← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστόφορος Κόκκινος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17294/14, 30/6/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστόφορος Κόκκινος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17294/14, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17294/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Χριστόφορος Κόκκινος
  2. Πανίκος Καλαιτζή Ημερομηνία: 30.6.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου. Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Κονναρής. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του, σε καμία εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, όσον αφορά την κατηγορία 4, για την οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όσον δε αφορά την κατηγορία 1, η κα Αναστασίου καταχώρησε αναστολή της ποινικής δίωξης, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 2 να απαλλαχθεί της εν λόγω κατηγορίας. Τα όσα ανέφεραν με λεπτομέρεια για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής ο κατηγορούμενος) αντιμετωπίζει πλέον μια κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας των μηνών Αυγούστου και Δεκεμβρίου 2011, στην Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Νίκο Λαζαρή το χρηματικό ποσό των €21.800, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα ότι υποσχέθηκε στον Λαζαρή ότι θα του εισήγαγε ελαστικά αυτοκινήτων από την Γαλλία, με αποτέλεσμα αυτός να του δώσει το πιο πάνω χρηματικό ποσό ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε στην πραγματικότητα ότι τα πιο πάνω ήταν ψευδή και οικειοποιήθηκε το εν λόγω ποσό. Το εν λόγω αδίκημα προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, από το λεκτικό των οποίων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων όπως τις επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος του κατηγορητηρίου. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και εκείνων που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τότε, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε σχετική τροποποίηση του κατηγορητήριου, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold ανωτέρω σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ΄εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το επίδικο αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Εξέταση της μαρτυρίας Για σκοπούς απόδειξης της παρούσας κατέθεσαν στο Δικαστήριο 2 μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Η μόνη σχετική με την ουσία της υπόθεσης μαρτυρία, προέρχεται από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, εφόσον τα παραδεκτά γεγονότα αφορούν ενέργειες που έκαναν οι Α/Αστ.2854 Κλείτος Σωκράτους και Αστ.3831 Γιώργος Θωμά (βλ. τεκμήρια 5-7), στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, όπως η λήψη καταθέσεων από μάρτυρες καθώς και η σύλληψη και η λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο πρώην κατηγορούμενος 1, Χριστόφορος Κόκκινος, για τον οποίο η ποινική δίωξη στην παρούσα (όσο αφορά τις κατηγορίες 1-3 που αντιμετώπιζε) διακόπηκε στις 9.3.
  1. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Νίκος Λαζαρής. Ο Μ.Κ.1 στις καταθέσεις του (τεκμήρια 1 και 2), τις οποίες υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέφερε τα ακόλουθα: Κατά τον χρόνο της καταγγελίας (16.3.12) διέμενε στην Κάτω Πάφο. Από το 1967 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι στην Γαλλία, όπου παρέμεινε μέχρι τον Μάρτιο του 2011, οπόταν επέστρεψε στην Κύπρο για να ανοίξει εστιατόριο. Περί τις 10.11.11 επειδή το αυτοκίνητο του χρειαζόταν καινούρια λάστιχα μετέβηκε τυχαία στην Γεροσκήπου, στο κατάστημα του κατηγορούμενου, ο οποίος πουλούσε και έφτιαχνε λάστιχα. Ενώ ο κατηγορούμενος του άλλαζε τα λάστιχα, ο μάρτυρας του είπε ότι έκανε πολλά χρόνια στη Γαλλία. Τότε ο κατηγορούμενος του είπε ότι είχε κάποιο φίλο στην Λεμεσό, ο οποίος φτιάχνει και αυτός λάστιχα και είχαν κάνει δουλειές μαζί και ήθελε να φέρει λάστιχα MICHELIN από τη Γαλλία και αν μπορούσε ο μάρτυρας με τις διασυνδέσεις του να τους βοηθήσει να τα φέρουν. Ο μάρτυρας του είπε ότι θα κάνει κάποια προσπάθεια και του έδωσε τον αριθμό του κινητού του για να μιλήσουν σε δύο με τρείς μέρες. Μετά από δύο μέρες τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και τον ρώτησε τι έκανε. Ο μάρτυρας του είπε ότι μίλησε με κάποια κοπέλα γνωστή του στην Γαλλία και ότι του είπε ότι δεν μπορούσε να φέρει λάστιχα από την Γαλλία αλλά μπορεί ο φίλος της να τα φέρει από την Γερμανία. Τότε ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα πήγαινε από το εστιατόριο του να τον πάρει στο φίλο του στην Λεμεσό για να εξηγήσει ο μάρτυρας στον φίλου του τι πρέπει να κάνει. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος πήρε τον μάρτυρα με το αυτοκίνητο του και πήγαν στην Λεμεσό. Εκεί πήγαν στο κατάστημα ελαστικών με την ονομασία Ε & Κ TYRE ACC LTD, του οποίου ιδιοκτήτης ήταν ο Νίκος Λαζαρής. Ο κατηγορούμενος σύστησε τον Νίκο στον μάρτυρα και είπε στο Νίκο ότι ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να φέρει τα λάστιχα τα MICHELIN από τη Γαλλία. Αφού ο μάρτυρας συστήθηκε στο Νίκο, του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να φέρει τα λάστιχα από την Γαλλία αλλά από την Γερμανία. Τότε επενέβη ο κατηγορούμενος και είπε στον Νίκο να δώσει κάποια προκαταβολή για να μπορούν να παραγγείλουν τα λάστιχα. Ο Νίκος έκδωσε στο όνομα του μάρτυρα μια επιταγή της εταιρείας του για το ποσό των €5.000, με την προϋπόθεση ότι εντός της εβδομάδας εκείνης θα του έδινε και άλλες επιταγές για την προκαταβολή όπως του ζήτησε ο κατηγορούμενος. Μόλις έφυγαν και αφού ο μάρτυρας υπέγραψε απόδειξη ότι παραλάμβανε την επιταγή από το Νίκο, ο κατηγορούμενος τον πήρε σε μία τράπεζα εκεί κοντά, για να αλλάξει την επιταγή επειδή τα λεφτά θα τα έπαιρνε ο κατηγορούμενος λόγω του ότι γνώριζε, επειδή ήταν λαστιχάρης, να κάνει την ενέργεια να παραγγείλει τα λάστιχα. Πράγματι ο μάρτυρας άλλαξε την επιταγή και αφού πήρε τις €5.000 τα έδωσε στον κατηγορούμενο και επέστρεψαν στην Πάφο. Ο μάρτυρας δεν ρώτησε τον Νίκο γιατί έβγαζε την επιταγή στο όνομα του αφού τα λεφτά θα τα έπαιρνε ο κατηγορούμενος. Εντός μιας εβδομάδας ο μάρτυρας μετέβηκε και πάλι με τον κατηγορούμενο άλλες τρείς φορές στο Νίκο, ο οποίος έκδωσε στον μάρτυρα τρείς επιταγές στο όνομα του, οι πρώτες δύο της εταιρείας του για τα ποσά των €5.000 και €8.050 και η τρίτη προσωπική του Νίκου για το ποσό των €3.
  2. Ο μάρτυρας υπέγραψε ότι παράλαβε και τις τρεις αυτές επιταγές και μετά πήγαινε με τον κατηγορούμενο στην ίδια τράπεζα στην Λεμεσό και αφού άλλαζε τις επιταγές, τα χρήματα τα έδινε στον κατηγορούμενο. Την τελευταία φορά που έδωσε το ποσό των €3.750 στον κατηγορούμενο, όταν πήγαν στην Πάφο, ο κατηγορούμενος πήρε τον μάρτυρα σε κάποιο δικηγόρο και ετοίμασε στον μάρτυρα μια δήλωση ότι αυτός στις 17.11.11 δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €21.800 και ο τελευταίος θα του τα επέστρεφε εντός ενενήντα ημερών. Στην δήλωση αυτή υπόγραψε ο κατηγορούμενος, ο δικηγόρος και δύο μάρτυρες. Αφού πέρασαν κάποιες μέρες ο μάρτυρας έπαιρνε στο κινητό του τον κατηγορούμενο για να δει τι έκανε με τα λάστιχα αλλά εκείνος δεν του απαντούσε. Τότε ο μάρτυρας άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και τηλεφώνησε στο Νίκο, ο οποίος πήγε στην Πάφο στο εστιατόριο του μάρτυρα κα μίλησαν. Τότε ανέφερε στο Νίκο ότι η δουλειά που ανέλαβε ο κατηγορούμενος υποψιάζεται ότι δεν πάει καλά επειδή δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα, ούτε και μπορούσε να τον εντοπίσει και φοβόταν για τα λεφτά που πήρε. Επίσης είπε στο Νίκο ότι κάποια μαφία θα έκανε ο κατηγορούμενος και τον ρώτησε εάν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε σωστές δουλειές. Ο Νίκος του απάντησε ότι δεν το περίμενε να φερθεί έτσι ο κατηγορούμενος και θα έβλεπε αυτός τι θα έκαμνε. Επίσης είπε στο Νίκο, επειδή ένοιωθε υπεύθυνος προς αυτόν, ότι θα έβλεπε πως μπορούσε να κανονίσει να του φέρει τα λάστιχα διαφορετικά. Ο μάρτυρας εξαπατήθηκε από τον κατηγορούμενο και δεν εισέπραξε ούτε σέντ. Τις επιταγές τις εξαργύρωσε αυτός αλλά τα λεφτά τα έδωσε όλα στον κατηγορούμενο. Στην συνεργασία με τον Νίκο Λαζαρή και τον κατηγορούμενο, η εμπλοκή του μάρτυρα ήταν να πάει ως μεσάζον μαζί με τον κατηγορούμενο στο Αννόβερο στη Γερμανία να παραγγείλουν τα ελαστικά και να έλθουν στην Κύπρο. Δεν είχαν προσυμφωνημένο να πάρει οποιαδήποτε προμήθεια ή μέρος της ποσότητας των ελαστικών που θα εισήγαγαν. Στην αρχή, πριν δώσει όλα τα χρήματα στον κατηγορούμενο, δεν τον προβλημάτισε το γεγονός ότι ο Λαζαρής έκδιδε τις επιταγές στο όνομα του και όχι κατευθείαν στον κατηγορούμενο, αφού σε αυτόν κατέληγαν τα χρήματα. Θεώρησε ότι πιθανόν να είχε κάποιο λόγο ο κατηγορούμενος που να τον εμπόδιζε από το να αλλάξει επιταγές. Επίσης η οικειότητα μεταξύ τους, δημιούργησε στον μάρτυρα το αίσθημα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να δημιουργείτο πρόβλημα ή να πήγαινε κάτι στραβό στην συνεργασία τους. Ουδέποτε παρουσιάστηκε ο μάρτυρας ως ο εισαγωγέας των ελαστικών, προς τον Λαζαρή, αλλά έτσι τον παρουσίασε ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά τα χρήματα που έδωσε στον κατηγορούμενο, από την αρχή, ήταν εις γνώση του Λαζαρή ότι ο μάρτυρας τα έδινε όλα στον κατηγορούμενο. Στην συνάντηση που είχε ο μάρτυρας με τον Λαζαρή στην Πάφο, του ανάφερε ότι τα χρήματα τα έδωσε στον κατηγορούμενο για το θέμα των ελαστικών και όχι ως δανεικά. Μετά το περιστατικό αναζήτησε επανειλημμένα τον κατηγορούμενο χωρίς αποτέλεσμα. Περί τον Σεπτέμβριο του 2012 ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε στο εστιατόριο του και του είπε ότι έδωσε στον Λαζαρή το ποσό των €13.800 και ζήτησε από τον μάρτυρα δανεικά για να μπορέσει να ξοφλήσει τον Λαζαρή. Ο μάρτυρας τον έδιωξε και δεν ξαναμίλησε μαζί του. Ο Μ.Κ.2 (παραπονούμενος) στην δική του κατάθεση (τεκμήριο 4), την οποία επίσης κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέταση του ανέφερε τα εξής: Είναι ένας εκ των δυο ιδιοκτητών της εταιρείας Ε & Κ TYRE ACC LTD , η οποία ασχολείται µε την εισαγωγή, επιδιόρθωση και πώληση ελαστικών αυτοκινήτων και το γκαράζ της βρίσκεται στην Λεμεσό. Αρχές του 2011, ο πατέρας του, Κωστάκης Λαζαρής, ενηµέρωσε τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε ότι έκανε εισαγωγές ελαστικών από το εξωτερικό, ότι ο μάρτυρας ενδιαφερόταν να εισάξει ελαστικά. Μετά από αρκετούς µήνες και συγκεκριµένα τον Οκτώβρη του 2011, ο κατηγορούμενος τον οποίο και ο μάρτυρας γνώριζε επαγγελματικά από πριν, πήγε στο γκαράζ του μάρτυρα, συνοδευόμενος από τον Μ.Κ.1, τον οποίο του σύστησε ως το πρόσωπο που θα του έφερνε τα ελαστικά που θα παράγγελλε, από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από την Γαλλία. Όπως τον ενηµέρωσαν, ο Μ.Κ.1 ήταν εισαγωγέας ελαστικών και έφερε και στο παρελθόν αρκετές φορές ελαστικά, για λογαριασµό του κατηγορούμενου. Του ανέφεραν επίσης ότι ο Μ.Κ.1 ζούσε χρόνια στην Γαλλία, είχε διασυνδέσεις εκεί και µπορούσε να φέρει ελαστικά µάρκας MICHELIN, σε πολύ καλές τιµές. Πράγµατι εκείνη την ηµέρα του έδειξαν ένα κατάλογο για στοκ που έµεινε από το 2010, µε τις τιµές και τις διαστάσεις των ελαστικών και τις ποσότητες που υπήρχαν διαθέσιµες. Αυτός µελέτησε τον κατάλογο και αφού είδε ότι τον σύµφερε, τους είπε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει όλες τις ποσότητες. Το συνολικό ποσό για την αγορά τους ανερχόταν στις €88.
  3. Η συµφωνία έγινε προφορικά και τις επόµενες µέρες, έδωσε στον Μ.Κ.1, µια επιταγή από τον λογαριασµό της εταιρείας του για το ποσό των €5.
  4. Τις επόμενες µέρες, πάλι κατά τον µήνα Νοέµβριο, έδωσε πάλι στον Μ.Κ.1, ακόµα τρεις επιταγές της εταιρείας, για τα ποσά των €1.750, €2.000 και €5.
  5. Οι επιταγές εκδόθηκαν όλες από τον μάρτυρα στο όνομα του Μ.Κ.1 αφού αυτός ήταν το πρόσωπο που θα εισήγαγε τα ελαστικά. Ο κατηγορούμενος απλά ήταν το πρόσωπο που έφερε τον μάρτυρα σε επαφή με τον Μ.Κ.
  6. Εκείνη την περίοδο έδωσε στον Μ.Κ.1 ακόµα µια επιταγή, την οποία έκδωσε από προσωπικό του λογαριασµό, για το ποσό των €8.
  7. Εκείνη την περίοδο ο Μ.Κ.1 σε καμία περίπτωση ανέφερε στον μάρτυρα ότι έδινε μέρος των χρηµάτων ή όλα τα χρήµατα στον κατηγορούμενο. Για το συνολικό ποσό των €21.800 που αφορά τις 5 επιταγές ο Μ.Κ.1 έδωσε στον μάρτυρα δύο αποδείξεις είσπραξης, τις οποίες ετοίμασε και υπέγραψε ο Μ.Κ.
  8. Όλες δε τις επιταγές ο μάρτυρας τις έδωσε στον Μ.Κ.1 στην παρουσία του κατηγορούμενου. Περί τα τέλη Νοεμβρίου, ο μάρτυρας συνάντησε τον Μ.Κ.1 στο εστιατόριο της αδερφής του τελευταίου και τότε ο Μ.Κ.1 του είπε ότι πράγµατι θα έφερνε ο ίδιος τα ελαστικά στην Κύπρο, όµως η δουλειά του δεν είναι αυτή και ο ίδιος έχει εστιατόριο. Επίσης του ανάφερε ότι όλα τα χρήµατα που του έδωσε ο μάρτυρας, τα έδωσε στον κατηγορούμενο με σκοπό να τον βοηθήσει γιατί αντιµετώπιζε κάποια οικονοµικά προβλήµατα και τελικά ο κατηγορούμενος δεν µπορεί να του επιστρέψει τα χρήµατα πίσω. Παρόλα αυτά ο Μ.Κ.1 τον διαβεβαίωσε ότι θα προσπαθήσει να βρει άλλη πηγή και τρόπο, να διευθετήσει να του φέρει τα ελαστικά και θα κάλυπταν την οικονοµική διαφορά που θα προέκυπτε, αφαιρώντας τα χρήµατα που ήδη του είχε δώσει ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας τον πίστεψε αφού εκείνος του έδειξε και ένα χειρόγραφο γραµµάτιο, µε το οποίο ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι στις 17.11.11 έλαβε δανεικά από τον Μ.Κ.1, το ποσό των €21.800 και ότι πρόκειται εντός 90 ηµερών να τα επιστρέψει. Τότε ο μάρτυρας µίλησε τηλεφωνικώς µε τον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε το πιο πάνω, αναφέροντας του ότι δεν έπιασε καθόλου χρήµατα από τον Μ.Κ.
  9. Αργότερα ο Μ.Κ.1 αποδέχθηκε το γεγονός ότι φέρει ευθύνη για τα χρήματα που του έδωσε ο μάρτυρας και πήρε ο κατηγορούμενος και του υποσχέθηκε ότι θα φροντίσει να του τα επιστρέψει ο ίδιος. Ο μάρτυρας του έδωσε προθεσµία µέχρι τον Μάιο, οπόταν στις 10.5.12, κατάθεσε αγωγές εναντίον του Μ.Κ.1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού και συγκεκριμένα την Αγωγή 11153/2012 για το ποσό των €8.050 και την Αγωγή 11154/2012 για το ποσό των €13.
  10. Μέχρι και την 1.10.12 δεν εισέπραξε κανένα ποσό και για αυτό αποφάσισε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνοµία. Στην κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος πήγε στο γκαράζ πήγε με την προϋπόθεση ότι είναι ο εισαγωγέας που θα μεσολαβούσε για να έλθουν τα λάστιχα στην Κύπρο. Ήταν δηλ. το αφεντικό που θα έφερνε τα λάστιχα, μέσω του Μ.Κ.
  11. Η πράξη θα περνούσε δηλ. μέσω του κατηγορούμενου. Τότε που έκδωσε τις επιταγές πίστευε ότι μέρος του ποσού και όχι όλο, σίγουρα θα το έπαιρνε ο κατηγορούμενος. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει το κατηγορούμενο εδώ και 15 χρόνια και ότι συνεργάστηκαν μαζί πριν τον επίδικο χρόνο αφού αγόραζε λάστιχα από τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα είπε ότι δεν συνομίλησε ο ίδιος με τον κατηγορούμενο αλλά ο πατέρας του είπε στον κατηγορούμενο ότι ο μάρτυρας ήθελε να εισάξει ελαστικά από το εξωτερικό. Αυτό το ανέφερε στον μάρτυρα ο πατέρας του, ο οποίος του είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος θα πήγαινε με έναν ξένο άνθρωπο στο μαγαζί τους για να κάμουν εισαγωγή ελαστικών. Μετά από αυτό πήγε στο μαγαζί τους ο κατηγορούμενος με τον Μ.Κ.
  12. Την παραγγελία δεν την έκανε την πρώτη φορά που τον επισκέφθηκαν. Ο κατηγορούμενος με τον Μ.Κ.1 πήγαν για τον σκοπό αυτό αρκετές φορές, πέραν των
  13. Κάθε φορά πήγαιναν μαζί. Ο κατηγορούμενος του είπε, στην παρουσία του Μ.Κ.1, ότι ο τελευταίος ήταν στην Γαλλία και ότι ήταν το πρόσωπο που θα του έφερνε τα ελαστικά. Ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε στον μάρτυρα ότι δεν έκανε τέτοιες δουλειές (εισαγωγή ελαστικών) και ότι είναι εστιάτορας. Του είπε όμως ότι ήταν στην Γαλλία και ότι είχε γνωστούς και θα έφερνε ελαστικά. Ο μάρτυρας έκδωσε όλες τις επιταγές που είχαν να κάνουν με την εισαγωγή, στο όνομα του Μ.Κ.
  14. Είπε δε χαρακτηριστικά ότι έβγαλε τις επιταγές στο όνομα εκείνου που θα έφερνε τα ελαστικά. Συμφώνησε δε ότι ήταν ο Μ.Κ.1 που ανέλαβε να του φέρει τα ελαστικά. Όταν δε έφτασε ο χρόνος που έπρεπε να έλθουν τα ελαστικά ο μάρτυρας επικοινώνησε με τον Μ.Κ.
  15. Μπορεί να επικοινώνησε με αυτόν και προηγουμένως αλλά ο Μ.Κ.1 ουδέποτε του είπε ότι από τα λεφτά που του έδωσε ο μάρτυρας έδωσε και στον κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι όταν έδινε την κατάθεση του στην Αστυνομία, πίστευε ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο του σύστησε τον Μ.Κ.1 και ότι δεν θα έκανε ο κατηγορούμενος την εισαγωγή των ελαστικών. Την κατάθεση την έδωσε εναντίον του Μ.Κ.
  16. Είπε επίσης ουσιαστικά ότι κατά την παραγγελία έδειξε εμπιστοσύνη στον Μ.Κ.
  17. Πριν να δώσει την κατάθεση του στην Αστυνομία κίνησε τις δύο αγωγές που αναφέρει στην κατάθεση του εναντίον του Μ.Κ.1, για το συνολικό ποσό των €21.800, που αφορά την παρούσα. Κίνησε αγωγή στον Μ.Κ.1 και για το ποσό που έδωσε για την εισαγωγή ελαστικών μετά που δεν ολοκληρώθηκε η εισαγωγή που αφορά η παρούσα. Ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε για εκείνη την περίπτωση ότι φέρει ευθύνη και ανέλαβε να πληρώσει τον μάρτυρα. Εκδόθηκε δε σχετική δικαστική απόφαση. Ο Μ.Κ.1 του πλήρωσε μέχρι σήμερα ποσό μεταξύ €10.000‑12.
  18. Σε κάποιο χρόνο που ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν ήταν πριν ή μετά που έδωσε κατάθεση, είπε ότι ο κατηγορούμενος έστειλε άνθρωπο στο μαγαζί του και του πήρε €10.000 σε έναν φάκελο έναντι του γραμματίου του Μ.Κ.
  19. Ο μάρτυρας μετά τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και τον ρώτησε τι θα γίνει με τα υπόλοιπα και εκείνος του είπε «Μετά». Είπε δε ότι λογικά τα λεφτά θα του τα έστειλε ο κατηγορούμενος μετά που έδωσε την κατάθεση του. Συμπεράσματα Ως έχει αναφερθεί κατά την νομική πτυχή, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων και την γνώση αυτών από τον κατηγορούμενο, όπως τα επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος, αλλιώς ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η παράσταση ήταν ψευδής και ήταν αυτή που επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηρίχθηκε σε αυτήν, παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Συνεπώς εκείνο που θα πρέπει πρώτα να εξετασθεί είναι κατά πόσο στοιχειοθετείται για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η ψευδής παράσταση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η παράσταση αυτή συνίστατο στο ότι ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε στον παραπονούμενο ότι θα του εισήγαγε ελαστικά αυτοκινήτων από την Γαλλία ενώ γνώριζε στην πραγματικότητα ότι αυτό ήταν ψευδές. Πρέπει δε εδώ να υπομνησθεί ότι ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος που γίνεται η παράσταση και όχι μεταγενέστερα. Θα πρέπει δηλ. να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές της παράστασης όταν την έκανε. Σε σχέση με τα πιο πάνω από την μαρτυρία που έχει τεθεί στην παρούσα θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς ήταν βασικά η θέση του Μ.Κ.1 ότι ήταν ο κατηγορούμενος που θα έκανε την εισαγωγή των ελαστικών. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, πουθενά ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε ότι αυτό που λέχθηκε στον παραπονούμενο ήταν ότι η εισαγωγή των ελαστικών θα γινόταν από την Γαλλία. Αντίθετα ήταν η θέση του ότι ο ίδιος εξ αρχής, όταν πρωτοσυνάντησαν τον παραπονούμενο με τον κατηγορούμενο, εξήγησε στον παραπονούμενο ότι δεν μπορούσε να φέρει τα λάστιχα από την Γαλλία αλλά από την Γερμανία. Αντίθετα προκύπτει από την μαρτυρία του παραπονούμενου ότι εκείνο που αυτός αντιλήφθηκε ως συμφωνία που έκαναν (χωρίς να διευκρινίζει με ποιον) είναι ότι την εισαγωγή θα την έκανε ο Μ.Κ.1 από την Γαλλία και ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο απλά του σύστησε τον Μ.Κ.1 και δεν θα έκανε αυτός την εισαγωγή. Αυτή την εντύπωση είχε, ως είπε, ακόμη και όταν έδινε την κατάθεση του. Είπε επίσης στην κατάθεση του ότι τον ενημέρωσαν, χωρίς να πει ποιος από τους δύο, ότι ο Μ.Κ.1 ζούσε χρόνια στην Γαλλία, είχε διασυνδέσεις εκεί και µπορούσε να φέρει ελαστικά µάρκας MICHELIN, σε πολύ καλές τιµές. Αυτό, ως επίσης προκύπτει από την αντεξέταση του παραπονούμενου, του το επιβεβαίωσε ο Μ.Κ.
  20. Ανέφερε δε ότι έκδωσε όλες τις επιταγές στο όνομα του Μ.Κ.1 αφού αυτός ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε να εισάξει τα ελαστικά και ότι ο κατηγορούμενος απλά ήταν το πρόσωπο που έφερε τον παραπονούμενο σε επαφή με τον Μ.Κ.
  21. Εκείνη δε την περίοδο ο Μ.Κ.1 σε καμία περίπτωση ανέφερε στον παραπονούμενο ότι έδινε μέρος των χρηµάτων ή όλα τα χρήµατα στον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου διαφεύγουν τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του, πέραν από την υιοθέτηση της κατάθεσης του, σε σχέση με τον ρόλο του κατηγορούμενου και τα οποία έρχονται σε αντίθεση με την εν λόγω κατάθεση του. Όμως στην αντεξέταση του δεν επέμεινε σε αυτά και ουσιαστικά επανήλθε στα όσα είπε σχετικά στην κατάθεση του, δεχόμενος μάλιστα ότι λόγω της παρόδου του χρόνου σίγουρα τα γεγονότα τα θυμόταν καλύτερα όταν έδινε την κατάθεση του δηλ. την 1.10.
  22. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε από την κατηγορούσα αρχή χαρακτηρίζεται από θεμελιακή αντίφαση, ως προς το ποιο πρόσωπο θα έκανε την εισαγωγή και από ποια χώρα και δημιουργεί κατά την κρίση μου λογική αμφιβολία σε σχέση με το ποια ήταν η παράσταση που έγινε στον παραπονούμενο. Πέραν δε αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι κανένας εκ των δυο προαναφερθέντων μαρτύρων δεν διευκρίνισε ποιος έκανε (ο Μ.Κ.1 ή ο κατηγορούμενος) την εν λόγω παράσταση στον παραπονούμενο. Ακόμη όμως και εάν κρινόταν ότι η αντίφαση αυτή (όπως και όλες οι υπόλοιπες αντιφάσεις μεταξύ των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 που βασικά αναιρούσαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και μάλιστα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα) δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψην στο παρόν στάδιο, παραμένει η ανάγκη εξέτασης του κατά πόσο αποδείχθηκε, για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι η όποια παράσταση έγινε στον παραπονούμενο, ήταν ψευδής και ότι ο κατηγορούμενος το γνώριζε αυτό. Προκύπτει δε σχετικά από την δοθείσα μαρτυρία, ως τέθηκε συνοπτικά ανωτέρω, ότι η όποια παράσταση για εισαγωγή των ελαστικών, ως την αντιλήφθηκε ο παραπονούμενος και προφανώς αυτή επέδρασε στο μυαλό του για να δώσει τα χρήματα, ήταν ότι την εισαγωγή θα την έκανε ο Μ.Κ.1, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι ήταν στην Γαλλία και είχε διασυνδέσεις για να κάνει την εισαγωγή συγκεκριμένης μάρκας ελαστικών από εκεί. Δεν προέκυψε δε πουθενά από την μαρτυρία ότι έστω ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν θα γινόταν τέτοια εισαγωγή κατά τον χρόνο που έγινε η σχετική παράσταση. Αντίθετα ακόμη και ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι πριν τον πάρει στον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος, είπε στον τελευταίο ότι μίλησε με κάποια κοπέλα γνωστή του στην Γαλλία και ότι του είπε ότι δεν μπορούσε να φέρει λάστιχα από την Γαλλία αλλά μπορεί ο φίλος της να τα φέρει από την Γερμανία. Ανέφερε επίσης ότι στην συνεργασία με τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο, η εμπλοκή του ήταν να πάει ως μεσάζον μαζί με τον κατηγορούμενο στο Αννόβερο στην Γερμανία για να παραγγείλουν τα ελαστικά και να έλθουν στην Κύπρο. Ειρήσθω εν παρόδω θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι θέσεις του Μ.Κ.1 ήταν αντιφατικές εφόσον στην αντεξέταση του ερωτώμενος ποιο κέρδος θα είχε ο κατηγορούμενος παίρνοντας τον στον παραπονούμενο είπε ότι εάν ο ίδιος κατάφερνε να φέρει τα λάστιχα, ο κατηγορούμενος θα έπαιρνε οπωσδήποτε μία προμήθεια. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του, σε αντίθεση με τις θέσεις του είπε μάλιστα, ότι ο κατηγορούμενος θα πήγαινε με τον παραπονούμενο να φέρουν τα λάστιχα. Η πιο πάνω μαρτυρία κρίνεται λοιπόν ως τέτοια, που όπως και να αξιολογηθεί στο τέλος της υπόθεσης, δημιουργεί εύλογη αμφιβολία ως προς το κατά πόσο, ακόμη και εάν ήταν ο κατηγορούμενος που είχε κάνει την εν λόγω παράσταση, γνώριζε τότε ότι αυτή ήταν ψευδής, ότι δηλ. δεν θα εισάγονταν ή δεν είχε σκοπό να εισαχθούν τα ελαστικά. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ο τελευταίος έδωσε στον κατηγορούμενο τα λεφτά των επιταγών που του έκδωσε ο παραπονούμενος για τα οποία ο κατηγορούμενος υπέγραψε δήλωση ότι τα δανείστηκε από τον Μ.Κ.1 και ότι θα του τα επέστρεφε εντός ενενήντα ημερών αλλά και το ότι, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος αργότερα του έστειλε €10.000 σε έναν φάκελο έναντι του εν λόγω «γραμματίου», δεν μπορούν κατά την κρίση μου να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ακόμη και για σκοπούς διαπίστωσης απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι ο κατηγορούμενος είχε τέτοια γνώση κατά τον χρόνο της παράστασης. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις δημιουργούν κατά την κρίση μου εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 4. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.