← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευάγγελος Τσίχλης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 149/17, 30/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευάγγελος Τσίχλης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 149/17, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 149/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον

  1. Ευάγγελος Τσίχλης
  2. Ιφιγένεια Κίτσιου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30.06.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη (για ν' ακούσει απόφαση ο κ.Π.Αβρααμίδης) Για τον κατηγορούμενο 1: καμία εμφάνιση Για την κατηγορούμενη 2: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες : 1η κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι την 18/12/16 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή κλοπή. 2η κατηγορία για κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι την 18/12/16 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού έκλεψαν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΗΜ257, αξίας €1500 περιουσία της Ραφαέλλας Ασιήκκη από τη Λεμεσό. Σημειώνεται εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχτεί την 2η κατηγορία πιο πάνω και εν σχέση με τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο η κατηγορία αυτή είναι ορισμένη για γεγονότα και επιβολή ποινής. Η υπόθεση συνεπώς έχει προχωρήσει σε ακρόαση εν σχέση με την 1η κατηγορία και για τους δύο κατηγορούμενους, ενώ η 2η κατηγορία μόνον εν σχέση με την 2η κατηγορούμενη. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου 1 μάρτυρας, ενώ οι καταθέσεις άλλων 5 προσώπων κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Περαιτέρω κατατέθηκαν εκ συμφωνούν κάποια άλλα έγγραφα που θα αναφερθούν κατωτέρω και έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, διακίνηση και φύλαξη των τεκμηρίων της υπόθεσης της Αστυνομίας έγινε σύμφωνα με το Νόμο χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της κατηγορούσας αρχής και της κατηγορούμενης 2 αλλά και ο κατηγορούμενος 1 αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ συμφώνου κατατεθείσα ως παραδεκτή: - Κατάθεση Ραφαέλλας Ασιήκη ημερ.19/12/16, τεκμήριο 1 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : πρόκειται για την παραπονούμενη - ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΗΗΜ257 μάρκας Toyota RAV 4, χρώματος μπλε. Στάθμευσε το εν λόγω όχημα της σε συγκεκριμένο πάρκιγκ στη Λεμεσό στις 18/12/2016 και όταν επέστρεψε να το πάρει διαπίστωσε ότι αυτό έλειπε και κατάλαβε ότι είχε κλαπεί. - Κατάθεση Πανίκου Δημητρίου ημερ.28/12/16, τεκμήριο 2 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : είναι τεχνικός συστημάτων ασφαλείας και ιδιοκτήτης συγκεκριμένης εταιρείας που ασχολείται με την εγκατάσταση συστημάτων συναγερμών και κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης. Έχει ετοιμάσει ψηφιακό δίσκο από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο κατέγραψε δεδομένα από τον δρόμο μπροστά από το ξενοδοχείο Odessia Kapetanios. - Κατάθεση Α/Αστ.1448 Γ. Σταύρου ημερ.04/01/17, τεκμήριο 3 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι αποσπασμένος στον ΠΑΣ Κοφίνου. Στις 27/12/2016 και περί ώρα 1810 ενώ βρισκόταν καθήκον στο σταθμό επικοινώνησε ο Γιώργος Χαραλάμπους, Παλιός Δρόμος Λευκωσίας-Λεμεσού για να αναφέρει ότι μόλις επέστρεψε στην οικία του αντιλήφθηκε μία γυναίκα και έναν άντρα να ευρίσκονται εντός του οχήματος του με αριθμό εγγραφής KKL572 προσπαθώντας να το κλέψουν. Στην προσπάθειά του να τους ακινητοποιήσει ο άντρας διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση ενώ η γυναίκα παρέμεινε στο μέρος. Επίσης ανέφερε ότι εντός του οχήματος βρισκόταν περιουσία που κλάπηκε από την οικία του. Μετέβηκε στο μέρος με τον αστυφύλακα 3487 όπου συνάντησαν τον Χαραλάμπους που τους υπέδειξε την Ιφιγένεια Κίτσιου (κατηγορούμενη 2) ως το άτομο που βρισκόταν εντός του οχήματος του. Η Κίτσιου ανέφερε ότι στο μέρος πήγε με τον Ευάγγελο Τσίχλη, ελληνικής καταγωγής, καθώς επέστρεφαν από τη Λευκωσία και συγκεκριμένα από τις κεντρικές φυλακές όπου επισκέφτηκαν τον αδελφό της. Επίσης του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο με το οποίο αφίχθηκαν είναι κλεμμένο και το στάθμευσαν απέναντι από την οικία του Χαραλάμπους με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι ορατό από το δρόμο, πίσω από ένα εγκαταλειμμένο υποστατικό. Μετά από την πληροφορία που έδωσε η Κίτσιου μετέβηκε στο μέρος που του ανέφερε και εντόπισε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΝ257 Toyota RAV 4, χρώματος μπλε. Αμέσως απέκλεισε το μέρος και αφού εξετάστηκε και αποδεσμεύτηκε η σκηνή, κλήθηκε πλατφόρμα όπου η ώρα 1930 κατέφθασε στο μέρος ο Γιώργος Αναστασίου, ισιωτής αυτοκινήτων, ο οποίος το φόρτωσε στην πλατφόρμα και με τη συνοδεία του το μετέφερε στον ΠΑΣ Κοφίνου. - Κατάθεση Αστ.311 Στέλιου Αναστάση ημερ.31/12/16, τεκμήριο 4 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον ΠΑΣ Κοφίνου. Είναι εκπαιδευμένος εξεταστής σκηνής εγκλήματος. Στις 27/12/2016 ανέλαβε να εξετάσει τη σκηνή διάρρηξης της κατοικίας του Γιώργου Χαραλάμπους. Ως προς το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΜ257, με τη χρήση κλειδιού από δέσμη που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας στην τσάντα της Κίτσιου, η οποία εντοπίστηκε προηγουμένως εντός της οικίας, ξεκλείδωσε το εν λόγω όχημα και προέβη σε εξετάσεις. Στη συνέχεια έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Κατόπιν την ίδια μέρα μετέβη εκ νέου στην κατοικία όπου συνέχισε τις εξετάσεις και παρέλαβε αριθμό τεκμηρίων όπως αυτά καταγράφονται στον πίνακα που παραθέτει. Εκεί έλαβε επίσης αριθμό φωτογραφιών. - Κατάθεση Αστ.1521 Στέλιου Ιωάννου ημερ.04/01/17, τεκμήριο 5 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : Υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης κλοπής του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΗΗΜ257 που διαπράχθηκε στις 18/12/2016 στη Λεμεσό προέβηκε στις ακόλουθες ενέργειες. Στις 02/01/2017 στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την Ιφιγένεια Κίτσιου η οποία τελούσε υπό κράτηση σχετικά με την υπόθεση διάρρηξης κατοικίας. Αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή της στον νομό απάντησε «δεν ξέρω». Ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Ιφιγένεια Κίτσου σχετικά με την πιο πάνω υπόθεση, στην παρουσία της λειτουργού του γραφείου ευημερίας Έλενας Χριστοφή. Στην κατάθεσή της αρνείται κάθε ανάμειξη αναφέροντας όμως ότι ο Ευάγγελος Τσίχλης είχε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΗΜ257 στην κατοχή του κατά το διάστημα των τελευταίων τριών περίπου εβδομάδων και όταν τον ρώτησε η ίδια για την προέλευσή του αυτός της ανέφερε ότι το δανείστηκε από φιλικό του πρόσωπο. Την ίδια μέρα στον ΠΑΣ Κοφίνου συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Ευάγγελο Τσίχλη σχετικά με την πιο πάνω υπόθεση. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε «το έκαμα και ζητώ συγνώμη». Στην κατάθεσή του ο Ευάγγελος Τσίχλης αναφέρει ότι έκλεψε το πιο πάνω όχημα το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο σε πάρκιγκ στη Λεμεσό και ακολούθως επικοινώνησε με την Κίτσιου η οποία προσήλθε στο μέρος και αναχώρησαν για Πάφο. - Ένταλμα σύλληψης του Ευάγγελου Τσίχλη- κατηγορούμενου 1, το οποίο έχει εκτελεστεί από τον αστυφύλακα 1521 την 02/01/2017, τεκμήριο
  5. - Βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου 1 Ευάγγελου Τσίχλη ημερ. 02/01/2017, τεκμήριο
  6. - Ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 1 Ευάγγελου Τσίχλη ημερ. 02/01/2017 (κατατέθηκε ως προς το γεγονός της λήψης της από τον κατηγορούμενο) τεκμήριο
  7. - Ένταλμα σύλληψης της κατηγορούμενης 2 Ιφιγένειας Κίτσιου, το οποίο έχει εκτελεστεί από τον αστυφύλακα 1521 στις 02/01/2017, τεκμήριο
  8. - Βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής έγγραφων δικαιωμάτων της κατηγορούμενης 2 Ιφιγένειας Κίτσιου, τα οποία δόθηκαν από τον αστυφύλακα 1521, ημερομηνίας 02/01/2017, τεκμήριο
  9. - Ανακριτική κατάθεση της Ιφιγένειας Κίτσιου, η οποία λήφθηκε από τον αστυφύλακα 1521 στις 02/01/2017 (κατατέθηκε ως προς το γεγονός της λήψης της από την κατηγορούμενη) τεκμήριο
  10. - Έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αριθμό αναφοράς 105/17 του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής (κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο
  11. - Έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Εργαστηρίου Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας (κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο
  12. - ΜΚ1 Αστ.1100 Κωνσταντίνος Πολυκάρπου: Υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και στην κυρίως εξέταση του καταρχήν αναγνώρισε την κατάθεσή του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και προέβη σε ανάγνωση της ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμήριο 14). Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 19/12/2016 ορίστηκε ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Κατόπιν της καταγγελίας της παραπονούμενης για την κλοπή του αυτοκινήτου της μετέβη στο μέρος όπου διενήργησε εξετάσεις χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Στις 28/12/2016 παρέλαβε από τον αστυφύλακα 2097 ένα ψηφιακό δίσκο, ενώ στις 30/12/2016 παρέλαβε από τον αστυφύλακα 311 Ανάσταση τα πιο κάτω τεκμήρια : χρησιμοποιημένο τενεκεδάκι από ενεργειακό ποτό μάρκας Shark Red Berries (τεκμ.15), μπουφάν χρώματος γκρίζου μάρκας LSActive (τεκμ.16) και δειγματοληψία από το τιμόνι του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΗΜ257 (τεκμ.17). Ανέφερε περαιτέρω ότι από τη σκηνή της κλοπής του αυτοκινήτου, έχει ετοιμαστεί και ένας ψηφιακός δίσκος ο οποίος αποστάληκε και στον Κλάδο Φωτογραφιών της ΥΠ.ΕΓ.Ε και έτυχε επεξεργασίας. Συγκεκριμένα ο ψηφιακός δίσκος, ο οποίος ετοιμάστηκε 22/12/2016, φέρει τα διαρρηκτικά Σ.Α.1 (τεκμ.18) και υπάρχει και το πιστό αντίγραφο το οποίο φέρει τα διακριτικά Π.Ε.1 (τεκμ.19). (ακολούθως έγινε προβολή του ψηφιακού δίσκου ενώπιον του Δικαστηρίου και ο μάρτυρας έδωσε εξηγήσεις εν σχέση με συγκεκριμένα σημεία) Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι εκ της λήψης που έγινε (ψηφιακός δίσκος) φαίνονται κάποια πράγματα αλλά δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε πρόσωπα. - Oι κατηγορούμενοι ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγαν καμία μαρτυρία. Περιορίστηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Είπαν συγκεκριμένα: Κατηγορούμενος 1 : το αυτοκίνητο αυτό το έχω κλέψει εγώ και ουδέποτε συνωμότησα με την συγκατηγορούμενη μου ή κάποιον άλλο για να κάνω αυτή την πράξη. Απολογούμαι και επαφίομαι στην επιείκεια σας. Κατηγορούμενη 2 : ποτέ δεν έκλεψα αυτό το αυτοκίνητο και ποτέ δεν συνωμότησα με τον Βαγγέλη να κλέψω αυτό το αυτοκίνητο. Όσον αφορά την επιλογή τους αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost

(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). - ΜΚ1 Αστ.1100 Κωνσταντίνος Πολυκάρπου: Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις ενέργειες του και κατέθεσε τεκμήρια. Δεν αμφισβητήθηκε και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Η μαρτυρία της συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Όσον αφορά την μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου δεν χρειάζεται να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι γίνεται αποδεκτή. Οι καταθέσεις των κατηγορούμενων, στον βαθμό που περιέχουν παραδοχές, αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον τους νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για τη θεληματικότητα αυτών και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13. Οι καταθέσεις των κατηγορούμενων κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως προς το γεγονός της λήψης τους χωρίς άλλο. Επομένως θεωρώ ότι αυτές είναι θεληματικές και αποτελούν μαρτυρία εναντίον τους. Αναφορικά με την αξιολόγηση των ανώμοτων δηλώσεων των κατηγορούμενων σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σημειώνω δε ότι η απλή δήλωση τους ότι δεν συνωμότησαν μεταξύ τους καθώς επίσης η δήλωση της κατηγορούμενης 2 ότι δεν έκλεψε το αυτοκίνητο αποτελούν τις θέσεις τους και αυτές θα αξιολογηθούν στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας για τον σκοπό έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως εκ της αξιολόγησης ανωτέρω και έχοντας υπόψη την παραδεκτή μαρτυρία και τα τεκμήρια, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής: - Στις 18/12/16 η παραπονούμενη - ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΗΗΜ257 μάρκας Toyota RAV 4, χρώματος μπλε, στάθμευσε το εν λόγω όχημα της σε συγκεκριμένο πάρκιγκ στη Λεμεσό και όταν επέστρεψε να το πάρει διαπίστωσε ότι αυτό έλειπε και κατάλαβε ότι είχε κλαπεί. - Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία αλλά εξετάσεις που έγιναν στο μέρος της κλοπής από τον ΜΚ1 δεν είχαν θετικό αποτέλεσμα. - Στις 27/12/2016 και περί ώρα 1810 επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου ο Γιώργος Χαραλάμπους, Παλίος Δρόμος Λευκωσίας-Λεμεσού για να αναφέρει ότι μόλις επέστρεψε στην οικία του αντιλήφθηκε μία γυναίκα και έναν άντρα να ευρίσκονται εντός του οχήματος του με αριθμό εγγραφής KKL572 προσπαθώντας να το κλέψουν. Στην προσπάθειά του να τους ακινητοποιήσει ο άντρας διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση ενώ η γυναίκα παρέμεινε στο μέρος. Επίσης ανέφερε ότι εντός του οχήματος βρισκόταν περιουσία που κλάπηκε από την οικία του. Ο Α/Αστ.1448 μετέβηκε στο μέρος με τον αστυφύλακα 3487 όπου συνάντησαν τον Χαραλάμπους που τους υπέδειξε την Ιφιγένεια Κίτσιου (κατηγορούμενη 2) ως το άτομο που βρισκόταν εντός του οχήματος του. Η Κίτσιου ανέφερε ότι στο μέρος πήγε με τον Ευάγγελο Τσίχλη (κατηγορούμενο 1), ελληνικής καταγωγής, καθώς επέστρεφαν από τη Λευκωσία και συγκεκριμένα από τις κεντρικές φυλακές όπου επισκέφτηκαν τον αδελφό της. Επίσης του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο με το οποίο αφίχθηκαν είναι κλεμμένο και το στάθμευσαν απέναντι από την οικία του Χαραλάμπους με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι ορατό από το δρόμο, πίσω από ένα εγκαταλειμμένο υποστατικό. Μετά την πληροφορία που έδωσε η Κίτσιου μετέβηκε στο μέρος που του ανέφερε και εντόπισε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΝ257 Toyota RAV 4, χρώματος μπλε. Αμέσως απέκλεισε το μέρος και αφού εξετάστηκε και αποδεσμεύτηκε η σκηνή, κλήθηκε πλατφόρμα όπου η ώρα 1930 κατέφθασε στο μέρος ο Γιώργος Αναστασίου, ισιωτής αυτοκινήτων, ο οποίος το φόρτωσε στην πλατφόρμα και με τη συνοδεία του το μετέφερε στον ΠΑΣ Κοφίνου. - Στις 27/12/2016, ο Αστ.311, εκπαιδευμένος εξεταστής σκηνής εγκλήματος ανέλαβε να εξετάσει τη σκηνή διάρρηξης της κατοικίας του Γιώργου Χαραλάμπους. Ως προς το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΜ257, με τη χρήση κλειδιού από δέσμη που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας στην τσάντα της Κίτσιου, η οποία εντοπίστηκε προηγουμένως εντός της οικίας, ξεκλείδωσε το εν λόγω όχημα και προέβη σε εξετάσεις. Στη συνέχεια έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Κατόπιν την ίδια μέρα μετέβη εκ νέου στην κατοικία όπου συνέχισε τις εξετάσεις και παρέλαβε αριθμό τεκμηρίων όπως αυτά καταγράφονται στον πίνακα που παραθέτει στην κατάθεση του. Εκεί έλαβε επίσης αριθμό φωτογραφιών. - Στις 02/01/2017, ο Αστ.1521, στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την Ιφιγένεια Κίτσιου η οποία τελούσε υπό κράτηση σχετικά με την υπόθεση διάρρηξης κατοικίας πιο πάνω. Αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψής της και της επέστησε την προσοχή της στον νομό απάντησε «δεν ξέρω». Ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Ιφιγένεια Κίτσου σχετικά με την πιο πάνω υπόθεση, στην παρουσία της λειτουργού του γραφείου ευημερίας Έλενας Χριστοφή. Στην κατάθεσή της αρνείται κάθε ανάμειξη αναφέροντας όμως ότι ο Ευάγγελος Τσίχλης είχε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΗΜ257 στην κατοχή του κατά το διάστημα των τελευταίων τριών περίπου εβδομάδων και όταν τον ρώτησε η ίδια για την προέλευσή του αυτός της ανέφερε ότι το δανείστηκε από φιλικό του πρόσωπο. Την ίδια μέρα στον ΠΑΣ Κοφίνου ο εν λόγω αστυφύλακας 1521 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Ευάγγελο Τσίχλη σχετικά με την πιο πάνω υπόθεση. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε «το έκαμα και ζητώ συγνώμη». Στην κατάθεσή του ο Ευάγγελος Τσίχλης αναφέρει ότι έκλεψε το πιο πάνω όχημα το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο σε πάρκιγκ στη Λεμεσό και ακολούθως επικοινώνησε με την Κίτσιου η οποία προσήλθε στο μέρος και αναχώρησαν για Πάφο. - Από τη σκηνή της κλοπής του αυτοκινήτου, έχει ετοιμαστεί ένας ψηφιακός δίσκος, μέσα από τον οποίο φαίνονται κάποια πράγματα αλλά δεν μπορεί να γίνει αναγνώριση προσώπων. - Κατόπιν επιστημονικών εξετάσεων στο επίπεδο DNA στα τεκμήρια της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι: (α) στο χρησιμοποιημένο τενεκεδάκι από ενεργειακό ποτό μάρκας Shark Red Berries (τεκμ.15), που εντοπίστηκε στο ταμπλό του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΗΜ257 κατά την έρευνα του στον τόπο που εντοπίστηκε, το μόνο γενετικό υλικό που απομονώθηκε ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού της κατηγορούμενης 2 (επίχρισμα από στόμιο και εξωτερική πλευρά). (β) στο μπουφάν χρώματος γκρίζου μάρκας LSActive (τεκμ.16), που εντοπίστηκε στη θέση οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΗΜ257 κατά την έρευνα του στον τόπο που εντοπίστηκε, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι δότες μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε (δειγματοληψία από περιοχές σβέρκου και λαιμού), ενώ το γενετικό προφίλ της κατηγορούμενης 2 ταυτίζεται με το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από το δεξί μανίκι εσωτερικά από την περιοχή του καρπού. Το γενετικό υλικό των 2 εντοπίστηκε και σε άλλα σημεία του τεκμηρίου. (γ) στη δειγματοληψία από το τιμόνι του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΗΜ257 (τεκμ.17), οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι δότες μέρους του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της κλοπής, που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2 στην 2η κατηγορία, εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται με καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η θέση νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση R. v. Bernhard υιοθετήθηκε στην Savva v. The Police
(1973)2 C.L.R. 331, στα πλαίσια της υπεράσπισης του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, όπου προβλέπεται ότι αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώµατος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Ερχόμενος τώρα στην κατηγορία 1 που αφορά κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή κλοπής και την οποία αντιμετωπίζουν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι σημειώνονται τα εξής. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold (ανωτέρω) σελ. 2035, παράγρ. 28-4.)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία και έχοντας κατά νουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, κατά την κρίση μου δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είτε για την κλοπή του επίδικου οχήματος από την κατηγορούμενη 2, είτε για συνωμοσία των δύο κατηγορούμενων να διαπράξουν την κλοπή του οχήματος. Συγκεκριμένα: Ο Α/Αστ.1448 είπε ότι η κατηγορούμενη 2 του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο με το οποίο αφίχθηκαν (ΗΗΜ257) είναι κλεμμένο, αλλά δεν δόθηκε μαρτυρία και δεν διευκρινίστηκε οτιδήποτε πέραν τούτου. Ακόμη και αν θεωρήσουμε όμως ότι με βάση αυτό η κατηγορούμενη 2 είπε ψέματα στην κατάθεση της και γενικότερα για την γνώση της ότι ήταν κλοπιμαίο, δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε άλλη διαπίστωση πέραν του ότι απλά γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαίο και δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι μαζί με τον κατηγορούμενο 1 την επίδικη ημέρα και ώρα το έκλεψαν. Ως προς την αναφορά του Αστ.311 ότι με τη χρήση κλειδιού από δέσμη που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας στην τσάντα της Κίτσιου, η οποία εντοπίστηκε προηγουμένως εντός της οικίας, ξεκλείδωσε το εν λόγω όχημα και προέβη σε εξετάσεις, έχουν προκύψει στο μυαλό του Δικαστηρίου ερωτηματικά. Σύμφωνα με την παραπονούμενη - ιδιοκτήτρια του οχήματος (βλ. τεκμ.1) τα κλειδιά του αυτοκινήτου τα έχει στην κατοχή της και το αντικλείδι βρίσκεται φυλαγμένο στο σπίτι της. Άρα τι είναι αυτό το κλειδί που εντοπίστηκε στη τσάντα της κατηγορούμενης 2 και πως αυτό μπορεί να ανοίξει το αυτοκίνητο; Δεν υπάρχει απάντηση μέσα από τη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος 1 λέει στην κατάθεση του τεκμ. 8 ότι έκλεψε το πιο πάνω όχημα το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο σε πάρκιγκ στη Λεμεσό και ακολούθως επικοινώνησε με την Κίτσιου-κατηγορούμενη 2 η οποία προσήλθε στο μέρος και αναχώρησαν για Πάφο. Παρεμβάλλω η κατηγορούμενη 2 στην δική της κατάθεση τεκμ.11 λέει κάτι άλλο, ότι δηλαδή ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να την πάρει από τη Λεμεσό στην Πάφο και ήρθε να την πάρει με το αυτοκίνητο αυτό. Η κατάθεση ενός κατηγορούμενου αποτελεί μαρτυρία εναντίον του ως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου του (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, 212, NASIR MAHMOUD MALIK, κ.α. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36) . Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι χωρίς ο κατηγορούμενος 1 να δώσει ένορκη μαρτυρία και να αντεξεταστεί, να αξιολογηθεί η μαρτυρία του από Δικαστήριο και να υπάρξει κατάληξη ως προς την αποδεκτότητα της μαρτυρίας αυτής, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε αναφορά εναντίον της συγκατηγορούμενης του. Αναφέρω επίσης εδώ ότι το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου που προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να εξαγάγει συμπέρασμα ότι είναι η κατηγορούμενη 2 που φαίνεται να επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο μετά την κλοπή του από τον κατηγορούμενο 1. Με αυτά υπόψη σε συνάρτηση με το ότι οι επιστημονικές εξετάσεις DNA που έγιναν αυτό που μπορούν να επιβεβαιώσουν είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 2 ευρισκόταν πράγματι εντός του αυτοκινήτου, κάτι που η ίδια επιβεβαιώνει στην κατάθεση της, συνεπάγεται ότι τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας που εντοπίζονται στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα δηλαδή στο ότι η κατηγορούμενη 2 διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Στο σύγγραμμα των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 555, αναφέρεται ότι: «Όταν τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι επαρκώς πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής». Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση μας. Ανεξάρτητα όμως των ανωτέρω σημειώνω εδώ και τα εξής. Εκείνοι που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν (accomplices) τον καθ' αυτό αυτουργό είναι σύμφωνα με τον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice - 2009 - σελ. 1886, παραγρ. 18-10, εκείνοι που είναι παρόντες στη διάπραξη του αδικήματος και είτε βοηθούν, είτε παρακινούν αυτή τη διάπραξη. Η παρουσία μπορεί να είναι είτε πραγματική, είτε εξυπακουόμενη και δεν χρειάζεται η παρουσία να λαμβάνει χώρα καθ' όλη τη διάπραξη του αδικήματος. Βεβαίως θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η απλή παρουσία στη σκηνή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί κάποιος ότι παρέχει βοήθεια και παρακίνηση και έτσι ακόμη και η μη τυχαία παρουσία π.χ. σε μια παράνομη θεατρική παράσταση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία υποβοήθησης και παρακίνησης. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1Q.B. 11 λέχθηκε από τον Δικαστή Slade ότι απλή παθητική παρουσία είναι ικανοποιητική μόνο όταν εκείνος που κατ' ισχυρισμό παρέχει βοήθεια και παρακινεί, έχει την εξουσία να ελέγξει τον εγκληματία και είναι πράγματι παρών κατά την διάπραξη του εγκλήματος. Η νομολογία λοιπόν υποδεικνύει ότι ενώ η απλή παρουσία δεν είναι από μόνη της αρκετή, εν τούτοις είναι θέμα πραγματικών γεγονότων όπως γίνονται αποδεκτά από τη μαρτυρία κατά πόσο υπάρχει συνέργεια πριν και κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με αναφορά σε γεγονότα που πιθανό να υποδεικνύουν κοινό σκοπό, προσχεδιασμό, υποκίνηση, υποβοήθηση κ.λ.π. (βλ. R. v. Clarkson and other
(1971)55 Cr. App. R. 445, R. v. Coney,
(1882)8 Q.B.D. 534, 557, R. v. Allan [1965] 1 Q.B. 130, 135, 138; 47 Cr. App. Rep. 243, 246, 249). Με αυτά υπόψη αναφέρεται ότι ακόμη και αν η κατηγορούμενη 2 θεωρήσουμε ότι ήταν το πρόσωπο που αμέσως μετά την εκκίνηση του αυτοκινήτου που εκλάπη, εισέρχεται σε αυτό, δεν υπάρχουν μαρτυρικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορούν ότι παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε καθ'οιονδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο 1 στη διάπραξη του αδικήματος με την πιο πάνω έννοια ή και που να δείχνουν κοινό σκοπό κλπ ως αμέσως πιο πάνω αναφέρεται. Η απλή παρουσία της και η είσοδος της στο αυτοκίνητο δεν είναι στοιχεία αρκετά. Συναφώς θεωρώ, συμφωνώντας με την εισήγηση της Υπεράσπισης, πως ούτε η 1η κατηγορία έχει αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αφού δεν προκύπτουν στοιχεία που να δείχνουν συμφωνία των κατηγορούμενων 1 και 2 να διαπράξουν την κλοπή. Πριν ολοκληρώσω αναφέρω εν συνεχεία των όσων λέχθηκαν ανωτέρω και έχοντας κατά νου σχετική εισήγηση του κ.Μανώλη, πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει υπό τις περιστάσεις για συνωμοσία του κατηγορούμενου 1 με άγνωστο πρόσωπο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι απέτυχε να αποδείξει την 1η κατηγορία εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 και την 2η κατηγορία εναντίον της κατηγορούμενης 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται από τις κατηγορίες 1 και 2, ενώ ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται από την κατηγορία 1. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος / κλοπή / άρθρα 371, 255, 262 και 20 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.