεται σε αυτές. Η παραπονούμενη απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 1ης κατηγορούμενης στις κατηγορίες 1,5,9 και 13 και καλείται σε απολογία στις κατηγορίες αυτές. Η παραπονούμενη απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 3ης κατηγορούμενης στις κατηγορίες 2,6,10 και 14 και καλείται σε απολογία στις κατηγορίες αυτές. Το ζήτημα των εξόδων εν σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 4 θα το επιληφθώ με την ολοκλήρωση της υπόθεσης, ενόψει της κοινής εκπροσώπησης τους με την 1η κατηγορούμενη η οποία έχει κληθεί σε απολογία. (Υπ.) .......................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο