← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μιχάλης Παπαδόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 18267/14, 30/6/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μιχάλης Παπαδόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 18267/14, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18267/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Μιχάλης Παπαδόπουλος Κατηγορούμενου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/6/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, για τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της απειλής βιαιοπραγίας (1η και 2η Κατηγ.) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 15/6/2013 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στη Δήμητρα Λάμπρου από τη Λεμεσό και την ίδια ημερομηνία και πάλι στη Λεμεσό με σκοπό την υποκίνηση της ίδιας να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει, την απείλησε ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της «σήκω φύγε, να μην σε κάνω να φύεις κλαίοντας». Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η ιατρική έκθεση ημερομηνίας 15/6/2013 κατατέθηκε εκ συμφώνου (Τεκμήριο 1) και το περιεχόμενο της δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν οι αστυφ. 3362 Κ. Μιχαήλ και 4008 Π. Πιερή, η Δήμητρα Λάμπρου και ο Μαρίνος Λάμπρου (Μ.Κ.1-4). Οι Μ.Κ. 1-4 και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσαν τις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στην συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Μετά δε την κλήση του σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως, καλώντας ένα ακόμα μάρτυρα υπεράσπισης τον Γεώργιο Τούμπα (Μ.Υ.1). Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα αρκεστώ να αναφερθώ στην εκδοχή των δύο πλευρών πολύ περιληπτικά και αμέσως μετά θα προχωρήσω σε αξιολόγηση της. Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη (Μ.Κ.3) στο παζαράκι που γίνεται κάθε Σάββατο στην Λεμεσό και στο οποίο πωλούνται διάφορα προϊόντα, όπως φθαρτά και φρούτα, όταν η Μ.Κ.3 επενέβη στην συζήτηση που γινόταν μεταξύ του κατηγορούμενου και άλλων προσώπων. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε να φύγει λέγοντας της, «σήκω φύγε, να μην σε κάνω να φύεις κλαίοντας» και όταν η Μ.Κ.3 τον ρώτησε γιατί της μιλά με τον τρόπο αυτό, ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε δίδοντας της γροθιά με το χέρι του στο στήθος. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι σε οποιαδήποτε στιγμή κτύπησε την παραπονούμενη, ενώ ο Μ.Υ.1 ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι ήταν παρών την ώρα της συζήτησης είπε ότι σε καμία στιγμή δεν είδε τον κατηγορούμενο να την κτυπά. Η Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια γεγονότα για τα οποία ερωτάτο και για κάποια άλλα τα οποία επίσης δεν μπορούσε να θυμηθεί, απαντούσε με υποθέσεις. Ήταν όμως προφανές, ότι αυτό δεν το έπραττε γιατί προσπαθούσε να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά γιατί πραγματικά δεν μπορούσε να θυμηθεί, λόγω και της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τον επίδικο χρόνο, κάτι που κρίνεται λογικό και αναμενόμενο. Για τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι πλήρως τα όσα εκθέτει ως τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο Τεκμήριο Α που είναι η κατάθεση της. Θετική εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας σχημάτισα και για τη Μ.Κ.2 η οποία περιέγραψε τα όσα περιήλθαν σε γνώση της, χωρίς σε κανένα σημείο να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της, για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Μ.Κ. 3 ήταν η παραπονούμενη. Αυτή μαρτύρησε με τρόπο αυθόρμητο και πηγαίο και έχω πεισθεί ότι τα όσα εξέθεσε σε σχέση με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, είναι μόνο η αλήθεια. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι παρατηρούνται κάποιες αδυναμίες στη μαρτυρία της. Όπως, όταν σε κάποιες περιπτώσεις πλάτιαζε αχρείαστα, ή προέβαινε σε κάποια περιττά σχόλια, ή όταν σε άλλες δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια γεγονότα που πάντως, δεν αφορούσαν ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης, επί των οποίων πρέπει να λεχθεί, παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι δεν παρουσιάστηκε απόλυτα ειλικρινής ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια βρέθηκε στο παζαράκι, ότι εκεί βρίσκονταν και οι γονείς της, οι οποίοι είναι παραγωγοί και μεταβαίνουν εκεί για να πουλήσουν τα προϊόντα τους, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια επενέβη στην συζήτηση που γινόταν και αφορούσε διαφορά που είχε προκύψει μεταξύ παραγωγών και εμπόρων και για τις συνθήκες που προηγήθηκαν πριν ο κατηγορούμενος διαπράξει την συμπεριφορά που του αποδίδεται. Όμως και παρά τις πιο αδυναμίες, είμαι βέβαιη ότι τα όσα κατέθεσε σε σχέση με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της, είναι μόνο η αλήθεια και για αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία της επί του συγκεκριμένου σημείου, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια συζήτησης που είχε με τον κατηγορούμενο για την διαφορά που είχε προκύψει, ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε δίδοντας της γροθιά στο στήθος και εκστομίζοντας τη φράση που ανέφερε. Και αυτό γιατί πέρα από το ότι έχω πεισθεί από την ίδια τη μάρτυρα για την αλήθεια των συγκεκριμένων ισχυρισμών της, αυτοί επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, του οποίου η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που πιο κάτω εκτίθενται, αλλά και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, το οποίο δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του και στο οποίο περιλαμβάνεται η έκθεση ιατρού που την εξέτασε και στο οποίο αναφέρεται ότι αυτή έφερε εκχυμώσεις που κάλυπταν όλο το άνω μέρος του αριστερού ημιθωρακίου. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να κλονίσει την αξιοπιστία του Μ.Κ.4, ο οποίος την επίδικη ημερομηνία, βρισκόταν στο παζαράκι για ψώνια και είδε τον κατηγορούμενο να κτυπά την παραπονούμενη, παρέμεινε ανεπιτυχής. Αυτός μου έκαμε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας γιατί μαρτύρησε με τρόπο απλό, αυθόρμητο και πηγαίο, αλλά και ανεξάρτητο και αντικειμενικό, χωρίς τίποτε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Για αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, η οποία εκτός του ότι επιβεβαιώνει τον βασικό ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο, ρίχνει μερικά και φως στις συνθήκες που προηγήθηκαν της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, αφού όπως είπε είδε και τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη και άλλα πρόσωπα να συζητούν έντονα μεταξύ τους και να φωνάζουν. Αντίθετα ο κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.1, δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια τους και την αλήθεια των όσων εξέθεσαν. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά τους, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο, αλλά προέβαλαν μια κατασκευασμένη εκδοχή στην προσπάθεια τους και μόνο να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Πέρα από τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς, σημαντικό στοιχείο που κλονίζει την αξιοπιστία τους είναι ότι στη μαρτυρία τους εντοπίζονται διαφορές, πολλές από τις οποίες είναι ουσιαστικές. Ενώ ο Μ.Υ.1 ισχυρίσθηκε ότι όταν η παραπονούμενη ενεπλάκη στην συζήτηση που γινόταν μεταξύ παραγωγών και εμπόρων, ο πατέρας της παραπονούμενης της είπε να μην αναμιχθεί στην συζήτηση και ανοίγοντας τα χέρια του την κτύπησε, ο κατηγορούμενος σε κανένα σημείο δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό, που είναι βέβαια πολύ σημαντικός. Ο κατηγορούμενος σε καμία απολύτως περίπτωση δεν περιέγραψε τέτοια συμπεριφορά του πατέρα της παραπονούμενης, ούτε είπε ότι την είχε κτυπήσει με τον τρόπο που ο Μ.Υ.1 περιέγραψε, αλλά περιορίσθηκε να αναφέρει ότι ο ίδιος ποτέ δεν κτύπησε την παραπονούμενη. Πρέπει επί του σημείου αυτού να λεχθεί, ότι ο Μ.Υ.1 δεν δίστασε να εκφράσει και την άποψη ότι οι σωματικές βλάβες που εντοπίσθηκαν στο σώμα της παραπονούμενης, προκλήθηκαν από το κτύπημα που δέχθηκε από τον πατέρα της. Ενώ ο κατηγορούμενος προέβαλε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και την οποία υιοθέτησε (Τεκμήριο 2), ότι ο Μ.Υ.1 «πιάστηκε στα χέρια» με κάποιο πρόσωπο που όπως πληροφορήθηκε αργότερα είναι ο πατέρας της παραπονούμενης, ο Μ.Υ.1 όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του αυτό αλλά αντίθετα τον διέψευσε, λέγοντας ότι ούτε ο ίδιος άγγιξε καθόλου τον πατέρα της παραπονούμενης, ούτε και ο τελευταίος τον κτύπησε και ούτε «πιάστηκαν» στα χέρια. Εκείνο που ισχυρίσθηκε ο Μ.Υ.1, ήταν μόνο ότι επενέβη για να μην δημιουργηθεί επεισόδιο μεταξύ του πατέρα της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου όταν είδε τον πρώτο, να κινείται απειλητικά προς τον δεύτερο. Πρέπει επί του σημείου αυτού να λεχθεί παρενθετικά ότι ενόρκως, ο κατηγορούμενος διαφοροποίησε σε κάποιο βαθμό τον ισχυρισμό του λέγοντας ότι το «πιάστηκαν» στα χέρια που είπε στην κατάθεση του, είναι λίγο παρατραβηγμένο. Σε άλλο δε σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι «.. ο Τούμπας όταν αντιλήφθηκε ότι ερχόταν προς εμάς ο πατέρας της παραπονούμενης, μπήκε μπροστά μου και εμείς τους χωρίσαμε», με προφανή την σημασία που έχει η λέξη «χωρίσαμε». Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του, δεικνύουν έλλειψη σταθερότητας, αλλά και σαφήνειας στις θέσεις του. Αντιφάσεις παρατηρούνται στην μεταξύ τους μαρτυρία και αναφορικά με το λόγο που ο Μ.Υ.1 δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι η αστυφύλακας Κούλα, εννοώντας προφανώς τη Μ.Κ.1 του είπε να αφήσει τους μάρτυρες του να τους παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ο Μ.Υ.1 άλλα ισχυρίσθηκε, με συγκεχυμένο μάλιστα και ασαφή τρόπο. Αρχικά είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσον ο κατηγορούμενος, του είχε ζητήσει να πάει να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Αμέσως μετά είπε ότι από ότι μπορούσε να θυμηθεί, του το είχε ζητήσει. Στην συνέχεια όμως, διαφοροποίησε την απάντηση του, αρνούμενος ότι ο κατηγορούμενος του το ζήτησε. Μετά διαφοροποίησε και πάλι την απάντηση του λέγοντας ότι αυτό που του είχε πει ο κατηγορούμενος, ήταν να πάει να δώσει κατάθεση, εφόσον του το ζητήσει η αστυνομία. Πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στο γεγονός ότι στην Μ.Κ.1 δεν υποβλήθηκε τέτοια θέση, ούτε και ότι αυτή δεν κατέγραψε στην κατάθεση του κατηγορούμενου όσα αυτός της είχε αναφέρει. Ενώ ο Μ.Υ.1 ισχυρίσθηκε ότι σε συζήτηση που έγινε πριν το επίδικο περιστατικό αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι καθηγητής, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν είπε ποτέ ότι κάτι τέτοιο λέχθηκε στην συζήτηση που είχε γίνει, γεγονός που κατά την κρίση μου θα έπρεπε να αναφέρει εφόσον και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Υ.1, τότε μόνο ο πατέρας της παραπονούμενης κινήθηκε προς το μέρος του κατηγορούμενου με επιθετικές διαθέσεις όταν άκουσε ότι ο τελευταίος δεν είναι καθηγητής, αλλά κάποιος «Α.Πέτρου», που όπως εξήγησε στην συνέχεια ο κατηγορούμενος είναι ο πατέρας του. Πέρα από τα πιο πάνω αναγκαίο θεωρώ να κάνω αναφορά σε κάποια άλλα σημεία που κλονίζουν περαιτέρω τη μαρτυρία του καθενός ξεχωριστά. Ο κατηγορούμενος, με ασαφή και συγκεχυμένο τρόπο, απαντούσε σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η αστυφύλακας που του έλαβε κατάθεση, δεν κατέγραψε όλα όσα της είχε αναφέρει. Δεν δίστασε μάλιστα να ισχυρισθεί σε υποβολή που του έγινε σε σχέση με το θέμα ότι «Δεν είχα υπόψη μου την κατάθεση αυτή. Το έγγραφο αυτό σήμερα το είδα». Με την ίδια ασάφεια προσπάθησε να αποφύγει να απαντήσει κατά πόσον ανάφερε στον αστυφύλακα που μετέβη στο παζαράκι αμέσως μετά το συμβάν ότι ο Μ.Υ.1 μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι σε καμία περίπτωση δεν χτύπησε την παραπονούμενη καθότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν παρών, αρκούμενος μόνο να πει ότι «πρέπει» να το είχε αναφέρει. Ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι ο πατέρας της παραπονούμενης την κτύπησε στην άκρη του στέρνου του δεξιού ώμου βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, που αποτέλεσε μάλιστα και παραδεκτό γεγονός. Ότι δηλαδή, οι εκχυμώσεις στο σώμα της παραπονούμενης, κάλυπταν όλο το άνω μέρος του αριστερού ημιθωρακίου. Έντονες απορίες δημιουργεί και ο ισχυρισμός του ότι άκουσε την μητέρα της παραπονούμενης να φωνάζει «Παναγία μου, κτύπησαν την κόρη μου». Και αυτό γιατί δεν είναι ούτε λογικό, ούτε και αναμενόμενο από μια μητέρα που βλέπει τον σύζυγο της έστω και άθελα του, να κτυπά την κόρη τους να φωνάζει τα πιο πάνω. Σημαντικό είναι τέλος να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.1 σε πάρα πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και πριν απαντήσει σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, κοιτούσε επίμονα προς τον κατηγορούμενο πιθανό προσπαθώντας, να αντιληφθεί από το βλέμμα του, επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία, έτσι ώστε να αντλήσει καθοδήγηση για τον τρόπο που έπρεπε να απαντήσει. Σε υπόδειξη μάλιστα του Δικαστηρίου που έγινε προς τον μάρτυρα, ο συνήγορος του κατηγορούμενου, απλώς περιορίσθηκε να αναφέρει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έβλεπε προς τον μάρτυρα, χωρίς να αρνηθεί ότι ο μάρτυρας ενεργούσε πράγματι με τον τρόπο αυτό. Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία τους, εκτός του μέρους εκείνου που συνάδει με τη μαρτυρία που ήδη έχει γίνει αποδεκτή. Δεδομένου του πιο πάνω παραδεκτού γεγονότος και της αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 15/6/2013, η Μ.Κ.3 βρισκόταν στο παζαράκι που διεξάγεται στην οδό Λέλας Καραγιώργη στη Λεμεσό. Σε κάποια στιγμή ενεπλάκη σε έντονη συζήτηση που γινόταν μεταξύ διαφόρων προσώπων συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορούμενου για διαφορά που προέκυψε μεταξύ παραγωγών και εμπόρων που βρίσκονταν στον χώρο. Ο κατηγορούμενος της είπε να φύγει λέγοντας της, «σήκω φύγε, να μην σε κάνω να φύεις κλαίοντας» και όταν η Μ.Κ.3 τον ρώτησε γιατί της μιλά έτσι, της επιτέθηκε, δίδοντας της γροθιά με το χέρι του στο στήθος. Την ίδια ώρα στο παζαράκι βρισκόταν και ο Μ.Κ.4, ο οποίος είδε τον κατηγορούμενο να χτυπά την Μ.Κ.3. Η τελευταία, ειδοποίησε την αστυνομία η οποία μετέβη στο μέρος και η Μ.Κ.3, της υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που της είχε επιτεθεί. Στην συνέχεια της ίδιας μέρας, η Μ.Κ.3 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάσθηκε από ιατρό και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε εκχυμώσεις που κάλυπταν όλο το άνω μέρος του αριστερού ημιθωρακίου, ενώ επίσης παραπονείτο για πόνο. Την ίδια μέρα λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Στις 5/7/2013 στην αστυνομία και στην παρουσία του Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.4 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που κτύπησε την Μ.Κ.3. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποσείσει το βάρος για απόδειξη των κατηγοριών, που είναι όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το οποίο βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Η 1η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επίθεση, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η βία που εξασκήθηκε. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Archbold Pleading, Evidence & Practice, παρα 19-166 μέχρι 19-167, Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι από την επίθεση, ο παραπονούμενος έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 CLR, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller
(1954)2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου
(1989)2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί τόσο η επίθεση, όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος, άσκησε εναντίον της παραπονούμενης, Μ.Κ.3, πραγματική βία χωρίς τη συγκατάθεση της και με πρόθεση, αφού εντελώς αδικαιολόγητα της επιτέθηκε, δίδοντας της γροθιά στο στήθος. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη η παραπονούμενη, προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα της επίθεσης που υπέστη από τον κατηγορούμενο. Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης η οποία εκδόθηκε από ιατρικό λειτουργό την ίδια μέρα μετά το επεισόδιο και του οποίου το περιεχόμενο αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Τα τραύματα που υπέστη η παραπονούμενη από την επίθεση, συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της έννοιας του Νόμου. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με την 2η κατηγορία, βασίζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο και προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, πρέπει η απειλή να έχει σκοπό τον εκφοβισμό κάποιου για να μην κάμει μια πράξη, την οποία νόμιμα δικαιούται να κάμει. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, συστατικό στοιχείο του αδικήματος αποτελεί η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν ελλείπει το συστατικό αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας. Σύμφωνα δε με τον λόγο της υπόθεσης Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16 « ..... η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποτροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δε στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού». Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος και ενόσω γινόταν μεταξύ τους μια έντονη συζήτηση είπε στην παραπονούμενη «σήκω φύγε, να μην σε κάνω να φύεις κλαίοντας». Προσπάθησε δηλαδή να την εκφοβίσει καλώντας την να φύγει από τον χώρο στον οποίο βρισκόταν και στον οποίο διεξαγόταν παζαράκι και όπου η παραπονούμενη όπως και κάθε άλλος πολίτης είχε κάθε δικαίωμα να βρίσκεται, αφού ο χώρος αυτός ήταν ελεύθερος και προσβάσιμος για το κοινό. Την ώρα δε που εκστόμισε τα λόγια αυτά ο κατηγορούμενος προς την παραπονούμενη, γινόταν μεταξύ των παρευρισκομένων και μεταξύ και των δύο, δηλαδή παραπονούμενης και κατηγορούμενου, έντονη συζήτηση για διαφορά που είχε προκύψει στον χώρο. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος εκστόμισε την φράση που πιο πάνω αναφέρεται, ήταν τέτοιες που εξ αντικειμένου δημιουργούσαν εκφοβισμό, που στην συνέχεια πραγματώθηκε με την επίθεση του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατηγορία. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.