Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΑΡΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 12396/16, 15/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12396/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΑΡΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ Κατηγορουμένης -------------------------- Ημερομηνία: 15 Ιουνίου,
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου. Για την Κατηγορουμένη: κ. Η. Αγαθοκλέους. Κατηγορούμενη, παρούσα. ΠΟΙΝΗ
- Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, μη αναγόμενης σε υπαίτια αμέλεια, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η κατηγορούμενη στις 29/9/2015 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LBJ 073 στην οδό Ανοικοδομήσεως, στον Αγ. Αθανάσιο, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Γεωργίας Νικολάου.
- Η κατηγορούσα αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1) τα γεγονότα που συνθέτουν το αδίκημα. Σχέδιο επί κλίμακας της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, δέσμη φωτογραφιών της σκηνής και του οχήματος, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 29/9/15 περί ώρα 07:15 η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής LBJ 073, τύπου σαλούν, στην οδό Ανοικοδομήσεως στον προσφυγικό συνοικισμό Αγ. Αθανασίου με ανατολική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου έξω από παρακείμενο ταχυφαγείο κτύπησε και παρέσυρε τη Γεωργία Νικολάου, ηλικίας 78 ετών (η «θανούσα») η οποία διασταύρωνε την εν λόγω οδό, από νότια προς βόρεια, από τα δεξιά προς αριστερά δηλαδή, σύμφωνα με την πορεία της κατηγορουμένης. Τη στιγμή της σύγκρουσης η θανούσα είχε σχεδόν ολοκληρώσει την διασταύρωση της. Το συνολικό πλάτος του δρόμου στο συγκεκριμένο σημείο είναι 8 μ. και της είχε απομείνει απόσταση 1,20 μ. για να φθάσει στο πεζοδρόμιο. Η θανούσα εκτινάχθηκε πάνω στο αυτοκίνητο κτυπώντας με το σώμα της πάνω στον μπροστινό ανεμοθώρακα ο οποίος θρυμματίστηκε και στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο. Υπέκυψε λίγο αργότερα στα τραύματα της. Η κατηγορούμενη δεν τραυματίστηκε.
- Στη σκηνή του δυστυχήματος μετέβη ο Α/Λοχίας 2700 (ΜΚ 10 στο κατηγορητήριο) ο οποίος βρήκε το όχημα της κατηγορούμενης στο σημείο που η κατηγορούμενη το οδήγησε και το στάθμευσε μετά το δυστύχημα. Σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης στην οποία την υπέβαλε η ένδειξη ήταν μηδενική. Με τη βοήθεια του Αστ. 3100 και του Αστ. 4853, ο ΜΚ 10 έλαβε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και με βάση όλα τα ευρήματα που εντόπισε τοποθέτησε με σημείο «Χ» το σημείο της σύγκρουσης. Σημείωσε επίσης τα ίχνη των βημάτων της θανούσας αφού τα πέλματα των υποδημάτων της είχαν αφήσει αποτυπώματα. Η κατηγορούμενη συμφώνησε και με το σημείο σύγκρουσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πορεία της θανούσης («Β» στο σχέδιο) ήταν διαγώνια, ότι ο δρόμος διαχωρίζεται με ζωγραφιστή νησίδα και 47 μ. ανατολικά του σημείου σύγκρουσης υπάρχει διάβαση πεζών. Ο ΜΚ 10 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής, δέσμη των οποίων κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το όχημα της κατηγορούμενης υπέστη ζημιά, στον μπροστινό ανεμοθώρακα ο οποίος είχε θρυμματιστεί (στην αριστερή πλευρά, θέση συνοδηγού, φωτ. 23, 24), στο μπροστινό καπό της μηχανής (βούλωμα) και στο μπροστινό αριστερό φανάρι το οποίο έσπασε.
- Το δυστύχημα καταγράφηκε και από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Η εν λόγω καταγραφή δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε μόνο στα γεγονότα ότι ο ΜΚ 10: «.διαπίστωσε ότι πράγματι φαίνεται η πεζή να επιχειρεί να διασταυρώσει το δρόμο και διακρίνεται το ενεχόμενο όχημα να την κτυπά και να την παρασύρει εκτινάσσοντας την στον αέρα λίγο πριν αυτή καταφέρει να ανεβεί στο Βόρειο πεζοδρόμιο».
- Η κατηγορούμενη συνελήφθηκε στις 29/9/15 η ώρα 12:00 με δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Αφού πληροφορήθηκε το λόγο της σύλληψης της απάντησε: «Τίποτε». Σε ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την κατηγορούμενη αυτή ισχυρίστηκε ότι η ορατότητα της περιοριζόταν λόγω του ήλιου που ήταν απέναντι της σε κάποιο σημείο του δρόμου και ότι κτύπησε ξαφνικά με το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της τη θανούσα την οποία δεν είχε δει καθόλου πριν την κτυπήσει.
- Ο ΜΚ 10 στις 30/9/15 μεταξύ των ωρών 07:05 - 07:30 μετέβη στη σκηνή μαζί με τον Αστ. 3100 για να διερευνήσουν τον ισχυρισμό της. Ο ΜΚ 10 οδήγησε το όχημα της κατηγορουμένης ως η πορεία που είχε περιγράψει η κατηγορούμενη και ο Αστ. 3100 ακολούθησε την πορεία του θύματος. Διαπιστώθηκε ότι, από η ώρα 07:05 μέχρι την ώρα που έγινε το δυστύχημα, ο ήλιος ήταν πράγματι απέναντι των οδηγών των οχημάτων που κινούνταν με ανατολική κατεύθυνση και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο μπροστινός ανεμοθώρακας του οχήματος της κατηγορουμένης ήταν λερωμένος, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά και θαμπός, περιοριζόταν ο ορατότητα της οδηγού. Διαπιστώθηκε όμως ότι όσο πλησίαζε το σημείο σύγκρουσης η ορατότητα βελτιωνόταν προοδευτικά και σε απόσταση 31,5 μ. από το σημείο σύγκρουσης η κατηγορούμενη ήταν σε θέση πλέον, μπορούσε και έπρεπε να δει την πεζή. Ο ΜΚ 10 επίσης διαπίστωσε ότι με την χρήση του σκιαδίου της θέσης του οδηγού βελτιωνόταν σε κάποιο βαθμό η ορατότητα. Στο σημείο που κτυπήθηκε η πεζή μέχρι και η ώρα 07:25 το σημείο δεν είχε φωτιστεί απευθείας με ηλιακό φως λόγω των πολυκατοικιών που βρίσκονται στη νότια πλευρά του δρόμου.
- Στις 5/10/15 ο ΜΚ 10 μαζί με τον Αστ. 3100, μεταξύ των ωρών 07:05 και 07:30 επισκέφθηκαν εκ νέου τη σκηνή του δυστυχήματος με ιδίου τύπου οχήματος για να ελέγξουν εκ νέου τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης. Ο ΜΚ 10 έλαβε υπόψη του ότι σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας η ανατολή του ήλιου στις 5/10/15 ήταν 4 λεπτά αργότερα από τις 29/9/15, οπότε και ο σχετικός έλεγχος επικεντρώθηκε στα λεπτά πριν και μετά τις 07:
- Χρησιμοποιήθηκε όχημα με καθαρό ανεμοθώρακα γιατί ο ανεμοθώρακας του οχήματος της κατηγορουμένης δεν μπορούσε να καθαριστεί λόγω κινδύνου να θρυμματιστεί ολοκληρωτικά. Ο ΜΚ 10 οδήγησε το όχημα ως η πορεία που περιέγραψε η κατηγορούμενη και ο Αστ. 3100 επανέλαβε την πορεία του θύματος. Διαπιστώθηκε ότι με καθαρό ανεμοθώρακα η ορατότητα ήταν 130 μ. Με τη χρήση επίσης του σκιαδίου της θέσης του οδηγού βελτιωνόταν ακόμα περισσότερο η ορατότητα. Στη δεύτερη ανακριτική της κατάθεση η κατηγορούμενη είπε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει το σκιάδιο της ούτε φορούσε γυαλιά του ήλιου.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης, στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος ως επίσης και στις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης.
- Ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος ανέφερε ότι η κατηγορούμενη δεν οδηγούσε καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Τόνισε ότι ο χρόνος προσέλευσης της στην εργασία της είναι 07:45, το δυστύχημα έγινε περί ώρα 07:15, επομένως δεν βιαζόταν. Οι πραγματικές συνθήκες ορατότητας της ήταν 31,5 μ. έστω και αν αυτό οφειλόταν στον λερωμένο ανεμοθώρακα. Η θανούσα δεν χρησιμοποίησε τη διάβαση πεζών. Η κατηγορούμενη χρησιμοποιεί καθημερινά το δρόμο και είναι γνώστης της ύπαρξης της διάβασης. Λόγω μυωπίας (Τεκμήριο 5, η ιατρική βεβαίωση) δεν χρησιμοποιεί γυαλιά του ήλιου και σε συνδυασμό με την επίδραση του ήλιου στον σκονισμένο ανεμοθώρακα της η ικανότητα της να δει τη θανούσα περιορίστηκε. Η μη χρήση των φρένων, εισηγήθηκε, καταδεικνύει ότι η κατηγορούμενη δεν είδε καθόλου τη θανούσα. Η θέση του ήταν ότι το δυστύχημα ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αμέλειας. Η κατηγορούμενη μετά το δυστύχημα παρέμεινε στο χώρο, κάλεσε ασθενοφόρο και ειδοποίησε την αστυνομία. Ήταν ασφαλισμένη και η οικογένεια του θύματος αποζημιώθηκε (Τεκμήριο 4 - απόδειξη είσπραξης και απαλλαγής ημερ. 17/12/2015).
- Ο συνήγορος της κατηγορουμένης υιοθέτησε την έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Η κατηγορούμενη σήμερα είναι ηλικίας 35 ετών και έχει μια ανήλικη θυγατέρα ηλικίας 6,5 ετών. Έχει πτυχίο Κοινωνικού Λειτουργού από το Πανεπιστήμιο Πάτρας. Εργάστηκε για τρία χρόνια στο ΣΚΕ Τραχωνίου. Το 2009 άρχισε να εργάζεται στη Δημόσια Υπηρεσία στις Ταχυδρομικές Υπηρεσίες με μηνιαίο μισθό περί τα €
- Ο συνήγορος της έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις προσωπικές της περιστάσεις. Η κατηγορούμενη είναι διαζευγμένη. Ο σύζυγος της την εγκατέλειψε όταν το παιδί τους ήταν ηλικίας μόνο μερικών μηνών. Ακολούθως τέλεσε γάμο με άλλη γυναίκα. Η κατηγορούμενη ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη φροντίδα του τέκνου της. Ο πρώην σύζυγος δεν καταβάλλει συστηματικά τη διατροφή του τέκνου τους, ούτε έχει ιδιαίτερη επικοινωνία με το παιδί. Η κατηγορούμενη τυγχάνει στήριξης από τους γονείς της, λόγω προβλημάτων όμως, που προέκυψαν σε σχέση με τον αδελφό της, ο οποίος εξέτισε ποινή φυλάκισης 5 ετών, δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε οικονομικής στήριξης. Τα χρέη της, που αφορούν την οικία στην οποία διαβιεί, φτάνουν τα €300000 και οι δόσεις δεν καταβάλλονται κανονικά. Η κατηγορούμενη έχει μεταμεληθεί, βίωσε έντονο σοκ από το συμβάν και συνεργάστηκε πλήρως και άμεσα με την αστυνομία.
- Ο συνήγορος της κατηγορουμένης αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος. Κάλεσε το Δικαστήριο, σε περίπτωση επιβολής φυλάκισης, να την αναστείλει, λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, η οποία δεν έχει βαθμούς ποινής, την άμεση παραδοχή της, τις περιστάσεις του αδικήματος, τις προσωπικές της συνθήκες, ιδιαίτερα τη σχέση της με την θυγατέρα της, το νεαρό της ηλικίας της, τις καταστρεπτικές συνέπειες που θα είχε ενδεχόμενη ποινή άμεσης φυλάκισης στην θυγατέρα της αλλά και στην ίδια αφού είναι δημόσιος υπάλληλος.
- Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»): «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες[1].»
- Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[2].
- Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
(1)Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
(2)Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
(3)Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων[3].
(4)Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. 16. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. 17. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές των Guilfoyle και Boswell, σελ. 115: «Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλ. Attorney General v. Iacovides**. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.»
- Αξίζει να λεχθεί ότι στην Αγγλία έχουν εκδοθεί κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις οδηγίες με κάποιες αλλαγές[4].
- Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η οδήγηση της κατηγορουμένης μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, και αν ο τρόπος με τον οποίο η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[5]) ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το δυστύχημα, ακόμη και αν κριθεί η οδήγηση απερίσκεπτη, οφειλόταν σε στιγμιαίο σφάλμα.
- Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). 21. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (Νο. 1)
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
- Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου, ανωτέρω).
- Το αν ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid, ανωτέρω).
- Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όμως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του αποτελέσματος (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid, ανωτέρω). Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. 25. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674).
- Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή να δείχνει έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[6]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
- Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
- Όσον αφορά την ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16). 29. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα η κατηγορούμενη δεν οδηγούσε:
(1)υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών ή σε νυσταλέα κατάσταση.
(2)καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας ή με τέτοια ταχύτητα που καθιστούσε την οδήγηση της, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του δρόμου και τις κρατούσες συνθήκες, επικίνδυνη.
(3)κατά παράβαση οδικών σημάνσεων, δηλαδή παραβιάζοντας φώτα τροχαίας, άσπρη συνεχόμενη γραμμή ή ζωγραφιστή νησίδα.
- Δεν διέπραξε επίσης ταυτόχρονα άλλα αδικήματα, όπως λ.χ. της ανασφάλιστης οδήγησης.
- Η παράλειψη της έγκειται στο να αντιληφθεί τη θανούσα που διασταύρωνε τη συγκεκριμένη στιγμή το δρόμο, ενώ ήταν ορατή. Οι συνθήκες ορατότητας που επικρατούσαν ήταν ιδιαίτερα καλές. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η ορατότητα της κατηγορουμένης περιορίστηκε λόγω της κατάστασης του ανεμοθώρακα της. Έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα αν αυτό πρέπει να προσμετρήσει εναντίον της κατηγορουμένης. Αν δηλαδή η οδήγηση του οχήματος σε τέτοια κατάσταση καθιστούσε την οδήγηση ευθύς εξ αρχής απερίσκεπτη. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα ο περιορισμός της ορατότητας αποτέλεσε και αιτία της σύγκρουσης.
- Έθεσα επίσης στον εαυτό μου το ερώτημα αν το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορώ να προβώ ως αιτία του δυστυχήματος, λαμβάνοντας υπόψη μου τις συνθήκες ορατότητας, το πλάτος του δρόμου, το γεγονός ότι η θανούσα είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση, είναι ύπαρξη αδιαφορίας από πλευράς της κατηγορουμένης (βλ. Αστυνομία ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:B168, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017).
- Ως προς το πρώτο ερώτημα κατέληξα ότι η οδήγηση οχήματος από την κατηγορούμενη με λερωμένο ανεμοθώρακα, που περιόριζε υπό ορισμένες συνθήκες δηλαδή την ορατότητα της, δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία, έστω και αν δεν είχε στρέψει την προσοχή της προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου, ότι δηλαδή επηρεαζόταν η ορατότητα της στο βαθμό που οι έρευνες του ΜΚ 10 κατέδειξαν αργότερα.
- Ως προς το δεύτερο ερώτημα, από τα τεθέντα ενώπιον μου δεδομένα, δεν κρίνω ότι εξάγεται συμπέρασμα αδιάφορης οδήγησης. Ο οδήγηση της όμως κατέστη εξ υπαρχής επικίνδυνη λαμβανομένων υπόψη και των όσων ανέφερα για την κατάσταση του ανεμοθώρακα της.
- Το γεγονός της ύπαρξης διάβασης πεζών σε 47 μ. απόσταση δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα αυτά, ούτε μπορεί να αποτελέσει βάση εξαγωγής συμπεράσματος συντρέχουσας αμέλειας από πλευράς της θανούσης.
- Στην κυπριακή νομολογία κρίθηκε ότι η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013).
- Με βάση τα όσα έθεσα πιο πάνω η οδήγηση της δεν μπορεί να κριθεί ότι κατέστη επικίνδυνη από στιγμιαίο σφάλμα.
- Έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο, τον καλό χαρακτήρα, την ηλικία της κατηγορουμένης, και των υπολοίπων ελαφρυντικών παραγόντων που αναφέρθηκαν, ιδιαίτερα τις οικογενειακές της συνθήκες. Ως προς τις εργασιακές της συνθήκες ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμος, Ν. 1/90, προνοεί την πειθαρχική δίωξη δημοσίων υπαλλήλων μετά από καταδίκη για αδίκημα «πoυ εvέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα» (βλ. άρθρο 84). Καταδίκη για αδίκημα αυτής της φύσεως, μη υπαίτιας αμέλειας, δεν ενέχει την ηθική μομφή που αναφέρεται στον προαναφερθέντα νόμο, επομένως δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον συνήγορο της κατηγορουμένης ως προς τα ενδεχόμενα επακόλουθα. Τέλος έλαβα υπόψη μου ότι η άμεση παραδοχή της με αποτέλεσμα την αποφυγή δίκης δικαιολογεί σοβαρή έκπτωση στην ποινή.
- Ως προς το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης της έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και εργασιακές συνθήκες, την απουσία προηγούμενων τροχαίων καταδικών σε συνάρτηση με την σοβαρότητα του αδικήματος και ότι θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης.
- Επιβάλλω στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 6 μηνών πλέον 7 βαθμούς ποινής. Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα.
- Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
- Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303),
(1)η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο,
(2)το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής και
(3)η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. 43. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
(1)Η κατηγορούμενη είναι μονογονιός, μητέρα παιδιού ηλικίας 6,5 ετών. Οι ιδιαίτερες οικογενειακές της περιστάσεις και η σχέση της με τον πρώην σύζυγο καθιστούν αναγκαία την παρουσία της στην ζωή του παιδιού.
(2)Παρά τα οικονομικά και οικογενειακά της προβλήματα η κατηγορούμενη είναι εργαζόμενη, παραγωγικό μέλος της κοινωνίας με κατεύθυνση στη ζωή της.
(3)Είναι λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε άμεσα την κατηγορία, επιδεικνύοντας έμπρακτα την ειλικρινή της μεταμέλεια.
- Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης της κατηγορουμένης αναστέλλεται για τρία έτη από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code (non culpable negligence). Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ (μη υπαίτια αμέλεια). [1] €4271, βλ. Κ.Δ.Π. 312/2007, Ε.Ε. Παρ. ΙΙΙ (Ι), Αρ. 4210, 20/7/
- [2] 5-10 βαθμούς ποινής. [3] Βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, ECLI:CY:AD:2017:B63, Π.Ε. 169/2016, ημερ. 28/2/2017 και Αστυνομία ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:B168, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017 όπου επιβεβαιώθηκε η σημασία της ύπαρξης αδιαφορίας στην οδήγηση. [4] Βλ. Guideline on causing death by driving (www.sentencingcouncil.org.uk) και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/
- [5] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). [6] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s. 3. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο