← Κύπρος

KEO PLC ν. MAINLAND GLOBAL INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12962/15, 30/6/2017

KEO PLC ν. MAINLAND GLOBAL INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12962/15, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12962/15 Μεταξύ: KEO PLC, από τη Λεμεσό Παραπονούμενη v.

  1. MAINLAND GLOBAL INVESTMENTS LTD, εκ Λευκωσίας.
  2. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΡΟΥΣΟΥ, εκ Λεμεσού.
  3. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΧΑΡΜΑΝΗ, εκ Λεμεσού. Κατηγορουμένων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κος. Σ. Τσαγκάρης. Για τους Κατηγορούμενους: κος. Α. Αργυρού. Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Η 1η κατηγορούμενη διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας κατηγορείται ότι κατά ή περί την 22.8.13 εξέδωσε και παρέδωσε την επιταγή με αριθμό 10465128 της Eurobank Cyprus Ltd για το ποσό των €3.551,55σ, με ημερομηνία πληρωμής την 22.9.13, η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν την 2η κατηγορία. Διώκονται δυνάμει των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης, για παροχή συνδρομής και/ή συνέργειας προς την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας από την 1η κατηγορούμενη. Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Καθ' όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους, η παραπονούμενη εταιρεία ΚΕΟ plc ήταν και συνεχίζει να είναι δημόσια εταιρεία δεόντως συσταθείσα και εγγραφείσα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Καθ' όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία MAINLAND GLOBAL INVESTMENTS LTD ήταν και συνεχίζει να είναι ιδιωτική εταιρεία δεόντως συσταθείσα και εγγραφείσα στην Κυπριακή Δημοκρατία με διευθυντές τους κατηγορούμενους 2 και
  1. Η επίδικη επιταγή υπ' αριθμόν 10465128 της Eurobank Cyprus Ltd εκδόθηκε εις διαταγή της ΚΕΟ plc από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με ημερομηνία πληρωμής 22.9.13 και φέρει τις υπογραφές των κατηγορουμένων 2 και
  2. Η επίδικη επιταγή κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της ΚΕΟ plc που διατηρούσε στην Alpha Bank Cyprus Ltd αλλά στις 24.9.13 όταν εμφανίστηκε στην Eurobank Cyprus Ltd προς εξαργύρωση, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα». Η επίδικη επιταγή παραμένει απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της προς εξαργύρωση. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων οι οποίες σχετίζονται με τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο Πανίκος Χριστοφόρου (ΜΚ1), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α. Είναι υπάλληλος της παραπονούμενης στην οποία εργάζεται από το 2003 ως πωλητής. Μεταξύ των καθηκόντων του αποτελεί και η είσπραξη οφειλών από πελάτες της παραπονούμενης προς αυτήν. Ήταν υπεύθυνος για το λογαριασμό που διατηρούσαν οι κατηγορούμενοι με την παραπονούμενη για την εκτέλεση των παραγγελιών τους και την είσπραξη των οφειλών τους. Γνωρίζει τους κατηγορούμενους 2 και 3 καλά και προσωπικά λόγω το ότι ήταν πελάτες της παραπονούμενης από τα τέλη του
  1. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τη δήλωση στοιχείων πελάτη η οποία συμπληρώθηκε στις 15.10.03 από την 1η κατηγορούμενη. Η 1η κατηγορούμενη ήταν διαχειρίστρια του ξενοδοχείου Crusader στη Λεμεσό και αγόραζε και παραλάμβανε από την παραπονούμενη διάφορα προϊόντα. Προς τούτο ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός και η κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων, την 22.8.13 είχε δοθεί στον ΜΚ1 από την 1η κατηγορούμενη μέσω των κατηγορουμένων 2 και 3 μια μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό 10465128 για το ποσό των €3.551,55σ, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Την εν λόγω επιταγή την παρέλαβε προσωπικά κατόπιν υπογραφής της από τους κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι υπέγραψαν στην παρουσία του. Στη συνέχεια ο μάρτυρας παρέδωσε την επιταγή στο λογιστήριο της παραπονούμενης, η οποία κατατέθηκε στις 23.9.13 στην Alpha Bank Cyprus Ltd σε λογαριασμό τον οποίο διατηρεί η παραπονούμενη. Στις 24.9.13 όταν η επίδικη επιταγή εμφανίστηκε στην Eurobank Cyprus Ltd δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της 1ης κατηγορούμενης και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα». Μετά την επιστροφή της επιταγής τόσο ο ίδιος του όσο και ο υπεύθυνος πωλήσεων κος Θανάσης Πισκοπιανός (ΜΚ2), επικοινώνησαν με τους κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι τους ζήτησαν να μην ξανακαταθέσουν την επιταγή και ότι θα την ξοφλούσαν σε σύντομο χρόνο. Ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις στο ξενοδοχείο και οι κατηγορούμενοι ζητούσαν πίστωση χρόνου. Η συνεργασία μεταξύ των δυο πλευρών συνεχίστηκε με τον όρο ότι οι πληρωμές θα γίνονταν μόνο σε μετρητά και την υπόσχεση ότι η επίδικη επιταγή θα εξοφλείτο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την επίδικη επιταγή την παρέλαβε συμπληρωμένη χωρίς υπογραφή από κάποια Μαρία στο λογιστήριο του ξενοδοχείου και στη συνέχεια την πήρε στους κατηγορούμενους 2 και 3 εντός του ξενοδοχείου οι οποίοι υπέγραψαν την επιταγή. Η θέση του αυτή αμφισβητήθηκε θέτοντας του ότι η διαδικασία ήταν πάντοτε να ετοιμάζεται η επιταγή και να παραλαμβάνεται από το λογιστήριο. Παρ' όλο όπου η πιο πάνω θέση του ΜΚ1 αμφισβητήθηκε έντονα από πλευράς υπεράσπισης, δεν μπορεί να αποτελέσει ουσιώδες επίδικο ζήτημα τη στιγμή όπου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπέγραψαν την επίδικη επιταγή. Ουσιαστικό επίδικο ζήτημα αποτελεί το ποιος υπέγραψε την επίδικη επιταγή, όπου στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Επομένως, οι συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 την επιταγή δεν αποτελεί ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Αμφισβήτηση έτυχε επίσης η θέση του ότι η επιταγή υπογράφηκε στις 22.8.
  4. Προς ενίσχυση της θέσης του αυτής ανέφερε ότι εις την κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ότι πληρώθηκε 22.8.13, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε και ο ΜΚ
  5. Ως προς τη θέση του αυτή ο μάρτυρας κρίνεται πειστικός εφόσον τεκμηρίωσε τη θέση του σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, κατάσταση λογαριασμού αλλά και τη θέση του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι η συμφωνία για τις πληρωμές ήταν να δίδεται επιταγή μεταχρονολογημένη πληρωτέα μετά από ένα μήνα.Έχοντας υπόψη το αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι η επιταγή ήταν πληρωτέα 22.9.13 η θέση του μάρτυρα ότι η επιταγή εκδόθηκε 22.8.13 επιβεβαιώνεται. Αμφισβητήθηκε επίσης η θέση του ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ζήτησαν να μην ξανακατατεθεί η επιταγή, αναφέροντας ότι κάτι τέτοιο είχε λεχθεί στο διευθυντή του ο οποίος τον ενημέρωσε. Ούτε και αυτό το ζήτημα μπορεί να αποτελέσει ουσιώδη επίδικό ζήτημα έχοντας υπόψη το παραδεκτό γεγονός το οποίο δηλώθηκε ότι η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι σε συγκεκριμένες ημερομηνίες μετά την έκδοση της επιταγής έγιναν εμβάσματα στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και δεν είχαν λόγο οι κατηγορούμενοι να ζητήσουν να μην ξανακατατεθεί η επιταγή. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ο ΜΚ1 φάνηκε ειλικρινής. Δεν εντοπίζω οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση εις τη μαρτυρία του και κρίνω ότι ανέφερε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα γνωρίζει τεκμηριώνοντας τις θέσεις του. Για όσα γεγονότα δεν είχε προσωπική γνώση δεν αρνήθηκε να το αναφέρει, διαπίστωση η οποία ενισχύει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Θανάσης Πισκοπιανός, ΜΚ
  6. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β. Είναι υπάλληλος της παραπονούμενης και από το 2003 είναι διευθυντής πωλήσεων της επαρχίας Λεμεσού. Γνωρίζει τους κατηγορούμενους μέσω της συνεργασίας τους με την παραπονούμενη. Ενημερώθηκε από τον ΜΚ1 για την επιστροφή της επίδικης επιταγής μια - δυο μέρες μετά την επιστροφή της. Αρχικά έδωσε οδηγίες στον ΜΚ1 να προβεί σε ενέργειες εξόφλησης της επιταγής χωρίς όμως αποτέλεσμα καθότι του ζήτησαν να περιμένει και θα την ξοφλήσουν. Ακολούθως, επικοινώνησε ο ίδιος του προσωπικά με τους κατηγορούμενους 2 και 3 με τους οποίους συναντήθηκε επίσης, λαμβάνοντας συνεχώς την απάντηση ότι η επιταγή θα εξοφλείτο σε σύντομο χρόνο και να μην ξανά καταθέσουν την επιταγή. Παράλληλα του ζήτησαν να συνεχίσουν την συνεργασία μεταξύ τους, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε με τον όρο οι πληρωμές να γίνονταν μόνο σε μετρητά. Παρ' όλα αυτά η επιταγή δεν πληρώθηκε. Με την μαρτυρία του επιβεβαίωσε τη θέση του ΜΚ1 ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και παραδόθηκε στις 22.8.
  7. Τεκμηρίωσε τη θέση του αυτή εξηγώντας ότι από έλεγχο τον οποίο διεξήγαγε στα αρχεία της παραπονούμενης σε σχέση με την συνεργασία της με την κατηγορούμενη 1 και συγκρίνοντας τις καταχωρήσεις και πληροφορίες που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού προκύπτει ότι η σχετική πίστωση του ποσού των €3.569,91σ για τους λόγους τους οποίους εξηγεί στις παρ. 6 και 7 της γραπτής του δήλωσης η παράδοση της επιταγής έγινε στις 22.8.
  8. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ουσιαστικά επαναλάμβανε τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του. Αμφισβητήθηκε κυρίως η θέση του ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 του ζήτησαν να μην ξανακαταθέσει την επίδικη επιταγή και η θέση του αναφορικά με το χρόνο όπου έλαβε γνώση για την επιστροφή της επίδικης επιταγής. Ο ΜΚ2, επέμενε ότι τα γεγονότα είναι όπως τα ανέφερε ο ίδιος και αρνήθηκε σχετικές υποβολές που του τεθήκαν για τα πιο πάνω ζητήματα. Ο ΜΚ2 φάνηκε ειλικρινής, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του. Τα όσα ανέφερε πέραν του ότι κρίνονται αληθή φαίνεται να επιβεβαιώνουν και τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 τόσο εν σχέση με τη συνεργασία των δυο πλευρών, το χρόνο έκδοσης την επίδικης επιταγής αλλά και των όσων ακολούθησαν της έκδοσης της επίδικης επιταγής. Η μαρτυρία του κρίνεται πειστική και την αποδέχομαι. Τελευταίος μάρτυρας από μέρους της παραπονούμενης παρουσιάστηκε ο Κλεάνθης Καλλής, ΜΚ3, ο οποίος εργάζεται στη Eurobank Cyprus Ltd. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 1.1.13 μέχρι 31.12.13 για τον λογαριασμό 001-200-1096704, ο οποίος ανήκει στην 1η κατηγορούμενη. Αναγνώρισε την επιταγή Τεκμήριο 3 ως την επιταγή η οποία εκδόθηκε από τον πιο πάνω λογαριασμό και φαίνεται εις την κατάσταση λογαριασμού στην ημερομηνία 24.9.13, η οποία όπως είπε επιστράφηκε με την ένδειξη ανεπαρκή υπόλοιπα - να παρουσιαστεί ξανά. Εξήγησε επίσης ότι η χρέωση €20.- η οποία φαίνεται στις 24.9.13 επί του Τεκμηρίου 8, αφορά χρέωση της τράπεζας όταν επιστρέφεται μια επιταγή. Το ίδιος ανέφερε ισχύει για την ίδια χρέωση η οποία φαίνεται εις το Τεκμήριο 8 στις ημερομηνίες 16.7.13, 15.10.13 και 22.10.
  9. Ανέφερε επίσης ότι στις 11.10.13 έγινε χρέωση για το ποσό των €14.000.- όπου έγινε μεταφορά σε λογαριασμό των κατηγορουμένων 2 και 3 με αποτέλεσμα να μείνει υπόλοιπο €27.79σ κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Σύμφωνα με το μάρτυρα για τον εν λόγω λογαριασμό δικαίωμα υπογραφής εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης είχαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 από κοινού (Τεκμήριο 9) και οι επιταγές οι οποίες εκδίδονταν από τον εν λόγω λογαριασμό έπρεπε να υπογράφονται από τους κατηγορούμενους 2 και
  10. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 τα έντυπα ανοίγματος του λογαριασμού, τα οποία υπογραφήκαν από τους κατηγορούμενους 2 και
  11. Ερωτήθηκε εν σχέση με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 8, πότε θα μπορούσε η επίδικη επιταγή να εξοφληθεί μετά την 24.9.13 και ανέφερε ότι θα μπορούσε στις 9.10.13 όπου έγινε κατάθεση €30.000.- συμφωνώντας σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε ότι μετά από δυο ημέρες το διαθέσιμο υπόλοιπο είχε μειωθεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης είναι ένας λογαριασμός όψεως, χωρίς παρατράβηγμα με ετήσια πιστωτική κίνηση κατά περιόδους για το ποσό των €1.064.159,22σ. Ερωτήθηκε επίσης για εμβάσματα και πιστώσεις οι οποίες έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, όπως θα καταγράψω ενδεικτικά, 2.5.13 ποσό €154.000, 4.6.13 ποσό €155.983,95σ, 2.7.13 ποσό €156.000.- , 18.7.13 ποσό €5.000, 25.7.13 ποσό €4.600, 31.7.13 ποσό €4.000, 2.8.13 ποσό €156.000, 4.9.13 ποσό €156.000, 9.10.13 κατατέθηκε επιταγή ποσού €30.
  12. Ερωτηθείς ποιο ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 22.8.13 ανέφερε το ποσό των €12.310,92σ. Εν σχέση με τη σφραγίδα «να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα» η οποία φέρει η επίδικη επιταγή εξήγησε ότι με τη σφραγίδα αυτή ουσιαστικά δίνετε χρόνος στον πελάτη να καταθέσει το ποσό για την επιταγή και δίνετε εντολή στην τράπεζα του δικαιούχου, στην προκειμένη περίπτωση στην Alpha Bank, να επικοινωνήσει με το δικαιούχο για να ξανακατατεθεί ελπίζοντας και θεωρώντας ότι την επόμενη φορά θα υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα για να πληρωθεί η επιταγή. Ανέφερε ότι στις 24.9.13 όπου παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή το υπόλοιπο ήταν ανεπαρκές, εάν παρουσιαζόταν στις 11 του μηνός και αφού είχε προηγηθεί στις 9.10 η κατάθεση των €30.000.- τότε θα μπορούσε να πληρωθεί η επιταγή. Εξήγησε περαιτέρω ότι όταν παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή ήταν ανεπαρκή τα υπόλοιπα γιατί το υπόλοιπο ήταν €1.945,41σ ενώ η επιταγή ήταν για το ποσό των €3.551,55σ. Ανέφερε επίσης ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην Eurobank στις 24.
  13. Κατά τον ίδιο μια επιταγή μπορεί να θεωρηθεί ακάλυπτη αν περάσουν 15 ημέρες από την πρώτη παρουσίαση στην τράπεζα, στην προκειμένη περίπτωση στην Eurobank και δεν πληρωθεί. Κατά τον ίδιο η επίδικη επιταγή θα ήταν ακάλυπτη από τις 11.10 και μετά. Ανέφερε επίσης ότι εάν ξανακατατίθετο η επιταγή θα μπορούσε να πληρωθεί λόγω της κατάθεσης των €30.000.- Εξήγησε περαιτέρω ότι επειδή η κατάθεση έγινε στις 9.10 το ποσό ήταν μη εκκαθαρισμένο εφόσον θα χρειαζόταν 3-4 μέρες να ξεκαθαρίσει η επιταγή. Ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο θα μπορούσε η τράπεζα ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια σε συνεννόηση με τους πελάτες να πληρώσει την επίδικη επιταγή εάν ζητείτο special presentation χωρίς να χρειάζεται η παρέλευση 3-4 ημερών για να εκκαθαριστεί το ποσό της κατάθεσης. Ανέφερε ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο αλλά όπως ανέφερε κατά την επανεξέταση του κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε από τους πελάτες. Διευκρίνισε επίσης κατά την επανεξέταση του ότι από την 24.9 μέχρι την 9.10 το υπόλοιπο ήταν ανεπαρκές εις τον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και δεν θα μπορούσε να πληρωθεί η επίδικη επιταγή. Η μαρτυρία του ΜΚ3 ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί. Του υποβληθήκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις εν σχέση με το Τεκμήριο
  14. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα κατά πόσο θα μπορούσε η επίδικη επιταγή να πληρωθεί και πότε. Οι θέσεις του ως προς τούτο πέραν του ότι στηρίχτηκαν σε υποθετικά σενάρια, όπως για παράδειγμα να παρουσιαζόταν η επίδικη επιταγή ξανά για κατάθεση από την παραπονούμενη ή να ζητείτο από την 1η κατηγορούμενη να πληρώσει την επιταγή με ειδική διαδικασία μετά την κατάθεση των €30.000.-, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές για να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα την στιγμή όπου έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και ότι αυτή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από της παρουσιάσεως της. Σύμφωνα με πάγια αρχή της νομολογίας όταν ένα γεγονός καθίσταται παραδεκτό γεγονός τότε το παραδεκτό αυτό γεγονός αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο (βλ.Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498), δίχως να επιτρέπεται η διατύπωση ευρημάτων που να την αντιστρατεύονται (βλ. Marrero v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 64/12, ημερ. 24.10.12) Εις ότι αφορά τη θέση του επίσης ότι εάν κατατίθετο εκ νέου η επίδικη επιταγή θα μπορούσε να πληρωθεί αφού στις 9.10 έγινε η κατάθεση των €30.000.- αποτελεί υποθετικό σενάριο και προϋποθέτει την εκ νέου παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα, χωρίς ο μάρτυρας να αναφέρει κατά πόσο η παραπονούμενη είχε τέτοια υποχρέωση εκ νέου παρουσίασης της επιταγής ή σε ποιο χρόνο έπρεπε να γίνει τέτοια παρουσίαση για να πληρωνόταν το ποσό της επιταγής, έχοντας παράλληλα υπόψη μου τη θέση του ΜΚ3 ότι το ποσό των €30.000.- κατατέθηκε στις 9.10.13, χρειάζονταν 3-4 μέρες να ξεκαθαρίσει και στις 11.10.13 το υπόλοιπο του λογαριασμού παρέμεινε €27,72σ. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΚ3 εις τον βαθμό όπου αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα γεγονότα που έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά και εγκριθεί από το Δικαστήριο, γίνεται αποδεκτή. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και αφού οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και ο κατηγορούμενος 3 κατέθεσε ενόρκως, ενώ δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης. Η ανόμωτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Συνοπτικά, σ' αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης η οποία ασχολείτο με τη διαχείριση του ξενοδοχείου Crusader Beach Hotel στη Λεμεσό μέχρι 31.10.
  1. Εκ των καθηκόντων του αποτελούσε και η υπογραφή επιταγών εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης, οι οποίες έπρεπε να υπογράφονται και από τον 3ο κατηγορούμενο. Την επίδικη επιταγή την υπέγραψε στην παρουσία της Μαρίας Περατικού η οποία ήταν η λογίστρια της 1ης κατηγορούμενης και στην παρουσία του 3ου κατηγορούμενου ο οποίος ήταν ο συνυπογράφων της επιταγής. Αμφισβήτησε ότι η επιταγή υπογράφηκε στην παρουσία του Πανίκου Χριστοφόρου, ΜΚ1, όπως αμφισβήτησε ότι η Περατικού εξέδιδε επιταγές σε πιστωτή ο οποίος ερχόταν κοντά τους για να υπογράψουν. Ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο 3 διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος ανοίχτηκε το 2013 λόγω των οικονομικών περιορισμών οι οποίοι ίσχυαν σχετικά με το επιτρεπόμενο όριο ανάληψης χρημάτων από τραπεζικά ιδρύματα με σκοπό τη μεταφορά χρημάτων στον εν λόγω λογαριασμό για καταβολή μισθοδοσίας των εργοδοτουμένων υπαλλήλων εις την κατηγορούμενη
  2. Στις 11.10.13 προέβηκαν σε μεταφορά χρημάτων για το ποσό των €14.000.- με σκοπό να καταβληθούν οι μισθοί των εργοδοτουμένων της 1ης κατηγορούμενης και ουδέποτε οικειοποιήθηκαν το εν λόγω ποσό. Κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε συμφωνία με την εταιρεία Biblio Globus για το ποσό των €1.236.000 το οποίο εμβάστηκε στο λογαριασμό της εταιρείας με δόσεις μέχρι και την 4.9.
  3. Πέραν του συμφωνηθέντος ποσού θα λάμβαναν επίσης επιπλέον συνολικό ποσό €100.000 το οποίο αφορούσε επιπλέον κρατήσεις και αναφέρθηκε εις τα τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν μέχρι την 31.10.13 για το συνολικό ποσό των €100.000 το οποίο ανέμεναν να πληρώνονταν όπου εν τέλει έλαβαν με καθυστέρηση το ποσό των €30.000.- Όταν επιστράφηκε απλήρωτη η επίδικη επιταγή ζήτησαν από την παραπονούμενη να ξανά καταθέσει την επιταγή εφόσον γνώριζαν ότι είχαν να λαμβάνουν το επιπλέον ποσό και η παραπονούμενη δεν ξανακατέθεσε την επιταγή. Δηλώνει τέλος ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να γνωρίζει όταν υπέγραφε την επιταγή ότι αυτή δεν θα εξαργυρωνόταν κατά την ημερομηνία όπου αυτή κατέστη πληρωτέα. Έχω λάβει υπόψη το περιεχόμενο της δήλωσης του 2ου κατηγορούμενου το οποίο έχω παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω. Αξιολογώντας τη δήλωση του κατηγορούμενου 2 έχω κατά νου ότι μια ανώμοτη δήλωση δεν εξισώνεται με ένορκη μαρτυρία (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιοί Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν. Εφ. Αρ. 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015, Θεοχάρους ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22). Μια ανώμοτη δήλωση λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία, αλλά δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία που κρίνετε αξιόπιστη (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Από την επιλογή αυτή του κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Στην προκειμένη περίπτωση η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 δεν μπορεί κατά την κρίση μου να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα έχοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα για την παρούσα υπόθεση. Πέραν τούτου πλείστα από τα όσα αναφέρονται στην δήλωση του 2ου κατηγορούμενου αποτελούν θέσεις του ως προς συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία μπορούν να αποδειχθούν μόνο με μαρτυρία. Επομένως η δήλωση του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι ήταν ένας εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης η οποία διαχειριζόταν το ξενοδοχείο Crusador στη Λεμεσό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 τη συμφωνία την οποία υπέγραψε η 1η κατηγορούμενη με την εταιρεία Biblio Globus για τη περίοδο 31.3.13 - 10.11.13 η οποία υπογράφηκε το 2012 για το συνολικό ποσό των €1.236.000.- το οποίο θα πληρωνόταν με δόσεις όπως προβλέπεται από τη συμφωνία. Το εν λόγω ποσό όπως είπε είχε πληρωθεί όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 8). Κατά τον ίδιο η πιο πάνω εταιρεία με την οποία συνεργάζονταν προέβαινε σε κρατήσεις περισσότερων δωματίων στη βάση του all inclusive σε αντίθεση με τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να δημιουργηθεί επιπλέον δουλεία, όπως είπε, πέραν του ποσού της αρχικής συμφωνίας. Ως εκ τούτου ξεκίνησε η ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ της 1ης κατηγορούμενης και της πιο πάνω εταιρείας η οποία κατατέθηκε με τα Τεκμήρια 11-
  1. Σύμφωνα με τον 3ο κατηγορούμενο από την εν λόγω αλληλογραφία προκύπτει η απαίτηση της 1ης κατηγορούμενης να της καταβληθούν οι επιπλέον χρεώσεις σύμφωνα με τις επιπλέον κρατήσεις για το ποσό των €100.000, κάτι το οποίο δεν αποδεχόταν η εταιρεία με την οποία είχαν συμβληθεί με αποτέλεσμα να τους ενημερώσουν ότι εάν δεν καταβληθεί το ποσό αυτό δεν θα δέχονταν άλλους πελάτες. Αποτέλεσμα ήταν μετά από παρέμβαση και άλλων προσώπων και συνάντηση που έγινε στις 8 ή 9 Οκτωβρίου δόθηκε επιταγή για το ποσό των €30.000 με ημερ. 9.10.
  2. Αποδέχτηκαν όπως είπε το ποσό των €30.000 γιατί 30-40 υπαλλήλοι περίμεναν τους μισθούς τους και δεν ήθελαν να κλείσουν την πόρτα σε μια μελλοντική συνεργασία με την εν λόγω εταιρεία. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 8, κατάσταση λογαριασμού και ερωτήθηκε για την ανάληψη η οποία έγινε στις 11.10 για €11.000, και την μεταφορά για το ποσό των €14.000 και ανέφερε ότι τα ποσά αυτά αφορούσαν αναλήψεις για την πληρωμή μισθών. Κατέθεσε προς τούτου ως Τεκμήριο 17 την ανάληψη μετρητών από την τράπεζα και την εξουσιοδότηση με την οποία είχε δικαίωμα να αποσύρει τα χρήματα αυτά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 βεβαίωση από τους λογιστές της 1ης κατηγορούμενης με ημερ. 20.4.17 ότι η κατάθεση των €14.000.- στον προσωπικό λογαριασμό των κατηγορουμένων 2 και 3 έγινε για σκοπούς μισθοδοσίας της 1ης κατηγορούμενης. Περιέγραψε τη διαδικασία έκδοσης επιταγών, όπου γινόταν συνάντηση με την Μαρία Περατικού, λογίστρια της 1ης κατηγορούμενης και ενώ είχαν ενώπιον τους όλα τα δεδομένα για τις εισπράξεις και πληρωμές. Αναγνώρισε την υπογραφή του επί της επίδικης επιταγής και ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς πότε υπογράφηκε μπορεί 15.8 ή 20.
  3. Η ημερομηνία πληρωμής όπως είπε καταγράφηκε από την Περατικού η οποία είχε ενώπιον της την ηλεκτρονική αλληλογραφία με την Biblio Globus, τη συμφωνία και τα τιμολόγια που εκδίδονταν κάθε τέλος του μήνα. Ανέφερε ότι 22.8.13 υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος της 1ης κατηγορούμενης στην τράπεζα €12.310,02σ χωρίς όμως να θυμάται ακριβώς πότε εκδόθηκε η επιταγή αλλά ο ίδιος του ανέφερε πως δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι 22.9 δεν θα μπορούσε να πληρωθεί. Αρνήθηκε ότι ζητήθηκε από την παραπονούμενη να μην ξανακατατεθεί η επιταγή αντιθέτως διερωτήθηκε για ποιο λόγο ενώ η συνεργασία τους συνεχίστηκε και η παραπονούμενη πληρωνόταν με μετρητά δεν είχαν ζητήσει να πληρώνονται και για την επιταγή, επιμένοντας ότι οι ίδιοι τους ανέφεραν στην παραπονούμενη να καταθέσει ξανά την επιταγή. Αντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η θέση ότι σύμφωνα με την αλληλογραφία την οποία αντάλλαζαν με την εταιρεία Biblio Globus φαίνεται ότι μέχρι 18.9.13 η εν λόγω εταιρεία δεν αποδεχόταν τις επιπλέον χρεώσεις άρα με ποια λογική ανέμεναν να λάβουν αυτό το ποσό. Θέση του κατηγορούμενου 3 αποτέλεσε ότι η πληρωμή των €30.000.- αναιρεί τη θέση η οποία του υποβλήθηκε. Εις ότι αφορά την πληρωμή μισθών των υπαλλήλων ερωτήθηκε ποιος ήταν ο εργοδότης και ανέφερε ότι ήταν η εταιρεία Mainland Services Ltd. Εν σχέση με την απάντηση του αυτή ερωτήθηκε γιατί στο Τεκμήριο 18 αναφέρεται από το λογιστή ότι η μεταφορά σε προσωπικό λογαριασμό των κατηγορουμένων 2 και 3 αφορούσε μισθούς της 1ης κατηγορούμενης, χωρίς να δώσει σαφή απάντηση και αρκέστηκε να ρωτήσει το συνήγορο εάν γνωρίζει κάποιο υπάλληλο που είναι απλήρωτος. Του υποβλήθηκε η θέση ότι παρά τη γνώση του ότι υπήρχε κίνδυνος να μην πληρωθεί η επίδικη επιταγή δεν έπραξε οτιδήποτε και αποτέλεσε θέση του ότι η επιταγή εκδόθηκε 22.8 ήταν πληρωτέα 22.9, μέχρι και τα μέσα Αυγούστου είχαν να παίρνουν €40.000 - €42.000 τιμολογημένη δουλειά. Δεν γνώριζε ότι δεν θα πληρώνονταν, τονίζοντας ότι είχε να παίρνει λεφτά. Έχω εξετάσει με την απαιτούμενη προσοχή τη μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου, η οποία, πέραν των όσων έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα, δεν μπορεί να κριθεί πειστική. Ο 3ος κατηγορούμενος, οχυρώθηκε ουσιαστικά γύρω από το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη πέραν του ποσού το οποίο θα λάμβανε από την εταιρεία Biblio Globus όπως προέβλεπε η συμφωνία τους, ανέμενε να εισπραχθεί το επιπλέον ποσό των €100.000, ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής, το αναμενόμενο ποσό το οποίο ανέμενε να λάβει ανέρχετο σε €40.000 - €42.
  4. Η πεποίθηση του αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο ίδιος. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία την οποία ανταλλάσσετο μεταξύ τους (Τεκμήρια 11-16), γνώριζε ότι όλα τα τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν για τις επιπλέον εργασίες, αμφισβητούνταν από την εταιρεία αυτή, η οποία αρνείτο να καταβάλει τα ποσά αυτά. Ακόμα όμως και να δεχόμουν ότι πράγματι δικαιολογημένα ανέμενε ότι θα εισπραττόταν αυτό το ποσό, το οποίο όπως προέκυψε εισπράχθηκε εν τέλει το ποσό των €30.000, η θέση του αυτή δεν μπορεί να κριθεί πειστική τη στιγμή όπου ο ίδιος συνδέει άμεσα την πληρωμή της επίδικης επιταγής με την λήψη αυτών των χρημάτων και όταν εισπράχθηκε το πιο πάνω ποσό στις 9.10.13 μέχρι την 11.10.13 το υπόλοιπο παρέμεινε €27,72σ. Ο κατηγορούμενος 3 διατείνεται ότι υπήρχαν κεφάλαια να πληρωθεί η επιταγή στηριζόμενος στην κατάθεση των €30.000.- Ο ίδιος του όμως δεν αμφισβητεί ότι μετά την κατάθεση του ποσού αυτού, για δικούς του λόγους, γίνεται ανάληψη χρημάτων μειώνοντας δραστικά το υπόλοιπο του λογαριασμού. Επανέλαβε πολλές φορές ότι δεν έχει οικειοποιηθεί ούτε ένα σεντ, θέση την οποία ανέφερε και ο κατηγορούμενος
  5. Το ζήτημα όμως δεν είναι αυτό. Εδώ δεν εξετάζετε κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δικαιούνταν ή όχι να προβούν σε οποιαδήποτε ανάληψη ή μεταφορά χρημάτων από τον λογαριασμό ούτε ποιος ήταν ο σκοπός της ανάληψης ή της μεταφοράς χρημάτων σε δικό τους λογαριασμό. Αν και έγινε προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ο 3ος κατηγορούμενος ότι το ποσό των €11.000 και €14.000.- αφορούσε πληρωμή μισθών, αυτό το ζήτημα δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι η θέση του την οποία ουσιαστικά προώθησε και στήριξε την υπεράσπιση του στο ότι δεν είχε γνώση ότι η επιταγή δεν θα πληρωνόταν εφόσον ανέμενε την πληρωμή για την επιπλέον εργασία. Αντ' αυτού, όταν παραλήφθηκε αυτό το ποσό το οποίο ανέμενε, δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε ενέργεια για να πληρωθεί η επιταγή, αντιθέτως τα χρήματα αυτά είχαν φύγει από το λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης με δική του γνώση και ενέργειες και μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό που διατηρούσε με τον 2ο κατηγορούμενο, σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 και επαναλαμβάνω, χωρίς να έχει σημασία για ποιο λόγο τα κεφάλαια αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί. Δεν μπορεί να κριθεί επίσης πειστική η θέση του κατηγορούμενου 3 ότι ευθύνη για την μη πληρωμή της επιταγής φέρει η παραπονούμενη εφόσον δεν ξανακατέθεσε την επιταγή. Κατ΄αρχάς εφόσον η συνάντηση με τον ΜΚ2 έγινε όπως είπε περί την 24.9 όπου του ζήτησε να καταθέσει ξανά την επιταγή ακόμα και να δεχόμουν ότι όντως του ανέφερε να την καταθέσει ξανά, δεν τεκμηρίωσε την πεποίθηση του αυτή ότι η επιταγή θα πληρωνόταν εφόσον η συνάντηση στη Λάρνακα με την οποία κατέληξε σε τελική συμφωνία για την πληρωμή του ποσού των €30.000.- έγινε στις 8 ή 9 Οκτωβρίου και η επιταγή που έλαβε ήταν ημερομηνίας 9.10.
  6. Η όλη εκδοχή του στερείτε της απαιτούμενης πειστικότητας και γι' ακόμα ένα λόγο. Ενώ ο ίδιος του στήριξε την εκδοχή του στο ότι δεν είχε γνώση ότι η επιταγή δεν θα πληρωνόταν εφόσον ανέμενε το ποσό το οποίο θα λάμβανε από την εταιρεία Biblio Globus, προκύπτει από το Τεκμήριο 17 το οποίο κατέθεσε ο ίδιος ότι η 1η κατηγορούμενη εξουσιοδότησε τον 3ο κατηγορούμενο να προβεί σε ανάληψη του ποσού των €11.000.- και €14.
  7. Το εν λόγω Τεκμήριο φέρει σφραγίδα της Eurobank με την ένδειξη ότι οι εξουσιοδοτήσεις παρελήφθησαν από την τράπεζα στις 11.9.
  8. Το γεγονός ότι από τις 11.9.13 ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ότι τα ποσά αυτά θα αποσύρονταν από τον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 ενώ η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα την 22.9.13, κάτι το οποίο επίσης γνώριζε, στερεί κάθε απαιτούμενη πειστικότητα από την μαρτυρία του και δεν μπορεί να υποστηρίξει τη θέση του ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η επιταγή δεν θα πληρωνόταν. Από την μαρτυρία του να σημειωθεί ότι αποδέχομαι τη θέση του ότι οι επιταγές εκδίδονταν κατόπιν συνεννόησης με τη λογίστρια τους κα Περατικού και μετά από συναντήσεις που είχαν μαζί της. Ο τρόπος όμως με τον οποίο εκδίδονταν οι επιταγές και δη η επίδικη, δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα την στιγμή όπου οι κατηγορούμενοι 2 και 3 παραδέχονται την υπογραφή της επίδικης επιταγής. Για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, η μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου δεν μπορεί να κριθεί πειστική και δεν μπορώ να στηριχτώ σε αυτή για να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα, πέραν των όσων έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά και των όσων δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και τα όσα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, καταλήγω εις τα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα. Κατ΄αρχάς τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω, χωρίς να χρειάζεται η επανάληψη τους. Πέραν τούτων, ενόψει της μαρτυρίας η οποία έγινε αποδεκτή καταλήγω εις τα ακόλουθα εις ότι αφορά τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα: Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε στις 22.8.
  9. Η κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας Τεκμήριο 8 παρουσιάζει όλες τις πράξεις που αφορούν τη λειτουργία του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πριν την έκδοση της επίδικης επιταγής, όπως συνέβαινε για την έκδοση όλων των επιταγών της 1ης κατηγορούμενης, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν συνάντηση με την λογίστρια της 1ης κατηγορούμενης όπου ενημερώνονταν για τα οικονομικά της. Στις 9.10.13 κατατέθηκε επιταγή στο λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης για το ποσό των €30.000.- όπου το υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στο ποσό των €30.038,79σ και στις 11.10.13 το υπόλοιπο ήταν €27,79σ. Η ανάληψη μετρητών για το ποσό των €11.000 από το λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης και ποσού €14.000.- έγινε από τον 3ο κατηγορούμενο στις 11.10.13 κατόπιν εξουσιοδότησης του από την 1η κατηγορούμενη η οποία δόθηκε στις 11.9.13, σύμφωνα με το Τεκμήριο
  10. Για την έκδοση επιταγών εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης απαιτείτο η υπογραφή από κοινού των κατηγορουμένων 2 και 3 οι οποίοι ήταν τα πρόσωπα που είχαν εξουσιοδοτηθεί από την 1η κατηγορούμενη προς τούτο. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της παραπονούμενης η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 305Α
(1)είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκριθήκαν και αποτέλεσαν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, προκύπτει αβίαστα ότι όλα τα προαναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας την οποία αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη έχουν αποδειχθεί. Με την τελική αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης υπεραμύνθηκε της θέσης του ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι η επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως της στην τράπεζα. Τέτοια εισήγηση όμως έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το δηλωθέν παραδεκτό γεγονός προς το ζήτημα αυτό. Όπως αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω με αναφορά στις υποθέσεις Ανδρέου κ.ά. και Marrero, το παραδεκτό αυτό γεγονός αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας αλλά δεν επιτρέπεται η διατύπωση ευρημάτων που να την αντιστρατεύονται. Επομένως η εισήγηση αυτή της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή τη στιγμή όπου έχει δηλωθεί και εγκριθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από της παρουσιάσεως της και ο λόγος που δεν πληρώθηκε ήταν η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων της 1ης κατηγορούμενης. Θέση της υπεράσπισης αποτελεί επίσης το γεγονός ότι σύμφωνα με την σφραγίδα επί της επίδικης επιταγής, η παραπονούμενη όφειλε να καταθέσει ξανά την επιταγή και αν αυτή κατατίθετο θα πληρωνόταν. Σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd και Άλλος ν. Άκη Xαπίδη,
(2004)2 Α.Α.Δ. 271: «Συναφείς λόγοι έφεσης αφορούν τη σφραγίδα "please represent" η οποία ετέθη επί της επιταγής κατά την παρουσίαση της για πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα. Η ένδειξη αυτή, λέγεται, αναιρεί το ότι η επιταγή δεν επληρώθη διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια που, αν υπήρχαν, η ένδειξη θα ήταν διαφορετική, και δεν αποκλείει να εκπληρώνετο η επιταγή αν, που δεν έγινε, επαρουσιάζετο και πάλι. Δεν υπάρχει έρεισμα στις εισηγήσεις αυτές. Η ένδειξη "please represent" ουδόλως ήταν ασυμβίβαστη με το ότι ο λόγος της μη πληρωμής της ήταν η έλλειψη κεφαλαίων, όπως ήταν η μαρτυρία. Αυτό που σίγουρα σήμαινε ήταν ότι η επιταγή δεν επληρώθη και ότι θα μπορούσε να παρουσιάζετο και πάλι για πληρωμή. Τέτοια υποχρέωση επαναπαρουσίασης όμως δεν θέτει ούτε το άρθρο 305Α ούτε ο νόμος γενικότερα. Αυτή ήταν και η άποψη του ευπαίδευτου Δικαστή.» Το πιο πάνω απόσπασμα απαντά στη πιο πάνω θέση της υπεράσπισης. Σαφώς τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται από το νόμο ούτε μπορεί το γεγονός ότι δεν κατατέθηκε ξανά να αναιρέσει το παραδεκτό γεγονός ότι ο λόγος μη πληρωμής της επίδικης επιταγής αποτέλεσε η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων της 1ης κατηγορούμενης. Η ποινική ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα βαραίνει τον εκδότη της επιταγής και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής που την υπογράφει και ο οποίος γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Στη δε υπόθεση Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου Ποιν. Έφεση 150/2009 ημερ. 15/10/2012 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή. Η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261). Η γνώση των κατηγορουμένων δύναται συνήθως να εξαχθεί μέσα από περιστατική μαρτυρία, η οποία πρέπει να χαρακτηρίζεται από πειστικότητα, ειρμό, συνοχή και αλληλουχία ώστε το σωρευτικό της αποτέλεσμα να εδραιώνει μόνο αυτό το συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κρίσιμος χρόνος για την διαπίστωση της συνέργειας των κατηγορουμένων 2 και 3 αποτελεί ο χρόνος έκδοσης της επιταγής, όπου στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε στις 22.8.
  1. Η πιθανή ευθύνη τους όμως δεν περιορίζεται σε κείνη τη χρονική στιγμή αλλά εξετάζεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων μέχρι τη στιγμή όπου η επίδικη επιταγή κατέστη πληρωτέα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα, συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν τα πρόσωπα τα οποία είχαν άμεση και πραγματική γνώση των οικονομικών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας αλλά και τα πρόσωπα τα οποία είχαν άμεση σχέση με την οικονομική διαχείριση της 1ης κατηγορούμενης αλλά και πλήρη γνώση της κίνησης του λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Τα πιο πάνω προκύπτουν κατ' αρχάς από τη θέση την οποία προέβαλαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ότι πριν την έκδοση επιταγών γινόταν συνάντηση με τη λογίστρια έχοντας ενώπιον τους τα οικονομικά δεδομένα της 1ης κατηγορούμενης, όπως συμφωνίες, τιμολόγια κλπ. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν τα πρόσωπα τα οποία είχαν από κοινού εξουσιοδότηση από την 1η κατηγορούμενη για υπογραφή επιταγών καθώς επίσης οι ίδιοι τους γνώριζαν ότι ο εν λόγω λογαριασμός της εταιρείας ήταν χωρίς δικαίωμα παρατραβήγματος σύμφωνα με τα έγγραφα ανοίγματος λογαριασμού τα οποία υπέγραψαν (Τεκμήριο 9) και τα μόνα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 για να υπογράφουν από κοινού όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τραπεζικές πράξεις της 1ης κατηγορούμενης. Καθοριστικής σημασίας εν σχέση με τη γνώση των κατηγορουμένων 2 και 3 αποτελούν οι πληροφορίες που αντλούνται από την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας παρέμεινε αδιαμφησβήτητο. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 δεν αφήνει αμφιβολία ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος 2 γνώριζαν επ' ακριβώς την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού. Από τις καταστάσεις λογαριασμού διαφαίνεται ότι γίνονταν καταθέσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα για αρκετά μεγάλα ποσά. Πριν την έκδοση της επίδικης επιταγής τέτοια κατάθεση έγινε για το ποσό των €156.000 στις 2.8.
  2. Παρατηρώ όμως ότι από της καταθέσεως του πιο πάνω ποσού μέχρι την 2.9.13 ο λογαριασμός κατέστη χρεωστικός. Κατά την έκδοση της επιταγής στις 22.8.13 το υπόλοιπο ανέρχετο στο ποσό των €12.310,
  3. Φαίνεται όμως από το σύνολο του Τεκμηρίου 8 ότι ναι μεν γίνονταν καταθέσεις παράλληλα όμως πληρώνονταν και πολλές επιταγές, για τις οποίες οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γνώριζαν εφόσον ήταν τα άτομα που υπέγραφαν τις εν λόγω επιταγές καθώς επίσης γίνονταν αναλήψεις από τους ιδίους αλλά και μεταφορά χρημάτων σε δικό τους λογαριασμό. Από τη στιγμή επομένως όπου σύμφωνα με τους ίδιους είχαν ενημέρωση για τις επιταγές οι οποίες εκδίδονταν αλλά και τις υποχρεώσεις της 1ης κατηγορούμενης προς τρίτους σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω, τότε ήταν αναμενόμενο να γνωρίζουν κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής ότι ναι μην εκείνη τη χρονική στιγμή υπήρχαν κεφάλαια στο λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης αλλά με βάση τις πληρωμές που γίνονταν από τον εν λόγω λογαριασμό και μέχρι την ημέρα που θα καθίστατο πληρωτέα η επίδικη επιταγή στις 22.9.13 υπήρχε πέραν από ορατό ενδεχόμενο να μην υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα προς πληρωμή της επιταγής και αυτό επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  4. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σάββα Θεοχάρους & Υιοί Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν. Εφ. Αρ. 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015: «Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Υοussef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486), το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορουμένων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία τη γνώση. Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι - ο πρώτος ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας και η δεύτερη ως σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της Εταιρείας - γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της Εταιρείας είχε παγοποιηθεί από 10.7.12 και για πληρωμή των επιταγών έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε.» (υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι εκ της ιδιότητας των κατηγορουμένων 2 και 3 ως διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης αλλά και εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές και γενικά τις πράξεις οι οποίες εκτελούνται εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι για την πληρωμή της επίδικης επιταγής έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Πέραν των πιο πάνω, η εκδοχή τους ότι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι επίδικη επιταγή δεν θα πληρωνόταν τη στιγμή όπου ανέμεναν να πληρωθεί ένα ποσό από συνεργάτη τους όπου εν τέλει πληρώθηκε το ποσό των €30.000.- στις 9.10.11, δεν ταυτίζεται με τις ενέργειες των κατηγορουμένων 2 και 3 που ακολούθησαν της κατάθεσης του ποσού αυτού εφόσον όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 8 εντός δυο ημερών από την κατάθεση του ποσού αυτού, το υπόλοιπο του λογαριασμού και πάλι θα ήταν ανεπαρκές για να πληρωθεί η επίδικη επιταγή, τη στιγμή μάλιστα όπου σύμφωνα με το Τεκμήριο 17 ο κατηγορούμενος 3 είχε εξουσιοδοτηθεί από την 1η κατηγορούμενη από τις 11.9.13 να προβεί σε ανάληψη του ποσού των €11.000 και €14.000. Ούτε βεβαίως μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση τους, αυτή τη στιγμή όπου κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής σύμφωνα με τα Τεκμήρια 11-16 η απαίτηση τους για την πληρωμή του επιπλέον ποσού από την Biblio Globus, αμφισβητείτο από την εταιρεία αυτή. Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση VRONTIS BUILDERS LTD ν. M.H STEEL CONSTRUCTIONS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 296/2014, 15/4/2016, (όπου έγινε αναφορά σε σειρά γεγονότων τα οποία οδήγησαν το Πρωτόδικό Δικαστήριο να καταλήξει αναφορικά με τη γνώση του διευθυντή της εταιρείας): «(ζ) Όμως εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και το εξής. Αν ο κατηγορούμενος 2 παρά τα ανωτέρω δεδομένα υπόγραφε επιταγές «κλείνοντας τα μάτια» του στο φανερό ότι δηλαδή τα υπόλοιπα στο λογαριασμό δεν επαρκούν για να καλυφθούν, θα πρέπει να αναφερθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: .................. Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Είμαι της άποψης ότι το πιο πάνω απόσπασμα εφαρμόζεται στην ολότητα του και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εάν, παρά τα δεδομένα όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 θεωρούσαν ότι υπήρχε πιθανότητα η επίδικη επιταγή να πληρωθεί αυτό ήταν μάλλον εθελοτυφλία, τη στιγμή όπου εν γνώσει τους εκδίδονταν δεκάδες επιταγές κάθε μήνα, οι οποίες ναι μεν πληρώνονταν αλλά η πληρωμή τους μείωνε δραστικά το διαθέσιμο υπόλοιπο του λογαριασμού, κάτι το οποίο τονίζω γνώριζαν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο οι κατηγορούμενοι 2 και 3. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η παραπονούμενη έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας και η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία και οι κατηγορούμενοι 2 και 3, κρίνονται ένοχοι στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ........... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.