← Κύπρος

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΙΑΚΟΥΡΤΗΣ ν. M.S BLAST SYSTEMS PUBLIC LTD μέσω του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23602/16, 19/7/2017

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΙΑΚΟΥΡΤΗΣ ν. M.S BLAST SYSTEMS PUBLIC LTD μέσω του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23602/16, 19/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23602/16 ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΙΑΚΟΥΡΤΗΣ Παραπονούμενος v. M.S BLAST SYSTEMS PUBLIC LTD μέσω του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της 2. ΜΑΚΗ ΧΑΒΑΤΖΙΑ Κατηγορούμενοι --------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Κ. Καρατσής Για Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Δράκος με κ. Δ. Κουλαφέτη Κατηγορούμενος 2: παρών --------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από μια κατηγορία, η οποία αφορά στο αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, κατά παράβαση των αρ. 2, 3, 5, 6, 9

(1), 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 Ν. 35 (Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε με το Ν.200(Ι)/
  1. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, η οποία διώκεται ως η εργοδότρια του παραπονούμενου, αναφέρονται τα εξής στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας: «Η κατηγορούμενη 1 δυνάμει δικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας στην Αίτηση αριθμός 83/09 ενώ ήταν εργοδότρια εταιρεία, παρέλειψε να καταβάλει στον Παραπονούμενο / Εργοδοτούμενο μισθούς οι οποίοι αφορούσαν τα έτη 2007 μέχρι 2009 συνολικά συμποσούμενους στο ποσό των €20.000,00 με νόμιμο τόκο από 15.07.2011 μέχρι τελικής εξοφλήσεως.» Αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος διώκεται στη βάση του αρ. 20 Κεφ. 154, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, οι λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, αναφέρουν εξής: «Ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί τον Ιούλιο του 2011 στη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 προς μη καταβολή στον Παραπονούμενο / Εργοδοτούμενο μισθών οι οποίοι αφορούσαν τα έτη 2007 μέχρι 2009 συνολικά συμποσούμενους στο ποσό των €20.000,00 με νόμιμο τόκο από 15.07.2011 μέχρι τελικής εξοφλήσεως.» Σημειώνω εδώ ότι, αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, αντίθετα με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος καταχώρησε μη παραδοχή στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, καμία εμφάνιση υπήρξε εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εν λόγω κατηγορούμενης και αυτό παρά το ότι το κατηγορητήριο επιδόθηκε δεόντως και σε σχέση με αυτή την κατηγορούμενη. Η υπόθεση επομένως οδηγήθηκε σε ακρόαση, μόνο σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ενώ σε σχέση με την κατηγορούμενη 1, στην ουσία η υπόθεση προχωρεί με απόδειξη. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, ο παραπονούμενος κατέθεσε ο ίδιος ως ΜΚ1 και κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Π.Χριστοφόρου, Λειτουργό στο ΧΑΚ (ΜΚ2). Η κυρίως εξέταση του παραπονούμενου, έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), ενώ η μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος δεν έτυχε οποιασδήποτε ουσιαστικής αμφισβήτησής ή αντεξέτασης από την υπεράσπιση, περιορίστηκε απλά στην κατάθεση διαφόρων ανακοινώσεων, που η κατηγορούμενη 1 εξέδιδε κατά την περίοδο 2007 - 2012 και οι οποίες αποτελούν μέρος του σχετικού αρχείου που διατηρείται στο ΧΑΚ (Τεκ. 3, 4 και 5). Συνολικά, κατατέθηκαν οχτώ τεκμήρια (Τεκ. 1 - 5 και Τεκ. Α - Γ), εκ των οποίων τα τρία (Τεκ. Α, Β και Γ), κατατέθηκαν ως παραδεκτά και ως προς το περιεχόμενο τους. Τα εν λόγω παραδεκτά τεκμήρια, συνίστανται στην χειρόγραφη επιστολή με την οποία ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε στην απόλυση του παραπονούμενου από την κατηγορούμενη 1 στις 05.12.2008, στο Διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας, σύμφωνα με το οποίο, στις 13.3.2012, η κατηγορούμενη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση και στο ηλεκτρονικό αντίγραφο του αρχείου που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την εταιρική δομή της κατηγορούμενης 1, το οποίο, μέχρι και τις 13.06.2017 που εκτυπώθηκε, παρουσιάζει τον κατηγορούμενο 2, ως ένα εκ των τριών διευθυντών της κατηγορούμενης
  2. Η ουσία της εκδοχής του παραπονούμενου, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες αδικήματος και την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία, είναι συνοπτικά η εξής: Εργοδοτήθηκε στην κατηγορούμενη 1, η οποία τότε ήταν ιδιωτική εταιρεία και ονομαζόταν Avacom Net Services Ltd, περί τον Ιανουάριο του
  3. Η εν λόγω εταιρεία, στη συνέχεια κατέστη δημόσια και οι μετοχές της εισήχθηκαν προς διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ. Ο κατηγορούμενος 2, ανέλαβε ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της κατηγορούμενης 1, πέντε χρόνια αργότερα ήτοι περί τα τέλη Ιουλίου
  4. Τότε ήταν που ο παραπονούμενος τον γνώρισε για πρώτη φορά. Η σχέση τους ήταν καθαρά επαγγελματική και αρκετές ήταν οι φορές που αντάλλαξαν απόψεις, αναφορικά με τους τρόπους βελτίωσης των υπηρεσιών διαδικτύου που πρόσφερε η κατηγορούμενη
  5. Ο παραπονούμενος δε γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος 2 ήταν δηλωμένος ως μισθωτός υπάλληλος της εταιρείας ή αν λάμβανε οποιαδήποτε αμοιβή, το μόνο που γνωρίζει, είναι ότι ήταν ένας εκ των διοικητικών στελεχών της κατηγορουμένης 1 και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, απουσίαζε αρκετά στο εξωτερικό, λόγω των άλλων επιχειρήσεων που είχε. Οι οδηγίες που δίνονταν στους υπαλλήλους της εταιρείας, ανέφερε ο παραπονούμενος, προέρχονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, πρόεδρος του οποίου ήταν τότε ο κατηγορούμενος
  6. Αναφορικά με τους μισθούς του, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι εξ' όσο θυμάται, αυτοί του καταβάλλονταν με επιταγή, από το λογιστήριο της εταιρείας. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, περί τις 5.12.2008, κατόπιν έντονης συζήτησης που είχε με τον κατηγορούμενο 2, αναφορικά με κάποια θέματα μισθών των υπαλλήλων της εταιρείας, ο τελευταίος τον απέλυσε, δίδοντας του την χειρόγραφη επιστολή Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, επειδή, μέχρι εκείνη την ημέρα, η κατηγορούμενη 1, δεν του «. κατέβαλε δεδουλευμένους μισθούς και άδειες που αφορούσαν τα έτη 2007 - 2009» και επειδή θεώρησε ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του ήταν παράνομος και δεν του είχε δοθεί ούτε η εκ του νόμου υποχρεωτική προειδοποίηση απόλυσης, αποφάσισε να λάβει νομικά μέτρα. Αρχικά, προέβη σε γραπτή καταγγελία της κατηγορουμένης 1 στο ΧΑΚ. Η τελευταία όμως, έσπευσε να τον αντικρούσει, εκδίδοντας δική της ανακοίνωση στις 29.01.2009 (Τεκ. 3), η οποία όμως, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, είναι ψευδής και παραπλανητική. Στη συνέχεια, εφόσον οι προσπάθειες του να του καταβληθούν τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά, δεν τελεσφόρησαν και αυτό παρά τις διάφορες τηλεφωνικές υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις που έλαβε από τον κατηγορούμενο 2, διόρισε δικηγόρο, τον οποίο και εξουσιοδότησε όπως κινηθεί δικαστικά εναντίον της κατηγορούμενης
  7. Ως αποτέλεσμα, περί το 2009, καταχωρήθηκε εκ μέρους του και εναντίον της κατηγορούμενης 1, η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας, με αρ. 83/
  8. Με την εν λόγω Αίτηση, ο παραπονούμενος αξίωνε εναντίον της κατηγορουμένης 1, ποσά συνολικού ύψους €25.
  9. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, στο εν λόγω αξιούμενο ποσό των €25.000, περιλαμβάνονταν οφειλόμενοι μισθοί και άδειες της περίοδου 2007 - 2009 καθώς και διάφορα άλλα εκ του νόμου απορρέοντα δικαιώματα του, όπως αυτά ανέκυψαν, συνεπεία του τρόπου με τον οποίο τερματίστηκε η εργοδότηση του (περίοδος προειδοποίησης, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, κλπ). Ακολούθως, ανέφερε ο παραπονούμενος, η κατηγορούμενη 1, μέσω του κατηγορούμενου 2, ξεκίνησε να διαπραγματεύεται μαζί του, με αποτέλεσμα, δύο χρόνια αργότερα, στις 17.06.2011, να εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του και εναντίον της κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 2). Αν και οι αξιώσεις του στην Αίτηση, συμποσούνταν στο ποσό των €25.000, το ποσό που τελικά επιδικάστηκε εκ συμφώνου υπέρ του παραπονούμενου, περιορίστηκε στις €20.000 με τόκο από 17.06.2011 μέχρι τελικής εξόφλησης. Εκ συμφώνου διατάχθηκε επίσης, η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, νοουμένου ότι η κατηγορούμενη 1 θα κατέβαλλε στον παραπονούμενο, το ποσό των €2.500 κάθε 15ην ημέρα έκαστου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης, με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα, την 15.07.
  10. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο λόγος που αυτός δέχθηκε να περιορίσει τις αξιώσεις του, ήταν αφ'ενός οι διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου 2 ότι θα του καταβάλλονταν πλήρως τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά και αφ'ετέρου, τα όσα η κατηγορούμενη 1 ανέφερε σε δημόσιες ανακοινώσεις της, περί κερδοφορίας της επιχείρησης της (Τεκ.3, 4 και 5). Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, οι εν λόγω δημόσιες ανακοινώσεις της κατηγορούμενης 1, διαφάνηκε στη συνέχεια να μην ήταν τίποτε άλλο παρά παραπλανητικές και αναληθείς δηλώσεις. Πλην του ότι το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο σε αυτόν ποσό των €20.000, αφορά σε οφειλές της χρονικής περιόδου 2007-2009, ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να θυμηθεί περαιτέρω λεπτομέρειες γι' αυτό. Ούτε ποιοι και πόσοι μισθοί του οφείλονταν κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του στις 5/12/08 θυμάται, ούτε ποιο το συνολικό ύψος αυτών. Ούτε όμως πόσος ήταν ο μηνιαίος μισθός του κατά τον ουσιώδη χρόνο μπορούσε να θυμηθεί. Το μόνο που θυμάται επιπλέον, είναι ότι, ένα περίπου χρόνο μετά την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και συγκεκριμένα στις 22/2/12, η κατηγορούμενη 1, με δημόσια ανακοίνωση της, παραδέχτηκε γραπτώς ότι του οφείλει το εν λόγω ποσό, ως «μη πληρωθείσες άδειες» (Τεκ.3). Ο παραπονούμενος αντεξετάστηκε εκτενώς ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση, 5 ½ χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Του υπεβλήθει συναφώς ότι, η ενέργεια του αυτή, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ότι ουσιαστικά προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την ποινική διαδικασία για να «εκτελέσει» μια αστική απόφαση. Ο παραπονούμενος απέρριψε τις επί του προκειμένου θέσεις. Ανέφερε ότι οδηγήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, όταν διαπίστωσε στις 15/7/11, ημερομηνία που σύμφωνα με την απόφαση στην 83/09, θα έπρεπε να του καταβληθεί η πρώτη δόση των €2.500, ότι οι κατηγορούμενοι τον είχαν «κοροϊδέψει» και ότι δεν προτίθεντο να τηρήσουν τους συμφωνηθέντες όρους. Πληροφορήθηκε στη συνέχεια μέσω κάποιας εφημερίδας, ότι είχε εκδοθεί μια δικαστική απόφαση, στην οποία, κάποιος εργοδότης που επίσης όφειλε μισθούς σε υπάλληλο του, καταδικάστηκε για το σχετικό αδίκημα, οπόταν και αποφάσισε να ψάξει το θέμα περαιτέρω. Αναζητώντας την εν λόγω απόφαση μέσω της διαδικτυακής βάσης δεδομένων της κυπριακής νομικής πληροφόρησης (CyLaw), κατάφερε να την εντοπίσει και αφού την μελέτησε και έκρινε ότι εφαρμόζετο και στη δική του περίπτωση, αναζήτησε νομική συμβουλή δικηγόρου. Ο πρώτος δικηγόρος που προσέγγισε, τον ενημέρωσε ότι θα ήταν δύσκολο να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη και τον προέτρεψε να προσπαθήσει να εισπράξει τα οφειλόμενα του με άλλο τρόπο. Όταν τελικά βρήκε δικηγόρο έτοιμο να τον βοηθήσει, καταχώρησε την παρούσα υπόθεση, με την οποία ως ανέφερε, επιζητεί την τιμωρία των κατηγορουμένων, για την «κοροϊδία» που του έκαναν και συγκεκριμένα, που τον έπεισαν να περιορίσει την απαίτηση του στο Εργατικό Δικαστήριο χωρίς να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η Υπεράσπιση υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 και κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει και απαλλάξει τον τελευταίο από αυτό το στάδιο. Η εισήγηση της υπεράσπισης επικεντρώθηκε σε τέσσερεις άξονες: Α) Ουδόλως αποδείχτηκε η κατ' ισχυρισμό «συνέργεια» του κατηγορούμενου 2 στη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος, κατά τον χρόνο που αυτό παρουσιάζεται να διαπράχθηκε ήτοι κατά την περίοδο 2007-
  11. Πλην της διευθυντικής ιδιότητας του κατηγορούμενου 2, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, σύμφωνα με την υπεράσπιση, προς στοιχειοθέτηση είτε του actus reus του αρ.20 Κεφ.154 είτε του mens rea, ως απαιτείται και από τη σχετική νομολογία. Β) Δεν αποδείχτηκε το συστατικό στοιχείο του «μισθού» και αυτό γιατί πουθενά στην απόφαση στην 83/09 αναφέρεται ότι το ποσό των €20.000 αναφέρεται σε μισθούς και καμία μαρτυρία προσκομίστηκε ως προς το θέμα αυτό. Γ) Η παρούσα υπόθεση συνιστά κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας, διότι είχε προηγηθεί αστική διαδικασία για την ίδια κατ' ισχυρισμό επιλήψημη συμπεριφορά και η παρούσα ποινική υπόθεση, ουσιαστικά αφορά σε έμμεση προσπάθεια του παραπονούμενου να εκτελέσει την αστική απόφαση. Δ) Ο παραπονούμενος δεν νομιμοποιείτο να καταχωρήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση. Όφειλε, σύμφωνα με την υπεράσπιση, αν όντως είχε οποιοδήποτε παράπονο από τον εργοδότη του, να αποταθεί στο Υπουργείο Εργασίας, που είναι και το μόνο αρμόδιο να προχωρήσει με οποιαδήποτε ποινική δίωξη εναντίον εργοδότη αν όντως τέτοια δίωξη, είναι υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, απέρριψε την εισήγηση και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δικαιολογείται πλήρως η κλήση των κατηγορουμένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ειδικότερα, υποστήριξε ο κ. Καρατσής, αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως, ότι αυτός, παρείχε συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 «να μην εξοφλήσει» το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ του παραπονούμενου και το οποίο αφορά μισθούς εν τη εννοία του Νόμου. Σύμφωνα με το συνήγορο «από την ημέρα απολύσεως του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο 2 (5/12/08), υπήρχε συνδρομή του τελευταίου προς μη εξόφληση των μισθών, ασχέτως του αν υπήρχαν οφειλόμενοι μισθοί που προϋπήρχαν της απόλυσης...». Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως εχόντας κατά νου πάντοτε ότι, έστω και αν η εισήγηση αφορά μόνο στην υπόθεση που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, είναι καθήκον του Δικαστηρίου όπως εξετάσει αν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση και σε σχέση με την κατηγορούμενη
  12. Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του «εκ πρώτης όψεως» είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Όσον αφορά την εισήγηση της υπεράσπισης υπό στοιχείο Δ ανωτέρω ήτοι το θέμα της νομιμοποίησης του παραπονούμενου να καταχωρεί την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, είμαι της άποψης ότι όπως έχει τεθεί η εισήγηση, δεν ευσταθεί. Αυτό διότι, ο επίμαχος Νόμος, Ν 35(Ι)/07, δημιουργεί για την παράλειψη καταβολής μισθών, πέραν από αγώγιμο δικαίωμα και ποινικό αδίκημα, νομοθετική προσέγγιση η οποία είναι και θεμιτή αλλά και χρήσιμη, ούτως ώστε να μπορεί να επιτευχθεί η πληρέστερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή του Νόμου. Ο παραπονούμενος βασίζει το δικαίωμα του στην καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, στην υπαλληλική του ιδιότητα, η οποία δεν αμφισβητείται και στο γεγονός ότι είναι ο εργοδοτούμενος που επηρεάστηκε «άμεσα» από την κατ' ισχυρισμό αξιόποινη παράλειψη του εργοδότη του να μην του καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς του. Υπό μια καθ' όλα αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας επομένως, προκύπτει ότι ικανοποιούνται οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, και μετέπειτα στις υποθέσεις Αίτηση από τον Ανδρέα Τρύφωνος, Ποιν. ECLI:CY:AD:2016:D208, Αίτ. Αρ. 15/2015, 18/4/2016, Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, 16/1/2013, Νεόφυτος Παναγιώτου ν Σάββα Ευαγγέλου, ECLI:CY:AD:2014:B917, Ποιν. Έφ. Αρ. 194/2013, 2/12/2014 (βλ. επίσης την κυπριακή και αγγλική νομολογία στην οποία οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης επομένως απορρίπτεται. Αναφορικά με την υπό στοιχείο Γ ανωτέρω εισήγηση της υπεράσπισης και το κατά πόσο η ενέργεια του παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση να καταχωρήσει ποινική διαδικασία, τη στιγμή που εξασφάλισε απόφαση από πολιτικό Δικαστήριο, για το ίδιο θέμα, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, σημειώνω τα εξής. Το αν οι ενέργειες ενός παραπονούμενου, συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και αυτό ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στην απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522, όπου λέχθηκε ότι η προώθηση ποινικής και πολιτικής διαδικασίας για την ίδια επιλήψιμη συμπεριφορά δεν αποκλείεται κατά κανόνα. Θεωρώ ότι για να εξεταστούν τα όσα προβλήθηκαν προς υποστήριξη της επί του προκειμένου εισήγησης της υπεράσπισης, θα πρέπει να προηγηθεί η αποκρυστάλλωση του πραγματικού πλαισίου των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η εισήγηση και αυτό διότι το συγκεκριμένο θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας, ως αυτό έχει τεθεί από την υπεράσπιση, είναι θέμα άρρηκτα συνδεδεμένο με το θέμα της «δίκαιας δίκης», το οποίο αποφασίζεται υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). Τέτοια «αποκρυστάλλωση» των γεγονότων της υπόθεσης όμως, δεν γίνεται στο παρόν στάδιο, αλλά στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, ήτοι στο τέλος της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, αυτή η πτυχή της εισήγησης της υπεράσπισης, δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο αλλά στο τέλος της υπόθεσης, εάν και εφόσον βέβαια, εγερθεί εκ νέου από την υπεράσπιση. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται στο μέγιστο το ακριβοδίκαιο της δικαστικής διαδικασίας. (βλ. σχ. Δημοκρατία ν. Ηρακλέους (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 225 και Αναφορικά με Αίτηση του Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)Α.Α.Δ. 185 και τη σχετική νομολογία στην οποία οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Κρίνω επομένως ότι, στο παρόν στάδιο, η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να εξεταστεί και για το λόγο αυτό απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στις υπό στοιχεία Α και Β ανωτέρω εισηγήσεις της υπεράσπισης. Θεωρώ ορθό, όπως πρώτα εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης αναφορικά με το ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως, η «συνέργεια» του κατηγορούμενου 2 (στοιχείο Α ανωτέρω) και αυτό διότι, τυχόν επιτυχία της εισήγησης αυτής, καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος, τουλάχιστο σε σχέση με τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Εν πάσει περιπτώσει, εν τη απουσία οποιασδήποτε ρητής νομοθετικής πρόνοιας στο Ν.35(Ι)/2007, περί ποινικής ευθύνης διευθυντή εργοδότριας εταιρείας, η τυχόν ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 2 ως «συνεργού» της τελευταίας, στη βάση του αρ.20 Κεφ.154, δεν επηρεάζεται από την τυχόν ποινική ευθύνη της αυτουργού εταιρείας (βλ. Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ και την αναφορά που γίνεται σε εκείνη την απόφαση στις υποθέσεις Hui Chi-ming v. The Queen 1 A.C. 34 (P.C.), Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (H.L 319 και R. v. Humphreys and Turner [1965] 3 All E.R. 689. Όπως ανέφερα, η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2, εδράζεται στο αρ.20 Κεφ.154.[1] Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αυτός αντιμετωπίζει ήτοι της 2ης κατηγορίας, η αποδιδόμενη σε αυτόν «συνέργεια», τοποθετείται χρονικά περί τον Ιούλιο 2011 και ως έχει διευκρινιστεί, αφορά ουσιαστικά στη κατ' ισχυρισμό «συνδρομή» του στη μη εξόφληση των «μισθών» μετά και την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Υπενθυμίζω ότι, oι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776). Σημειώνω εδώ ότι, κατά την αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, τοποθέτησε χρονικά την κατ' ισχυρισμό «συνδρομή» του κατηγορούμενου 2, περί της 5/12/08 ήτοι όταν τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του παραπονούμενου. Η θέση όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας. Εν πάσει όμως περιπτώσει, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, θεωρώ ότι είναι άνευ σημασίας αν η κατ' ισχυρισμό «συνδρομή» του κατηγορούμενου 2, τοποθετείται χρονικά τον Ιούλιο 2011 ή στις 5/12/08. Το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθών για το οποίο ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι συνέδραμε στη διάπραξη του, είναι το αδίκημα που προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρ. 10 και 20 του Ν.35(Ι)/07. Οι πρόνοιες του αρ.10 του Νόμου, παράβαση των οποίων συνιστά αδίκημα με βάση το αρ.20, έχουν ως εξής: 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...
(3)...
(4)... Ως προς το τι δύναται να συνιστά "μισθό" εν τη εννοία του Νόμου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 2 του Νόμου «...κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές.» Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω εδώ ότι ο βασικός νόμος, θεσπίστηκε στις 21 Μαρτίου 2007 και τροποποιήθηκε στις 28/12/12 με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.200(Ι)/2012. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. πρόσφατη απόφαση ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ποινική Έφεση 58/2016, 16/3/2017 και MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.120/2015, 26/4/2017 και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Η παράλειψη καταβολής του μισθού συνιστά και το σχετικό αδίκημα του Νόμου. Με γνώμονα πάντοτε τα χρονικά πλαίσια στα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση, ως αυτά έχουν καθοριστεί από το κατηγορητήριο, ήτοι μέχρι και τον Ιούλιο 2011, απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του υπό κρίση αδικήματος είναι, σύμφωνα με το Ν.35(Ι)/07ως ίσχυε τότε, η δημιουργία της οφειλής του επίμαχου μισθού και η μετέπειτα παράλειψη καταβολής του από τον εργοδότη του μισθωτού κατά την ημέρα που τέτοιος μισθός κατέστη πληρωτέος. Θα πρέπει επομένως να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι, κατά την ημέρα που ο εργοδότης όφειλε να καταβάλει σε συγκεκριμένο υπάλληλο του το δεδουλευμένο μισθό, αυτός δεν το έπραξε. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι επίμαχοι μισθοί για τους οποίους ο παραπονούμενος υποβάλλει το παράπονο του, τοποθετούνται χρονικά να κατέστησαν οφειλόμενοι μεταξύ 2007 και 5/12/08 όταν και αυτός απολύθηκε. Αυτός είναι και ο ουσιώδης για τη διάπραξη του βασικού αδικήματος του Ν.35(Ι)/07, χρόνος. Σημειώνω εδώ ότι το εν λόγω αδίκημα, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις 21/3/07 όταν και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Ν. 35(Ι)/07. Επομένως, ουδείς δύναται να καταδικαστεί σε σχέση με μισθούς που κατέστησαν οφειλόμενοι πριν την εν λόγω ημερομηνία και αυτό ένεκα εφαρμογής της αρχής του Nullum Crimen, Nulla Poena Cine Lege που επιβάλλει ότι ουδέν έγκλημα υφίσταται και ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ Νόμου (βλ. μεταξύ άλλων Σάββα Σάββας ν. Δήμου Πάφου ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 496). Τα όσα σχετικά, εύστοχα επισημάνθηκαν στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση LION AUTO PARTS LIMITED ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2012, 24/6/2014, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Ένεκα του ότι το χρονικό πλαίσιο του κατηγορητηρίου, καλύπτει και την περίοδο μετά που θεσπίστηκε ο Ν.35(Ι)/07, το ότι δεν έχει προσδιοριστεί από πλευράς παραπονούμενου, πότε ακριβώς χρονικά το 2007, κατέστη οφειλόμενος ο πρώτος επίμαχος μισθός, δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω σε αυτό το στάδιο. (βλ. LION AUTO PARTS LIMITED ανωτέρω και την αναφορά που γίνεται στις αποφάσεις Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387 και Χριστοδούλου και άλλων ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 1). Στρέφομαι τώρα στο θέμα του συνεργού με βάση το αρ.20 Κεφ.154. Για τη στοιχειοθέτηση «συνέργειας» στη διάπραξη ενός αδικήματος, συμπεριλαμβανομένου και του υπό κρίση αδικήματος της παράλειψης πληρωμής μισθού, «η νομολογία ... αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα.» (έμφαση δική μου - βλ. πρόσφατη απόφαση Θεόδωρου Μ. Ιωαννίδη ν Gastop Boutique LTD κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/6/2017 και τις παραπομπές που γίνονται στην εν λόγω αυθεντία σε κυπριακή και αγγλική νομολογία). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 στην οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Gastop Boutique ανωτέρω είναι άκρως κατατοπιστικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται το θέμα ποινικής ευθύνης ενός συνεργού. «Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. ... Κρίνουμε, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, πως, έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα .... είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια, με την έννοια που έχουμε προαναφέρει, όπως καθορίζεται στη νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το θέμα ύπαρξης ένοχης διάνοιας, αφού έκρινε πως δεν ήταν η ένοχη διάνοια στοιχείο του αδικήματος. Προχωρούμε τώρα να παρατηρήσουμε πως η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής και δεν μπορεί να λεχθεί πως κατά το χρόνο εκείνο ήταν δυνατόν ο εφεσείων να γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. ... δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την υπογραφή των επιταγών, είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος....» (έμφαση δική μου) Από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αυτής αντικειμενικά πάντοτε κρινόμενης αλλά και από το ρητό χρονικό πλαίσιο που έχει καθοριστεί με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, είναι προφανές ότι δεν αποκαλύπτεται, αλλά ούτε και στοιχειοθετείται, στη βάση του αρ.20 Κεφ.154, η κατ' ισχυρισμό «συνέργεια» του κατηγορούμενου 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο που παρουσιάζεται η κατηγορούμενη 1 να διέπραξε το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού στον παραπονούμενο. Η οφειλή των επίμαχων μισθών, η οποία αποτελεί και τη βάση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ως συνεργός ο κατηγορούμενος 2, τοποθετείται χρονικά από πλευράς παραπονούμενου, να δημιουργείται και να αποκρυσταλλώνεται, σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο 2007-05/12/
  1. Τότε είναι που παρουσιάζεται, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του παραπονούμενου, να διαπράχθηκε και το σχετικό αδίκημα. Δεν μπορεί επομένως να τοποθετείται, η κατ' ισχυρισμό «συνέργεια» του κατηγορούμενου 2, να έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο της διάπραξης του αδικήματος χρόνου και να ζητείται έτσι η καταδίκη του, στη βάση του αρ.20 Κεφ.
  2. Είναι αδιάφορο, αν τελικά, η κατ' ισχυρισμό «συνέργεια» του κατηγορούμενου 2, έλαβε χώρα τον Ιούλιο 2011 που αναφέρουν οι λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας ή στις 5/12/08 που ανέφερε ο κ. Καρατσής κατά την αγόρευση του, εφόσον αμφότερες οι εν λόγω ημερομηνίες, παραπέμπουν σε ενέργειες που έλαβαν χώρα, μετά τη διάπραξη του ισχυριζόμενου αδικήματος και του ουσιώδες χρόνου που καθορίζει η σχετική νομολογία και συνεπώς, εκτός της εμβέλειας του αρ.20 Κεφ.
  3. Ίσως, η εν λόγω ισχυριζόμενη συμπεριφορά να μπορούσε να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής άλλων προνοιών του Κεφ.154 οι οποίες αφορούν σε «συνέργεια μετά τη διάπραξη» αδικήματος, όπως ίσως δυνατό να είναι το χωριστό και ανεξάρτητο αδίκημα του αρ.23 Κεφ.54[2]. Δεν μπορεί όμως να ενταχθεί στα αδικήματα που αποτελούν τη νομική βάση της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει. Η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στις 17/6/11, ούτε μετέβαλε την πιο πάνω κατάσταση πραγμάτων αλλά ούτε και μετέθεσε χρονικά την ποινική ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου. Άλλωστε δεν θα μπορούσε. Το μόνο που αποφάσισε το εν λόγω Δικαστήριο ήταν ότι, όντως η κατηγορούμενη 1 όφειλε διάφορα ποσά στον παραπονούμενο, κατά το χρόνο όμως που αυτός ισχυρίστηκε ότι του οφείλονταν ήτοι κατά την περίοδο 2007-5/12/
  4. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Ούτε βέβαια τίθεται θέμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου με τυχόν προσθήκη ή αντικατάσταση αδικημάτων που δεν αποτέλεσαν μέρος του κατηγορητηρίου και δη αδικημάτων, εντελώς διαφορετικών από αυτών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  5. Πέραν του ότι τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε, τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου, υπό τις περιστάσεις, θα απέληγε θεωρώ, σε ανεπίτρεπτο και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 2, ιδιαίτερα ενόψει του ότι η υπεράσπιση έθιξε ρητά το θέμα κατά την αμφισβήτηση των θέσεων του παραπονούμενου (βλ. Αχτάρ Ανδρέας και Άλλοι ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Πρόσθετα των πιο πάνω όμως σημειώνω και τα εξής αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από την όλη εκδοχή του παραπονούμενου, αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στην όλη υπόθεση. Πλην του ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ως πρόεδρος, μαζί με δύο άλλα πρόσωπα, αποτελούσαν το Διοικητικό Συμβούλιο της κατηγορούμενης 1, η οποία ήταν δημόσια εταιρεία και ότι ήταν το πρόσωπο που εκπροσώπησε την εν λόγω κατηγορούμενη κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ουσιαστικά καμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε, ως προς το πως ο κατηγορούμενος 2 συνέδραμε, κατά την περίοδο 2007-5/12/08, στο να μην καταβληθούν οι επίμαχοι μισθοί στον παραπονούμενο. Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, η πληρωμή των μισθών γινόταν από το λογιστήριο της κατηγορούμενης 1 και οι οδηγίες προς τους υπαλλήλους προέρχονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας ως ένα ενιαίο σώμα. Τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 τον έβλεπε κάποιες φορές ένεκα του ότι απουσίζε συχνά στο εξωτερικό και όποτε δημιουργήθηκαν θέματα με τους μισθούς των υπαλλήλων, όλα τα πυρά των τελευταίων, συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου, στράφηκαν είτε προς την ίδια την κατηγορούμενη 1 είτε προς το Διοικητικό της Συμβούλιο, στο σύνολο του όμως και ουδέποτε σε προσωπικό επίπεδο διευθυντών. Οι δημόσιες ανακοινώσεις της κατηγορουμένης 1 δε, με τις οποίες ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι, τόσο η κατηγορούμενη 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2, αντίκρουσαν ψευδώς και παραπλανητικά, τα παράπονα του ιδίου και των υπόλοιπων υπαλλήλων αναφορικά με μη πληρωμή μισθών (Τεκ.3 ανακοίνωση 29/1/09 και Τεκ. 5 ανακοίνωση 13/12/07), υπογράφονται, η μεν πρώτη, από τη γραμματέα της κατηγορούμενης 1, η δε δεύτερη, από διοικητικό στέλεχος της τελευταίας, άλλο από τον κατηγορούμενο
  1. Θα συμφωνήσω επομένως με τον κ. Κουλαφέτη ότι, από μια καθαρά αντικειμενική θεώρηση της εκδοχής του παραπονούμενου, απουσιάζει η οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει προσωπικά τον κατηγορούμενο 2, με την μη πληρωμή των επίμαχων μισθών στον παραπονούμενο από την κατηγορούμενη 1, κατά το χρόνο που τέτοιοι μισθοί κατέστησαν πληρωτέοι, ως απαιτείται από τη σχετική με το αρ.20 Κεφ.154, νομολογία. Στη βάση όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου 2 να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει και συνεπώς αυτός θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί από αυτό το στάδιο. Η εξέταση της υπό στοιχείο Β εισήγησης της υπεράσπισης επομένως, σε σχέση με αυτόν τον κατηγορούμενο, δεν θα με απασχολήσει. Όσον αφορά την κατηγορούμενη 1 και την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει ήτοι την 1η, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αντικειμενικα πάντοτε κρινόμενης και με γνώμονα τις αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό, ως τις έχω αναφέρει πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσεται. Αναφορικά με τη κατηγορούμενη 1, η διαδικασία εναντίον της θα προχωρήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
  2. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας σε σχέση με τον αθωωθέντα κατηγορούμενο 2, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155 και λαμβανομένου υπόψη ότι οι αναβολές που δόθηκαν στην υπόθεση πριν την έναρξη της ακρόασης ήταν, κατά κύριο λόγο, συνεπεία αιτημάτων της πλευράς του κατηγορούμενου 2, διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ του εν λόγω κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου, περιορισμένα όμως στις ημέρες που όντως διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, ήτοι από 29/6/17 και μεταγενέστερα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π.,Μ.Κ. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής μισθών [1] «Αρ.
  3. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» [2] Αρ.23 Κεφ.154 . «Όποιος εν γνώσει του ότι άλλος είναι ένοχος ποινικού αδικήματος παρέχει άσυλο ή βοήθεια σε αυτό με σκοπό να παράσχει σε αυτό τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία καθίσταται συνεργός μετά τη διάπραξη....» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.