Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντώνη Λοίζου, Aρ. Υπόθεσης: 2673/14, 14/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 2673/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Αντώνη Λοίζου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 14.06.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον κατηγορούμενο: κα. Χ.Γεωργίου για κα. Μ. Πατσαλίδου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τέσσερις κατηγορίες. Συγκεκριμένα για επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία), για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία), για ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία) και για δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η κατηγορία). Τα γεγονότα, πέραν των όσων αναφέρονται στις εκθέσεις αδικημάτων, αποτέλεσαν αντικείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Κατωτέρω παραθέτω αυτούσια τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στη βάση των οποίων κατέληξε ότι όλα τα αδικήματα έχουν αποδειχθεί και μέσα από τα οποία δίδεται η πλήρης εικόνα για το πως εξελίχθηκαν τα πράγματα την επίδικη μέρα: « Ο ΜΚ1, την 01/09/2013 ανέλαβε ειδικό καθήκον για έλεγχο τροχαίων παραβάσεων καθώς και έλεγχο αλκοόλης στην Λεμεσό στην οδό Σιαφή. Υπηρετούσε στο Αρχηγείο Αστυνομίας και ήταν τότε αποσπασμένος στους Ουλαμούς Προλήψεως Δυστυχημάτων (ΟΠΟΔ). Περί η ώρα 04:00 ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΜF 689, AUDI-A3 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας που είχε μαζί του διαπίστωσε ότι μύριζε πολύ έντονα οινόπνευμα, τραύλιζε δηλαδή δεν μιλούσε κανονικά και είχε δυσκολία στην ομιλία. Του ζήτησε να κατεβεί κάτω από το αυτοκίνητο και όταν το έπραξε αυτός δυσκολευόταν στην αρχή να περπατήσει. Του ζήτησε να του παρουσιάσει την άδεια οδηγήσεως του και αυτός αρνήθηκε. Του ζήτησε να του παρουσιάσει την πολιτική του ταυτότητα για να διαπιστώσει τα στοιχεία του και πάλι συνέχιζε να αρνείται επίμονα να συνεργαστεί. Του ζήτησε να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του ανέφερε ότι τυχόν άρνηση του ή αποφυγή να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε σύλληψη, αυτός απάντησε «Δκιό Ουίσκια ήπια». Του έκανε προκαταρτικό έλεγχο με την μηχανή 939 με αποτέλεσμα 200mg/αντί 22mg που είναι το υπό του νόμου καθορισμένο όριο. Αμέσως πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τον πληροφόρησε ότι είναι υπόχρεος να του δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση του ή αποφυγή του να το πράξει τούτο δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, και αυτός απάντησε, «Δεν σου δυό τίποτε ρε μαλάκα, είσαι βλάκας» και άρχισε να φωνάζει, να αντιδρά, να τον σπρώχνει με τα δύο του χέρια και να τον κτυπά στο στήθος. Παρά τα πιο πάνω ο ΜΚ1 παρέμεινε ήρεμος. Του ζήτησε να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει και να τον κτυπά και να τον σπρώχνει στο στήθος. Του ζήτησε ξανά να του δώσει δείγμα για την τελική εξέταση και αυτός πάλι αρνήθηκε και συνέχισε να φωνάζει να τον αποκαλεί βλάκα, να τον λέει μαλάκα, να τον σπρώχνει πολύ δυνατά και να τον κτυπά με τα δύο του χέρια στο στήθος του αλλά και στα χέρια του. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος άρπαξε με το δεξιό του χέρι το αριστερό χέρι του ΜΚ1 και προσπαθούσε να του το κλώσει/στρίψει και άρχισε να τον κλωτσά με τα πόδια του στα πόδια του και να συνεχίζει να τον λέει βλάκα και μαλάκα και να του λέει έπρεπε να παίξεις πελλό και να με αφήσεις να φύγω όξα εν να πληρωθείς παραπάνω. Αμέσως ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της άρνησης να δώσει δείγμα εκπνοής καθώς επίσης για επίθεση εναντίον Αστυνομικού εν ώρα καθήκοντος, για δημόσια εξύβριση, ως επίσης για αντίσταση σε νόμιμη σύλληψη αφού κατά τη σύλληψη του αυτός συνέχιζε να τον κτυπά με τα χέρια του όπου έβρισκε, να αντιστέκεται επίμονα και ο ΜΚ1 δυσκολεύτηκε πάρα πολύ για να του περάσει χειροπέδες για να γίνει κατορθωτή η σύλληψη του. Ας σημειωθεί ότι στην οδό Σιαφή καθ' όλη τη διάρκεια του πιο πάνω συμβάντος υπήρχε τροχαία κίνηση και διερχόμενοι πεζοί, όπως επίσης και άλλοι αστυνομικοί που διενεργούσαν και αυτοί ελέγχους. Μετά που έγινε κατορθωτή η σύλληψη του πιο πάνω, ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον Αξιωματικό υπηρεσίας Λεμεσού για όλο το συμβάν και κατόπιν άδειας του, μετέφερε τον συλληφθέντα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού για τα περαιτέρω. Στον κεντρικό σταθμό Λεμεσού, ο συλληφθέντας ήταν αντιδραστικός, μη συνεργάσιμος, δεν υπόγραψε τα δικαιώματα του, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για όλα τα δικαιώματα του και του προσκόμισε το σχετικό έντυπο, και αν ήθελε να τα ασκήσει και αυτός αρνήθηκε επίμονα και με τα δύο του χέρια του έδειχνε το σημείο των γεννητικών του οργάνων και του έλεγε ότι θα πιάσει τα αρχίδια του και ότι όλους τους έχει γραμμένους στα αρχίδια του και αυτό το έλεγε συνέχεια. Σε κάποια στιγμή από μόνος του ο κατηγορούμενος εκμυστηρεύτηκε στον ΜΚ1 ότι κάπου προηγουμένως έκανε δυστύχημα, κτύπησε πάνω σε κάποιο αυτοκίνητο αλλά δεν θυμάται που ακριβώς. Την εξέταση της υπόθεσης ανέλαβε η Αστ. 3362 του σταθμού πόλεως Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος την 01/09/13 και μεταξύ των ορών 11:45-11:50 στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού κατηγορήθηκε γραπτώς εν σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση και απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». » Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής ζήτησε να ληφθούν υπόψη : - το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου - ότι είναι σχετικά νεαρό άτομο, 29 ετών σήμερα. - οι προσωπικές του περιστάσεις : Διαμένει με τους γονείς του. Είναι παιδί συγκροτημένης, πενταμελούς οικογένειας. Έχει άλλα 2 αδέλφια ηλικίας 26 και 21 ετών. Οι γονείς του διαχειρίζονται καντίνα (σάντουιτς). Διατηρεί πλυντήριο αυτοκινήτων, εργάζεται σκληρά 6 φορές την βδομάδα και έχει εισόδημα €1500.- περίπου μηνιαίως. Καταβάλλει δόση €80.- σε δάνειο που σύνηψε για σκοπούς της δουλειάς του δηλ. του πλυντηρίου που διατηρεί. Τέλος, με αναφορά σε νομολογία, εισηγήθηκε την αναστολή της ποινής φυλάκισης, εάν το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή τέτοιας ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχήν από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 χρόνων, για το αδίκημα της κατηγορίας 3 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών και για το αδίκημα της κατηγορίας 4 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 1 μηνός ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα 128 ευρώ ή και οι δύο αυτές ποινές. Σοβαρότερα βέβαια είναι τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 δηλαδή της επίθεσης κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης και της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη. Αδικήματα τα οποία διαπράττονται με άσκηση βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Τόκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας με τα εξής λόγια: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Πόσο μάλλον προσθέτω όταν η εν λόγω άσκηση βίας εξασκείται επί αστυνομικού οργάνου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Επίσης για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, παραπέμπω στις υποθέσεις Rock v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 251 και Zak & others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6, όπου επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. Σοβαρά όμως είναι και τα λοιπά αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και σημειώνεται εδώ ότι η μη ειδική αναφορά τους ανωτέρω δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση υποτίμηση της σοβαρότητας τους. Όλα δε τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα πρέπει λεχθεί εδώ ότι δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση, κάτι για το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης, που καταχωρούνται ενώπιον του. Η σοβαρότητα όμως της παρούσας προκύπτει και από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και καταδεικνύουν την όλη απαράδεκτη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Και μιλώ βέβαια για τα συνεχή σπρωξίματα, τις κλωτσιές και τις υβρισίες στον αστυνομικό αλλά και της χυδαίας συμπεριφοράς έναντι του στον αστυνομικό σταθμό με την επίδειξη στον αστυνομικό του σημείου των γεννητικών του οργάνων κλπ. Και αυτά όλα γιατί ο αστυνομικός προσπάθησε να κάνει το καθήκον του και να υποβάλει τον κατηγορούμενο σε έλεγχο αλκοόλης. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται από τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω και τη συναφή ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Πάρα δε τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου: · Το λευκό του ποινικό μητρώο. · Ότι είναι σχετικά νεαρό άτομο. Ήταν 26 ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων και είναι 29 ετών σήμερα. · Τον χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή ήτοι 3 χρόνια και 9 μήνες περίπου. · Τις προσωπικές του περιστάσεις : Διαμένει με τους γονείς του. Είναι παιδί συγκροτημένης, πενταμελούς οικογένειας. Έχει άλλα 2 αδέλφια ηλικίας 26 και 21 ετών. Οι γονείς του διαχειρίζονται καντίνα (σάντουιτς). Διατηρεί πλυντήριο αυτοκινήτων, εργάζεται σκληρά 6 φορές την βδομάδα και έχει εισόδημα €1500.- περίπου μηνιαίως. Καταβάλλει δόση €80.- σε δάνειο που σύνηψε για σκοπούς της δουλειάς του δηλ. του πλυντηρίου που διατηρεί. · Επίσης, αν και σημειώνω δεν υπήρξε σχετική εισήγηση, ότι δεν προκύπτει να υπήρξε προσχεδιασμός και πως έπαιξε ρόλο και επίδρασε στις πράξεις του κατηγορούμενου η κατάσταση στην οποία βρισκόταν, επηρεασμένος δηλαδή από την αλκοόλη που κατανάλωσε. Τούτο προκύπτει σαφώς με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1 και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω. Να σημειώσω βέβαια ότι δεν έχω μαρτυρία ότι η κατανάλωση του αλκοόλ έγινε προς διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης του για τη διάπραξη των αδικημάτων, όμως από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην κατάσταση αυτή κατόπιν δικής του επιλογής να καταναλώσει αλκοολούχα ποτά. Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι οι αρμόζουσες ποινές εν σχέση με τις κατηγορίες 1, 3 και 4 είναι οι ποινές φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Για την κατηγορία 2 αναφέρεται πιο κάτω γιατί δεν επιβάλλεται ποινή. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην κατηγορία 2: καμία ποινή αφού κρίνω ότι τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν ουσιαστικά αποτελούν μέρος των γεγονότων που στοιχειοθετούν την κατηγορία 1. Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 5 ημερών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν οι επιβληθείσες ποινές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην προκειμένη περίπτωση οφείλω να πω ότι έχω προβληματιστεί πάρα πολύ. Λαμβάνοντας δε όμως υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την ηλικία του κατά τη διάπραξη των αδικημάτων και σήμερα, τον χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, τις προσωπικές του περιστάσεις, το γεγονός ότι στις πράξεις του επίδρασε η κατάσταση στην οποία βρισκόταν μετά που κατανάλωσε αλκοόλ, και λαμβάνοντας υπόψη μου το γεγονός ότι ο αστυνομικός δεν έχει τραυματιστεί, κάτι που αν συνέβαινε σημειώνω τα πράγματα θα διαφοροποιούνταν κατά πολύ σε βάρος του κατηγορούμενου, αλλά τέλος και ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα από τις 09/06/17 και θεωρώ ότι σε κάποιο μικρό βαθμό έχει τιμωρηθεί, έχω αποφασίσει, ομολογώ με δυσκολία, να του δώσω μια 2η ευκαιρία ελπίζοντας ότι θα την εκμεταλλευτεί. Συνεπώς διατάσσεται η αναστολή των ποινών φυλάκισης για 3 χρόνια από σήμερα. (εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής) Τα έξοδα της διαδικασίας εκ €150.- να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο άμεσα. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο