ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 17065/13, 1/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17065/13 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 1η Ιουνίου, 2017 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Μιχαήλ. Κατηγορούμενος, παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου)
- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 6 κατηγορίες. Αφορούν οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΤΥ 799, στις 30/6/2012, στην οδό Νίκαιας στη Λεμεσό, χωρίς άδεια οδήγησης[1] (κατηγορία 1), χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου[2] (κατηγορία 2), επικίνδυνα για το κοινό[3] (κατηγορία 3), χωρίς προστατευτικό κράνος[4] (κατηγορία 4), χωρίς φώτα[5] (κατηγορία 5) και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση[6] (κατηγορία 6). Οι κατηγορίες 1, 2, 4 και 6 είναι παραδεκτές. Οι κατηγορίες 3 (επικίνδυνη οδήγηση) και 5 (οδήγηση χωρίς φώτα) μη παραδεκτές.
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Αστ. 1953, Μιχάλη Παναγιώτου (ΜΚ 1), τον κ. Δημήτρη Κωνσταντίνου (ΜΚ 2), τον κ. Ανδρέα Μονογιό (ΜΚ 3) και τον κ. Πόλυ Αναστασιάδη (ΜΚ 4). Κατατέθηκαν συνολικά 9 Τεκμήρια.
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 30/6/2012, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KΤΥ 799, στην οδό Νίκαιας, επικίνδυνα και χωρίς τα φώτα πορείας του σε λειτουργία.
- Η οδήγηση της μοτοσικλέτας από τον κατηγορούμενο δεν αμφισβητείται. Αποτελεί επίσης κοινή θέση ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου η οδός Νίκαιας συμβάλλεται με την 22η οδό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΜΚ 2, συγκρούστηκε με την μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου ενώ ο ΜΚ 2 επιχειρούσε να εισέλθει στην οδό Νίκαιας από την 22η οδό επιχειρώντας στροφή δεξιά.
- Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Με αναφορά στη νομολογία και την μαρτυρία προέβαλε τη θέση ότι η μαρτυρία των ΜΚ 2, 3 και 4 εμπεριείχε αντιφάσεις. Περαιτέρω κρινόμενη αντικειμενικά και ανεξάρτητα η μαρτυρία τους ήταν τόσο αντιφατική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σ' αυτούς για να καταδικάσει.
- Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Η θέση της ήταν ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 3ης και της 5ης κατηγορίας.
- Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). 8. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). 9. Στην R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριακή Νομολογία (βλ. Azinas, Χριστοδούλου και Παναγιώτου) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1062[7] (παραθέτω το σχετικό απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση): «Πως λοιπόν πρέπει ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση;
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει δυσκολία. Ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία προκύπτει όπου υπάρχει κάποια μαρτυρία, δεν είναι όμως αρκετά ισχυρή, επειδή π.χ. είναι εν γένει αδύνατη ή ασαφής ή επειδή είναι ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) Όπου ο δικαστής συμπεραίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τέτοια που οι ένορκοι ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν να καταδικάσουν με βάση αυτή, αποτελεί υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση, να σταματήσει την υπόθεση, (β) Όπου όμως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και από μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία οι ένορκοι θα μπορούσαν να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους.»
- Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιεγγέρη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Π.Ε. 121/2014, 16/12/2016 και In Re Kakos, ανωτέρω).
- Εξέτασα με πολύ προσοχή την ενώπιον μου μαρτυρία και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του σε καμιά από τις δύο κατηγορίες που εκκρεμούν για τους λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια. Επικίνδυνη Οδήγηση - 3η κατηγορία
- Για την κατηγορία αυτή η ουσιαστική μαρτυρία ήταν αυτή των ΜΚ 2, 3 και
- Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής, έλαβε τις καταθέσεις και κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3). Στο ζήτημα αυτό θα αναφερθώ στη συνέχεια. Περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος δεν κατηγορήθηκε γραπτώς για επικίνδυνη οδήγηση.
- Ο ΜΚ 2 υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 6 και συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε, Τεκμήριο 7, ως την κυρίως του εξέταση. Οδηγούσε στον 22ο δρόμο, σταμάτησε στο αλτ με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Νίκαιας. Αριστερά του δεν είχε οχήματα. Δεξιά είδε σε απόσταση 300 μ. περίπου όχημα τύπου Mercedes να έχει τον δεξιό δείκτη σε λειτουργία με πρόθεση να στρίψει αριστερά στον 22ο δρόμο. Όταν τους χώριζε απόσταση 100 μ. περίπου εισήλθε στην οδό Νικαιας επιχειρώντας στροφή δεξιά. Αντιλήφθηκε τότε, σε απόσταση 10 μ., μοτοσικλέτα που προσπερνούσε από δεξιά το όχημα, με μεγάλη ταχύτητα. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας εφάρμοσε τα φρένα του ανεπιτυχώς και συγκρούστηκε με το όχημα του ΜΚ 2 το οποίο ακινητοποιήθηκε μετά τη σύγκρουση. Το Mercedes ακολουθούσαν και άλλα αυτοκίνητα. Η θέση του ήταν ότι η ταχύτητα του κατηγορουμένου προέκυπτε και από τις ζημιές που υπέστησαν τα δύο οχήματα. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε το μπροστινό του φως σε λειτουργία.
- Ο ΜΚ 3 ήταν ο οδηγός του Mercedes. Υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση, Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ήταν ότι κινείτο επί της οδού Νίκαιας με πρόθεση να στρίψει αριστερά στον 22ο δρόμο, επομένως είχε τον αριστερό του δείκτη σε λειτουργία και άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα. Είδε από το καθρεφτάκι του την μοτοσικλέτα να τον ακολουθεί. Τον προσπέρασε από δεξιά και εκείνη τη στιγμή εισήλθε το όχημα του ΜΚ 2 από τον 22ο δρόμο. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας εφάρμοσε τα φρένα του με αποτέλεσμα να συρθεί και να κτυπήσει στο άλλο όχημα. Ο ΜΚ 3 δεν ήταν σίγουρος αν τον ακολουθούσε άλλο όχημα, αν και αρχικά ήταν αρνητικός. Ο ίδιος κινείτο με ταχύτητα 30 ΧΑΩ και ήταν με την εντύπωση ότι η μοτοσικλέτα δεν κινείτο με μεγάλη ταχύτητα αφού τον ακολουθούσε, ούτε άκουσε άλλο θόρυβο εκτός από τα φρένα της.
- Ο ΜΚ 4 υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση, Τεκμήριο
- Εισήλθε στην οδό Νίκαιας από πάροδο με πρόθεση να στρίψει δεξιά στον 8ο δρόμο. Άκουσε θόρυβο και επειδή δεν έβλεπε αποφάσισε να συνεχίσει ευθεία, οπότε και τον προσπέρασε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού από τα δεξιά, μετά από δύο δευτερόλεπτα έχασε οπτική επαφή, προχώρησε, είδε καπνό και όταν πλησίασε τη συμβολή είδε ότι η μοτοσικλέτα είχε συγκρουστεί με όχημα που είχε εισέλθει στη συμβολή. Προφορικά ανέφερε άκουσε το θόρυβο ότι είδε απλά «μια σκιά», δεν πρόλαβε να δει οτιδήποτε και αυτό εννοούσε όταν ανέφερε στην κατάθεση του ότι έχασε οπτική επαφή. Η θέση του ήταν ότι η μοτοσικλέτα πρέπει να κινείτο με 150 ΧΑΩ τουλάχιστον.
- Αστυνομική κατάθεση κάποιου κ. Θάνου Ιωάννου που κατατέθηκε στα πλαίσια αντεξέτασης του ΜΚ 1 δεν προσθέτει οτιδήποτε αφού ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε δει το δυστύχημα, είδε όμως την μοτοσικλέτα αμέσως πριν τη σύγκρουση να κινείται αργά. Ο οδηγός της, αναφέρεται, δεν φορούσε κράνος. Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι δεν θυμάται τι είχε γίνει την ημέρα εκείνη.
- Ο ΜΚ 1 ανέφερε ρητά ότι για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο στηρίχθηκε στα λεχθέντα των ΜΚ 2 και ΜΚ
- Η σφοδρότητα της σύγκρουσης τον οδήγησε σε συμπέρασμα ότι η μοτοσικλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα.
- Η επικίνδυνη οδήγηση καθίσταται αδίκημα δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα 2562 ευρώ ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» 19. Από το λεκτικό του άρθρου καθίσταται αναγκαία η απόδειξη και η κατάληξη σε ευρήματα που να οδηγούν σε νομικό συμπέρασμα, κατ' αναλογία με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα, ότι κατηγορούμενος οδηγούσε είτε αλόγιστα και απερίσκεπτα[8] ή επικίνδυνα (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 230). 20. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). 21. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674).
- Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[9]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
- Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
- Έχοντας κατά νου τις προαναφερθείσες αρχές, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, κρινόμενη στο απόγειο της, είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη. Η μαρτυρία των μαρτύρων σε καίρια σημεία ιδιαίτερα ως προς την ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν συγκρουόμενη. Ο ΜΚ 2 είδε την μοτοσικλέτα την τελευταία στιγμή, ο ΜΚ 4 είδε, αν είδε, σκιά, ο ΜΚ 3 δεν την αντιλήφθηκε να τρέχει. Ο ΜΚ 1 και ο ΜΚ 2 αναφέρθηκαν στις ζημιές και τη σφοδρότητα της σύγκρουσης ως ένδειξη. Χωρίς όμως περαιτέρω ανάλυση και εξήγηση το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αξιολογήσει τις αναφορές. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν παρουσιάστηκαν φωτογραφίες, πέραν του Τεκμηρίου 8, φωτογραφία στην οποία δεν φαίνονται οι ζημιές, σχέδιο ή έντυπα περιγραφής της έκτασης των ζημιών.
- Ακόμη όμως και η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς την οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αφού ουδείς την προσδιόρισε επαρκώς και σαφώς. Αντίθετα, όλοι έκαναν εικασίες σε σχέση με την ταχύτητα, τον τρόπο που προσπέρασε, αν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα, ούτε αναφέρθηκε αν εισήλθε στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας ή αν απλά προσπέρασε το όχημα του ΜΚ 3 χωρίς να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας. Είναι αδύνατη επομένως η εξαγωγή συμπεράσματος ως προς το αν ο τρόπος οδήγησης του ήταν απερίσκεπτος ή επικίνδυνος. Η ταχύτητα εν πάση περιπτώσει από μόνη της δεν στοιχειοθετεί αμέλεια (βλ. Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1Γ ΑΑΔ 1825, 1831 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 383, 387) πολύ περισσότερο δε, χωρίς να συναρτηθεί με τις κρατούσες, συνθήκες τη δεδομένη στιγμή ως απαιτεί και το άρθρο 7 του Ν. 86/
- Οδήγηση χωρίς φώτα - 5η κατηγορία.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας: «Ο κατηγορούμενος στις 30/6/12 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΤΥ 799 στην Νίκαιας, κατά το διάστημα μεταξύ μισής ώρας μετά τη δύση του ηλίου και μισής ώρας προ της ανατολής του ηλίου, δηλαδή η ώρα 1220 χωρίς τούτο να είναι εφοδιασμένο με ένα μπροστινό φανό που να ήταν τοποθετημένος στην μπροστινή πλευρά του και να εκπέμπει φως χρώματος λευκού δηλαδή, χωρίς μπροστινό φως.»
- Η έκθεση αδικήματος παραπέμπει στον κ. 50
(10)(α) (ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν, και ειδικότερα στο αδίκημα που προκύπτει από την υποπαράγραφο (ι). Οι διατάξεις προνοούν τα ακόλουθα:
- Τηρουμένων των διατάξεων των Κανονισμών 51, 52 και 53 και λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο κινητήρ φορτηγού μηχανοκινήτου οχήματος ή λεωφορείου δέον όπως αναπτύσση 4.
- καθαράς χιλιοβατόρας (NET KILOWATTS) ανά 1000 χιλιόγραμμα μικτού βάρους, ουδείς θέλει προκαλέσει, ανεχθεί ή επιτρέψει την χρήσιν μηχανοκινήτου οχήματος εφ' οιασδήποτε οδού, ουδέ, οδηγήσει ή αναλάβει την ευθύνην ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος ότε τούτο χρησιμοποιείται εφ' οιασδήποτε οδού, εκτός εάν τηρηθώσιν αι ακόλουθοι διατάξεις: .................
(10)Παν όχημα μηχανοκίνητον ή μη δέον όπως είναι εφωδιασμένον διά δύο ή πλειόνων φανών ούτω κατεσκευασμένων και τοποθετημένων επί του οχήματος ώστε να εκπέμπωσι φώς κατά τας κάτωθι διατάξεις: (α) το όχημα δέον όπως είναι εφωδιασμένον διά δύο προσθίων φανών, ενός εκάστου φανού τοποθετημένου εφ' εκατέρας των προσθίων πλευρών αυτού, και ούτω εστερεωμένον ώστε ουδέν μέρος τον οχήματος ή του εξοπλισμού αυτού να εκτείνηται πλαγίως, από της πλευράς του φανού, πλέον των τριάκοντα εκατοστών του μέτρου πέραν του κέντρου του φανού· οι φανοί ούτοι δέον όπως εκπέμπωσι λευκόν φώς ορατόν εντός ευλόγου αποστάσεως προς την κατεύθυνσιν της πορείας ή της σκοπουμένης πορείας του οχήματος· το όχημα δέον προς τούτοις όπως είναι εφωδιασμένον διά δύο οπισθίων φανών, ενός εκάστου τοποθετημένου εφ' εκατέρας των οπισθίων πλευρών αυτού και ούτω εστερεωμένον ώστε ουδέν μέρος του οχήματος ή τον εξοπλισμού αυτού να εκτείνηται πλαγίως, από της πλευράς του φανού, πλέον των τεσσαράκοντα εκατοστών του μέτρου πέραν του κέντρου του φανού· οι οπίσθιοι φανοί δέον όπως εκπέμπωσι φως χρώματος ερυθρού προς την αντίθετον κατεύθυνσιν της πορείας του οχήματος· οι φανοί ούτοι δέον όπως είναι ούτω εσχεδιασμένοι ώστε να φωτίζωσι και να καθιστώσιν ευχερώς ευκρινή τα γράμματα και τους αριθμούς τους αναγεγραμμένους επί της πινακίδος, επί της οπίσθιας όψεως του οχήματος εκτός εάν το όχημα είναι εξωπλισμένον δι' ετέρου μέσον χρησιμοποιουμένον επί τω σκοπώ τούτω: Νοείται ότι προκειμένου περί μοτοσυκλεττών και μοτοποδηλάτων, ταύτα δέον όπως είναι εφωδιασμένα με σύστημα πρόσθιων φανών όπως αυτά τοποθετούνται από τον κατασκευαστή, τα οποία εκπέμπουν προς την κατεύθυνσιν της πορείας ή της σκοπουμένης πορείας του οχήματος, και δι' ενός οπισθίου φανού εκπέμποντος φως χρώματος ερυθρού προς την αντίθετον κατεύθυνσιν· οι φανοί θα πρέπει να είναι αναμμένοι και κατά τη διάρκεια της ημέρας και κατά τη διάρκεια της νύχτας μοτοσυκλέτται μετ' αμαξιδίου υπόκεινται, διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου, εις τας προνοίας, αι οποίαι διέπουσι τα λοιπά μηχανοκίνητα οχήματα: ... (ι) παν μηχανοκίνητον όχημα δέον όπως έχη αναμμένους τους φανούς, κατά το διάστημα μεταξύ ημισείας ώρας μετά την δύσιν του ηλίου και ημισείας ώρας προ της ανατολής του ήλιου, ώστε να εκπέμπουν φως κατά τας ανωτέρω διατάξεις. 28. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορία εξειδικεύει την οδήγηση χωρίς φως μετά τη δύση του ήλιου. Η ενώπιον μου μαρτυρία αφορά οδήγηση την ημέρα, περί 12:20 το μεσημέρι. Αν και ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς, Τεκμήριο 6, για οδήγηση χωρίς φώτα πορείας, και παραδέχθηκε, κατά τρόπο που ίσως παρέπεμπε στην επιφύλαξη του κ. 50
(10)(α) και όχι το (ι), δεν είναι αυτή η κατηγορία που εντέλει προωθήθηκε στο κατηγορητήριο, οπότε και η παραδοχή του δεν οδηγεί πουθενά από μόνη της αφού δεν διευκρινίστηκε τι ακριβώς παραδέχθηκε. 29. Η αυτεπάγγελτη τροποποίηση με νέα κατηγορία για ενδεχόμενη διάπραξη άλλου αδικήματος σ' αυτό το στάδιο με βάση το άρθρο 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επιτρέπεται και εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην Pouris and others v R.
(1983)2 CLR
- Υπό τις περιστάσεις όμως, λαμβάνοντας υπόψη μου και το γεγονός ότι εντοπίστηκαν αντιφάσεις στην μαρτυρία των μαρτύρων στην οποία και ο ΜΚ 1 στηρίχθηκε στην προώθηση της κατηγορίας, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας.
- Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία στις κατηγορίες 3 και
- Οι κατηγορίες 3 και 5 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Interim/ Prima Facie Case/ Dangerous driving/ s. 7, Law 86/
- Αναφορά: Ποινική/ Ενδιάμεση/ Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/ Επικίνδυνη Οδήγηση/ άρθρο 7, Ν.86/
- [1] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1), 49
(1)(α) και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, Ν. 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε. [2] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5)και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [3] Κατά παράβαση των άρθρων 7
(1), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. [4] Κατά παράβαση των κ. 59
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84. [5] Κατά παράβαση των κ. 50
(10)(α) (ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84. [6] Κατά παράβαση των άρθρων 11 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. [7] «How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.» [8]Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). [9] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s. 3. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο