Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΗΡΙΑΣ Ι.Χ. ΘΕΚΛΕΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6730/15, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6730/15 Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΗΡΙΑΣ Ι.Χ. ΘΕΚΛΕΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΡΟΔΟΥΛΑΣ ΜΩΥΣΕΩΣ
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΕΛΕΝΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ Κατηγορούμενοι ---------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Κ. Σιαηλής Για Κατηγορούμενο 2: κ. Η. Ηλία Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση αφορά αδικήματα παράληψης πληρωμής μισθών κατά παράβαση του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35(Ι)/07καθώς και αδικήματα σχετικά με την ενημέρωση των εργοδοτουμένων, για τους βασικούς όρους απασχόλησης τους, κατά παράβαση του περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση Εργασίας Νόμου, Ν.100(Ι)/
- Tο κατηγορητήριο περιλαμβάνει επίσης, κατηγορίες αναφορικά με παράλειψη των κατηγορουμένων να παρουσιάσουν στην αρμόδια επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασίας, διάφορα έγγραφα και πληροφορίες που τους ζητήθηκαν για σκοπούς διερεύνησης των προαναφερόμενων αδικημάτων. Αρχικά, η υπόθεση στρεφόταν εναντίον, τόσο των κατηγορουμένων 1 έως 3 όσο και της κατηγορουμένης
- Στις 10/01/17 όμως, η υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 4 αναστάληκε και αυτή απαλλάχθηκε των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Μετά από τροποποίηση του κατηγορητηρίου και διακοπή κάποιων κατηγοριών, η υπόθεση που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι διαμορφώθηκε ως εξής: A. H κατηγορούμενη 1 ως εργοδότρια και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ως συνεργοί της (αρ. 20 Κεφ. 154), κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να καταβάλουν στις εξής έξι εργοδοτούμενες (οι παραπονούμενες), μισθούς ως ακολούθως: Θεογνωσία Χριστοφή - €3.376,92, για την περίοδο 1/1/14 - 6/8/14 (8η, 20η και 28η κατηγορία). Andonova Evgeniya - €1.850 για την περίοδο 1/1/14 - 30/6/14 (6η, 18η, 26η κατηγορία). Angelova Veronika Filipova - €2.500 για την περίοδο 1/1/14 - 31/5/14 (2η, 14η και 22η κατηγορία). Honcery Maria - €2.300 για την περίοδο 1/1/14 - 31/5/14, 4η, 16η και 24η κατηγορία. Kikova Donka - €2.550 για την περίοδο 1/1/14 - 30/6/14 (3η, 15η και 23η κατηγορία). Seyrekova Mariya - €2.027 για την περίοδο 1/1/14 - 7/7/14, 5η, 17η και 25η κατηγορία. Σημειώνεται ότι οι παραπονούμενες στην παρούσα υπόθεση, είναι μόνο έξι εκ του συνόλου των εργοδοτουμένων της κατηγορούμενης. B. Οι κατηγορούμενοι 1 έως 3, κατηγορούνται περαιτέρω ότι, παρέλειψαν να παρουσιάσουν έγγραφα και πληροφορίες που τους ζητήθηκαν από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, σε σχέση με τη διερεύνηση των αδικημάτων που αφορούν στη μη καταβολή μισθών (12η κατηγορία). Γ. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, αντιμετωπίζει από μόνη της και δύο ακόμη κατηγορίες, για ισχυριζόμενη παράληψη της, να ενημερώσει μέχρι και την 10/6/14 τους εργοδοτούμενους της, για τους βασικούς όρους απασχόλησης τους καθώς και να παρουσιάσει, από 1/7/14 - 18/7/14, αντίγραφα τέτοιας ενημέρωσης στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων ως της ζητήθηκε από την αρμόδια επιθεωρήτρια (9η και 10η κατηγορία). Με τη σύμφωνο γνώμη των συνηγόρων και την έγκριση των κατηγορουμένων, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι νομότυπα εγγεγραμμένη και ότι η κατηγορούμενη 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθύντρια της κατηγορούμενης
- Για τα πιο πάνω, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή, κάλεσε οκτώ μάρτυρες ήτοι τις Ε. Νικολάου και Σ. Λουκά (ΜΚ1 και Μ.Κ.2), Επιθεωρήτριες του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων της Επαρχίας Λεμεσού (το Τμήμα) και τις έξι παραπονούμενες (Μ.Κ.3 - Μ.Κ.8 ως αναφέρονται ανωτέρω αντίστοιχα). Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, αυτοί επέλεξαν, ως ήταν δικαίωμα τους, η μεν κατηγορούμενη 1 να τηρήσει σιωπή, οι δε κατηγορούμενοι 2 και 3 να προβούν σε ανώμοτη δήλωση. Η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές. Η πρώτη ήταν η Επιθεωρήτρια που έλαβε πέντε από τα έξι παράπονα των παραπονουμένων (Μ.Κ.4 - Μ.Κ.8) και η δεύτερη, η Επιθεωρήτρια που έλαβε το παράπονο της Μ.Κ.3 που υποβλήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο και που ανέλαβε από πλευράς του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των εν λόγω επιθεωρητριών, στις 10/6/14 οι Μ.Κ.4 - Μ.Κ.8, προσήλθαν στο Τμήμα Εργασίας και υπέβαλαν γραπτό παράπονο ότι, ενόσω ήταν εργοδοτούμενες στη στέγη ηλικιωμένων και αναπήρων «ΟΑΣΙΣ», δεν τους καταβλήθηκαν οι δεδουλευμένοι μισθοί τους για την περίοδο που αυτές εργάστηκαν, ως τέτοια περίοδος αναφέρεται στο κατηγορητήριο για τη κάθε μια αντίστοιχα. Παρόμοιο γραπτό παράπονο, ανέφεραν οι μάρτυρες, υποβλήθηκε και από τη Μ.Κ.3 στις 6/8/
- Τα παράπονα που οι παραπονούμενες υπέβαλαν γραπτώς στις Επιθεωρήτριες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2-
- Σύμφωνα με τις ΜΚ1 και ΜΚ2, κατά την καταγραφή των στοιχείων και των παραπόνων, αυτές ζήτησαν διάφορες πληροφορίες από τις παραπονούμενες αναφορικά με την εργοδότηση και την επιχείρηση που εργάζονταν, ιδιαίτερα σε σχέση με τη μισθοδοσία τους και αφού έλαβαν τις εν λόγω πληροφορίες, τις κατέγραψαν αυτούσιες στα σχετικά έγγραφα. Τόσο η Μ.Κ.1 όσο και η Μ.Κ.2, ανέφεραν ότι κατά τη συλλογή πληροφοριών από τις παραπονούμενες, ανέτρεξαν και στα αρχεία του Τμήματος για επιβεβαίωση των πληροφοριών που έλαβαν, ένεκα του ότι η συγκεκριμένη στέγη ευγηρίας, έτυχε να αποτελέσει στο παρελθόν, αντικείμενο έρευνας του Τμήματος για παρόμοιας φύσης παράπονα. Ο λόγος που οι επιθεωρήτριες προέβηκαν στον εν λόγω έλεγχο ήταν, σύμφωνα με τις ίδιες, διότι τις πλείστες φορές, οι εργοδοτούμενοι που προσέρχονται στο Τμήμα για να υποβάλουν κάποιο παράπονο εναντίον του εργοδότη τους, δε γνωρίζουν ούτε ποιοι είναι οι κατά νόμο υπεύθυνοι της επιχείρησης στην οποία εργάζονται ούτε την ακριβή έκταση των δικαιωμάτων τους. Όπως και στην παρούσα υπόθεση, έτσι και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις, οι παραπονούμενοι, σύμφωνα με τις επιθεωρήτριες, γνωρίζουν μόνο βασικά τα πράγματα για την επιχείρηση ενώ αναφορικά με το ποιοι είναι οι κατά νόμο υπεύθυνοι, το μόνο που γνωρίζουν, είναι το ποιον οι ίδιοι θεωρούν ως «υπεύθυνο» στην επιχείρηση έστω και αν αυτό, νομικά δεν ευσταθεί. Στην περίπτωση της συγκεκριμένης στέγης, οι επιθεωρήτριες ανέφεραν ότι οι παραπονούμενες, πέραν των βασικών πτυχών της εργοδότησης τους (όνομα της στέγης, ωράριο, μισθό κλπ), ανέφεραν ως αρμόδια πρόσωπα, τους Ιφιγένεια και Ξένια Χριστοδούλου (κόρη και μάνα) και τον σύζυγο της Ιφιγένειας Χριστοδούλου, Χριστόδουλο Χριστοδούλου (κατηγορούμενο 3) Από την έρευνα στην οποία οι μάρτυρες ανέφεραν ότι προέβηκαν στη συνέχεια στα αρχεία του Τμήματος, διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία που διαχειρίζετο την εν λόγω στέγη και που εργοδοτούσε τις παραπονούμενες, ήταν η κατηγορούμενη
- Το στοιχείο αυτό, ανέφεραν οι Επιθεωρήτριες, είχε καταχωρηθεί στα αρχεία του Τμήματος από τη ΜΚ2 στο πρόσφατο παρελθόν, μετά από επιτόπιο έλεγχο που αυτή διενήργησε στη στέγη περί τον Ιούλιο 2013, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) για σκοπούς διερεύνησης κάποιου άλλου παραπόνου που είχε τότε υποβληθεί. Οι μάρτυρες ανέφεραν περαιτέρω ότι τα εν λόγω στοιχεία, τα διασταύρωσαν στη συνέχεια και τα επιβεβαίωσαν, μέσω του σχετικού μητρώου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τμήμα στο οποίο είναι επίσης Επιθεωρήτριες (βλ. Τεκ. 7). Αναφορικά με τα υπεύθυνα της εταιρείας πρόσωπα, οι επιθεωρήτριες ανέφεραν ότι αφού όλες οι παραπονούμενες υπέδειξαν ως υπεύθυνους της εταιρείας, τις Ξένια και Ιφιγένεια Χριστοδούλου και τον κατηγορούμενο 3, αυτές προέβησαν σε περαιτέρω έρευνα προς επιβεβαίωση και αυτών των στοιχείων. Από την έρευνα τους στο σχετικό μητρώο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, οι Επιθεωρήτριες διαπίστωσαν ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις παρουσιάζετο η Ι. Χριστοδούλου ως η διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 ενώ στον Έφορο Εταιρειών, ως μοναδική εγγεγραμμένη διευθύντρια της κατηγορούμενης 1, παρουσιάζετο η κατηγορούμενη
- Η Μ.Κ.2 η οποία ήταν και το πρόσωπο που ανέλαβε τη διερεύνηση των παραπόνων των παραπονουμένων, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση που ετοίμασε στις 20/11/14, αναφορικά με όλες ενέργειες της στην υπόθεση (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα, μετά που παραλήφθηκαν τα παράπονα των παραπονουμένων και εντοπίστηκαν τα στοιχεία των «υπευθύνων» της εταιρείας, αυτή επικοινώνησε με την κατηγορούμενη 2, το πρόσωπο δηλαδή που παρουσιαζόταν ως εγγεγραμμένη διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 και διευθέτησε μαζί της συνάντηση στο Τμήμα στις 11/6/
- Κατά την εν λόγω συνάντηση, σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, η κατηγορούμενη 2 της παραδέχθηκε ότι στις παραπονούμενες οφείλονταν οι επίμαχοι μισθοί, αναφέροντας της ότι ο λόγος της καθυστέρησης στην πληρωμή, ήταν διότι δεν είχαν ακόμη παραληφθεί οι επιταγές των ηλικιωμένων τροφίμων από το Γραφείο Ευημερίας, συνεπεία προβλημάτων που ανέκυψαν σε σχέση με τις άδειες λειτουργίας της στέγης. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η κατηγορούμενη 2 της ανέφερε περαιτέρω ότι περισσότερες πληροφορίες για το θέμα αυτό, μπορούσαν να δοθούν από τον 3ο κατηγορούμενο, «.σύζυγο της Ιφιγένειας Χριστοδούλου μίας εκ των ιδιοκτητών του οίκου ευγηρίας και υπεύθυνο.» της εταιρείας. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που η μάρτυς ανέφερε ότι είχε στη συνέχεια με τον 3ο κατηγορούμενο, ο τελευταίος, σύμφωνα με τη μάρτυρα, αφού της παραδέχτηκε και εκείνος ότι οφείλονταν οι επίμαχοι μισθοί, επανέλαβε τους ίδιους λόγους που η 2η κατηγορούμενη πρόβαλε ως λόγους για την καθυστέρηση στην πληρωμή των μισθών. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, για σκοπούς διερεύνησης των παραπόνων, κρίθηκε αναγκαίο, όπως ενημερωθούν και γραπτώς οι κατηγορούμενοι και όπως τους ζητηθεί να προσκομίσουν για έλεγχο και διερεύνηση των παραπόνων, το αρχείο μισθοδοσίας των παραπονουμένων και αποδείξεις πληρωμών τους, για την περίοδο που αφορούσε στο παράπονο της κάθε μίας καθώς και αντίγραφα της γραπτής ενημέρωσης που τους έγινε για τους βασικούς όρους απασχόλησης τους. Για το σκοπό αυτό, η μάρτυς ανέφερε ότι ετοίμασε και απέστειλε στις 01/07/14, επιστολή στους κατηγορούμενους 1 και 3 καθώς και στη Ι. Χριστοδούλου, ενώ στην κατηγορούμενη 2, παρέδωσε δια χειρός, πανομοιότυπη επιστολή, κατά τη συνάντηση που οι δύο τους είχαν στο Τμήμα. Η εν λόγω επιστολή, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8, απευθύνεται στην κατηγορούμενη 1 και είναι σε προσοχή των κατηγορουμένων 2 και 3 και της Ι. Χριστοδούλου. Στην επιστολή της αυτή, η ΜΚ2, έθετε ως προθεσμία προσκόμισης των ζητούμενων εγγράφων και στοιχείων, τη μία εβδομάδα, ενώ παράλληλα ενημέρωνε τους παραλήπτες της επιστολής, για τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση τους με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας συνεπάγεται. Παρόμοιας φύσης επιστολή απεστάλη και στις 12/8/14 σε σχέση με τη Μ.Κ.3 που είχε υποβάλει μεταγενέστερα παράπονο - Τεκμήριο
- Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, έλαβαν χώρα διάφορες τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ της ιδίας και της 2ης κατηγορούμενης, στα πλαίσια των οποίων η τελευταία, ζήτησε και έλαβε πίστωση χρόνου για να διευθετηθεί τόσο η πληρωμή των μισθών όσο και η προσκόμιση των απαιτούμενων εγγράφων. Η τελευταία παράταση που δόθηκε από το Τμήμα, ήταν η 18/7/
- Σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, κατά την πρώτη της συνάντηση με τη 2η κατηγορούμενη, η τελευταία της ανέφερε ότι αυτή είχε διοριστεί τυπικά ως διευθύντρια στην κατηγορούμενη 1, την 1/1/13, συνεπεία «φιλικής χάρης» που της είχε ζητήσει η Ξ. Χριστοδούλου, ιδιοκτήτρια της εταιρείας, με την οποία συνδεόταν φιλικά, αφού η τελευταία τη βοήθησε με τα ιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η ανάπηρη θυγατέρα της. Σύμφωνα με τα όσα η 2η κατηγορούμενη ανέφερε στη Μ.Κ.2, ο διορισμός της ως διευθύντρια της εταιρείας, ήταν καθαρά «στα χαρτιά» και την όλη διαχείριση της εταιρείας την είχαν η Ξ. Χριστοδούλου, Ι. Χριστοδούλου και κατηγορούμενος
- Η ΜΚ2 ανέφερε ότι η 2η κατηγορούμενη, ισχυρίστηκε ότι, ουδεμία γνώση είχε ως προς το ότι οφείλονταν οι επίμαχοι μισθοί, κατά την περίοδο που αυτή ήταν διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 και ότι αυτό το πληροφορήθηκε μόλις κλήθηκε από το Τμήμα για το θέμα. Της υποσχέθηκε όμως ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια, να καταβληθούν οι επίμαχοι μισθοί λέγοντας της «εγώ Στέλλα, όποτε παίρνω τις επιταγές στα χέρια μου, θα έρχομαι να δίνω κάποιο ποσό στις κοπέλες, στις οποίες οφείλονται οι μισθοί τους, μέχρι να γίνει η αποπληρωμή». Σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, μετά από αυτή τη συνάντηση της με την κατηγορούμενη 2, η τελευταία, στις 10/9/14 και 22/9/14, προσήλθε στο Τμήμα και στην παρουσία της ιδίας και των παραπονουμένων, κατέβαλε στις τελευταίες μετρητά έναντι των οφειλόμενων μισθών, με αποτέλεσμα τα οφειλόμενα ποσά να μειωθούν στα υπόλοιπα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Η μάρτυς ανέφερε ότι από τις συνομιλίες που είχε με τις παραπονούμενες ως προς τον τρόπο πληρωμής τους, οι τελευταίες της ανέφεραν ότι, υπεύθυνος να τους δίνει τους μισθούς τους ήταν ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος τις πλήρωνε σε μετρητά, αφού προηγουμένως παραλάμβανε τις επιταγές που αποστέλλονταν από το Γραφείο Ευημερίας για τους ηλικιωμένους και τις εξαργύρωνε μέσω του εξουσιοδοτημένου να υπογράφει για την εταιρεία προσώπου, ήτοι του εκάστοτε διευθυντή της εταιρείας. Τέλος η μάρτυς ανέφερε ότι όταν μέχρι και τις 20/11/14 δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή και ούτε προσκομίστηκαν τα έγγραφα και οι πληροφορίες που είχαν ζητηθεί, δόθηκαν οδηγίες για ποινική δίωξη των κατηγορουμένων, εξ΄ ου και η παρούσα υπόθεση. Αντεξεταζόμενες οι επιθεωρήτριες ανέφεραν ότι τα όσα κατέθεσαν αναφορικά με τη διαχείριση της στέγης από την κατηγορούμενη 1 και τον τρόπο πληρωμής των παραπονουμένων και τα οποία δεν προέκυπταν από τις καταχωρήσεις στα σχετικά κυβερνητικά μητρώα, αυτές τα πληροφορήθηκαν από τις ίδιες τις άμεσα εμπλεκόμενες παραπονούμενες και οι οποίες ήταν, σύμφωνα με τις μάρτυρες και τα μόνα πρόσωπα που θα μπορούσαν να δώσουν περισσότερες διευκρινίσεις για τα θέματα αυτά. Οι παραπονούμενες Μ.Κ.3 - Μ.Κ.7, αφού υιοθέτησαν τα γραπτά παράπονα που υπέβαλαν στο Τμήμα, κατέθεσαν αναφορικά με τις συνθήκες και τους όρους εργοδότησης τους, από την πρώτη μέρα της πρόσληψης τους μέχρι και τον τερματισμό της εργοδότησης. Όλες, υπέδειξαν τους Ξ. Χριστοδούλου, Ι. Χριστοδούλου και κατηγορούμενο 3, ως τα πρόσωπα που κατείχαν, άμεσα ή έμμεσα, υπεύθυνες θέσεις στη στέγη. Όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής των μισθών τους, η θέση των παραπονουμένων ήταν κοινή - «τα λεφτά μας τα έδινε ο Χριστόδουλος (κατηγορούμενος 3), αυτός έπαιρνε τα τσέκια, τα άλλασσε η κυρία Ιφιγένεια και του τα έδινε και μας πλήρωνε» (βλ. Μ.Κ.7). Όσον αφορά την εμπλοκή της Μ.Κ.2, οι παραπονούμενες, ουσιαστικά δε θυμούνται να την είδαν στο γηροκομείο κατά την εργοδότηση τους, παρά μόνο δύο - τρεις φορές προς το τέλος της επίμαχης περιόδου και μία φορά κατά τη συνάντηση που είχαν μαζί της στο τμήμα, όταν και τους κατέβαλε στην παρουσία της Μ.Κ.2 μετρητά έναντι των οφειλόμενων μισθών. Το ότι ήταν η εγγεγραμμένη διευθύντρια της κατηγορούμενης 1, οι παραπονούμενες δεν το γνώριζαν ενώ ως «μάστρους», αυτές ήξεραν μόνο τους Ξ. Χριστοδούλου, Ι. Χριστοδούλου και κατηγορούμενο
- Αναφορικά με τα υπόλοιπα των μισθών που δεν έχουν ακόμη λάβει, οι παραπονούμενες ανέφεραν ότι εξακολουθούν να έχουν παράπονο από τους εργοδότες τους. Όπως ανέφερα προηγουμένως μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, η μεν κατηγορούμενη 1 τήρησε σιωπή οι δε κατηγορούμενοι 2 και 3, προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Παραθέτω αυτούσια την δήλωση της κατηγορούμενης 2: «Tον Ιανουάριο του 2013, προσέγγισε με η κυρία Ξένια Χριστοδούλου με την κόρη της Ιφιγένεια Χριστοδούλου και με παρακάλεσε να τη βοηθήσω, να μπω στα χαρτιά σαν διευθυντής, τυπικά, για ένα χρονικό διάστημα 5 - 6 μήνες. Είπε μου γιατί τζίνες τις μέρες είχε πεθάνει ο σύζυγος της από τροχαίο τζιαι είχαν πάρα πολλά οικογενειακά προβλήματα μέχρι να βάλει την κυρία Έλενα Ορφανίδου, την κόρη της αδελφής της διευθύντρια. Επειδή Εντιμότατε έχω παιδί ανάπηρο, το οποίο παρακολουθούσε ο κύριος Παναγιώτου για πολλή χρονικό διάστημα, η κυρία Ξένια εργαζόταν κοντά του εκτός από το γηροκομείο, με είχε βοηθήσει εμένα πάρα πολλά με τη μικρή, έβαλλε της τις αντιπηκτικές, εβοήθα με να τη λούνω. Η κόρη μου είχε ατύχημα το 2003, ήταν φοιτήτρια στη Λεμεσό και έμεινε ανάπηρη στο καροτσάκι. Η κυρία Ξένια λόγω της δουλειάς της, είχε την εμπειρία και τη γνώση και έρχετουν και με βοηθούσε στο σπίτι χωρίς να πληρώνεται και ένιωθα ηθική υποχρέωση. Δέχτηκα να υπογράψω τα χαρτιά που μου έφερε, χωρίς να ξέρω τις συνέπειες που είμαι εδώ τώρα. Παρέμεινα διευθύντρια από το Γενάρη του 2013 μέχρι τις 17/11/14 που μπήκε η αδελφότεκνη της η Έλενα η Ορφανίδου. Όταν επήρα την πρώτη κλήση 1763/14 αριθμός υπόθεσης και πήγα στο γηροκομείο τζιαι επισκέφτηκα την κυρία Ξένια με την κόρη της, οι οποίες ήταν ιδιοκτήτριες του γηροκομείου και τους είπα τι συμβαίνει τζιαι επήρα κλήση ότι είναι απλήρωτοι οι μισθοί των κοπέλων; μου είπε ότι είχαν κάποιο πρόβλημα τζιαι δεν τους έστειλε τις επιταγές για πέντε έξι μήνες η κυβέρνηση. Όμως εγώ, έκαμα μεγάλη φασαρία τζιαι λεφτά κρατούσε τζιαι έδωσε μου τα τζιαι επήγα τζιαι βρήκα την κυρία Στέλλα Λουκά τζιαι πλήρωσα όλο το ποσό που μου έδωσαν και έκλεισε η υπόθεση. Με επήραν σε δικηγόρο στη Λευκωσία τον κύριο Ροβέρτο Βραχίμη και μου υπόγραψε μία βεβαίωση ότι θα αναλάβουν όλες τις εκκρεμότητες, αν προκύψει κάτι άλλο και θα με απαλλάξουν από ότιδήποτε άλλο διαταχτικό από το Δικαστήριο. Μετά επήρα τη δεύτερη κλήση, μέχρι να διοριστεί νέα διευθύντρια επήρε κάποιο χρονικό διάστημα και επήρα την άλλη κλήση, πάλι επισκέφτηκα το γηροκομείο και μου έδωσε κάποια λεφτά τζιαι επήγα στην κυρία Στέλλα τζιαι τα επήρα, όπως μου είπαν τζιαι οι παραπονούμενες, δύο φορές, έγινε δύο φορές αυτό το πράγμα. Τις παραπονούμενες εγώ δεν τις γνώρισα ποτέ, ούτε τες προσέλαβα, εξάλλου το γηροκομείο είχε λειτουργία από το 2008, άρα το 2009 που λειτουργούσε τζιαι οι περισσότερες προσλήφθηκαν τζίνο το χρονικό διάστημα. Οι δύο τελευταίες που ισχυρίστηκαν τις ημερομηνίες που ήμουν εγώ, οι ίδιες μαρτύρησαν ότι δεν με ήξεραν, τους πρόσλαβαν οι Ιφιγένεια με το Χριστόδουλο τζιαι την Ξένια. Εγώ δεν είχα καμία ανάμιξη στις προσλήψεις, ούτε διαχειρίζουμουν τα λεφτά τους Εντιμότατε, ούτε δουλειά τους έβαλλα, τα ωράρια τους, ούτε ήξερα τις κοπέλες καν. Διατηρώ μία μικρή επιχείρηση, η οποία έχει τρεις μήνες που έκλεισε τζιαι μπήκα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις τζιαι επήρα βεβαίωση ότι τούτες τις χρονολογικές περιόδους δεν ήμουν ούτε δηλωμένη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ούτε μισθό έπαιρνα, ούτε είχα κάποια αμοιβή. Πήγα στο Λογιστή τους τζιαι μου έδωσε τις ημερομηνίες σφραγισμένες να σας τις καταθέσω. Εγώ έκαμα το Εντιμότατε μόνο τζιαι μόνο γιατί είχα ηθική υποχρέωση, εφτά χρόνια που μου στάθηκαν δίπλα μου. Η κυρία Στέλλα μαρτύρησε η ίδια η κυρία επιθεωρήτρια των εργασιακών σχέσεων ότι ήμουν συνεργάσιμη, προσπάθησα να πληρώσω τις κοπέλες, αλλά μετά που με έφκαλαν, δεν είχα πρόσβαση κάπου να τις πληρώσω να τις ξοφλήσω. Υποσχεθήκαν μου γραπτώς ότι θα τα κανονίσουν οι ίδιες μέσω του δικηγόρου τους. Όταν κατάλαβα ότι είχα μπλέξει κάπου τζιαι τραβούσα τούτα με τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις που έχω άλλη εκκρεμότητα και στις εργασιακές σχέσεις, επήγα με το δικηγόρο μου τον κύριο Ηλία στην Αστυνομία τζιαι κατάγγειλα την υπόθεση στο ΤΑΕ και έστειλα και μία επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα την οποία έχω μαζί μου, τζιαι εξηγούσα τους πως βρέθηκα μπλεγμένη σε τούτην την κατάσταση. Η κυρία Στέλλα 27/7/14 όταν επήγε να ελέγξει με την ΥΑΜ για κάποιες καταγγελίες για παράνομους αλλοδαπούς, υπόδειξε την Ιφιγένεια και την Ξένια σαν εργοδότες, όχι τη Ροδούλα, δεν υπήρχα εγώ εκεί. Οι ίδιες οι παραπονούμενες είπαν επανειλημμένως στις καταθέσεις τους ποιος τους έδινε εντολές, ποιος τις πρόσλαβε τζιαι ποιος τις πλήρωνε. Η μία κοπέλα που ισχυρίστηκε ότι με είδε στο γραφείο, ήταν την ημέρα που επήρα την κλήση τζιαι πήγα στο γηροκομείο, ήταν η πρώτη φορά που επήγα. Άδικα κατηγορούμαι ότι παρεμπόδισα το έργο να πληρωθούν οι κοπέλες, αντιθέτως οι μάρτυρες τους δείχνουν άλλα. Η κυρία Στέλλα Λουκά, είπε ότι ήμουν πάρα πολύ συνεργάσιμη και ότι έπεσα θύμα σε τούτην την κατάσταση. Εντιμότατε εγώ αντιμετωπίζω μεγάλα οικονομικά προβλήματα, ο άντρας μου επήγε εδώ και δύο χρόνια με μία ξένη, έχω την κόρη μου που είναι ανάπηρη, την άλλη μου κόρη με 3 παιδιά που είναι ανύπανδρη και ένα γιο στρατιώτη. Αντιμετωπίζω πάρα πολλά οικονομικά προβλήματα τζιαι είναι άδικα ας πούμε να κατηγορούμαι για τούτα τα λεφτά, που να τα εύρω εγώ; Εδώ έπρεπε να ήταν η κυρία Ξένια Χριστοδούλου και η Ιφιγένεια η κόρη της, οι οποίες είναι ιδιοκτήτριες και οι μέτοχοι της εταιρείας και όχι εγώ. Τούτες έπρεπε να είναι οι υπόλογες του Δικαστηρίου και όχι εγώ. Για όλα όσα σας ανάφερα, έχω τις βεβαιώσεις μαζί μου να σας τις καταθέσω.» Με την άδεια του δικαστηρίου (βλ. σχ. ενδιάμεση απόφαση) και στη βάση των λεχθέντων στις αποφάσεις αποφάσεις R v See Lun
(1932)32 SR (NSW) 363 και R v Wyatt 119721 VR 902, επιτράπηκε στην κατηγορούμενη να παρουσιάσει ως μέρος της ανώμοτης δήλωσης της, δέσμη εγγράφων που ανέφερε ότι είχε στην κατοχή της (Έγγραφο Β). Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 ήταν γραπτή και κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ. Την παραθέτω αυτούσια: «Ποτέ δεν κατείχα διευθυντική θέση στην πρώτη κατηγορούμενη στην οποία ήμουν απλός υπάλληλος όπως ακριβώς και οι παραπονούμενες. Δεν είχα τον οικονομικό έλεγχο της εταιρείας και ποτέ δεν συνέβαλα με οποιοδήποτε τρόπο στην μη καταβολή των μισθών τους. Οι κατηγορίες εναντίον μου είναι άδικες και ούτε οι παραπονούμενες μου απέδωσαν τέτοια ευθύνη τόσο κατά την καταγγελία τους στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων όσο και ενώπιον σας.» Ακολούθως και αφού η υπεράσπιση έκλεισε την υπόθεση της οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβησαν σε τελικές αγορεύσεις. Ο κ. Προδρόμου για την Κατηγορούσα Αρχή, επικαλούμενος το αξιόπιστο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς απόδειξη της υπόθεσης του Τμήματος, υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή και των τριών κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Ήταν η θέση του κ. Προδρόμου ότι, η αξιόπιστη μαρτυρία τόσο των άμεσα εμπλεκομένων παραπονουμένων όσο και των επιθεωρητριών του Τμήματος, κατέδειξε ξεκάθαρα ότι έχουν διαπραχθεί τα υπό εξέταση αδικήματα, ιδιαίτερα αυτά που αφορούν στην μη πληρωμή μισθών και τα οποία είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης και ότι στην διάπραξη τους, ενεπλάκησαν ενεργά, τόσο η κατηγορούμενη 1 όσο και οι κατηγορούμενοι 2 και 3. Από πλευράς υπεράσπισης, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων, περιόρισαν ουσιαστικά την επιχειρηματολογία τους στο ότι δεν απεδείχθει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η ισχυριζόμενη συνέργεια των κατηγορουμένων 2 και 3 αντίστοιχα, στα αδικήματα παράληψης πληρωμής μισθών. Όσον αφορά την 2η κατηγορούμενη, ο κ. Ηλία, υποστήριξε ότι το μόνο που διεφάνη από την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με την πελάτιδα του, είναι ότι αυτή, καμία εμπλοκή είχε στην διοίκηση της εταιρείας και δη στα θέματα μισθοδοσίας των παραπονουμένων. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου ότι, η πελάτιδα του, τυπικά ενεγράφη ως διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 και το ίδιο τυπικός ήταν ο ρόλος της καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο μέχρι που ενημερώθηκε από το Τμήμα για τις εκκρεμότητες της εταιρείας. Ακολούθως, υποστήριξε ο συνήγορος, η 2η κατηγορούμενη έσπευσε να συνεργαστεί άμεσα με το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και η εν λόγω ενέργεια της, όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής της και δη ότι συνέδραμε στην διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων από την κατηγορούμενη 1 αλλά αντίθετα, επιβεβαιώνει τη θέση που αυτή εξέφρασε στην ανώμοτη δήλωση της ότι, καμία γνώση ή σχέση είχε με την διαχείριση της εταιρείας και την πληρωμή των μισθών των παραπονουμένων. Υπέβαλε συνεπώς ο συνήγορος ότι, η πελάτιδα του θα πρέπει να αθωωθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3, ο κ. Σιαηλής υποστήριξε ότι ο πελάτης του θα πρέπει και αυτός να αθωωθεί και απαλλαχτεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου ήταν ότι, από την προσκομισθείσα μαρτυρία και δη την μαρτυρία των ίδιων των παραπονουμένων, δεν καταδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο πελάτης του, είχε σε τέτοιο βαθμό εμπλοκή με τα δρώμενα της εταιρείας ούτως ώστε αυτός να μπορεί να θεωρηθεί συνεργός της τελευταίας στην διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων. Όποια υπευθυνότητα και αν είχε ο κατηγορούμενος 3, υποστήριξε ο κ. Σιαηλής, αυτή δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος, η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3 θα πρέπει να απορριφθεί και αυτός να αθωωθεί και απαλλαχτεί από τις κατηγορίες της εταιρείας. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τόσο από τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο όσο και από την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Προχωρώ τώρα να αξιολογήσω την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, έχοντας κατά νου τις σχετικές νομολογιακές αρχές (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αναφορικά με τις επιθεωρήτριες του τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, οι εν λόγω μάρτυρες μου έκαναν καλή εντύπωση. Έδωσαν σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους και ως τα πρόσωπα που ενεπλάκηκαν προσωπικά στην υπόθεση λαμβάνοντας και διερευνώντας τα παράπονα των παραπονουμένων, είχαν άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία αμφότερες κατέθεσαν. Εκεί που δεν είχαν προσωπική γνώση για τα γεγονότα, δεν δίστασαν να το αναφέρουν αλλά και να αναφέρουν την πηγή της γνώσης τους. Ούτε όμως επιχείρησαν να εκφράσουν άποψη ή να λάβουν θέση, αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής τους γνώσης και εμπλοκής. Σημειώνω εδώ την ειλικρινή τοποθέτηση της Μ.Κ.1 ότι η περιορισμένη εμπλοκή της στην υπόθεση ήτοι απλά η λήψη των εφτά παραπόνων, δεν της επέτρεπε να σχολιάσει ή να τοποθετηθεί ως προς το βάσιμο ή μη των παραπόνων ή ως προς την γνησιότητα των ισχυρισμών των παραπονουμένων. Ομοίως, η Μ.Κ.2 κατέστησε ξεκάθαρο από την αρχή της μαρτυρίας της ότι η όποια γνώση της ως προς το πώς λειτουργούσε και διευθύνετο η κατηγορούμενη 1, προέρχετο από τις ίδιες τις παραπονούμενες και ότι αυτές ήταν και οι μόνες αρμόδιες που θα μπορούσαν να δώσουν τις απαιτούμενες διευκρινίσεις. Κοντολογίς, αμφότερες οι μάρτυρες κατέθεσαν με την ίδια ανεξαρτησία και αμεροληψία που τις διακατείχε κατά τη διερεύνηση των παραπόνων ως άλλωστε θα αναμένετο από από τέτοιες επιθεωρήτριες επιφορτισμένες με τα εν λόγω καθήκοντα. Περιορίστηκαν στο να παραθέσουν στο Δικαστήριο όλες τις πληροφορίες και τα γεγονότα που συνέλεξαν κατά την έρευνα τους χωρίς να εκφράσουν οποιανδήποτε άποψη ή θέση για την οποία οι ίδιες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν και σε καμία περίπτωση δεν διαφάνηκε να προσπαθούν να υποστηρίξουν είτε τη μια είτε την άλλη πλευρά ή να ωθούνται από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα.. Την μαρτυρία τους επομένως, η οποία επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί, την αποδέχομαι στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Όσον αφορά τις παραπονούμενες, εξέτασα την μαρτυρία της κάθε μιας τόσο απομονωμένα όσο και υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι πρόκειται για τα πρόσωπα που έχουν άμεσο συμφέρον από την υπόθεση υπό την έννοια ότι αυτές, είναι οι υπάλληλοι στους οποίους οφείλονται οι επίμαχοι μισθοί. Η μαρτυρία της κάθε μιας εξ΄ αυτών, πέραν του ότι χαρακτηρίζετο από αμεσότητα, γνήσιο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια, δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης. Καμία τους επιχείρησε, είτε να αποκρύψει οποιαδήποτε γεγονότα είτε να παραποιήσει την αλήθεια. Ούτε αξίωσαν οποιοδήποτε ποσό πέραν των ποσών που παρέμειναν να τους οφείλονται αλλά ούτε και δίστασαν να πουν την αλήθεια αναφορικά με το βαθμό εμπλοκής τόσο του κατηγορούμενου 3 όσο και της κατηγορούμενης 2 στα δρώμενα της εταιρείας έστω και αν η μαρτυρία τους αυτή ήταν προς το συμφέρον των κατηγορουμένων. Μάλιστα δε, αντεξεταζόμενη η ΜΚ6 ως προς την εμπλοκή του κατηγορούμενου 3, αυτή ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, «είναι καλό παιδί και ξέρει όλη τη δουλειά...δεν έχω παράπονο από αυτόν» Ούτε όμως η υπεράσπιση αμφισβήτησε την αξιοπιστία της μαρτυρίας των παραπονουμένων, η οποία εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί. Σημειώνω εδώ ότι και οι ίδιοι οι συνήγοροι υπεράσπισης επικαλέστηκαν «την αφοπλιστική ειλικρίνεια» των παραπονουμένων για να υποστηρίξουν την αθωότητα των πελάτων τους (βλ. τελική αγόρευση κ. Σιαηλή). Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία της κάθε μιας εκ των παραπονουμένων ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στην ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου καθώς επίσης και την αξία και τρόπο προσέγγισης της από το Δικαστήριο, σχετικές είναι οι αποφάσεις Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385 στις υποθέσεις Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Σίφουνας Πολύβιος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Σημιανός και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες εξάγονται από την ανωτέρω νομολογία μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία αν και τέτοια αξία είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στην Alibrahim Muhy Iddin ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 47/2014, 29/2/2016 και στις εκεί αυθεντίες που η εν λόγω απόφαση παραπέμπει. Αναφορικά με την δήλωση της κατηγορούμενης 2, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με κάποια σημεία αυτής, τα οποία επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η «ανυπαρξία» της από τα δρώμενα της εταιρείας και τη λειτουργία της επιχείρησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις παραπονούμενες, όπως επιβεβαιώνεται και η «πρώτη εμφάνιση της» μετά που ενεπλάκηκε το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και αυτή για σκοπούς πληρωμής των παραπονουμένων. Το ότι αυτή ήταν και η πρώτη φορά που κατηγορούμενη 2 και παραπονούμενες συναντήθηκαν, το δήλωσαν και οι ίδιες οι παραπονούμενες. Η «προσωρινή» παραμονή της ως εγγεγραμμένη διευθύντρια της εταιρείας και η «απαλλαγή» που της έδωσε η οικογένεια Χριστοδούλου από τις αστικές υποχρεώσεις της εταιρείας καθ' όλη την περίοδο που αυτή διετέλεσε διευθύντρια, επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 11, ένορκη δήλωση της Ε. Ορφανίδου, αδελφότεκνης της Ξ. Χριστοδούλου και ξαδέρφης της Ι. Χριστοδούλου, η οποία και διορίστηκε διευθύντρια της εταιρείας την 19/11/
- Στους επί του προκειμένου ισχυρισμούς της κατηγορούμενης 2 επομένως, θα δώσω τη δέουσα βαρύτητα. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, αφού εξέτασα το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του, σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης του, όπως αυτή τέθηκε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν και είτε αποτέλεσαν βάση για τις θέσεις της υπεράσπισης είτε δεν αμφισβητήθηκαν από αυτή, έχω καταλήξει, για τους πιο κάτω λόγους, ότι δεν πρέπει να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του, στο βαθμό και την έκταση τουλάχιστο που αυτή αντικρούεται με την υπόλοιπη μαρτυρία: Η θέση που ο εν λόγω κατηγορούμενος προέβαλε μέσω της δήλωσης του, ήταν ουσιαστικά ότι αυτός, καμία υπεύθυνη θέση είχε στην κατηγορούμενη 1 ή στην επιχείρηση της και ότι ήταν ένας απλός υπάλληλος όπως και οι παραπονούμενες. Η ιδιότητα όμως που η κάθε παραπονούμενη απέδωσε στον κατηγορούμενο 3 ήτοι ότι ήταν ένας εκ των προσώπων που ενεπλάκηκε στην πρόσληψη τους, που τους έδινε οδηγίες για το ποιες εργασίες θα εκτελούσαν, που καθόριζε το καθημερινό πρόγραμμα τροφοδοσίας της στέγης, που παραλάμβανε τις επιταγές του Γραφείου Ευημερίας και φρόντιζε για την εξαργύρωση τους, που τους παρέδιδε τους μισθούς τους και γενικά το πρόσωπο που παρουσιαζόταν να «έκαμνε κουμάντο» κατά την καθημερινή λειτουργία της στέγης, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς κατηγορούμενου
- Ούτε όμως και η κατάσταση Αποδοχών και Εισφορών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 10) που επικαλέστηκε ο κ. Σιαηλής προς υποστήριξη της θέσης του πελάτη του επιβεβαιώνει τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του. Ναι μεν το εν λόγω έγγραφο παρουσιάζει τον κατηγορούμενο 3 ως μέρος του υπαλληλικού προσωπικού της κατηγορούμενης 1, την ίδια ιδιότητα όμως, το εν λόγω έγγραφο παρουσιάζει να την έχει και η Ιφ. Χριστοδούλου, για την οποία η κοινή και αδιαμφισβήτητη θέση των μερών, είναι ότι ήταν μία εκ των διοικούντων της κατηγορούμενης
- Επομένως, το ότι στο Τεκ.10, ο κατηγορούμενος 3 παρουσιάζεται να ήταν δηλωμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως πρόσωπο που λάμβανε μισθό από την κατηγορούμενη 1, ουδόλως συνεπάγεται ότι ήταν ένας απλός υπάλληλος ως ισχυρίστηκε ότι ήταν. Εν πάσει περιπτώσει, το ότι κάποιος λαμβάνει ή δεν λαμβάνει μισθό από μια εταιρεία, δεν εξυπακούει αυτόματα και ότι δεν εμπλέκεται ενεργά στη διοίκηση της εταιρείας ή ότι δεν είναι διευθυντής της, εγγεγραμμένος ή άλλως πως. Παρεμβάλλω εδώ βέβαια ότι στα έγγραφα που η κατηγορούμενη 2 κατέθεσε στα πλαίσια της ανώμοτης δήλωσης της, προβάλλονται από μέρους της κάποιοι ισχυρισμοί αναφορικά με την εμπλοκή του κατηγορούμενου 3 στην όλη υπόθεση. Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της όμως δεν προωθήθηκαν ενόρκως από την κατηγορούμενη 2 και ως είναι νομολογημένο, στο βαθμό που το περιεχόμενο της οποιασδήποτε κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δύναται να ενοχοποιήσει κάποιο συγκατηγορούμενο του, αυτό, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος προέβη στην δήλωση ή κατάθεση, δεν καταθέτει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του συγκατηγορούμενου του (βλ. ΝΕΛΛΥΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ κ.α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/2013, 50/2013 και 51/2013, 26/11/2014). Τέτοιες δηλώσεις λαμβάνονται υπόψη μόνο σε ότι αφορά τους ίδιους. Στη βάση όλων των ανωτέρω, από την ενώπιον μου αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη καταλήξει, προκύπτουν περαιτέρω τα εξής: Οι παραπονούμενες, Μ.Κ.3 ως Μ.Κ.7, κατά τον ουσιώδη χρόνο που αναφέρεται ανωτέρω, ήταν μισθωτές εργοδοτούμενες της κατηγορούμενης 1 και εργάζονταν στον οίκο ευγηρίας ΟΑΣΙΣ τον οποίο διαχειρίζετο η πρώτη. Το μόνο που πληροφορήθηκαν για την εργοδότηση τους ήταν το μισθό και τα καθήκοντα τους. Κατά την συγκεκριμένη περίοδο εργοδότησης τους, οι παραπονούμενες, αν και εργάστηκαν κανονικά, εντούτοις δεν έλαβαν τους δεδουλευμένους μισθούς τους και μέχρι και τον Αύγουστο 2014 που τερματίστηκε η εργοδότηση της τελευταίας παραπονούμενης (Μ.Κ.3), κανένα οφειλόμενο ποσό δεν τους είχε καταβληθεί. Πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και μετά την εμπλοκή του τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, οι παραπονούμενες έλαβαν μέρος των οφειλόμενων μισθών τους και συγκεκριμένα, στις Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6, Μ.Κ.7 δόθηκαν από €600 και στη Μ.Κ.8 το ποσό των €1,
- Μετά και την εν λόγω πληρωμή, απέμεινε να οφείλονται στις παραπονούμενες τα ποσά που αναφέρονται ανωτέρω με εξαίρεση τη ΜΚ5, η οποία δήλωσε κατά τη μαρτυρία της ότι το τελικό ποσό που της οφείλεται, είναι €
- Ο κατηγορούμενος 3 κατείχε υπεύθυνα καθήκοντα στην επιχείρηση, ενεπλάκηκε ενεργά στη πρόσληψη των παραπονουμένων και στις συμφωνίες εργοδότησης τους και ήταν το πρόσωπο που ήταν επιφορτισμένο με τον έλεγχο των παραπονουμένων και της καθημερινής διεκπεραίωσης των εργασιών της στέγης. Οι παραπονούμενες πληρώνονταν μηνιαία το μισθό τους από τις επιταγές που ο κατηγορούμενος 3 παραλάμβανε από το Γραφείο Ευημερίας εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 και τις οποίες στη συνέχεια εξαργύρωνε μέσω του εκάστοτε εξουσιοδοτημένου από την εταιρεία προσώπου. Από την 1/7/14 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στις 02/04/15, κανένα από τα έγγραφα ή τις πληροφορίες που ζητήθηκαν από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων δεν προσκομίστηκε στο Τμήμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατηγορίες 2-6, 8-9 και 14-18, 20, 22-26 και 28 - Παράλειψη πληρωμής μισθών Το υπό εξέταση αδίκημα, αντικείμενο των εν λόγω κατηγοριών, είναι το αδίκημα που προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρ. 10 και 20 του Ν.35(Ι)/
- Οι πρόνοιες του αρ.10 του Νόμου, παράβαση των οποίων συνιστά αδίκημα με βάση το αρ.20, έχουν ως εξής: 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...
(3)...
(4)... Ως προς το τι δύναται να συνιστά "μισθό" εν τη εννοία του Νόμου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 2 του Νόμου «...κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές.» Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω εδώ ότι ο βασικός νόμος τροποποιήθηκε στις 28/12/12 με τον τροποποιητικό Νόμο ήτοι τον Ν.200(Ι)/2012. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. πρόσφατη απόφαση ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ποινική Έφεση 58/2016, 16/3/2017 και MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.120/2015, 26/4/2017 και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Η παράλειψη καταβολής του μισθού συνιστά και το σχετικό αδίκημα του Νόμου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, κατά παράβαση των προνοιών του Ν.35(Ι)/07, δεν κατέβαλε στις παραπονούμενες ως όφειλε τους μισθούς ως ακολούθως: Θεογνωσία Χριστοφή - €3.376,92, για την περίοδο 1/1/14 - 6/8/14 (8η κατηγορία). Andonova Evgeniya - €1.850 για την περίοδο 1/1/14 - 30/6/
- Angelova Veronika Filipova - €1.850 για την περίοδο 1/1/14 - 31/5/14 (2η κατηγορία). Honcery Maria - €2.300 για την περίοδο 1/1/14 - 31/5/14 (4ηκατηγορία. Kikova Donka - €2.550 για την περίοδο 1/1/14 - 30/6/14 (3η κατηγορία). Seyrekova Mariya - €2.027 για την περίοδο 1/1/14 - 7/7/14, (5η κατηγορία). Σημειώνω εδώ ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, σε σχέση με την παραπονούμενη Angelova Veronika Filipova (ΜΚ5), αναφέρεται, ως οφειλόμενος μισθός το ποσό των €2.500 ενώ τα ευρήματα μου, σύμφωνα και με την ίδια τη ΜΚ5, καταλήγουν σε απόδειξη μέρους του ποσού αυτού ήτοι του ποσού των €
- Ενόψει του ότι πρόκειται για απόδειξη μέρους του επίμαχου ποσού και των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου κρίνω ότι, οι πρόνοιες του αρ. 85
(1)Κεφ.155, καθώς και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015), τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Ως εκ τούτου η 2η κατηγορία τροποποιείται ανάλογα. Κρίνω συνεπώς ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή της 1ης κατηγορούμενης σε σχέση με τις κατηγορίες 1-8 υπό τη διευκρίνηση στην οποία έχω προβεί ανωτέρω σε σχέση με το ποσό της 2ης κατηγορίας. Όσον αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 3, οι σχετικές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (14-18, 20, 22-26 και 28) εδράζονται στο αρ. 20 Κεφ. 154 και όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, η εναντίον τους υπόθεση, βασίζεται στον ισχυρισμό ότι αυτοί «παρακίνησαν» την κατηγορούμενη 1 να διαπράξει τα αδικήματα της μη καταβολής μισθού. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, για την στοιχειοθέτηση του αρ. 20, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για διευθυντή ή υπεύθυνο νομικού προσώπου, ο οποίος κατηγορείται για παρακίνηση της εταιρείας που διευθύνει ή που διαχειρίζεται, να διαπράξει αδίκημα, η εν λόγω ιδιότητα του, από μόνη της δεν αρκεί για να τον καταστήσει εξίσου ποινικά υπεύθυνο ως συνεργό στη διάπραξη του αδικήματος. Για καταδίκη του, απαιτείται, η στοιχειοθέτηση της ανεξάρτητης ενέργειας του για να διαπραχθεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, αποκλειομένου όμως κάθε άλλου λογικού συμπεράσματος. Τα αδικήματα παράλειψης πληρωμής μισθών, έστω και αν είναι αυστηρής ευθύνης αδικήματα, δεν τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εδράζεται επί του αρ.20 Κεφ.154 (βλ. Παπαγεωργίου ανωτέρω) Στην παρούσα περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο καταβάλλονταν οι μισθοί στις παραπονούμενες ήταν, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, με την παραλαβή των επιταγών του Γραφείου Ευημερίας από τον κατηγορούμενο 3, την εξαργύρωση τους μέσω του υπεύθυνου να υπογράφει για την εταιρεία προσώπου ήτοι της Ι. Χριστοδούλου αρχικά και στη συνέχεια της κατηγορούμενης 2 και ακολούθως την πληρωμή μετρητών στις παραπονούμενες. Ο τρόπος βέβαια με τον οποίο μια εταιρεία επιλέγει να πληρώνει τους υπαλλήλους της, ούτε καθορίζει αλλά ούτε και συνιστά τον τρόπο με τον οποίο αυτή συμμορφώνεται με την εκ του Νόμου υποχρέωση της να πληρώνει τους μισθούς των υπαλλήλων της αφού το ζητούμενο είναι ο υπάλληλος να λάβει το μισθό του με κάθε τρόπο. Το αν επομένως ανέκυψαν προβλήματα στην είσπραξη των επιταγών του γραφείου ευημερίας ή στην εξαργύρωση τους από την κατηγορούμενη 1, αυτό είναι άνευ σημασίας αναφορικά με το ότι η τελευταία δεν κατέβαλε τους μισθούς των παραπονουμένων. Το κρίσιμο όμως ερώτημα σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3 είναι αν αυτοί «παρακίνησαν» την κατηγορούμενη 1 να μην καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς και να διαπράξει έτσι το αδίκημα του Ν.35(Ι)/07. Και εδώ είναι που εισέρχεται προς εξέταση η πρακτική που ακολουθούσε η κατηγορούμενη 1 για την πληρωμή των μισθών εφόσον η πρακτική αυτή υποδηλοί και τον βαθμό εμπλοκής τόσο του κατηγορούμενου 3 όσο και της κατηγορούμενης 2 στο θέμα αυτό. (βλ. Παπαγεωργίου ανωτέρω) Από την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία και στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η μεν κατηγορούμενη 2 ήταν η εγγεγραμμένη διευθύντρια της εταιρείας ο δε κατηγορούμενος 3 είχε υπεύθυνη θέση στα δρώμενα της κατηγορούμενης εταιρείας. Πέραν όμως τούτων και του ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν επιφορτισμένος με την παραλαβή των επιταγών του Γραφείου Ευημερίας και στη συνέχεια εξαργύρωση τους μέσω τρίτων προσώπων, συμπεριλαμβανομένης και της κατηγορούμενης 2, καμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε ως προς το ρόλο που ο κάθε ένας εκ των κατηγορουμένων 2 και 3 διαδραμάτισε, αν όντως διαδραμάτισαν, στη μη πληρωμή των μισθών των παραπονουμένων. Άλλωστε, η εταιρεία φαίνεται να ανήκε και να διοικείτο και από τρίτα πρόσωπα. Η επί τούτου προσκομισθείσα μαρτυρία των παραπονουμένων δεν κατέστη δυνατό να διαφωτίσει την κατάσταση. Άγνωστο επομένως παρέμεινε αν όντως λήφθηκαν οι επιταγές από τον κατηγορούμενο 3 ή αν λήφθηκαν, κατά πόσο αυτές εξαργυρώθηκαν από την κατηγορούμενη 2 ή από την σύζυγο του κατηγορούμενου 3 ή αν εξαργυρώθηκαν σε μετρητά, που κατέληξαν τα χρήματα. Ευνόητο είναι βέβαια ότι η κάθε περίπτωση οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε σχέση με την ποινική ευθύνη του καθε κατηγορούμενου. Υπενθυμίζω εδώ ότι ούτε ο κατηγορούμενος 3, ούτε η κατηγορούμενη 2 επέλεξαν να δώσουν οποιαδήποτε ένορκη μαρτυρία αναφορικά με το θέμα αυτό, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους να πράξουν. Συνεπώς, έστω και αν από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε κάποιες υπεύθυνες αρμοδιότητες στη διαχείριση της επιχείρησης της κατηγορούμενης 1 και η κατηγορούμενη 2 ήταν η εγγεγραμμένη διευθύντρια της, εντούτοις, η έλλειψη μαρτυρίας ως προς το τι μεσολάβησε και δεν πληρώθηκαν οι παραπονούμενες καθώς και η εμπλοκή στο όλο θέμα, τρίτων, εξίσου υπεύθυνων στην εταιρεία προσώπων, δεν μπορούν να οδηγήσουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ή οποιοσδήποτε εξ' αυτών, ευθύνεται για τη μη πληρωμή των μισθών των παραπονουμένων, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου λογικού συμπεράσματος (βλ. Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40. Θα δώσω επομένως στους κατηγορούμενους 2 και 3 το ευεργέτημα της αμφιβολίας σε σχέση με τις υπό κρίση κατηγορίες. 12η κατηγορία - Παράλειψη παρουσίασης αρχείου μισθοδοσίας κατά παράβαση του Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε. Το αδίκημα περιέχεται στις πρόνοιες του αρ. 20
(4)του Νόμου. Η υποπαράγραφος (γ) είναι η σχετική με την παρούσα υπόθεση. Την παραθέτω αυτούσια: «20
(4)- Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - (α) . (β) . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, (δ) . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το αρ. 20
(5)στο οποίο γίνεται αναφορά στο αρ. 20
(4)έχει ως εξής:
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Στην παρούσα υπόθεση, οι επίμαχες κλήσεις - Τεκ. 8 και 9 - κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και δεν έτυχαν αμφισβήτησης είτε ως προς την παραλαβή τους είτε ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου τους. Απευθύνονταν δε προς την κατηγορούμενη 1 και ήταν σε προσοχή τόσο της κατηγορούμενης 2 όσο και του κατηγορούμενου 3. Το λεκτικό του αρ. 20
(4)που παρατίθεται ανωτέρω δεν αφορά αποκλειστικά στον «εργοδότη» ούτε και περιορίζεται σε αυτόν αλλά αφορά σε οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε κληθεί να παρουσιάσει στοιχεία ή έγγραφα. Για το ποιος μπορεί να είναι τέτοιο πρόσωπο, το θέμα ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Επιθεωρητή που διενεργεί τον έλεγχο όπως μπορεί να διαφανεί και από τις σχετικές πρόνοιες του αρ. 15
(1)(δ) του Νόμου και δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες ιδιότητες προσώπων.[1] Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, ενώ κλήθηκε από την αρμόδια Επιθεωρήτρια, από την 01/07/14, να προσκομίσει αρχείο μισθοδοσίας στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού μέχρι και την 18/7/14, δεν το έπραξε, παραβαίνοντας έτσι τις πρόνοιες του αρ. 20
(4)(γ) του Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε. Κρίνω συνεπώς ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης 1 σε σχέση με τη 12η κατηγορία και αυτή κρίνεται ένοχη στην εν λόγω κατηγορία. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης 2 διευθύντριας, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.20
(5). Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες στις περιπτώσεις διάπραξης από νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.20
(4), καθίσταται ποινικά υπεύθυνο για το ίδιο αδίκημα και ο διευθυντής του νομικού προσώπου κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτός αν τέτοιος διευθυντής αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου. Το σχετικό βάρος απόδειξης που έχει τεθεί από το Νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου διευθυντή αποσείεται βέβαια στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπίτης ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220. Στη βάση των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω αναφορικά με τον «παθητικό» ρόλο που η κατηγορούμενη 2 φαίνεται να είχε στα δρώμενα της κατηγορούμενης 1 και στην επιχείρηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, τη πραγματική διοίκηση της εταιρείας φαίνεται να την είχαν άλλα πρόσωπα και δη πρόσωπα που είχαν άμεση και καθοριστική σχέση τόσο με τον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας όσο και με τα θέματα των υπαλλήλων της, κρίνω ότι, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η κατηγορούμενη δικαιούται να αθωωθεί και απαλλαχτεί από την 12η κατηγορία. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 όμως, θεωρώ ότι η δική του περίπτωση είναι διαφορετική. Η ενεργός εμπλοκή του στη διαχείριση της επιχείρησης και των υπαλλήλων της, υπό την υπεύθυνη θέση που αυτός κατείχε, ως ήταν και το σχετικό εύρημα μου, είτε ήθελε ιδωθεί υπό τη σκοπιά των προνοιών του αρ. 20
(5)ως πρόσωπο που «...εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα...» του διευθυντή είτε υπό τη σκοπιά του αρ.20 Κεφ.154, η ευθύνη του παραμένει αναλλοίωτη. Ήταν πρόσωπο που ενεπλάκηκε ενεργά τόσο στον καθορισμό των όρων εργοδότησης των παραπονουμένων όσο και της μισθοδοσίας τους, γνώριζε λεπτομέρειες για τις πληροφορίες που ζητήθηκαν από την Επιθεωρήτρια και είχε πρόσβαση στα σχετικά αρχεία της επιχείρησης. Άλλωστε, τα υπεύθυνα για τη διαχείριση της επιχείρησης άτομα, πέραν του ιδίου, ήταν η σύζυγος και η πεθερά του. Παρά όμως το γεγονός ότι κλήθηκε και αυτός προσωπικά να εφοδιάσει την επιθεωρήτρια με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από την 1/7/14, εντούτοις, μέχρι και την 18/7/14, κατά παράβαση των επίμαχων προνοιών του Νόμου, καμία συμμόρφωση επέδειξε και καμία εξήγηση για τούτο έδωσε. Κρίνω συνεπώς ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου 3 σε σχέση με τη 12η κατηγορία και αυτός κρίνεται ένοχος στην εν λόγω κατηγορία. Κατηγορίες 9- Παράληψη γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων των ουσιωδών όρων της σύμβασης ή σχέσης εργασίας Αναφορικά με το αδίκημα της υπό κρίση κατηγορίας, το οποίο αντιμετωπίζει μόνο η 1η κατηγορούμενη, οι επίμαχες πρόνοιες του Ν.100(Ι)/00, έχουν ως εξής: «Αρ.4.—
(1)Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον εργοδοτούμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας.
(2)Η πληροφόρηση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)περιλαμβάνει τουλάχιστο τα ακόλουθα: (α) Τα στοιχεία ταυτότητας των μερών· (β) τον τόπο παροχής της εργασίας και την εγγεγραμμένη έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη· (γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργοδοτουμένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του· (δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και την προβλεπόμενη διάρκεια αυτής αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο· (ε) τη διάρκεια της άδειας μετ' απολαβών που δικαιούται ο εργοδοτούμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο της χορήγησής της· (στ) τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ή σχέσης εργασίας με καταγγελία· (ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργοδοτούμενος και την περιοδικότητα καταβολής της αμοιβής του· (η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας ή εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργοδοτουμένου, και (θ) την αναφορά τυχόν συλλογικών συμβάσεων που διέπουν τους όρους ή και τις συνθήκες εργασίας του εργοδοτουμένου.
(3)Κανένας όρος της σύμβασης ή σχέσης εργασίας δεν μπορεί να είναι δυσμενέστερος για τον εργοδοτούμενο από ότι προνοεί η νομοθεσία στο οικείο θέμα. Αρ.5. Η ενημέρωση για τους όρους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 γίνεται με- (α) Γραπτή σύμβαση εργασίας· (β) επιστολή πρόσληψης· ή (γ) άλλο έγγραφο, υπογραμμένο από τον εργοδότη, εφόσον τούτο περιλαμβάνει τουλάχιστον όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4: Νοείται ότι η ενημέρωση για τα στοιχεία που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (ε), (στ), (ζ) και (η) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, μπορεί να γίνεται με γραπτή παραπομπή σε Νόμους, Κανονισμούς, Διατάγματα ή συλλογικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τα θέματα αυτά. Αρ.6.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8, η ενημέρωση για τους όρους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 πρέπει να γίνεται εντός ενός μηνός το αργότερο από την έναρξη της εργασίας.
(2)Αν η σύμβαση ή σχέση εργασίας για οποιοδήποτε λόγο διαρκέσει λιγότερο από ένα μήνα, οποιοδήποτε έγγραφο από αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 5 παραδίδεται στον εργοδοτούμενο κατά τη λήξη της.
(3)Για τη μεταβολή των στοιχείων που προβλέπονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4, εκτός αν, και στο βαθμό που, η μεταβολή προέρχεται από Νόμο ή άλλο κείμενο στο οποίο αναφερόταν η αρχική ενημέρωση σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 5, ο εργοδότης πρέπει να συντάσσει σχετικό έγγραφο και να το παραδίδει στον εργοδοτούμενο το αργότερο εντός ενός μηνός από την πραγματοποίηση της μεταβολής.
(4)Η παράλειψη του εργοδότη να χορηγήσει στον εργοδοτούμενο τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω δε συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης ή σχέσης εργασίας. Για σκοπούς του αρ.4, η προβλεπόμενη πληροφόρηση του υπαλλήλου θα πρέπει να περιλαμβάνει, «τουλάχιστο», τα όσα αναφέρονται στα υπό στοιχεία 2(α)-(θ) του εν λόγω άρθρου. Παράλειψη του εργοδότη να ενημερώσει τον υπάλληλο του γραπτώς για οποιοδήποτε από τα εν λόγω στοιχεία, συνιστά παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου, «το βάρος απόδειξης για το γεγονός της ενημέρωσης του εργοδοτούμενου», ως προς τους όρους της εργασιακής σχέσης, το φέρει ο εργοδότης. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου, ο εργοδότης που χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί με τις επιτακτικές διατάξεις του Νόμου, περιλαμβανομένων και αυτών των αρ. 4, 5 και 6, διαπράττει ποινικό αδίκημα. Και σε αυτή την περίπτωση, το βάρος απόδειξης ότι η «παράλειψη έγινε με εύλογη αιτία», είναι στους ώμους του εργοδότη. Δεδομένου όμως ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση, το βάρος αυτό αποσείεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπιτής ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220). Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία, παρέλειψε να ενημερώσει γραπτώς τις παραπονούμενες, εντός ενός μηνός από την εργοδότηση τους ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία, που αναφέρονται στο άρθρο 4
(2)του Νόμου, παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες των αρ. 4,5 και 6 του Νόμου. Βρίσκω επίσης ότι, η κατηγορούμενη εταιρεία, καμία εύλογη αιτία έδειξε, ως προς την παράλειψη της αυτή και συνεπώς, απέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που είχε. Κρίνω συνεπώς ότι η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ενοχή της κατηγορούμενης 1 στην 9η κατηγορία, η οποία και κρίνεται ένοχη στην εν λόγω κατηγορία. 10η κατηγορία - Παράλειψη παρουσίασης αντιγράφων γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων κατά παράβαση του Ν.100(Ι)/2000 Η σχετική πρόνοια για το υπό εξέταση αδίκημα, το οποίο επίσης αντιμετωπίζει μόνο η 1η κατηγορούμενη είναι το αρ.10ΣΤ του Ν.100(Ι)/2000: «10ΣΤ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), όποιος - (α) Παρεμποδίζει επιθεωρητή κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σ΄αυτόν από το Νόμο˙ (β) αρνείται να απαντήσει ή απαντά ψευδώς σε οποιαδήποτε έρευνα, για την οποία παρέχεται εξουσία από το Νόμο˙ (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο, ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο˙ (δ) παρεμποδίζει, ή αποπειράται να παρεμποδίσει οποιοδήποτε πρόσωπο από του να παρουσιαστεί ενώπιον επιθεωρητή ή να εξεταστεί από αυτόν, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(2)Αν τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός που θα τιμωρείται μόνο με τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό.» Το λεκτικό του αρ. 10ΣΤ του Ν.100(Ι)/00, δεν απαιτεί προσδιορισμό της ιδιότητας του παρανομούντα εφόσον το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που ήθελε κληθεί από τον επιθεωρητή. Σχετικές επί τούτου είναι οι πρόνοιες του αρ. 10Β
(1)(δ) του Νόμου[2]. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, ενώ κλήθηκε από την 01/07/14 από την αρμόδια Επιθεωρήτρια να προσκομίσει αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων της στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού, μέχρι και την 18/07/14 δεν το έπραξε, παραλείποντας να προσκομίσει αντίγραφο τέτοιας ενημέρωσης αναφορικά με την εργοδότηση των παραπονουμένων παραβιάζοντας έτσι τις πρόνοιες του αρ. 10ΣΤ του Ν.100(Ι)/2000 ως αυτό τροποποιήθηκε. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στην 10η κατηγορία και συνεπώς βρίσκω την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ένοχη και στην 10η κατηγορία. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 2-6, 8-10 και 12. Ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στη 12η κατηγορία ενώ αθωώνεται στις 22-26 και 28. Η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π., Ε.Π. [1] 15.-
(1)Κάθε Επιθεωρητής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, δύναται: (α) ... (β) ... (γ) ... (δ) να προβαίνει σε ελέγχους, επιθεωρήσεις, έρευνες, ανακρίσεις, ή εξετάσεις, όπως θεωρεί αναγκαίο για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ιδίως: (
- i)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σχετιζόμενες με οποιαδήποτε επιθεώρηση που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού, να απαντά σε σχετικές ερωτήσεις, μόνο του ή στην παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, την οποία μπορεί ο Επιθεωρητής να απαιτήσει ή να επιτρέψει, καθώς και να απαιτεί από το πρόσωπο αυτό να υπογράφει δήλωση ότι οι απαντήσεις του είναι αληθείς· (
- ii)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στο χώρο εργασίας να του παρέχει, για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού, τις διευκολύνσεις και τη βοήθεια που είναι αναγκαίες για την ενάσκηση από τον ίδιο οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου· (iii) να ζητεί τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή αρχής, η οποία και υποχρεούται να του την παράσχει. [2] 10Β.-
(1)Κάθε επιθεωρητής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, δύναται - (α) ... (β)... (γ) ... (δ) να προβαίνει σε ελέγχους, επιθεωρήσεις, έρευνες, ανακρίσεις, ή εξετάσεις, όπως θεωρεί αναγκαίο, για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ιδίως - (
- i)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σχετιζόμενες με οποιαδήποτε επιθεώρηση που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, να απαντά σε σχετικές ερωτήσεις, μόνο του ή στην παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, την οποία μπορεί ο επιθεωρητής να απαιτήσει ή να επιτρέψει, καθώς και να απαιτεί από το πρόσωπο αυτό να υπογράφει δήλωση ότι οι απαντήσεις του είναι αληθείς· (
- ii)να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στο χώρο εργασίας να του παρέχει, για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού, τις διευκολύνσεις και τη βοήθεια που είναι αναγκαίες για την ενάσκηση από τον ίδιο οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου˙ (iii) να ζητεί τη συνδρομή οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας ή αρχής, η οποία και υποχρεούται να του την παράσχει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο