ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 31129/14, 21/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B87 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31129/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Ιουνίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας, κα. Φραντζή και κα. Παπανεοφύτου. Για τον Κατηγορούμενο: κα. Α. Αναξαγόρα και κα. Ε. Μενελάου. Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες.
- Η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 («ΠΚ»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 27/8/2013, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής BAD 024 στην οδό Πάφου, στη Λεμεσό λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Φράνκο Καπελλάρη («ο θανών») τέως από τη Λεμεσό.
- Η 2η κατηγορία αφορά οδήγηση, κατά τον ίδιο χρόνο με την 1η κατηγορία, καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας[1], με ταχύτητα 71 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ.
- Και οι δύο κατηγορίες είναι μη παραδεκτές. Σκιαγράφηση της Υπόθεσης
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Λοχ. 2369, Χριστόδουλο Αναστασίου (ΜΚ 1), τον Λοχ. 1239, Κώστα Σάββα (ΜΚ 2), τον Αστ. 2869, Αργύρη Αργυρού (ΜΚ 3), τον Αστ. 3428, Κωνσταντίνο Χαραλάμπους (ΜΚ 4) και τον Αστ. 3100 Σταύρο Σταύρου (ΜΚ 5).
- Αφού έκρινα ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες, ο κατηγορούμενος επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως και παρουσίασε ως μάρτυρα την Μαρία Αυξεντίου (ΜΥ 1), Υπεύθυνη Χημικό στο Γενικό Χημείο του Κράτους.
- Κατατέθηκαν συνολικά 26 Τεκμήρια, κάποια εκ των οποίων δηλώθηκαν και ως παραδεκτά.
- Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και αποτέλεσαν κοινές θέσεις τα ακόλουθα:
(1)Στις 27/8/2013 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής BAD 024, στην οδό Πάφου[2].
(2)Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με ανατολική κατεύθυνση.
(3)Περί ώρα 20:51 σε κάποιο σημείο του δρόμου συγκρούστηκε με τον θανόντα, ο οποίος διασταύρωνε από νότια προς βόρεια, από δεξιά προς αριστερά, σύμφωνα με την κατεύθυνση του οχήματος του κατηγορουμένου. Ο θανών φορούσε άσπρο πουκάμισο.
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε με ταχύτητα 71 ΧΑΩ αντί του επιτρεπόμενου ορίου των 50 ΧΑΩ, κατευθυνόμενος και με σκοπό να παραλάβει φίλη του στις 21:00, απερίσκεπτα, αλόγιστα ή επικίνδυνα συγκρούστηκε με τον θανόντα, προκαλώντας τον θάνατο του.
- Η Υπεράσπιση θέτει υπό αμφισβήτηση την εκδοχή αυτή. Ο θανών, είναι η θέση του κατηγορουμένου, εισήλθε στην πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, αφού ο τελευταίος είχε ήδη εφαρμόσει τα φρένα του γιατί είχε δει τον σκύλο του θανόντα να διασταυρώνει το δρόμο. Αμφισβητεί επίσης ότι το όχημα του κινείτο με ταχύτητα 71 ΧΑΩ αντί του επιτρεπόμενου ορίου των 50 ΧΑΩ και τις συνθήκες ορατότητας όπως αυτές προβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο θανών είχε καταναλώσει αλκοόλη η οποία είχε επηρεάσει την ικανότητα του να διασταυρώσει το δρόμο με ασφάλεια. Παραδεκτά Γεγονότα και Έγγραφα
- Ο θάνατος δεν αμφισβητείται. Στη σκηνή κατέφθασε με ασθενοφόρο, το οποίο κλήθηκε στις 20:59, ο νοσηλευτής, Δημήτρης Λοΐζου (αστυνομική κατάθεση ημερ. 27/8/2013 - Τεκμήριο 1) ο οποίος αφίχθηκε στη σκηνή περί ώρα 21:
- Εντόπισαν τον θανόντα, αναίσθητο στο δρόμο με αρκετές κακώσεις και μώλωπες να αναπνέει με δυσκολία. Τον μετέφεραν στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών. Κατατέθηκαν από κοινού και ως παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, η βεβαίωση θανάτου ημερ. 27/8/2013 (Τεκμήριο 2) και η έκθεση του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Τεκμήριο 5) σε σχέση με την νεκροψία που έγινε στον θανόντα στις 28/8/
- Η ιατρός Χρυσούλα Κυριάκου διαπίστωσε θάνατο του στις 27/8/13 περί ώρα 21:36 (βεβαίωση ημερ. 27/8/2013- Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Ιατροδικαστή, ο θάνατος «οφείλεται σε πολυτραυματισμό ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα». Είναι επίσης δεκτό ότι οι φωτογραφίες της νεκροψίας (Τεκμήριο 7) αφορούν τον θανόντα (βλ. Τεκμήριο 6, κατάθεση του Αστυνομικού φωτογράφου ημερ. 25/10/2013, Αστ. 1685, Χαράλαμπου Ξενοφώντος)[3].
- Τον θανόντα αναγνώρισε η σύζυγος του, Ηρώ Καπελλάρη (Τεκμήριο 3, η αστυνομική της κατάθεση ημερ. 27/8/2013 και Τεκμήριο 4, η αστυνομική της κατάθεση ημερ. 28/8/2013).
- Μέρος του μαρτυρικού υλικού αποτέλεσε η καταγραφή από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης («ΚΚΠ»), με δύο κάμερες σε δύο οπτικές γωνίες, του δρόμου που έγινε το δυστύχημα. Η μια κάμερα έβλεπε ανατολικά («κάμερα 1») η δεύτερη δυτικά («κάμερα 2»). Τα όσα κατέγραψε το ΚΚΠ προβλήθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 15.2). Η προέλευση του υλικού δεν αμφισβητήθηκε. Κατατέθηκαν από κοινού και ως παραδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους αστυνομική κατάθεση του Αστ. 2652, Ε. Ραφίδια, ο οποίος έλαβε σχετικό CD - R από τους τεχνικούς (αστυνομική κατάθεση Τεκμήριο 9). Το CD - R παραδόθηκε στον Λοχ. 2369, Χριστόδουλο Αναστασίου (ΜΚ 1). Αυτός το παρέδωσε στον Λοχ. 4756, Μάριο Γεωργίου, ο οποίος το παρέδωσε στο ΥΠ.ΕΓ.Ε. (αστυνομική κατάθεση, Τεκμήριο 10). Ο Αστ. 414, Κ. Ελευθερίου παρέλαβε το εν λόγω CD - R από τον Λοχ. 4756, Μάριο Γεωργίου και ετοίμασε 3 αντίγραφα (έκθεση ημερομηνίας 29/10/2013 - Τεκμήριο 11).
- Είναι επίσης δεκτό ότι παραδόθηκε από τον Αστ. 3165, Στ. Μαντοβάνη, φιαλίδιο με οφθαλμικό υγρό του θανόντα, το οποίο παρέλαβε από τον Λοχ. 2369, Χριστόδουλο Αναστασίου (ΜΚ 1), στο Γενικό Χημείο του Κράτους (αστυνομική κατάθεση, Τεκμήριο 8). Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Λοχ. 2369, Χριστόδουλος Αναστασίου (ΜΚ 1)
- Ο MK 1 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 12), ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού στον Κλάδο Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού. Είναι σχεδιαστής αστυνομικός φωτογράφος και εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων. Ήταν, όπως ανέφερε αντεξεταζόμενος, ο ανακριτής της υπόθεσης.
- Μετέβη στη σκηνή περί ώρα 21:30 και με οδηγίες του ο ΜΚ 4 έλαβε μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 16). Κατέθεσε δέσμη 49 φωτογραφιών της σκηνής και του οχήματος ως Τεκμήριο
- Από τον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε συλληφθεί, έλαβε ανακριτική κατάθεση στις 28/8/2013 (Τεκμήριο 14). Σημειώθηκε με Χ στο πρόχειρο σχέδιο το σημείο που υπέδειξε ο κατηγορούμενος, σε σημείο ακριβώς πίσω από το όχημα του όπως σημειώθηκε στην τελική του θέση με Α
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η πορεία του θανόντα συμπληρώθηκε αργότερα αφού εξετάστηκε η καταγραφή του ΚΚΠ. Άλλο σημείο σύγκρουσης που είχε τοποθετήσει ο ΜΚ 4 στο σχέδιο διεγράφη από τον ίδιο τον ΜΚ
- Κατέθεσε επίσης το σχέδιο επί κλίμακας, ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 (μετά Τεκμήριο 21) στο οποίο ήταν σημειωμένο με κίτρινο η εμβέλεια της κάμερας 1 (που έβλεπε ανατολικά).
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η οδός Πάφου είναι μονής κυκλοφορίας. Οι λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Το πλάτος του δρόμου ήταν περί τα 13,20 μ., της κάθε λωρίδας 6,60 μ. Περιέγραψε τον φωτισμό ως ανεπαρκή που επηρέαζε την ορατότητα. Στον συγκεκριμένο δρόμο έγιναν πολλά δυστυχήματα. Έγιναν έργα με αλλαγές στο φωτισμό και τη διαμόρφωση του δρόμου. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχε κάποιος φωτισμός, ο πάσσαλος όμως της ΑΗΚ (ΑΗΚ 4 στο Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1, μετά Τεκμήριο 21) δεν λειτουργούσε.
- Στην αστυνομική του κατάθεση του αναφέρεται ότι στις 28/8/2013 εξέτασε μηχανικά το όχημα του κατηγορουμένου και διαπίστωσε ότι τα συστήματα πέδησης και διεύθυνσης ήταν σε άριστη κατάσταση. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη που να αποτελούσε λόγο για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο έλεγχος περιλάμβανε και τον έλεγχο των ελαστικών που ήταν σε καλή κατάσταση. Επίσης ανέφερε ότι αν τα ελαστικά του δεν ήταν σε καλή κατάσταση δεν θα άφηνε ίχνη τροχοπέδησης. Το όχημα του κατηγορουμένου ήταν τύπου Nissan Sunny 100NX. Δεν θυμόταν το χρόνο κατασκευής. Δεν ήταν παρών στις δοκιμές τροχοπέδησης που έγιναν με όχημα της αστυνομίας. Επειδή ελέγχεται ο συντελεστής τριβής, ήταν η θέση του, είναι ικανοποιητικό να χρησιμοποιηθεί όχημα ομοίου τύπου. Δέχθηκε ότι αν τα ελαστικά δεν είναι σε όμοια κατάσταση, αν δηλαδή είναι καινούρια αντί φθαρμένα, θα υπάρξει απόκλιση στα αποτελέσματα.
- Από τον Αστ. 2652 έλαβε CD που ακολούθως παρέδωσε στον Αστ. 414 στο ΥΠ.ΕΓ.Ε. από τον Λοχ.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15.2 το CD (Τεκμήριο 15.1 η θήκη).
- Στις 11/6/2014 μετέβη με τον ΜΚ 2 στη Λευκωσία στο κεντρικό κατάστημα της ΤΟΥΟΤΑ, όπου έγινε ταυτόχρονη προβολή του CD και των εικόνων που κατέγραφε η κάμερα 1 (που βλέπει ανατολικά) στο κατάστημα της στη Λεμεσό, καθοδηγώντας τον Αστ. 3100 και τον ΜΚ 4 ώστε να προβούν στις αναγκαίες μετρήσεις και να διαπιστωθεί η πορεία του θύματος και το πραγματικό σημείο σύγκρουσης. Ακολούθως ο ΜΚ 2 ετοίμασε σχέδιο αναπαράστασης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η καταγραφείσα ημερομηνία πρέπει να ήταν λανθασμένη. Δεν πήγαν ένα χρόνο μετά. Πρέπει να ήταν 11/9 -13/9 του
- Δεν θυμόταν όμως.
- Προβλήθηκε το Τεκμήριο 15.
- Εξήγησε ότι καταγράφονταν οι λήψεις από δύο κάμερες με διαφορετική γωνία λήψης οι οποίες ήταν συγχρονισμένες. Όσον αφορά τα καταγραφέντα της κάμερας 1 (που έβλεπε ανατολικά), ανέφερε ότι στο χρονικό σημείο 20:50:35 διακρινόταν ο θανών να περπατά δίπλα από ένα άσπρο σταθμευμένο αυτοκίνητο, να κινείται ανατολικά δηλαδή και μετά να διασταυρώνει το δρόμο με βόρεια κατεύθυνση (χρονικό σημείο 20:50:51). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο θανών φαίνεται να προβληματιζόταν, κινήθηκε μπροστά και ξαναπήγε πίσω. Διασταύρωσε διαγώνια και δεν σταμάτησε στο μέσο του δρόμου. Μπροστά του, σε απόσταση 2-3 μ. διακρινόταν ένα σκυλάκι. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο σκύλος μάλλον δεν ήταν δεμένος, αφού μετά πήγε πίσω σπίτι μόνος του. Διασταύρωσε πρώτο μεταξύ των χρονικών σημείων 20:50:51 - 20:50:52, οπότε και δεν μπορούσε να αποκλειστεί η εκδοχή του κατηγορουμένου ότι είδε πρώτα το σκύλο. Η πορεία του σκύλου ήταν ως του πεζού, στο σχέδιο Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 (μετά Τεκμήριο 21). Η σύγκρουση έγινε σε σημείο πίσω από την πινακίδα. Στο χρονικό σημείο 20:51:03, διακρινόταν το όχημα του κατηγορουμένου να κάνει χρήση των φρένων του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο χρονικό σημείο 20:51:02 φαινόταν ο θανών στην πάνω δεξιά γωνία της πινακίδας και το όχημα του κατηγορουμένου προτού εφαρμόσει τα φρένα.
- Ανέφερε επίσης ότι προηγήθηκαν τρία οχήματα (εξ αντιθέτου) πριν να εμφανιστεί στην εμβέλεια λήψης της κάμερας 1 το όχημα του κατηγορουμένου. Άλλο ένα σταμάτησε μετά τη σύγκρουση. Αφορούσε μάρτυρα που δεν είδε από πού ερχόταν ο θανών. Προηγήθηκε προσπέρασμα οχήματος από άλλο όχημα το οποίο κινήθηκε παράλληλα του οχήματος που προσπέρασε προτού εισέλθει ξανά στην λωρίδα του για κάποια απόσταση την οποία ο μάρτυρας δεν μπορούσε να διευκρινίσει. Δέχθηκε ότι μπορούσαν να επηρεάσουν την ορατότητα και χρόνο αντίδρασης του κατηγορουμένου. Δέχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος με το που είδε τον σκύλο εφάρμοσε τα φρένα του και χρονικά δεν είχε άλλο περιθώριο αντίδρασης σε σχέση με τον θανόντα όταν εισήλθε στην πορεία του. Όφειλε να τον είχε δει όμως, αφού είχε ύψος 1.75, και είχε δει το σκύλο. Ο χρόνος αντίδρασης ενός ατόμου της ηλικίας του κατηγορουμένου είναι 8 δέκατα του δευτερολέπτου.
- Στα όσα κατέγραψε η κάμερα 2 (που έβλεπε δυτικά) διακρινόταν το όχημα του κατηγορουμένου, πριν την σύγκρουση, να κατευθύνεται, προς το σημείο σύγκρουσης (χρονικά σημεία 20:51:00 μέχρι 20:51:02).
- Ο θανών κτυπήθηκε στο ένα πόδι μετά βρέθηκε στο καπό, κτύπησε το κεφάλι του στον ανεμοθώρακα και κατέληξε δεξιά του οχήματος του κατηγορουμένου.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η διασταύρωση με διαγώνιο τρόπο δεν είναι ενδεδειγμένη. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι οι πεζοί πρέπει να διασταυρώνουν κάθετα.
- Τέλος ανέφερε ότι έλαβε από τον ιατροδικαστή φιαλίδιο με οφθαλμικό υγρό του θανόντα το οποίο μεταφέρθηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Διαπιστώθηκε ότι η ποσότητα αλκοόλης στο αίμα του θανόντα ήταν 158 mg/dl αντί των επιτρεπόμενων - για οδήγηση- 55 mg/dl. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει το βαθμό επίδρασης τέτοιας ποσότητας στις νοητικές ικανότητες του θανόντα. Λοχ.1239, Κώστας Σάββα (ΜΚ 2)
- Ο ΜΚ 2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 17). Υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού, στην Ομάδα Αναπαράστασης Συγκρούσεων Τροχαίας Κλιμακίου Λεμεσού-Πάφου. Έτυχε εκπαίδευσης στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου και κατέχει τα ακόλουθα προσόντα και πιστοποιητικά:
(1)πιστοποιητικό στη διερεύνηση τροχαίων οδικών δυστυχημάτων και σχεδιαγράφησης,
(2)πιστοποιητικό εκπαίδευσης προχωρημένου επιπέδου διερεύνησης και αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων,
(3)εκπαίδευση στη φωτογραφία, στις συσκευές ανίχνευσης ποσοστού αλκοόλης στην εκπνοή και στα ταχύμετρα (ραντάρ),
(4)εξουσιοδοτημένος χειριστής της συσκευής SKIDMAN, η οποία υπολογίζει τον συντελεστή τριβής με δοκιμή τροχοπέδησης, και
(5)κάτοχος πιστοποιητικού του ΚΕ.ΠΑ Κύπρου, με τίτλο: «Κατάρτιση εξεταστών μηχ. οχημάτων βάση των κανονισμών τεχνικού ελέγχου μηχανοκινήτων οχημάτων (ΜΟΤ)».
- Στις 27/08/13 και ώρα 22:05 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος. Το όχημα του κατηγορουμένου ήταν στην τελική του θέση. Ο κατηγορούμενος και ο θανών είχαν μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Παρόντες ήταν ο ΜΚ 1, o οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση, οι ΜΚ 4 και
- Ο ΜΚ 4 έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ενώ ο ΜΚ 3 φωτογράφισε τη σκηνή και το ενεχόμενο αυτοκίνητο.
- Ο ΜΚ 2 έλεγξε τα φώτα πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου και διαπίστωσε ότι, στην κανονική στάση (χαμηλή) το αριστερό μπροστινό φανάρι είχε ακτίνα μήκους 33 μ. με 3 μ. προς τα αριστερά, ενώ το δεξιό φανάρι ακτίνα μήκους 21 μ. και 2 μ. προς τα δεξιά. Προφορικά πρόσθεσε ότι η ασυμμετρία αυτή οφειλόταν σε λανθασμένη ρύθμιση.
- Το όχημα είχε ζημιά (βούλωμα) στο μπροστινό προφυλακτήρα σε απόσταση 70 εκ. από δεξιά προς αριστερά, ως επίσης και στη μπροστινή πινακίδα με τον αρ. εγγραφής, το δεξιό μέρος της οποίας βγήκε από τον προφυλακτήρα. Υπήρχε επίσης βούλωμα στο καπό μηχανής και θραύση του μπροστινού ανεμοθώρακα στην πλευρά του οδηγού, στο ίδιο πλάτος. Στο πισινό γυαλί υπήρχε σκούπισμα της σκόνης και κηλίδες κόκκινου χρώματος που έμοιαζαν με αίμα.
- Επιβιβάστηκε στη θέση συνοδηγού του αστυνομικού οχήματος με αρ. εγγραφής KVH174, με οδηγό τον ΜΚ 4, ο οποίος έκαμε δύο δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις με τη συσκευή SKIDMAN και ο συντελεστής τριβής οδοστρώματος ελαστικού ήταν 0.734 και 0.
- Προφορικά εξήγησε ότι η συσκευή SKIDMAN τοποθετείται στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού και αφού τεθεί σε λειτουργία στο σημείο που θα γίνει η δοκιμή τροχοπέδησης, καταχωρώντας προηγουμένως τα στοιχεία του οχήματος και τον αριθμό του χειριστή, το όχημα οδηγείται με ταχύτητα 50 ΧΑΩ και ο οδηγός εφαρμόζει τα φρένα επομένως το όχημα τροχοπεδεί. Η συσκευή καταγράφει την επιβράδυνση του οχήματος κατά την τροχοπέδηση και υπολογίζει τον συντελεστή τριβής μεταξύ του οδοστρώματος, δηλαδή της ασφάλτου και του οχήματος. Το αποτέλεσμα εκτυπώνεται αυτόματα στη συσκευή. Ανέφερε επίσης ότι χρησιμοποιήθηκε το αστυνομικό όχημα διότι το όχημα του κατηγορουμένου υπέστη ζημιά στον ανεμοθώρακα και δεν μπορούσε να οδηγηθεί με ασφάλεια. Ήταν ιδίου τύπου με το όχημα του κατηγορουμένου με τον ίδιο τύπο ελαστικών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν εξέτασε μηχανολογικά το όχημα του κατηγορουμένου δηλαδή το σύστημα διεύθυνσης και πέδησης. Ούτε ήλεγξε τα ελαστικά. Εξέτασε μόνο τα φώτα. Από τη στιγμή που άφησαν ίχνη σημαίνει ότι τα ελαστικά ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Δεν αρνήθηκε ότι το αστυνομικό όχημα ήταν πιο σύγχρονο από αυτό του κατηγορουμένου. Αρνήθηκε όμως ότι αν τα ελαστικά του ήταν πιο καινούρια θα υπήρχε απόκλιση στα αποτελέσματα. Διαφορά θα μπορούσε να υπάρξει μόνο σε βρεγμένο οδόστρωμα.
- Στις 6/6/14 πληροφορήθηκε από τον ανακριτή ΜΚ 1 ότι κατείχε καταγραφή της σκηνής του δυστυχήματος από το ΚΚΠ του καταστήματος της «ΤΟΥΟΤΑ» και του ζητήθηκε να προβεί σε αναπαράσταση του δυστυχήματος. Στις 11/06/14 και ώρα 11:00, μετέβη με τον ανακριτή της υπόθεσης ΜΚ 1 στις εγκαταστάσεις της εταιρείας της «ΤΟΥΟΤΑ» στη Λευκωσία, όπου υπάρχει εγκατεστημένη οθόνη απευθείας προβολής των εικόνων που καταγράφουν οι κάμερες στο κατάστημα «ΤΟΥΟΤΑ» στη Λεμεσό. Με την ταυτόχρονη προβολή της καταγραφείσας σκηνής του δυστυχήματος ο ΜΚ 2 καθοδήγησε τηλεφωνικώς τον ΜΚ 5 που βρισκόταν επί τόπου στη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ 4 και πήραν τις απαραίτητες μετρήσεις σχετικά με την ακτίνα κάλυψης της κάμερας 1, της θέσης και πορείας που διασταύρωσε το δρόμο ο θανών, ως επίσης και της θέσης που ήταν σταθμευμένο αυτοκίνητο αγνώστων αρ. εγγραφής επί του νότιου πεζοδρομίου. Ακολούθως, τοποθετήθηκε στο σχέδιο το πραγματικό σημείο συγκρούσεως πεζού και αυτοκινήτου, το οποίο απορρέει από τις πορείες θανόντα - οχήματος, τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου και την προκληθείσα ζημιά στο αυτοκίνητο. Του προβλήθηκε το Τεκμήριο 15.2 το οποίο ανέφερε ότι ήταν η καταγραφή που είχε παρουσιάσει ο ΜΚ
- Προέβη στους εξής υπολογισμούς σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου και χρόνους αντίληψης του οι οποίοι αναλύονται στην κατάθεση του:
(1)Ταχύτητα του οχήματος στο σημείο σύγκρουσης 16,64 m/s ή 59,92 ΧΑΩ.
(2)Υπολογισμός ταχύτητας του οχήματος στο σημείο έναρξης των ιχνών τροχοπέδησης 19,89 m/s ή 71,6 ΧΑΩ.
(3)Υπολογισμός αντίληψης του κινδύνου από τον κατηγορούμενο: (α) με χρόνο αντίδρασης 2 δευτερόλεπτα: 39,78 μ. (β) με χρόνο αντίδρασης 1 δευτερόλεπτο: 19,81 μ. Επειδή το όχημα τροχοπέδησε για 8.3 μ. η απόσταση προστίθεται και έτσι το ακριβές σημείο αντίληψης του κινδύνου από τον κατηγορούμενο είναι μεταξύ 48,08 μ. και 28,19 μ. με χρόνους αντίδρασης τα 2 και 1 δευτερόλεπτα αντίδρασης αντίστοιχα. Προφορικά διόρθωσε την απόσταση από 28,19 μ σε 28,11 μ.
(4)Υπολογισμοί κατά πόσο θα γινόταν η σύγκρουση του οχήματος με τον θανόντα εάν το όχημα ταξίδευε με 13,88 m/s ή 50 ΧΑΩ: (α) Με χρόνο αντίδρασης 2 δευτερόλεπτα το όχημα θα σταματούσε 6,83 μ. από το σημείο σύγκρουσης, οπότε και δεν θα κτυπούσε τον θανόντα. (β) Με χρόνο αντίδρασης 1 δευτερόλεπτο το όχημα θα σταματούσε στα 0.82 μ. από το σημείο σύγκρουσης, οπότε και δεν θα κτυπούσε τον θανόντα. Προφορικά προέβη σε διόρθωση του υπολογισμού αυτού αναφέροντας ότι η απόσταση θα ήταν 0.74 μ.
- Σε σχέδιο αναπαράστασης που ετοίμασε (Τεκμήριο 18), με βάση το σχέδιο σε κλίμακα που ετοιμάστηκε (Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 - μετά Τεκμήριο 21), τοποθέτησε το όχημα του κατηγορουμένου στις αντίστοιχες θέσεις αναλόγως της ταχύτητας και χρόνου αντίδρασης, προβαίνοντας προφορικά σε μια διόρθωση ως προς τη θέση του οχήματος χωρίς όμως να διαφοροποιεί περεταίρω τους υπολογισμούς του.
- Ανέφερε επίσης ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως χωρίς οριζόντια σήμανση. Το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στη λωρίδα πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου. Ο δρόμος φωτιζόταν μερικώς στην νότια πλευρά (Πάσσαλοι φωτισμού ΑΗΚ 4 και 5). Με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης η ορατότητα του κατηγορουμένου ήταν τουλάχιστον 50 μ. Για να εφαρμόσει τα φρένα του πρέπει να αντιλήφθηκε και να αντέδρασε σε κάποιο κίνδυνο. Με την προβολή του Τεκμηρίου 15.2 δέχθηκε ότι όχημα που κινείτο εξ αντιθέτου και προέβη σε προσπέρασμα θα μπορούσε να έχει επίδραση στην ορατότητα του κατηγορουμένου, μόνο όταν προσπερνούσε. Με αναφορά στα χρονικά σημεία 20:50:56 και 20:50:59 εξέφρασε τη θέση ότι το όχημα ολοκλήρωσε το προσπέρασμα και ο κατηγορούμενος ήταν ακόμη μακριά. Δεν γνώριζε αν ο σκύλος του θανόντα ήταν δεμένος. Επανεξεταζόμενος ήταν της άποψης ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να δει τον θανόντα ενώ ήταν ορατός. Αστ. 2869, Αργύρης Αργυρού (ΜΚ 3)
- Ο MK 3 υιοθέτησε την αστυνομική κατάθεση του ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (Τεκμήριο 19). Υπηρετεί στην τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Είναι ειδικός αστυνομικός φωτογράφος. Στις 27/8/2013 περί ώρα 21:00 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος με τον ΜΚ 4 και εντόπισαν το όχημα του κατηγορουμένου στην τελική του θέση. Καθ' υπόδειξη του ΜΚ 1 έλαβε φωτογραφίες της σκηνής και του οχήματος. Αναγνώρισε τη δέσμη φωτογραφιών, Τεκμήριο 13, ως τις φωτογραφίες που έλαβε, επισημαίνοντας ότι στη δέσμη δεν περιλαμβανόταν η φωτογραφία αρ.
- Αστ. 3428, Κωνσταντίνος Χαραλάμπους (ΜΚ 4)
- Ο MK 4 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (Τεκμήριο 20). Υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος περί ώρα 21:10 μαζί με τον ΜΚ
- Εντόπισε το όχημα του κατηγορουμένου στην τελική του θέση. Καθ' υπόδειξη του ΜΚ 1 έλαβε μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (αναγνώρισε ως δικό του το Τεκμήριο 16) και ακολούθως ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακας (Αναγνώρισε ως δικό του το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 21).
- Στη σκηνή κατόπιν οδηγιών του ΜΚ 2 έγιναν δοκιμές τροχοπέδησης με αστυνομικό όχημα με αρ. εγγραφής ΚVΗ
- Τα έντυπα αποτελεσμάτων 0.734 και 0.728 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 22.1-
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε όχημα άλλου τύπου και πιο σύγχρονο από του κατηγορουμένου που ήταν κατασκευής 1991, δεν επηρέαζε τα αποτελέσματα. Θα υπήρχε διαφορά αν το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο ή τα ελαστικά ήταν φθαρμένα. Τα οχήματα ήταν σαλούν παρομοίου βάρους με συνήθους τύπου ελαστικά και όχι ψηλής αποδόσεως. Ο ίδιος δεν εξέτασε μηχανικά το όχημα του κατηγορουμένου, λόγω της ζημιάς που υπέστη όμως δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δοκιμές.
- Στις 6/6/2014 μετέβη εκ νέου στη σκηνή με τον ΜΚ
- Καθ' υπόδειξη των ΜΚ 1 και 2, τηλεφωνικώς, έλαβαν επιπρόσθετες μετρήσεις καθορίζοντας την ακτίνα λήψης της κάμερας 1, το σημείο που ήταν σταθμευμένο το όχημα που σημειώθηκε με Γ στο σχέδιο, το σημείο σύγκρουσης και την πορεία του πεζού.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως χωρίς διαχωριστική γραμμή. Το νότιο μέρος του φωτιζόταν από δύο πασσάλους της ΑΗΚ και καταστήματα. Στο βόρειο μέρος ο φωτισμός ήταν μειωμένος αλλά επαρκής, η ορατότητα δεν επηρεαζόταν λόγω της χρήσης των φώτων πορείας του οχήματος. Μειωνόταν, ενδεχομένως, η απόσταση αντίληψης ενός κινδύνου. Ρωτήθηκε αναφορικά με την φωτ. 10 του Τεκμηρίου 7, αν μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο δρόμος δεν φωτιζόταν επαρκώς και ανέφερε, ότι δεν ήταν δυνατό λόγω της εστίασης της φωτογραφίας.
- Ως προς τα όσα καταγράφηκαν από το ΚΚΠ είπε ότι το είχε δει ακροθιγώς, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί αν υπήρχε σκύλος ή αν το όχημα που σταμάτησε εξ αντιθέτου μετά τη σύγκρουση ήταν του μάρτυρα Χριστοδούλου. Αρνήθηκε ότι η πορεία του σκύλου έπρεπε να τοποθετηθεί στο σχέδιο. Δέχθηκε ότι από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη ενέργεια. Αστ. 3100, Σταύρος Κυριάκου (ΜΚ 5)
- Ο MK 5 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 27/6/2014 (Τεκμήριο 23) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι αποσπασμένος στην Ομάδα Αναπαράστασης Συγκρούσεων Τροχαίας[4]. Στις 11/6/2014 μετέβη στην οδό Πάφου μαζί με τον ΜΚ
- Ο ΜΚ 2 τον καθοδηγούσε τηλεφωνικώς και τοποθετούσε σημεία στο οδόστρωμα ώστε να σημειωθεί η εμβέλεια της κάμερας της «ΤΟΥΟΤΑ» και η πορεία του πεζού. Ο ΜΚ 4 έλαβε με τη βοήθεια του τις σχετικές μετρήσεις.
- Αντεξεταζόμενος δήλωσε άγνοια ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος και σε σχέση με τα όσα είχε καταγράψει το ΚΚΠ. Δεν γνώριζε πως κατέληξε ο ΜΚ 2 στην πορεία του πεζού. Δεν γνώριζε γιατί υπήρξε καθυστέρηση ενός έτους για να μεταβούν στην σκηνή, ανέφερε όμως ότι δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να παρατηρείται καθυστέρηση. Μαρτυρία της Υπεράσπισης Κατηγορούμενος
- Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (Τεκμήριο 14). Την επίδικη ημερομηνία περί ώρα 20:40 ξεκίνησε κατευθυνόμενος προς Γερμασόγεια να παραλάβει την φίλη του. Είχε θέσει τα φώτα πορείας του σε λειτουργία. Κινείτο στην οδό Πάφου με κατεύθυνση προς Λεμεσό με ταχύτητα 50-60 ΧΑΩ. Μπροστά και πίσω του δεν είχε άλλα οχήματα. Από απέναντι υπήρχε αραιή κίνηση. Σε κάποιο σημείο μετά την «ΤΟΥΟΤΑ» ο δρόμος σκοτείνιαζε απότομα. Από απέναντι του ερχόταν άλλο όχημα. Ακολούθως είδε σκύλο να μπαίνει απότομα στην πορεία του, εφάρμοσε τα φρένα του και ενώ το όχημα πήγαινε «τριφτό» είδε ένα άνθρωπο να πετάγεται μπροστά του. Δεν τον είχε δει προηγουμένως. Είδε τον σκύλο σε απόσταση 7-10 μ. περίπου και τον θανόντα σε απόσταση 3-4 μ. Δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Μετά το κτύπημα, ακινητοποίησε το όχημα, έθεσε σε λειτουργία τα φώτα κινδύνου και πλησίασε τον θανόντα, έπαθε όμως σοκ και δεν μπορούσε να συνέλθει. Λόγω και των τραυμάτων του στο πρόσωπο μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο. Όταν μεταφέρθηκε στη σκηνή, ανέφερε προφορικά, ήταν σε θέση να δείξει μόνο που είχε ακινητοποιηθεί το όχημα του.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον επίδικο χρόνο ήταν 21 ετών έμπειρος οδηγός. Αρνήθηκε ότι οδηγούσε και σκεφτόταν άλλα πράγματα, ότι βιαζόταν να μεταβεί στην φίλη του και ότι κινείτο με ταχύτητα 71 ΧΑΩ. Ανέφερε ότι κινείτο με κανονική ταχύτητα 50 ΧΑΩ ίσως λίγο περισσότερο. Ο δρόμος πριν την «ΤΟΥΟΤΑ» φωτιζόταν μετά όμως ήταν ανεπαρκής ο φωτισμός. Δεν μπορούσε να δει τον θανόντα λόγω οχήματος που κατευθυνόταν εξ αντιθέτου. Επέμεινε στη θέση ότι ο θανών πετάχτηκε μπροστά του. Μαρία Αυξεντίου (ΜΥ 1)
- Η ΜΥ 1 ανέφερε ότι εργάζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους από το
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 24, το βιογραφικό της. Έλαβε από τον ιατροδικαστή, Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους, υγρό ματιού του θανόντα στο οποίο εντοπίστηκε αλκοόλη σε ποσότητα 158 μιλιγραμμαρίων ανά δεκατόλιτρο (mg/dl) η οποία προήλθε από κατανάλωση αλκοόλης (έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25). Η αντίστοιχη μέτρηση στο αίμα θα ήταν 144 mg/dl. Το επιτρεπόμενο όριο για οδήγηση είναι 50 mg/dl και 20 mg/dl για τους νέους οδηγούς. Κατέθεσε πίνακα από σύγγραμμα στον οποίο αναφέρονται, από μελέτη του Δρ. Dubowski, οι επιπτώσεις και ευρήματα του σε άτομα που περιεχόταν στο αίμα τους αλκοόλη. Για την κατηγορία 90 - 250 mg/dl παρουσιάζεται συναισθηματική αστάθεια, απώλεια κριτικής σκέψης, αντίληψης και μνήμης, επηρεάζεται η όραση, υπάρχει ασυντονισμός κινήσεων αστάθεια στην ισορροπία. Τα αποτελέσματα, συμπλήρωσε, αφορούσαν περιστασιακούς χρήστες.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ένας αλκοολικός έχει περισσότερες αντοχές από περιστασιακό χρήστη και δεν θα έχει τα ίδια συμπτώματα. Οι πίνακες επομένως δεν είναι απόλυτοι. Δεν γνώριζε αν ο θανών ήταν αλκοολικός ή περιστασιακός χρήστης ή αν ήταν πράγματι σε θέση να διασταυρώσει τον δρόμο. Ανέφερε επίσης ότι το η ποσότητα 144 mg/dl ήταν πιο κάτω από το μέσο όρο της κατηγορίας 90 - 250 mg/dl. Αξιολόγηση
- Το βάρος απόδειξης των κατηγοριών το φέρει η κατηγορούσα αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ismail, 17/10/2016, σελ. 33-34 και Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16). Η μαρτυρία του όμως, από τη στιγμή που επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, αξιολογείται με το σύνολο της μαρτυρίας ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα. Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484- 485). 50. Σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων η πραγματική μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης διιστάμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540, 546, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Β ΑΑΔ 1243, 1246 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213, 216). Αποτελεί οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων (Ιωαννίδου, πιο πάνω). 51. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι τα γεγονότα σε περιπτώσεις δυστυχήματος εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689). Τι κατέγραψε το ΚΚΠ. 52. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε και το τι κατέγραψαν οι δύο κάμερες. Η κάμερα 2 κατέγραψε την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου από δυτικά προς ανατολικά και η κάμερα 1 την συνέχιση της πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου και την πορεία του πεζού μέχρι και τη σύγκρουση. Δεν τίθεται επομένως ζήτημα αξιολόγησης μαρτυρίας αναγνώρισης από καταγραφή κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α.
(2010)2 ΑΑΔ 94, 117 - 118 και Attorney General's Reference (No 2 of 2002) [2003] 1 Cr. App. R. 21). Σημειώνω ότι όπου η ευκρίνεια της καταγραφής το επιτρέπει, το Δικαστήριο μπορεί να εξαγάγει και τα δικά του συμπεράσματα ως προς
(1)το αν διαπράχθηκε αδίκημα και
(2)ποιος το διέπραξε (βλ. R. v. Dodson
(1984)1 WLR 917, 978, σχετική επίσης είναι η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, R. v. Nikolovski [1996] 3 SCR 1196, 1215, όπου συνοψίζεται η Αγγλική και Αμερικανική Νομολογία του θέματος). Δεν τίθεται επίσης, όπως προανέφερα, οποιοδήποτε ζήτημα ανθρώπινης παρέμβασης στα καταγραφέντα. Κάμερα 1 53. Το ΚΚΠ κατέγραψε τα ακόλουθα μεταξύ των ωρών 20:50:30 μέχρι 20:51:10:
(1)Στο χρονικό σημείο 20:50:30 - 35 αριστερά του σταθμευμένου αυτοκινήτου (Γ στο σχέδιο) εμφανίζεται κάποιος πεζός, ο οποίος είναι δεκτό ότι είναι ο θανών, να κινείται παράλληλα του αυτοκινήτου (νότια του δρόμου). Ο θανών κινείται μπροστά και μετά πάει πίσω.
(2)Στο χρονικό σημείο 20:50:33 εμφανίζεται αυτοκίνητο με κατεύθυνση δυτική να περνά παράλληλα από το σταθμευμένο αυτοκίνητο και χάνεται από την εμβέλεια λήψης στο 20:50:36.
(3)Στο χρονικό σημείο 20:50:38 εμφανίζεται αυτοκίνητο με κατεύθυνση ανατολική να περνά και να χάνεται από την εμβέλεια λήψης στο 20:50:40. Ο θανών συνεχίζει να κινείται παράλληλα του σταθμευμένου αυτοκινήτου.
(4)Στο χρονικό σημείο 20:50:46 εμφανίζονται μοτοσικλέτα με κατεύθυνση δυτική και ένα αυτοκίνητο με ανατολική κατεύθυνση να διασταυρώνουν πορείες στο 20:50:47-48 και να χάνονται από την εμβέλεια λήψης, στο 20:50:48 η μοτοσικλέτα και στο 20:50:52 το αυτοκίνητο.
(5)Στο χρονικό σημείο 20:50:48 - 52 περνά με δυτική κατεύθυνση άλλο ένα αυτοκίνητο.
(6)Στο χρονικό σημείο 20:50:51 φαίνεται ο θανών να αρχίζει να διασταυρώνει κατευθυνόμενος βορειοανατολικά και κάτι να κινείται σε μικρή απόσταση από μπροστά του, επίσης με βορειοανατολική κατεύθυνση. Είναι αυτό που ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ήταν ο σκύλος του θανόντα και ο σκύλος που ο κατηγορούμενος λέει ότι είδε και εφάρμοσε τα φρένα του.
(7)Στο χρονικό σημείο 20:50:53 περνούν άλλα τρία αυτοκίνητα με δυτική κατεύθυνση. Το ένα προσπερνά στο χρονικό σημείο 20:50:54 - 56 άλλο αυτοκίνητο.
(8)Στο χρονικό σημείο 20:50:59 εμφανίζεται αυτοκίνητο να κατευθύνεται δυτικά το οποίο χάνεται στο 20:51:02. Ο θανών συνεχίζει την πορεία του πίσω από το αυτοκίνητο.
(9)Στο χρονικό σημείο 20:51:01 εμφανίζεται αυτοκίνητο, που δεν αμφισβητείται ότι είναι αυτό του κατηγορουμένου, να κινείται με ανατολική κατεύθυνση το οποίο στο χρονικό σημείο 20:51:02 διασταυρώνει την πορεία του με το εξ' αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Ο θανών φαίνεται να διασταυρώνει και στο 20:51:02 να είναι ακριβώς δίπλα στην πινακίδα -πάνω δεξιά (η πινακίδα σημειώνεται με «Δ» στο σχέδιο) στην άκρη της εμβέλειας λήψης της κάμερας 1 δηλαδή, συνεχίζοντας να βηματίζει. Ο κατηγορούμενος στο 20:51:02-03 εφαρμόζει τα φρένα του και αφού ο θανών βρίσκεται ακριβώς δίπλα και πίσω από την πινακίδα.
(10)Στο χρονικό σημείο 20:51:03 το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και ο θανών χάνονται πίσω από την πινακίδα, εκτός δηλαδή της εμβέλειας της κάμερας 1. Κάμερα 2 54. Το ΚΚΠ κατέγραψε τα ακόλουθα μεταξύ των ωρών 20:50:58 μέχρι 20:51:03:
(1)Στο χρονικό σημείο 20:50:58 εμφανίζονται δυο αυτοκίνητα να κινούνται με δυτική κατεύθυνση. Το ένα κινείται αργά και σταματά μπροστά σε κατάστημα. Το άλλο το προσπερνά.
(2)Στο χρονικό σημείο 20:51:00 εμφανίζεται αυτοκίνητο, που δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι αυτό του κατηγορουμένου, να κινείται με ανατολική κατεύθυνση.
(3)Στο χρονικό σημείο 20:51:00 - 01 το όχημα του κατηγορουμένου διασταυρώνει την πορεία του με το εξ αντιθέτου κατευθυνόμενο όχημα που μόλις προσπέρασε το άλλο όχημα.
(4)Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου χάνεται από την εμβέλεια λήψης στο 20:51:02 την ίδια στιγμή εμφανίζεται άλλο όχημα να κινείται εξ αντιθέτου με δυτική κατεύθυνση.
- Αξίζει να αναφερθεί ότι αποτέλεσε κοινή θέση των ΜΚ 1, 2 και 4 ότι από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη ενέργεια, θέση την οποία και δέχομαι. Αξιολόγηση Λοχ. 2369, Χριστόδουλου Αναστασίου (ΜΚ 1)
- Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Τα προσόντα του ως εξεταστής δυστυχημάτων τέθηκαν στο Δικαστήριο, δεν αμφισβητήθηκαν και τα δέχομαι. Η μαρτυρία του αφορούσε την περιγραφή του δρόμου, της μηχανικής κατάστασης του οχήματος του κατηγορουμένου τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης και στα όσα κατέγραψαν οι κάμερες 1 και 2 του ΚΚΠ. Ο ίδιος δεν έλαβε μετρήσεις ή είχε συμμετοχή στις δοκιμές τροχοπέδησης. Ήταν παρών όταν έγινε η παράλληλη προβολή των όσων κατέγραψε το ΚΚΠ και των κινήσεων του ΜΚ 5 ώστε να ληφθούν μετρήσεις από τον ΜΚ
- Τα όσα κατέγραψε το ΚΚΠ δεν έχουν αμφισβητηθεί. Τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα.
- Η περιγραφή του δρόμου που έκανε δεν αμφισβητήθηκε, ότι δηλαδή υπάρχει μια λωρίδα πορείας με ανατολική κατεύθυνση και μια με δυτική. Η αναφορά του όμως για την ύπαρξη άσπρης συνεχόμενης στο μέσο του δρόμου δεν επιβεβαιώνεται από το φωτογραφικό υλικό ή τα σχέδια. Ο φωτισμός χαρακτηρίστηκε ως ανεπαρκής. Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι το νότιο μέρος του δρόμου μόνο φωτιζόταν από πασσάλους της ΑΗΚ και ότι ο ένας, δεν λειτουργούσε. Στις φωτ. 3 και 23 του Τεκμηρίου 13 φαίνεται ότι ο οδικός πάσσαλος φωτισμού που απεικονίζεται παράλληλα του οχήματος του κατηγορουμένου δεν είναι σε λειτουργία. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν λειτουργούσε ο ΑΗΚ 4 στο σχέδιο Τεκμήριο
- Δέχομαι ότι ο ΑΗΚ 4 δεν λειτουργούσε.
- Όσον αφορά τις πραγματικές συνθήκες ορατότητας του κατηγορουμένου με τις κρατούσες συνθήκες δεν έκανε ιδιαίτερη αναφορά. Ανέφερε μόνο ότι για να δει ο κατηγορούμενος τον σκύλο μπορούσε να δει άντρα ύψους 1,75 μ. Από την άλλη, ήταν η θέση του ότι τα διερχόμενα οχήματα μπορούσαν να επηρεάσουν την ορατότητα και περιθώρια αντίδρασης του κατηγορουμένου. Δεν μπορεί επομένως να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα από τα λεχθέντα του αφού δεν έγινε επί τόπου δοκιμή σε ανάλογες συνθήκες με αυτές που επικρατούσαν κατά τη σύγκρουση.
- Από τη μαρτυρία του δέχομαι επίσης ότι όταν ήλεγξε το σύστημα πέδησης και διεύθυνσης του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν σε άριστη κατάσταση και ότι τα ελαστικά ήταν του επίσης σε καλή κατάσταση. Δέχομαι και τις περιγραφείσες ζημιές στο όχημα του κατηγορουμένου.
- Ως προς τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις δοκιμές τροχοπέδησης δεν κρίνω ότι μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα συγκεκριμένο αφού δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο έκανε τις δοκιμές.
- Δέχομαι ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο την ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 14) και ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το σημείο «Χ» στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 16) και «Χ1» στο σχέδιο σε κλίμακα (Τεκμήριο 21).
- Ως τελικό σχόλιο θα ήθελα να κάνω μια αναφορά ως προς την καθυστέρηση που προκλήθηκε στην διερεύνηση της υπόθεσης και δη στη μετάβαση στη Λευκωσία για να ληφθούν οι αναγκαίες μετρήσεις με βάση το ΚΚΠ, η οποία αν και δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας, ήταν αδικαιολόγητη. Αξιολόγηση Λοχ.1239, Κώστα Σάββα (ΜΚ 2)
- Τα προσόντα του ΜΚ 2 ως ειδικού στην αναπαράσταση τροχαίων συγκρούσεων δεν αμφισβητήθηκαν και τα δέχομαι. Ως μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση έθεσε τα ζητήματα που εξέτασε κατά τρόπο αντικειμενικό. Τον κρίνω αξιόπιστο.
- Οι αναφορές του επίσης σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη το όχημα του κατηγορουμένου επίσης δεν αμφισβητήθηκαν και τις δέχομαι.
- Η συνήγορος υπεράσπισης κατά την αντεξέταση προσπάθησε να πλήξει την αξιοπιστία των δοκιμών και αποτελεσμάτων τροχοπέδησης αφού δεν χρησιμοποιήθηκε το ίδιο όχημα ή του ιδίου τύπου. Στην Μάρτη ν. Θεωρή, ECLI:CY:AD:2015:A809, Πολ. Έφεση 321/2010, 3/12/2015, αναφέρθηκε, σε σχέση με τεστ για έλεγχο ορατότητας, ότι είναι ασφαλέστερο εάν αυτό είναι δυνατό, να χρησιμοποιείται το ίδιο το ενεχόμενο όχημα για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Στην περίπτωση εκείνη χρησιμοποιήθηκε αναλόγου τύπου όχημα όχι όμως το ίδιο το όχημα που είχε εμπλακεί στο δυστύχημα.
- Η μαρτυρία πραγματογνώμονα γενικά πρέπει να θέτει πάντα το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζει τη γνώμη του. Το οποιοδήποτε πείραμα ή εξέταση πρέπει να γίνεται τρόπο αντικειμενικό, η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε να επεξηγείται και να είναι επιστημονικά αποδεκτή.
- Εξέτασα με ιδιαίτερο προβληματισμό τα όσα ανέφερε ο ΜΚ
- Δέχομαι ότι για τον υπολογισμό του συντελεστή τριβής μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αναλόγου τύπου όχημα. Εκτός εάν τα ελαστικά ήταν φθαρμένα, οπότε και δεν θα άφηναν ίχνη τροχοπέδησης, ή το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο, δεν υπάρχει απόκλιση στα αποτελέσματα. Ως εκ τούτου δέχομαι τα ευρήματα του σε σχέση με το συντελεστή τριβής, εύρεσης ταχύτητας και στα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε και κατέγραψε στην αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 17) και στο σχέδιο αναπαράστασης (Τεκμήριο 18). Σημειώνω ότι ο ΜΚ 2 προέβη σε κάποιες προφορικές διορθώσεις τις οποίες έλαβα υπόψη μου. Επομένως δέχομαι το εύρημα του ότι το όχημα του κατηγορουμένου κινείτο με 71,6 ΧΑΩ όταν άρχισε να τροχοπεδεί και 59.92 ΧΑΩ κατά τη σύγκρουση.
- Όσον αφορά το σχέδιο αναπαράστασης, Τεκμήριο 18, οι μετρήσεις στην οδό έγιναν με βάση τις οδηγίες που έδινε στους ΜΚ 4 και
- Ο ίδιος χρησιμοποιώντας τις μετρήσεις του ΜΚ 4 έθεσε επί του Τεκμηρίου 18 τις αντίστοιχες θέσεις του οχήματος του κατηγορουμένου με βάση την ταχύτητα και ενδεχόμενους χρόνους αντίδρασης, σε συνάρτηση με το σημείο σύγκρουσης, εμβέλεια λήψης της κάμερας 1 και πορεία πεζού όπως τα διαπίστωσε μέσω της προβολής του Τεκμηρίου 15.2 και του δρόμου από το ΚΚΠ. Δέχομαι τα ευρήματα του ως έχουν διατυπωθεί και τις διαπιστώσεις του σε σχέση με την πορεία του πεζού, την εμβέλεια λήψης της κάμερας 1 και το σημείο σύγκρουσης.
- Η μαρτυρία του ως προς το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 ΧΑΩ επίσης δεν αμφισβητήθηκε και δέχομαι ότι το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο ήταν 50 ΧΑΩ.
- Από τη μαρτυρία του δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με την ρύθμιση των φώτων του οχήματος του κατηγορουμένου. Από την άλλη δεν εξηγήθηκε αν η ασυμμετρία που παρατηρήθηκε είχε οποιαδήποτε επίδραση στην πρόκληση του δυστυχήματος του, ούτε εξηγήθηκε με βάση τον οδικό φωτισμό ποιο ήταν το πεδίο και ακτίνα της ορατότητας του κατηγορουμένου το δεδομένο χρόνο κατά τρόπο συγκεκριμένο. Όσον αφορά τον οδικό φωτισμό σημειώνω τα όσα ανέφερα πιο πάνω, ότι ο ένας εκ των δύο πασσάλων δεν ήταν σε λειτουργία. Δέχομαι όμως την αναφορά του με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης η ορατότητα του κατηγορουμένου μπροστά του πρέπει να ήταν τουλάχιστον 50 μ. χωρίς όμως να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ως προς την ακτίνα του πεδίου ορατότητας. Τα όσα ανέφερε για την ενδεχόμενη επίδραση των εξ αντιθέτου κατευθυνόμενων οχημάτων ήταν απλή εκτίμηση η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει βάση εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος. Έπρεπε να γίνει δοκιμή.
- Όσον αφορά τη διαμόρφωση του δρόμου δέχομαι ότι αυτός δεν χωρίζεται σε λωρίδες πορείας και ότι δεν έχει οριζόντια σήμανση. Αξιολόγηση Αστ. 2869, Αργύρη Αργυρού (ΜΚ 3)
- Ο ΜΚ 3 είχε φωτογραφήσει τη σκηνή και το όχημα. Η δέσμη φωτογραφιών κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όσον αφορά τα προσόντα του, ως φωτογράφου, δεν έχουν αμφισβητηθεί και τα δέχομαι. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Τον κρίνω αξιόπιστο και δέχομαι ότι το Τεκμήριο 13 περιλαμβάνει φωτογραφίες της σκηνής και του οχήματος του κατηγορουμένου την επίδικη ημερομηνία. Αξιολόγηση Αστ. 3428, Κωνσταντίνου Χαραλάμπους (ΜΚ 4)
- Ο ΜΚ 4 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του αφορούσε την λήψη μέτρων και ετοιμασία σχεδίων, προχείρου και σε κλίμακα, τις δοκιμές για τα ίχνη τροχοπέδησης, την τοποθέτηση σημείων και λήψης μέτρων όταν έγινε η ταυτόχρονη προβολή των καταγραφέντων από την κάμερα 1 και της εικόνας της σκηνής. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο. Από τη μαρτυρία του δέχομαι:
(1)Την ορθότητα των μέτρων που έλαβε στη σκηνή την νύκτα του δυστυχήματος (Τεκμήριο 16 - πρόχειρο σχέδιο) αλλά και κατά την διάρκεια της ταυτόχρονης προβολής (Τεκμήριο 21 - σχέδιο σε κλίμακα).
(2)Ότι η δοκιμή για την καταγραφή των ιχνών τροχοπέδησης έγινε με το αστυνομικό όχημα ΚVH174 και τα αποτελέσματα του Skidman είναι αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 22.1-2. Ως προς το αν έπρεπε ή όχι να χρησιμοποιηθεί το ίδιο όχημα οι θέσεις που εξέφρασε ήταν ανάλογες με αυτές του ΜΚ 2 δεν κρίνω ότι η μαρτυρία του προσθέτει ή αφαιρεί οτιδήποτε αφού την ευθύνη της δοκιμής ελέγχου είχε ο ΜΚ 2.
(3)Ως προς τον φωτισμό του δρόμου και την επίδραση στην ορατότητα δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικός ούτε η μαρτυρία του ήταν τέτοια ώστε να μπορεί να εξαχθεί συγκεκριμένο εύρημα με βάση αυτή. Αφορούσε απλή εκτίμηση. Αξιολόγηση Αστ. 3100, Σταύρου Κυριάκου (ΜΚ 5)
- Ο ΜΚ 5 ήταν τυπικός μάρτυρας ο οποίος απλά συμμετείχε στις παράλληλες προβολές των όσων κατέγραψε το ΚΚΠ με την εικόνα της σκηνής για να διαπιστωθούν η εμβέλεια λήψης και οι πορεία του πεζού και του σημείου σύγκρουσης. Ο ίδιος δεν είχε γνώση για οτιδήποτε περεταίρω. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο. Δέχομαι ότι στις 11/06/14 συμμετείχε στις αναφερόμενες παράλληλες προβολές ώστε να ληφθούν οι αναγκαίες μετρήσεις και να ετοιμαστεί το σχέδιο αναπαράστασης. Αξιολόγηση Κατηγορουμένου
- Βασικές θέσεις του κατηγορουμένου ήταν ότι κινείτο με ταχύτητα 50 - 60 ΧΑΩ, ότι είχε δει το σκύλο να διασταυρώνει και αφού εφάρμοσε τα φρένα του ο θανών εισήλθε στην πορεία του με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει. Δεν είχε δει τον θανόντα προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος μου έκανε γενικά θετική εντύπωση. Οι θέσεις του έμειναν οι ίδιες ως η κατάθεση του. Τον κρίνω αξιόπιστο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι:
(1)Είδε τον σκύλο και αντέδρασε εφαρμόζοντας τα φρένα του και όχι τον πεζό. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι εξ αντιθέτου κατευθυνόμενα οχήματα περιόριζαν την ορατότητα του, αφού όπως φαίνεται και από τα καταγραφέντα στο ΚΚΠ πέρασε αριθμός οχημάτων στην πλευρά που κινείτο ο θανών. Επίσης ο ένας εκ των λαμπτήρων ήταν, όπως φαίνεται στις φωτ. 3 και 23, εκτός λειτουργίας.
(2)Ο θανών εισήλθε στην πορεία του αφού είχε ήδη εφαρμόσει τα φρένα του. Κατέληξα σ' αυτό το συμπέρασμα έχοντας κατά νου, τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την αποτυπωθείσα εμβέλεια της κάμερας 1 στο σχέδιο Τεκμήριο 21, και τα όσα καταγράφηκαν από την κάμερα 1 και εξηγήθηκαν στο Δικαστήριο. Στο χρονικό σημείο 20:51:02 ο θανών φαίνεται να είναι ακριβώς δίπλα στην πινακίδα («Δ» στο σχέδιο - Τεκμήριο 21), την άκρη της εμβέλειας λήψης της κάμερας 1 δηλαδή, συνεχίζοντας να βηματίζει. Είναι στο σημείο μεταξύ των 9,1 και 8,8 μ. από βόρεια προς νότια, στο Τεκμήριο 21 (βλ. πορεία Β) εκτός της πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου αφού το πλάτος του δρόμου είναι 13,2 μ. Όταν, επομένως, ο κατηγορούμενος στο 20:51:02-03 εφαρμόζει τα φρένα του ο θανών συνεχίζει να βηματίζει και προχωρεί σε σημείο που είναι εκτός της εμβέλειας της κάμερας 1, οπότε και φτάνει στο σημείο Χ στα 3,6 μ. από το βόρειο πεζοδρόμιο, εντός δηλαδή της πορείας του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου.
- Από την μαρτυρία του δεν δέχομαι την αναφορά του ως προς την ταχύτητα με την οποία κινείτο. Ήταν ασαφής, μάλλον δεν γνώριζε ή φοβόταν να πει την αλήθεια. Η πραγματική μαρτυρία κατέδειξε ότι η θέση του ήταν εσφαλμένη. Ως προς το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο ίδιος, η αναφορά του ήταν προφανώς λανθασμένη. Δεν θα αναμενόταν όμως από εμπλεκόμενο οδηγό να μπορεί να καταδείξει με σιγουριά σημείο σύγκρουσης. Αξιολόγηση Μαρίας Αυξεντίου (ΜΥ 1)
- Τα προσόντα της ΜΥ 1 δεν αμφισβητήθηκαν και τα δέχομαι. Η ΜΥ 1 κατέθεσε κατά τρόπο αντικειμενικό και χωρίς υπερβολές και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Την κρίνω αξιόπιστη. Από τη μαρτυρία της δέχομαι ότι στο υγρό ματιού του θανόντα εντοπίστηκε αλκοόλη σε ποσότητα 158 mg/dl η οποία προήλθε από κατανάλωση αλκοόλης. Η αντίστοιχη μέτρηση στο αίμα θα ήταν 144 mg/dl. Η κατανάλωση τέτοιας ποσότητας αλκοόλης σε περιστασιακούς χρήστες, προκαλεί συναισθηματική αστάθεια, απώλεια κριτικής σκέψης, αντίληψης και μνήμης, επηρεάζεται η όραση, υπάρχει ασυντονισμός κινήσεων και αστάθεια στην ισορροπία. Δέχομαι επίσης την επισήμανση της ότι αλκοολικοί έχουν μεγαλύτερες αντοχές και δεν θα έχουν τα ίδια συμπτώματα. Για τις ακριβείς επιπτώσεις στον θανόντα δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα αφού δεν υπάρχει μαρτυρία αν ήταν αλκοολικός ή περιστασιακός χρήστης. Δέχομαι όμως ότι κάποια επίδραση στη συμπεριφορά και αντίληψη του πρέπει να υπήρχε και ότι σίγουρα δεν είχε τη συμπεριφορά και αντίληψη νηφάλιου ατόμου. Ευρήματα
- Καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα 71,6 ΧΑΩ όταν άρχισε να τροχοπεδεί και 59.92 ΧΑΩ κατά τη σύγκρουση. Το όριο ταχύτητας στην οδό Πάφου είναι 50 ΧΑΩ. Ο κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του αφού είδε σκύλο να βρίσκεται εντός της πορείας του οχήματος του. Ο θανών εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν εκτός της πορείας του κατηγορουμένου. Με το που «κλείδωσαν» τα φρένα του οχήματος του κατηγορουμένου και άρχισε να τροχοπεδεί ο θανών εισήλθε εντός της πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μαζί του το όχημα του κατηγορουμένου. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του δεν μπορούσε να λάβει άλλα μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Ο δρόμος στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είναι 13,20 μ. Το σημείο σύγκρουσης ήταν στα 3,6 μ. από βόρεια προς νότια, εντός δηλαδή της πορείας που κατευθυνόταν το όχημα του κατηγορουμένου. Εάν το όχημα του κατηγορουμένου κινείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ, με χρόνο αντίδρασης 2 δευτερολέπτων θα σταματούσε σε απόσταση 6,83 μ. από το σημείο σύγκρουσης, με χρόνο αντίδρασης 1 δευτερολέπτου θα σταματούσε σε απόσταση 0,74 μ. από το σημείο σύγκρουσης. Με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του κατηγορουμένου, το πεδίο ορατότητας του πρέπει να ήταν τουλάχιστον 50 μ., δεν έχω ικανοποιηθεί όμως από την ενώπιον μου μαρτυρία ως προς την ακτίνα της και ότι ο θανών ήταν όντως ορατός από τον κατηγορούμενο προτού αυτός εφαρμόσει τα φρένα του, λόγω των διερχόμενων οχημάτων και της ποιότητας του φωτισμού, αλλά ούτε και στο σημείο που εφάρμοσε τα φρένα του. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Υπέρβαση ορίου Ταχύτητας - 2η κατηγορία
- Σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε: «6. - ....
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας €1708 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.»
- Κρίνω ότι με βάση τα ευρήματα μου η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην οδό Πάφου το εν λόγω όχημα με ταχύτητα 71 ΧΑΩ αντί του επιτρεπόμενου ορίου των 50 ΧΑΩ. Πρόκληση Θανάτου από μη υπαίτια αμέλεια - 1η κατηγορία
- Απομένει επομένως εάν με αυτά τα δεδομένα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση του άρθρου 210 ΠΚ, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του θανόντα.
- Το άρθρο 210 ΠΚ, προβλέπει: «
- Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
- Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο του θύματος. Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά δεν πρέπει να ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088[5]).
- Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230), δεν ορίζονται όμως από τον ίδιο το νόμο. Οι εν λόγω όροι έχουν ερμηνευθεί όμως από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία[6]. Απερίσκεπτη και Αλόγιστη Οδήγηση 85. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
- Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
- Το αν ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
- Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όμως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του αποτελέσματος (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Επικίνδυνη Οδήγηση
- Στην επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674).
- Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή αφορά έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wikinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[7]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
- Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
- Το ερώτημα επομένως που πρέπει να απαντηθεί είναι αν το δυστύχημα ήταν απόρροια απερίσκεπτης συμπεριφοράς ή επικίνδυνης παράλειψης ή πράξης του κατηγορουμένου.
- Η οδήγηση κατά παράβαση του ορίου ταχύτητας, αντικειμενικά, εκ πρώτης όψεως, δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύχει να χρησιμοποιήσει το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία, έστω και αν δεν υφίσταται συνειδητή ανάληψη τέτοιου κινδύνου από τον οδηγό. Επομένως είναι στη φύση της απερίσκεπτη πράξη. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται και σε απόλυτη απόδοση ευθύνης για σύγκρουση αφού πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του αποτελέσματος (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
- Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, εκτός αν οι υπόλοιποι παράγοντες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας (βλ. Quinn v. Scott [1965] 2 All E.R. 588, Alexandrou v. Gamble
(1974)1 CLR 5, Demou v. Constantinou
(1979)1 CLR 21, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 CLR 175, Παναγίδου ν. Κόκκινου
(2001)1 ΑΑΔ 122, Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1Γ ΑΑΔ 1825 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 383). Αυτό που στην ουσία εξετάζεται είναι αν το δυστύχημα είναι απόρροια της ταχύτητας, αν υπάρχει δηλαδή αιτιώδης συνάφεια ταχύτητας και σύγκρουσης.[8] 95. Όπως και στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφεαυτής την απερίσκεπτη πράξη ή σφάλμα του κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει κάποια ευθύνη (βλ. Kannas v. Police
(1968)2 CLR 29, 39[9], Stylianou v. Police
(1971)2 CLR 155, 157[10] και R. v. Hennigan
(1971)55 Cr. App. R. 262, 264-265[11]) για την πρόκληση του δυστυχήματος και κατ' επέκταση του θανάτου. Η ευθύνη αυτή έχει περιγραφεί ως ουσιώδης (substantial) (βλ. σχόλια στην Kannas, ανωτέρω) ή ουσιαστική (substantive) (βλ. Gavalas v. Police
(1985)2 CLR 114, 131). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου αλλά αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. Hennigan, ανωτέρω). Στην R. v. L [2011] R.T.R. 19, o Toulson L.J συνόψισε την νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως, στη σελ. 240, παρ. 9: «Those authorities establish or recognise these principles: first, the defendant's driving must have played a part not simply in creating the occasion for the fatal accident, i.e. causation in the "but for" sense, but in bringing it about; secondly, no particular degree of contribution is required beyond a negligible one; thirdly, there may be cases in which the judge should rule that the driving is too remote from the later event to have been the cause of it, and should accordingly withdraw the case from the jury.» Σε δική μου ελεύθερη μετάφραση: «Εκείνες οι αυθεντίες καθιερώνουν ή αναγνωρίζουν τις ακόλουθες αρχές: πρώτον, η οδήγηση του κατηγορουμένου πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο όχι απλά στη δημιουργία της περίστασης του θανατηφόρου δυστυχήματος, δηλαδή αιτιώδους συνάφειας εν τη εννοία του «εκτός εάν», αλλά στην πρόκληση της· δεύτερον, δεν απαιτείται συγκεκριμένος βαθμός συνεισφοράς πέραν της ελάχιστης· τρίτον, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις όπου ο δικαστής θα πρέπει να αποφασίσει ότι η οδήγηση ήταν τόσο απομακρυσμένη από το αποτέλεσμα ώστε να ήταν η αιτία του, και θα πρέπει να αποσύρει την υπόθεση από τους ενόρκους.»
- Εξέτασα αν από τα ευρήματα μου εξάγεται συμπέρασμα ότι η οδήγηση καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας ήταν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ουσιώδης αιτία της σύγκρουσης, ως επιτάσσει η Κυπριακή νομολογία επί του θέματος, ή, έστω αιτία ως η γραμμή που έχει ακολουθηθεί στην Αγγλία. Η κατάληξη μου είναι αρνητική. Ο κατηγορούμενος είχε αντιδράσει με το που είδε τον σκύλο εφαρμόζοντας τα φρένα του. Από το σημείο εκείνο και μετά δεν ήταν σε θέση να διαφοροποιήσει την πορεία του οχήματος του. Η είσοδος του θανόντα στην πορεία του, έγινε μετά την εφαρμογή των φρένων του, επομένως δεν υπήρχε άλλο περιθώριο αντίδρασης. Δεν μου διαφεύγει ότι αν ο κατηγορούμενος κινείτο με 50 ΧΑΩ δεν θα συγκρουόταν με τον θανόντα, αυτό όμως δεν διαφοροποιεί, κατά την άποψη μου, την απουσία αιτιώδους συνάφειας με το αποτέλεσμα. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος αντέδρασε στην παρουσία του σκύλου εφαρμόζοντας τα φρένα του, η είσοδος του θανόντα στην πορεία του κατηγορουμένου αποτέλεσε ανεξάρτητη αιτία που προκάλεσε τη σύγκρουση, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν διαπίστωσα ότι ήταν ορατός τη δεδομένη στιγμή ή προηγουμένως. Επομένως ακόμη και αν κριθεί απερίσκεπτη η οδήγηση του κατηγορουμένου απουσιάζει η σύνδεση με το αποτέλεσμα, αφού ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε ήταν αποτέλεσμα της ενέργειας του θανόντα και όχι της οδήγησης του κατηγορουμένου.
- Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να συμπεραθεί ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να είναι ένοχος επικίνδυνης ή έστω αμελούς οδήγησης[12] αφού η σύγκρουση δεν είναι αποτέλεσμα δικού του σφάλματος ή παράλειψης αφού η επικίνδυνη κατάσταση που προκάλεσε τη σύγκρουση δημιουργήθηκε μετά την εφαρμογή των φρένων του από ανεξάρτητη αιτία.
- Κρίνω ότι με την ενώπιον μου μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Κατάληξη
- Η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία.
- Σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. ------------- Δικαστήριο: Θέλετε να προχωρήσετε για την ποινή στην 2η κατηγορία σήμερα; κ. Κουτσόφτας: Μάλιστα. Ο κατηγορούμενος έχει 2 βαθμούς ποινής, λευκό ποινικό μητρώο και έχουν συσσωρευτεί έξοδα €
- κα. Αναξαγόρου: Να προχωρήσουμε σήμερα. Λάβετε υπόψη την απολογία του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν ήταν τόσο μεγάλη. Ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα της πράξης του. Είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, γεγονός που δεικνύει ένα άτομο το οποίο σέβεται του Νόμους της Δημοκρατίας. Υπόσχεται μέσω μου ότι θα είναι πολύ πιο προσεκτικός στο μέλλον. Είναι σήμερα ηλικίας 24 χρονών, παρακολουθεί μαθήματα ώστε να λάβει ένα δίπλωμα σε σχέση με Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές και σχεδιασμό προγραμμάτων. Προέρχεται από διαζευγμένη οικογένεια, είναι το τέταρτο παιδί. Στο παρόν στάδιο δεν εργάζεται ο κατηγορούμενος και επικαλείται την μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. Ευχαριστώ. Δικαστήριο ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος με απόφαση που έκδωσα ενωρίτερα σήμερα κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, και συγκεκριμένα ότι στις 27/8/2013 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής BAD 024 στην οδό Πάφου, στη Λεμεσό, με ταχύτητα 71 ΧΑΩ αντί του επιτρεπομένου ορίου
- Δεν θα αναφερθώ περισσότερο στα γεγονότα της υπόθεσης, φαίνονται στην απόφαση μου. Θα περιοριστώ μόνο στο να πω ότι, η 1η κατηγορία που αφορούσε την πρόκληση θανατηφόρου δυστυχήματος, γι' αυτήν την κατηγορία έχει αθωωθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση μου. Επομένως η ταχύτητα του, σύμφωνα με τα ευρήματα μου δεν έχει συνδεθεί με την πρόκληση του θανάτου. Δεν παύει όμως από το να είναι υψηλή υπέρβαση, λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν κατοικημένη περιοχή. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι έχει κριθεί ένοχος μετά από ακρόαση και ως εκ τούτου δεν δικαιούται της έκπτωσης της ποινής που θα δικαιούτο αν έκανε άμεση παραδοχή. Λαμβάνω ασφαλώς υπόψη μου την ηλικία του κατηγορούμενου και το λευκό του ποινικό μητρώο. Επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία ποινή προστίμου €350 πλέον 3 βαθμούς ποινής. Τα έξοδα της διαδικασίας ύψους €220 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. [1] Κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)
(7), 19 και 20 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. [2] Δήλωση των μερών στις 7/12/
- [3] Δήλωση των μερών στις 7/12/
- [4] Στην κατάθεση του αναφέρονται και τα προσόντα του τα οποία δεν έκρινα σκόπιμο να αναφέρω. [5] 'It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best'. [6] Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act
- [7] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s.
- is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' [8] Στην Alexandrou v. Gamble
(1974)1 CLR 5, χρησιμοποιείται η φράση «causative of the collision». [9] 'Secondly, even if the driver of the motor-car were to be blamed to a certain extent for such collision, the appellant was still properly convicted for causing the death of such driver and his passenger. What amounts to "causing" death in the sense of section 210 is to be found laid down in section 211 of Cap. 154, which provides that a person is deemed to have caused the death of another person, although his act is not the immediate or the sole cause of death, and even if his act or omission would not have caused the death unless it had been accompanied by an act or omission of the person killed or of other persons; and on the basis of the facts of this case it cannot be seriously argued that the deaths of the two occupants of the motor-car were not caused, in the sense of section 211, through the careless driving of the appellant. The trial Judge in his judgment referred, in this respect, to the test laid down in R. v. Could (1964, 1 W.L.R. p. 145); in that case it was decided that the driving of the accused should be "a substantial" cause of the death of the deceased but need not be the sole cause of such death. Even if we were to apply such a test in the case before us we would unhesitatingly say that the careless driving of the appellant was a substantial cause of the fatal accident in question.' [10] 'Bearing in mind the evidence of the father of the deceased as well as the manner in which the car collided with the lorry, it appears that the collision did not occur while the father of the deceased was making an effort to drive his car in such a way as to pass between the lorry and the van, in which case the offside of the car would have collided with the offside of the lorry; thus, it could not be said, beyond reasonable doubt, that the position in the road of the lorry of the Appellant was, also, a cause, in the sense of section 210 (see, inter alia, Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, at pp. 38, 39), of the fatal collision.' [11] 'The Court would like to emphasise that there is nothing in the statute which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates. What has happened in the past is that judges have found it convenient to direct the jury in the form that it must be, as in one case it was put, the substantial cause. That case was R. v. Curphey
(1957)41 Cr.App.R. 78, in which Finnemore J. gave a direction in that form to the jury. That, in the opinion of this Court, clearly went too far, and Brabin J. in a later case, R. v. Gould
(1933)47 Cr.App.R. 241, left it to the jury in the form of "a substantial cause." Though the word "substantial" does not appear in the statute, it is clearly a convenient word to use to indicate to the jury that there must be something more than de minimis, and also to avoid possibly having to go into details of legal causation, remoteness and the like. That appears from the further direction of the judge, who in terms said that it must not be remote, and that it must be a real cause as opposed to being a minimal cause. It is perhaps unfortunate that he dealt with the matter in the illustration he gave on the basis of apportioning blame, but when one analyses it, it is quite clear that the direction, if anything, was much too favourable to the appellant. The Court is quite satisfied that even if the appellant was only one-fifth to blame, he was a cause of the death of these two people.' [12] Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο