← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νεκτάριος Ευτυχόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 6946/15, 27/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νεκτάριος Ευτυχόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 6946/15, 27/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6946/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Νεκτάριος Ευτυχόπουλος Ημερομηνία: 27.6.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Β. Δανιηλίδου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 270(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 19.8.11, στην Λεμεσό, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €2.800 που έλαβε από την εταιρεία AKIS EXPRESS με σκοπό να το παραδώσει στην Συλβάνα Αλεξάνδρου, στην οποία ανήκε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: · Στις 13.2.12 η Αστ.1276 Ε. Προκοπίου, του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, παρέλαβε από τον Μ.Κ.1 τα τεκμήρια 2, 3 και 4, τα οποία την ίδια ημέρα παρέδωσε στην Γ/Αστ. 580 του τμήματος γραφολογίας του Αρχηγείου Αστυνομίας, για επιστημονικές εξετάσεις. · Στις 29.8.11, ο Αστ.3357 Α. Σιαρρή του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». · H υπογραφή που φαίνεται κάτω από τη λέξη «Υπογραφή» και οι λέξεις «Ευτυχόπουλος Νεκτάριος» που αναγράφεται κάτω από τη λέξη «Ονοματεπώνυμο» στο κάτω μέρος του τεκμηρίου 2, τέθηκαν από τον κατηγορούμενο. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.2793 Μαρίνος Τηλεμάχου του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 19.8.11 και περί ώρα 18:00 τηλεφώνησε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού η Συλβάνα Αλεξάνδρου (στο εξής η παραπονούμενη) και κατήγγειλε την παρούσα υπόθεση. Βάση της μαρτυρίας που προέκυψε εξασφαλίστηκε εναντίον του κατηγορούμενου ένταλμα σύλληψης και στις 24.8.11 ο μάρτυρας τον συνέλαβε. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:20-21:20 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 5). Οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κατηγορούμενος κατά την ανάκριση διερευνήθηκαν αλλά δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί κατά πόσο ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα καθώς τα κλειστά κυκλώματα που εντοπίστηκαν στη γύρω περιοχή δεν καταγράφουν την σκηνή. Περαιτέρω ο μάρτυρας παρέλαβε από το ΑKIS EXPRESS, την πρωτότυπη «Απόδειξη Απόδοσης Αντικαταβολών» (τεκμήριο 2) δηλ. την απόδειξη που υπόγραψε ο κατηγορούμενος ότι παρέλαβε τον φάκελο με τα χρήματα. Επίσης έλαβε δείγματα γραφής, τόσο από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3) όσο και από την Στέλλα Βασιλειάδου (τεκμήριο 4), η οποία του παρέδωσε τον εν λόγω φάκελο. Όλα τα πιο πάνω στάληκαν για γραφολογικές εξετάσεις. Στα πλαίσια διερεύνησης ο μάρτυρας ρώτησε τα δύο πρόσωπα, που η Συλβάνα Αλεξάνδρου ανέφερε ότι μπήκαν ταυτόχρονα με αυτήν στο κατάστημα της όταν το άνοιξε η ώρα 15:10 της επίδικης ημέρας, δηλ. τους Andreas Alfred Minder Αυγούστα Γαβριήλ Αλεξάνδρου και αυτοί του ανέφεραν πως δεν εντόπισαν οτιδήποτε και δεν περιέπεσε οτιδήποτε το ύποπτο στην αντίληψη τους. Δεν γνωρίζει δε ο μάρτυρας ποιος από τα δύο αυτά πρόσωπα πήγε πρώτος έξω από το κατάστημα, πριν καταφθάσει η Συλβάνα Αλεξάνδρου. Δεν έλαβε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας SPEED EXPESS, Λευτέρη. Συνομίλησε όμως κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης μαζί με αυτόν, ο οποίος του επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς που έδωσε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ότι δηλ. τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του είπε να παραλάβει τα χρήματα από το ΑKIS EXPRESS και να τα μεταφέρει στο κατάστημα και να της τα παραδώσει και ότι όταν ο κατηγορούμενος δεν βρήκε την παραπονούμενη στο κατάστημα επικοινώνησε με τον Λευτέρη και εκείνος του είπε να τα ρίξει μέσα στο κατάστημα. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Στέλλα Βασιλειάδου, η οποία ανέφερε βασικά τα εξής: Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο ΑKIS EXPRESS, το οποίο βρισκόταν στην οδό Ιαπετού αρ. 20 στον Άγιο Αθανάσιο, στην Λεμεσό. Στις 19.8.11 ανέλαβε εργασία η ώρα 07:
  1. Ενώ βρισκόταν στην δουλειά της, στις 14.55 πήγε εκεί ο κατηγορούμενος και της ανέφερε ότι πήγε να παραλάβει την αντικαταβολή της εταιρείας MARINE TECH LTD. Ο κατηγορούμενος πήγαινε συχνά στο κατάστημα της μάρτυρος και παραλάμβανε διάφορα αντικείμενα εκ μέρους διαφόρων πελατών. Πριν του δώσει τον φάκελο με τα χρήματα, η μάρτυρας τον έβαλε να γράψει το ονοματεπώνυμο του ολογράφως στην «Απόδειξη Απόδοσης Αντικαταβολών» (τεκμήριο 2) και να υπογράψει δίπλα, πράγμα που ο κατηγορούμενος έκανε στην παρουσία της. Στο τεκμήριο 2 η μάρτυρας έγραψε στο κάτω μέρος την «Ημερομηνία» (19.8.11) και την «Ώρα» (14:55). Μετά πάροδο κάποιας ώρας, της τηλεφώνησε η ιδιοκτήτης της εταιρείας MARINE TECH LTD και την ρώτησε τι έγιναν τα χρήματα. Η μάρτυρας της είπε ότι τα παρέδωσε στον κατηγορούμενο. Η διαδικασία που τηρείται από το ΑKIS EXPRESS για παράδοση της αντικαταβολής ήταν ότι πήγαιναν στο κατάστημα που εργαζόταν η μάρτυρας οι αντικαταβολές, από το λογιστήριο της εταιρείας, ειδοποιούσαν τους παραλήπτες ότι έφθασαν και να στείλουν κάποιον ή να πάνε οι ίδιοι να τις παραλάβουν. Η αντικαταβολή ερχόταν από το λογιστήριο σε φάκελο, όπως αυτούς που στέλλονται οι διάφοροι λογαριασμοί στα σπίτια, ο οποίος ήταν σφραγισμένος, με την απόδειξη που θα πρέπει να υπογράψει ο παραλήπτης του φακέλου (όπως το τεκμήριο 2). Στην απόδειξη αναφερόταν ο αριθμός του πακέτου που στάληκε για την αντικαταβολή, το ποσό της αντικαταβολής και αν είναι μετρητά ή επιταγή. Ο φάκελος που παρέδωσε στον κατηγορούμενο κατά την επίδικη μέρα ήταν σφραγισμένος και το πάχος αυτού με το περιεχόμενο του ήταν περίπου 5 εκατοστά. Εξήγησε δε στα πλαίσια της διαδικασίας που τηρείτο, για τον επίδικο φάκελο ότι τα λεφτά δόθηκαν στο Παραλίμνι από τον αποστολέα, στην συνέχεια πήγαν στο λογιστήριο της εταιρείας της στην Λευκωσία, εκεί καταμετρήθηκαν και μετά στάληκε ο σφραγισμένος φάκελος με αυτά στο κατάστημα της μάρτυρος με την απόδειξη, η οποία έλεγε ότι ο φάκελος περιείχε €2.
  2. Η μάρτυρας δεν γνωρίζει εάν ο φάκελος περιείχε αυτό το ποσό καθότι οι υπάλληλοι, με βάση την πολιτική της εταιρείας, δεν έχουν εξουσιοδότηση να ανοίξουν τον φάκελο και τον παραδίδουν σφραγισμένο, όπως τον παραλαμβάνουν. Ο μόνος που δικαιούται να ανοίξει τον φάκελο είναι ο παραλήπτης με βάση την απόδειξη. Οι φάκελοι των αντικαταβολών έρχονταν από το λογιστήριο της εταιρείας το πρωί κάθε μέρας, σε ειδικό κουτί που μπαίνει στο κουτί ασφαλείας που τηρεί ο κάθε υπάλληλος και στέλλει στο τέλος της προηγούμενης μέρα για να μετρηθεί το ταμείο του. Το κουτί ασφαλείας στέλνεται από το λογιστήριο στην Λεμεσό, με οδηγούς αλλά είναι σφραγισμένο και κανένας από τους οδηγούς δεν έχει εξουσιοδότηση να το ανοίξει. Η μάρτυρας κατά την επίδικη μέρα παρέλαβε το εν λόγω κουτί και τον επίδικο φάκελο που βρισκόταν σε αυτό μαζί με άλλους φακέλους, η ώρα 07:
  3. Δεν θυμάται τι ώρα ειδοποίησε τον παραλήπτη του φακέλου καθότι εργαζόταν μόνη της εκείνη την ημέρα. Μπορεί να το έκανε και η ώρα 10:00 όχι όμως η ώρα 13:00 ή 13:
  4. Ανέφερε δε ότι από την στιγμή που ειδοποιούν τον παραλήπτη, οι φάκελοι τοποθετούνται σε ειδικό χρηματοκιβώτιο που κλειδώνεται μαζί με φακέλους αξίας και δεν μένουν εκτεθειμένοι. Μόνο η ίδια χειρίζεται αυτούς τους φακέλους. Ο επίδικος φάκελο ήταν χοντρός και δεν μπορούσε να μπει κατά την γνώμη της κάτω από πόρτα. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η παραπονούμενη Συλβάνα Αλεξάνδρου, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι με τον σύζυγο της ιδιοκτήτες της εταιρείας με την ονομασία MARINE TECH A/S LTD, η οποία βρίσκεται στην οδό Κολωνακίου 72, στην Λινόπετρα. Η εταιρεία τους ασχολείται με την πώληση εξαρτημάτων για σκάφη. Μεταξύ των πελατών τους είναι και ο Μάρκος Ζαρτίλας από το Παραλίμνι. Την πρώτη βδομάδα του Αυγούστου του 2011, ο Ζαρτίλας πήγε στο κατάστημα τους και ζήτησε να αγοράσει εξαρτήματα για το σκάφος του και συγκεκριμένα ηλεκτρονικό μηχάνημα για τον εντοπισμό ψαριών και βυθόμετρο. Η αξία των εξαρτημάτων ανερχόταν στα €2.
  5. Αφού συμφώνησαν την τιμή διευθέτησαν όπως η πληρωμή γίνει την ίδια στιγμή που θα παραλάμβανε τα εξαρτήματα από το ΑKIS EXPRESS σε μετρητά. Στις 12.8.11 έστειλαν τα εξαρτήματα στο Παραλίμνι μέσω του ΑKIS EXPRESS αφού προηγουμένως ενημέρωσαν τον Ζαρτίλα. Στις 19.8.11 και ώρα 10:00 της τηλεφώνησαν από το ΑKIS EXPRESS και της είπαν ότι ο φάκελος με τα χρήματα ήρθαν και να πάνε να τα παραλάβουν. Λόγω του ότι η μάρτυρας είχε δουλειά και δεν μπορούσε να παραλάβει τον φάκελο, η ώρα 13:30 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Κούλλα της εταιρείας SPEED EXPESS, με την οποία συνεργάζονταν και της ζήτησε όπως μεταβούν στο AΚIS EXPRESS, στον Άγιο Αθανάσιο για να της πάρουν τον φάκελο με τα χρήματα. Συνεργάζονταν με την εταιρεία SPEED EXPESS από τον Ιούνιο του
  6. Για την συνεργασία τους αυτή προπλήρωναν στην εν λόγω εταιρεία και τους έδιναν μπλοκ με voucher αξίας €3,50 το καθένα. Τους ανέθετε να της μεταφέρουν κάτι όπως φάκελο, επιταγή ή οτιδήποτε άλλο και όταν το παρέδιδαν στο κατάστημα, αυτή έγγραφε στο απόκομμα του μπλοκ για ποια κούρσα ήταν και για πληρωμή τους έδινε voucher. Από την εν λόγω εταιρεία γνώριζε τον Λευτέρη και την Κούλλα και δεν γνώριζε ότι υπήρχε άλλος υπάλληλος. Μετά το πιο πάνω τηλεφώνημα στην SPEED EXPESS, η μάρτυρας έκλεισε το κατάστημα της η ώρα 13:
  7. Επέστρεψε για να το ανοίξει η ώρα 15:
  8. Φθάνοντας εκεί την περίμεναν στην πόρτα δύο πελάτες, ο Ανδρέας Minder και μία ασφαλίστρια της η Αυγή, οι οποίοι της είπαν ότι μόλις είχαν φθάσει εκεί. Μπήκαν και οι 3 τους στο κατάστημα. Η πόρτα του καταστήματος της είναι διπλή γυάλινη, περίπου 4 μέτρα πλάτος και περίπου 2,30 - 2,40 μέτρα ύψος. Υπάρχουν κλειδαριές από κάτω από την πόρτα και στη μέση και όταν κλείνει η πόρτα είναι πολύ δύσκολο να περάσει κάτι από κάτω. Ακόμη και ένα φύλλο χαρτιού όπως αυτό της κατάθεσης της με δυσκολία περνάει. Ούτε από πάνω ούτε από τα πλευρά μπορεί να περάσει κάτι. Η σχισμή στο πάνω μέρος της πόρτας είναι τόση όση να εφαρμόζει το γυαλί της πόρτας με το γυαλί που βρίσκεται πάνω από αυτήν και είναι στερεωμένο στον τοίχο. Κατά την είσοδο της στο κατάστημα δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε φάκελο στο έδαφος. Αφού έδωσε εξαρτήματα στον Minder, μίλησε με την ασφαλίστρια της για περίπου 40 λεπτά και περί ώρα 15:50 πήρε τηλέφωνο την Κούλα του SPEED EXPESS και την ρώτησε γιατί ακόμα δεν της έφεραν το φάκελο με τα χρήματα. Εκείνη της είπε ότι ο υπάλληλος της ο Νεκτάριος πήγε και έβαλε τον φάκελο κάτω από την πόρτα. Η μάρτυρας της είπε ότι άνοιξε το κατάστημα στην παρουσία των δύο πελατών της και δεν βρήκε τον φάκελο. Ακολούθως η μάρτυρας μίλησε με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας SPEED EXPESS τον Λευτέρη, ο οποίος της είπε ότι θα έστελνε τον υπάλληλο του τον Νεκτάριο για να της δείξει που έβαλε τα χρήματα. Μετά από περίπου 20 λεπτά πήγε εκεί ο Νεκτάριος (δηλ. ο κατηγορούμενος), ο οποίος της είπε ότι τον φάκελο τον έβαλε πάνω από την σχισμή του πάνω μέρους της γυάλινης κυρίας πόρτας εισόδου, η ώρα 14:
  9. Η μάρτυρας επικοινώνησε με το AΚIS EXPRESS και ενημερώθηκε ότι τον φάκελο ο κατηγορούμενος τον παρέλαβε η ώρα 14:
  10. Επικοινώνησε στην συνέχεια με τον Λευτέρη και του είπε ότι δεν βρέθηκε ο φάκελος και του ζήτησε να πάει στο κατάστημα όπως και έκαμε. Ο Λευτέρης ρώτησε τον κατηγορούμενο που έβαλε το φάκελο και αυτός του είπε ότι τον έβαλε πάνω από την κύρια είσοδο. Ακολούθως μαζί με τον Λευτέρη και τον κατηγορούμενο, η μάρτυρας έλεγξε τις πόρτες του καταστήματος χωρίς να εντοπισθεί ο φάκελος. Μετά από αυτό συμφώνησαν με τον Λευτέρη όπως η υπόθεση καταγγελθεί στην Αστυνομία. Περί η ώρα 18:00 η μάρτυρας επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το Τ.Α.Ε. Λεμεσού και τους ενημέρωσε για το περιστατικό και ταυτόχρονα τους είπε ότι ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον σύζυγο της και του ανάφερε να μην καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία και ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, τον φάκελο να τον άφησε σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λινόπετρα. Έτσι θεώρησε ότι έπρεπε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, όπως και έκανε. Ο φάκελος δεν εντοπίσθηκε. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: «Εγώ εκτελούσα όπως πάντα το καθήκον μου. Έκαμα πάνω που 60 κούρσες εκείνη την ημέρα. Δεν κοίταξα αν είχε οτιδήποτε ο συγκεκριμένος φάκελος και τον έβαλα πάνω στο χερούλι της πόρτας, όχι πάνω όπως λέει η γυναίκα. Είμαι αθώος και απολογούμαι που ταλαιπώρησα το Δικαστήριο». Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και στα τεκμήρια αυτής. Ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του και γενικά άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, η οποία δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν μου διαφεύγει ότι ως ανέφερε η Μ.Κ.2 όταν της έλαβε κατάθεση στις 3.2.12, το τεκμήριο 2 δηλ. η πρωτότυπη Απόδειξη Απόδοσης Αντικαταβολών, δεν φαίνεται να ήταν στην κατοχή της Μ.Κ.2 εφόσον είχε σταλεί στο λογιστήριο της εταιρείας της, στην Λευκωσία. Εντούτοις με δεδομένο ότι όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το τεκμήριο 2 είναι η απόδειξη που αφορά το επίδικο περιστατικό αλλά έχει δηλωθεί και εγκριθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η υπογραφή και το ονοματεπώνυμο ολογράφως στο κάτω μέρος αυτής τέθηκαν από τον κατηγορούμενο, δεν τίθεται κατά την κρίση μου οποιοδήποτε θέμα ούτε σε σχέση με την ταυτότητα του εν λόγω τεκμηρίου. Ενόψει των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με σαφήνεια στις διαδικασίες που ακολουθούσαν στην εταιρεία όπου εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο και στα όσα γνώριζε και έπραξε σε σχέση με την παρούσα. Άφησε δε στο Δικαστήριο την εικόνα ενός θετικού, ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον κατηγορούμενο ή την παραπονούμενη, ούτε και οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση αλλά προσήλθε για να πει την αλήθεια. Όσον αφορά το θέμα της παράδοσης από αυτήν του τεκμηρίου 2 στην Αστυνομία, η ίδια απάντησε με ειλικρίνεια στα όσα ρωτήθηκε, αναφέροντας ότι πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε και έτσι ως προς αυτό δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Τα όσα δε έχουν λεχθεί ανωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 για το ίδιο θέμα, ισχύουν κατά την κρίση μου και στην παρούσα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.3 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια και σαφήνεια στα γεγονότα, ήταν σταθερή και συνεπής στις θέσεις της, οι οποίες στηρίζονταν στην λογική, έδωσε πειστικές απαντήσεις σε σχέση με την κάθε κίνηση της κατά την επίδικη ημέρα και γενικά η όλη εκδοχή της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Δεν προέκυψε δε οτιδήποτε που να υποστηρίζει την θέση της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας είπε ψέματα και ότι έλαβε ουσιαστικά μέρος σε μια συμπαιγνία εναντίον του κατηγορούμενου. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο με έχει προβληματίσει είναι η βαρύτητα που θα πρέπει να δοθεί στα όσα της είπε ο σύζυγος της ότι του ανέφερε την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος σε σχέση με το ενδεχόμενο να άφησε τον φάκελο σε κάποια τράπεζα. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν έχει να κάνει με την αξιοπιστία της μάρτυρος και δεν κλονίζει την εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο. Όμως πρόκειται προφανώς για εξ ακοής μαρτυρία. Παρά δε το ότι αυτή η μαρτυρία αποτελούσε ουσιαστικά μια δήλωση του κατηγορούμενου ενάντια στα συμφέροντα του και παρά το ότι η παραπονούμενη το δήλωσε στην Αστυνομία στην κατάθεση της, την οποία έδωσε την επομένη του περιστατικού, εντούτοις η Αστυνομία δεν φαίνεται να έλαβε οποιαδήποτε σχετική κατάθεση από τον σύζυγο της. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού ο σύζυγος της, παρά το ότι η δήλωση του αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Η απουσία αυτού στέρησε όμως από το Δικαστήριο την δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι της εν λόγω δήλωσης μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνω ότι με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, δεν μπορεί να δοθεί στην δήλωση αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Με εξαίρεση λοιπόν το πιο πάνω, η λοιπή μαρτυρία της παραπονούμενης γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πολύ πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προκύπτει από τα πιο πάνω μια ανώμοτη δήλωση δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία και δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου οποιαδήποτε βαρύτητα. Νομική πτυχή Το επίδικο αδίκημα προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με το άρθρο 255 νομολογία έχει συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος, ως συνάγονται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων και από την σχετική νομολογία, είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπο κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή της περιουσίας δεν συνιστά υπεράσπιση. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν στην μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Κρίθηκε δε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: · Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, προς στοιχειοθέτηση του επίδικου αδικήματος, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 270(α) να αποδειχθεί και ότι η περιουσία λήφθηκε από τον κατηγορούμενο µε πληρεξουσιότητα για να τη διαθέσει. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Η Μ.Κ.3 (στο εξής η παραπονούμενη) είναι με τον σύζυγο της ιδιοκτήτες εταιρείας, η οποία ασχολείται με την πώληση εξαρτημάτων για σκάφη. Το κατάστημα της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Κολωνακίου 72, στην Λινόπετρα, στην Λεμεσό. Στις 12.8.11, μετά από συμφωνία με πελάτη, έστειλαν σε αυτόν, στο Παραλίμνι, εξαρτήματα αξίας €2.
  1. Συμφώνησαν όπως η πληρωμή γίνει κατά την παραλαβή των εξαρτημάτων από το ΑKIS EXPRESS σε μετρητά (με αντικαταβολή). Η διαδικασία που τηρείτο για τις αντικαταβολές ήταν: ο αποστολέας των χρημάτων παρέδιδε τα χρήματα στην εταιρεία ΑKIS EXPRESS, αυτά στέλνονταν στο λογιστήριο της εταιρείας στην Λευκωσία, εκεί καταμετρούνταν και έμπαιναν σε φακέλους, όπως αυτούς που στέλνονται οι λογαριασμοί, οι οποίοι φάκελοι σφραγίζονταν και αφού έμπαιναν σε ειδικό κουτί, που με την σειρά του έμπαινε σε σφραγισμένο κουτί ασφαλείας, στέλνονταν με οδηγό στο γραφείο της εταιρείας όπου θα γινόταν η παραλαβή. Οι εν λόγω φάκελοι στέλνονταν με την Απόδειξη Απόδοσης Αντικαταβολών (στο εξής η απόδειξη), όπου αναγραφόταν ο αριθμός του πακέτου που στάληκε για την αντικαταβολή, το ποσό της αντικαταβολής και αν ήταν μετρητά ή επιταγή. Η Μ.Κ.2 κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο γραφείο της εταιρείας ΑKIS EXPRESS, το οποίο βρισκόταν στην οδό Ιαπετού 20, στον Άγιο Αθανάσιο, στην Λεμεσό. Στις 19.8.11 ανέλαβε εργασία η ώρα 07:
  2. Αφού το πρωί της ίδιας ημέρας παρέλαβε το σφραγισμένο κουτί ασφαλείας με τους φακέλους, η ώρα 10:00 τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και της είπε ότι έφθασε ένας φάκελος αντικαταβολής (στο εξής ο επίδικος) για την εταιρείας της και να πάνε να τον παραλάβουν. Στη συνέχεια η Μ.Κ.2 τοποθέτησε τον εν λόγω φάκελο έξω από τον οποίο βρισκόταν η απόδειξη (τεκμήριο 2) σε ειδικό χρηματοκιβώτιο, το οποίο χειρίσθηκε μόνο η ίδια εκείνη την ημέρα. Λόγω του ότι η παραπονούμενη είχε δουλειά και δεν μπορούσε να παραλάβει τον φάκελο, η ώρα 13:30 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με κάποια Κούλλα της εταιρείας SPEED EXPESS, με την οποία συνεργάζονταν και της ζήτησε όπως μεταβούν στο AΚIS EXPRESS, στον Άγιο Αθανάσιο για να της πάρουν τον φάκελο με τα χρήματα. Μετά το πιο πάνω τηλεφώνημα η παραπονούμενη έκλεισε το κατάστημα της η ώρα 13:
  3. Στην συνέχεια ειδοποιήθηκε από την εταιρεία SPEED EXPESS, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος αυτής και έκανε παραδόσεις φακέλων, να πάει στο πιο πάνω γραφείο της εταιρείας AΚIS EXPRESS, για να παραλάβει τον επίδικο φάκελο και να τον παραδώσει στην εταιρεία της παραπονούμενης. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος πήγε η ώρα 14:55 στο γραφείο όπου εργαζόταν η Μ.Κ.2, και της είπε ότι πήγε να παραλάβει ένα φάκελο για την εταιρεία της παραπονούμενης. Πριν του δώσει τον επίδικο φάκελο, η Μ.Κ.2 τον έβαλε να γράψει το ονοματεπώνυμο του ολογράφως και να υπογράψει στην απόδειξη τεκμήριο 2, πράγμα που εκείνος έκανε. Πάνω στην εν λόγω απόδειξη αναφέρεται κάτω από την λέξη «Μετρητά» ο αριθμός «2,800.00» και στο κάτω μέρος της δίπλα από αυτά που έγραψε ο κατηγορούμενος, η Μ.Κ.2 έγραψε την «Ημερομηνία» (19.8.11) και την «Ώρα» (14:55). Στη συνέχεια η Μ.Κ.2 παρέδωσε στον κατηγορούμενο τον επίδικο φάκελο χωρίς να τον ανοίξει. Ο φάκελος ήταν σφραγισμένος και το πάχος αυτού με το περιεχόμενο του ήταν περίπου 5 εκατοστά. Λόγω δε του πάχους του δεν μπορούσε να μπει κάτω από πόρτα. Η παραπονούμενη επέστρεψε στο κατάστημα της για να το ανοίξει την ίδια ημέρα η ώρα 15:
  4. Φθάνοντας εκεί την περίμεναν στην πόρτα δύο πρόσωπα (ένας πελάτης και μια ασφαλίστρια), τα οποία της είπαν ότι μόλις είχαν φθάσει. Μπήκαν και οι 3 στο κατάστημα. Κατά την είσοδο της η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε φάκελο στο έδαφος έξω ή στην είσοδο. Η πόρτα του καταστήματος ήταν διπλή γυάλινη, περίπου 4 μέτρα πλάτος και περίπου 2,30 - 2,40 μέτρα ύψος. Υπήρχαν κλειδαριές στο κάτω μέρος της πόρτας και στην μέση και όταν έκλεινε ήταν πολύ δύσκολο να περάσει από κάτω, από πάνω ή από τα πλευρά ακόμη και ένα φύλλο χαρτιού. Αφού τελείωσε με τα δύο πρόσωπα, περί ώρα 15:50 πήρε τηλέφωνο την Κούλα και την ρώτησε γιατί ακόμα δεν της έφεραν το φάκελο. Εκείνη της είπε ότι ο υπάλληλος τους δηλ. ο κατηγορούμενος πήγε και έβαλε τον φάκελο κάτω από την πόρτα. Η παραπονούμενη της είπε ότι άνοιξε το κατάστημα και δεν βρήκε τον φάκελο. Ακολούθως η παραπονούμενη μίλησε με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας SPEED EXPESS τον Λευτέρη, ο οποίος της είπε ότι θα έστελνε τον κατηγορούμενο για να της δείξει που έβαλε τα χρήματα. Μετά από περίπου 20 λεπτά πήγε εκεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος της είπε ότι τον φάκελο τον έβαλε πάνω από την σχισμή του πάνω μέρους της γυάλινης κυρίας πόρτας εισόδου, η ώρα 14:
  5. Στη συνέχεια η παραπονούμενη επικοινώνησε με την Μ.Κ.2 στο AΚIS EXPRESS και ενημερώθηκε ότι τον φάκελο ο κατηγορούμενος τον παρέλαβε η ώρα 14:
  6. Επικοινώνησε στην συνέχεια με τον Λευτέρη και του είπε ότι δεν βρέθηκε ο φάκελος και του ζήτησε να πάει στο κατάστημα όπως και έκαμε. Ο Λευτέρης ρώτησε τον κατηγορούμενο που έβαλε το φάκελο και αυτός του είπε ότι τον έβαλε πάνω από την κύρια είσοδο. Ακολούθως μαζί με τον Λευτέρη και τον κατηγορούμενο, η μάρτυρας έλεγξε τις πόρτες του καταστήματος χωρίς να εντοπισθεί ο φάκελος. Αργότερα την ίδια ημέρα η παραπονούμενη προχώρησε σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία. Συμπεράσματα Η μαρτυρία που τέθηκε προς απόδειξη της επίδικης κατηγορίας είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Γεωργίου v. Aστυνoµίας
(2010)2 Α.Α.Δ 485). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Από τα ευρήματα εκείνο που προκύπτει, αναμφίβολα κατά την κρίση μου, είναι ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε τον επίδικο φάκελο στις 19.8.11 και ώρα 14:55, από το συγκεκριμένο γραφείο της εταιρείας ΑKIS EXPRESS για να τον παραδώσει στην εταιρεία της παραπονούμενης. Προκύπτει επίσης ότι η παραπονούμενη ποτέ δεν παρέλαβε τον φάκελο. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε τον επίδικο φάκελο και προφανώς και το περιεχόμενο του. Πρέπει εδώ να λεχθεί ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου έχει, μεταξύ άλλων, εξ αρχής αμφισβητήσει ότι ο φάκελος όταν παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο, περιείχε το χρηματικό ποσό των €2.
  1. Η κατηγορούσα αρχή από την άλλη έχουσα το βάρος όφειλε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το ότι ο φάκελος περιείχε κατά τον πιο πάνω χρόνο το εν λόγω ποσό. Η μόνη μαρτυρία όμως προς τούτο είναι ότι η σχετική απόδειξη τεκμήριο 2, η οποία συνόδευε τον φάκελο, ανέγραφε κάτω από τη λέξη «Μετρητά» το εν λόγω ποσό και ότι ο φάκελος που παραδόθηκε στον κατηγορούμενο με το περιεχόμενο του ήταν πάχους περί τα 5 εκατοστά. Είναι όμως αυτά αρκετά για να αποδείξουν ότι το περιεχόμενο του φακέλου ήταν πράγματι το ποσό των €2.800; Η απάντηση θα πρέπει να είναι κατά την κρίση μου αρνητική αφού ακόμη και η ίδια η Μ.Κ.2, η οποία ανέφερε τις σχετικές διαδικασίες που ακολουθούσε η εταιρεία της και παρέδωσε τον φάκελο, με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν αυτός πράγματι είχε τέτοιο περιεχόμενο. Όσον δε αφορά την σχετική διαδικασία, η Μ.Κ.2 την ανέφερε, αλλά προφανώς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν αυτή, όσον αφορά το μέρος της πριν φθάσει ο φάκελος κοντά της, τηρήθηκε και στην συγκεκριμένη περίπτωση. Από την στιγμή δε που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι ο φάκελος είχε το συγκεκριμένο περιεχόμενο η κατηγορούσα αρχή όφειλε να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία ώστε να αποδείξει χωρίς αμφιβολία την θέση της, κάτι που δεν έπραξε. Ακόμη όμως και εάν η τεθείσα μαρτυρία κρινόταν επαρκής προς απόδειξη του πιο πάνω, η υπόθεση δεν θα τελείωνε εδώ. Θα έπρεπε να αποδειχθεί περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος μετά την παραλαβή του φακέλου δεν τον παρέδωσε και οικειοποιήθηκε το περιεχόμενο του. Η θέση του κατηγορούμενου ως προς τούτο είναι ότι άφησε τον φάκελο στην πόρτα εισόδου του καταστήματος της εταιρείας της παραπονούμενης, πριν αυτή ανοίξει το κατάστημα. Από την μαρτυρία που έγινε δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα: · Ο κατηγορούμενος παρέλαβε τον φάκελο η ώρα 14:
  2. · Η παραπονούμενη άνοιξε το κατάστημα της η ώρα 15:
  3. · Κατά τον πιο πάνω χρόνο η παραπονούμενη δεν εντόπισε τον φάκελο. · Ο χώρος της εισόδου του καταστήματος είναι δημόσιος και εκεί μπορούσε να έχει πρόσβαση οποιοσδήποτε. · Ο Μ.Κ.1 επιβεβαίωσε, μέσω του εργοδότη του κατηγορούμενου, την θέση του τελευταίου ότι εκείνη την ημέρα ο εργοδότης τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του είπε να παραλάβει τα χρήματα από το ΑKIS EXPRESS και να τα μεταφέρει στο κατάστημα και να τα παραδώσει και ότι όταν ο κατηγορούμενος δεν βρήκε την παραπονούμενη στο κατάστημα επικοινώνησε με τον εργοδότη του και εκείνος του είπε να τα ρίξει μέσα στο κατάστημα. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν έχει τεθεί μαρτυρία που να δείχνει με ακρίβεια πόση ήταν η απόσταση από το γραφείο της εταιρείας ΑKIS EXPRESS, από όπου ο κατηγορούμενος παρέλαβε τον φάκελο, μέχρι το κατάστημα της εταιρείας της παραπονούμενης, ώστε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, ο κατηγορούμενος να μπορούσε στο χρονικό διάστημα από την ώρα που παρέλαβε τον φάκελο (η ώρα 14:55) να τον αφήσει στην πόρτα του καταστήματος της εταιρείας της παραπονούμενης, πριν τον χρόνο που εκείνη το άνοιξε (η ώρα 15:10). Ερωτώμενη η Μ.Κ.2 στην αντεξέταση της, πόσο μακριά ήταν το γραφείο της εταιρείας της μέχρι την οδό Κολωνακίου, απάντησε μη ούσα βέβαιη, «Να πω 15 λεπτά με το αυτοκίνητο;» ενώ δεν γνώριζε πόση ήταν η απόσταση σε χιλιόμετρα ως το κατάστημα της εταιρείας της παραπονούμενης. Η δε παραπονούμενη και πάλι στην αντεξέταση της, όταν ρωτήθηκε πόσος χρόνος χρειάζεται για να πάει κάποιος με μοτοσικλέτα από το ΑKIS EXPRESS στο κατάστημα της, είπε επίσης μη ούσα βέβαιη, «Φαντάζομαι κανένα τέταρτο, εικοσάλεπτο αν δεν έχει κίνηση;». Σε αμέσως επόμενη όμως υποβολή ότι εάν δεν έχει κίνηση ο χρόνος αυτός είναι 5 λεπτά, απάντησε ότι δεν οδηγεί μοτοσικλέτα και δεν μπορεί να υπολογίσει. Η μαρτυρία λοιπόν που έγινε δεκτή δεν είναι τέτοια ώστε να αποκλείει το ενδεχόμενο, πράγματι ο κατηγορούμενος να τοποθέτησε τον φάκελο στην πόρτα εισόδου του καταστήματος της εταιρείας της παραπονούμενης, πριν αυτή φθάσει εκεί και τον φάκελο στην συνέχεια να τον πήρε κάποιο άλλο πρόσωπο, εφόσον εκεί ήταν χώρος προσβάσιμος στον οποιονδήποτε. Εγείρονται λοιπόν εύλογες αμφιβολίες. Με άλλα λόγια τα στοιχεία της εν λόγω περιστατικής μαρτυρίας, δεν είναι τέτοια ώστε συναρτώμενα μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας, να οδηγούν στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν πήρε τον φάκελο στο εν λόγω κατάστημα και ότι αντίθετα οικειοποιήθηκε το περιεχόμενο του. Συνεπώς κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την επίδικη κατηγορία. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κλοπή υπό αντιπροσώπου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.