RANIA AGINI ν. GERALD MARIE VAN CAMPENHOUDT, Αρ. υπόθεσης: 5209/15, 18/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 5209/15 RANIA AGINI Παραπονούμενη -εναντίον- GERALD MARIE VAN CAMPENHOUDT Κατηγορούμενου --------------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Ιουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Μ. Κονής Για Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής με κα Λαβίθια Κατηγορούμενος: παρών --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει εικοσιπέντε
(25)συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της απείθειας σε Διάταγμα Δικαστηρίου, κατά παράβαση του αρ.137 Κεφ.154. Οι λεπτομέρειες αδικήματος είναι στην ουσία τους πανομοιότυπες για όλες τις κατηγορίες. Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, είναι ότι «...κατά ή περί την 10/7/14 και μετέπειτα...» και συγκεκριμένα μεταξύ 07/08/14 (25η κατηγορία) και 04/01/15 (1η κατηγορία), «...ενώ διατάχθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την 3/7/14 με διάταγμα στην αίτηση γονικής μέριμνας 87/14, να παραδίδει την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων στην Παραπονούμενη και συγκεκριμένα κάθε πρώτη εβδομάδα του μήνα από Πέμπτη μέχρι την Κυριακή και κάθε δεύτερη εβδομάδα του μήνα από Πέμπτη μέχρι τη Δευτέρα, στις ... (ημερομηνία ισχυριζόμενης παρακοής) ... απείθησε ηθελημένα και/ή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με το εν λόγω διάταγμα και/ή παρέλειψε να παραδώσει την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων το εν λόγω διάταγμα επιδόθηκε σε αυτόν την 22/7/14». Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, για κάθε φορά που θα έπρεπε, σύμφωνα με την παραπονούμενη, από τις 7/8/14 και εντεύθεν, να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου και να της παραδώσει την ανήλικη. Σημειώνω εδώ ότι αναφορικά με τις κατηγορίες 1-5, η οποίες αφορούν τις ημερομηνίες 28/12/14, 31/12/14, 1/1/15, 3/1/15 και 4/1/15, στις λεπτομέρειες αδικήματος, αναφέρεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος «...απείθησε ηθελημένα και/ή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με το εν λόγω διάταγμα..» καθώς και με «...Δήλωση και/ή Δέσμευση του προς το Δικαστήριο στις 18/12/14...» ότι θα «...παραδώσει την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων στην Παραπονούμενη...». Σημειώνω επίσης ότι οι αναφορές που γίνονται στην παρούσα απόφαση, σε «παράδοση» και «παραλαβή» της ανήλικης, εδράζονται αποκλειστικά επί του λεκτικού που αμφότερες οι πλευρές χρησιμοποίησαν κατά την ακρόαση καθώς και του λεκτικού που χρησιμοποιείται στο επίμαχο διάταγμα. Οι σχετικές παρατηρήσεις του Εφετείου στην υπόθεση Mαυρονικόλα Mαρία ν. Άντη Ξάνθου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 293 δεν έχουν αγνοηθεί. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η πλευρά της παραπονούμενης κάλεσε δύο μάρτυρες ήτοι την ίδια την παραπονούμενη (ΜΚ1) και την Ε. Παπακώστα, Λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών του Γραφείου Ευημερίας (ΜΚ2). Ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, επέλεξε, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα του, να καταθέσει ενόρκως ο ίδιος και να καλέσει μία μάρτυρα, την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, Alicia Marie (εφ' εξής Αλίσια - (ΜΥ2)). Από τις εκατέρωθεν προβληθείσες θέσεις, τα πιο κάτω, προκύπτει να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Η παραπονούμενη η οποία είναι Κύπρια υπήκοος και ο κατηγορούμενος ο οποίος είναι Βέλγος υπήκοος, τέλεσαν πολιτικό γάμο την 12/5/01 στο Δημαρχείο Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Από το γάμο τους, απέκτησαν στις 4/3/04, μία θυγατέρα, την Αλίσια, η οποία σήμερα είναι 13 ετών και φοιτά στο St Mary's School στη Λεμεσό (Καλογριές). Αρχικά, παραπονούμενη και κατηγορούμενος, διέμεναν με την Αλίσια στο Κουβέιτ, όπου βρισκόταν η εργασία του κατηγορούμενου. Στο Κουβέιτ, οι εμπλεκόμενοι έμειναν για 8,5 χρόνια περίπου οπόταν και επέστρεψαν μόνιμα στην Κύπρο όπου και διαμένουν μέχρι σήμερα. Μετά την επιστροφή του αντρογύνου στην Κύπρο και όταν η Αλίσια ήταν 10 χρονών περίπου, ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο. Με το γάμο των εμπλεκομένων ήδη να αντιμετωπίζει προβλήματα, η παραπονούμενη αποφάσισε να προβεί σε αίτηση λύσης του, με αποτέλεσμα, στις 25/6/14, να εκδοθεί διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ακολούθως, η παραπονούμενη καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, την εναρκτήρια Αίτηση Γονικής Μέριμνας υπ. αρ. 87/14, στα πλαίσια της οποίας αιτήθηκε, με ενδιάμεση αίτηση, την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναφορικά με την άσκηση προσωρινής γονικής μέριμνας επί της Αλίσιας. Για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής αίτησης, τόσο η παραπονούμενη όσο και ο κατηγορούμενος, εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο της επιλογής τους. Στον κατηγορούμενο παρασχέθηκαν επίσης, υπηρεσίες μεταφραστή. Στις 3/7/14, ημερομηνία κατά την οποία στο Δικαστήριο, ήταν παρόντες, τόσο η παραπονούμενη (Αιτήτρια στην εν λόγω διαδικασία) όσο και ο κατηγορούμενος (Καθ' ου η Αίτηση) με το μεταφραστή του, οι δικηγόροι που τους εκπροσωπούσαν τότε, προέβησαν εκ μέρους των πελατών τους, σε εκ συμφώνου δηλώσεις στο Δικαστήριο, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα, την έκδοση προσωρινού Διατάγματος, το οποίο θα ίσχυε μέχρι εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο: «
- ...Καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων Αλίσιας Μαρή Βαν Κάμπενχαουν, ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Καθ' ου η Αίτηση στη Λεμεσό.
- ...Ρυθμίζεται η επικοινωνία της Αιτήτριας με την ανήλικη θυγατέρα της ως ακολούθως: Την πρώτη εβδομάδα, αρχομένου του δικαιώματος της από 10.07.2014, από την Πέμπτη μέχρι την Κυριακή, από η ώρα 10.00 π.μ. της Πέμπτης μέχρι η ώρα 10.00π.μ. της Κυριακής. Τη δεύτερη εβδομάδα από την Πέμπτη μέχρι τη Δευτέρα, από η ώρα 10.00π.μ. της Πέμπτης μέχρι η ώρα 10.00π.μ. της Δευτέρας. Η παραπάνω διευθέτηση θα ισχύ ανά δεκαπενθήμερο μεταξύ των διαδίκων.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση διατάσσεται όπως παραδίδει και παραλαμβάνει την ανήλικη θυγατέρα του στην Αιτήτρια, κατά τις πιο πάνω μέρες και ώρες επικοινωνίας, στον εκάστοτε τόπο διαμονής του στη Λεμεσό. 4, Διατάσσεται η Αιτήτρια όπως επιστρέφει το ανήλικο τέκνο της κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας της, στον εκάστοτε τόπο διαμονής του Καθ' ου η Αίτηση, στη Λεμεσό, εκτός στις περιπτώσεις όπου είναι Δευτέρα και δεν είναι αργία, όπου θα το επιστρέφει στο σχολείο κατά την έναρξη της σχολικής ημέρας...» Το εν λόγω προσωρινό Διάταγμα, το οποίο είναι συνταγμένο στα Ελληνικά και φέρει τη νενομισμένη οπισθογράφηση του Πρωτοκολλητείου, η οποία απευθύνεται τόσο προς τον κατηγορούμενο όσο και προς την παραπονούμενη, κατατέθηκε στην παρούσα υπόθεση, μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσης του στον κατηγορούμενο στις 22/7/14, ως Τεκμήριο
- Μέχρι και την 18/12/14, η παραπονούμενη δεν κατέστη δυνατό να παραλάβει την Αλίσια ως προνοούσε το επίμαχο ενδιάμεσο Διάταγμα. Η παραπονούμενη καταχώρησε στα πλαίσια της Αίτησης του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπ' αρ. 89/14, αιτήσεις παρακοής εναντίον του κατηγορούμενου, οι οποίες είχαν οριστεί στις 18/12/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, παραπονούμενη και κατηγορούμενος, αμφότεροι εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο τους, δήλωσαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο ότι «συμφωνούν όπως την ημέρα των Χριστουγέννων (25/12/14) η ανήλικη Αλίσια θα παραμείνει...» με τον κατηγορούμενο ενώ κατά την 26/12/14, 28/12/14, 31/12/14 - 1/1/15 και 4/1/15, η Αλίσια θα παραμείνει με την Αιτήτρια «...σε ώρες που θα συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων». Συμφώνησαν επίσης ότι κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, ο κατηγορούμενος θα μεταφέρει την Αλίσια στον τόπο διαμονής της παραπονούμενης και ότι η τελευταία, μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας επικοινωνίας, θα την επιστρέψει πίσω στο σπίτι του κατηγορούμενου - βλ. Τεκμήριο
- Μετά και τη δήλωση της πιο πάνω συμφωνίας των εμπλεκομένων, το Οικογενειακό Δικαστήριο, όρισε τις αιτήσεις παρακοής «για οδηγίες» στις 22/1/15, δίδοντας επίσης οδηγίες, όπως ένα μήνα προηγουμένως, στις 22/12/14 δηλαδή, παρουσιαστεί στο Δικαστήριο «...η αρμόδια λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας για να της εξηγηθεί το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων». Πέραν των αιτήσεων παρακοής που καταχωρήθηκαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν, καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση καθώς και οι ποινικές υποθέσεις 1899/15, 2251/15, 2672/15 και 3827/
- Οι ποινικές αυτές υποθέσεις, αφορούσαν τις εξής ημερομηνίες, 7/814, 14/8/14, 21/8/14, 4/9/14, 11/9/14, 18/9/14, 25/9/14, 2/10/14, 9/10/14, 16/10/14, 23/10/14, 30/10/14, 6/11/14, 13/11/14, 20/11/14, 27/11/14, 4/12/14, 11/12/14, 18/12/14, 26/12/14, 28/12/14, 31/12/14, 1/1/15, 3/1/15 και 4/1/
- Οι τέσσερεις τελευταίες ποινικές υποθέσεις, στην πορεία διακόπηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα, αφού οι ημερομηνίες στις οποίες αφορούσαν, αποτέλεσαν αντικείμενο κατηγοριών που προστέθηκαν στην παρούσα υπόθεση, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου για τροποποίηση του κατηγορητηρίου την 1/12/
- Στις 12/8/16, εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης, το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε την τελική του απόφαση στην κυρίως Αίτηση 89/14 και καθόρισε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εμπλεκομένων αναφορικά με την Αλίσια (βλ. Τεκμήριο 8). Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, η παραπονούμενη δεν κατέστη δυνατό να παραλάβει την Αλίσια σε καμία από τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο, ημερομηνίες. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Κεντρικός άξονας «της διαφωνίας» των μερών, ο οποίος ήταν και ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκε η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατό για την παραπονούμενη να παραλάβει την ανήλικη κατά τις επίμαχες ημερομηνίες. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Παραπονούμενη - ΜΚ1 Σύμφωνα με την παραπονούμενη, η κυρίως εξέταση της οποίας, έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), το επίμαχο Διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 22/7/14 (βλ. Τεκ.3). Αυτός όμως, σύμφωνα πάντα με την παραπονούμενη: «...από την ημέρα έκδοσης και επίδοσης σε αυτόν του αναφερόμενου διατάγματος, σκόπιμα και εσκεμμένα προέβηκε και προβαίνει σε κατ' εξακολούθηση παρακοή του με απώτερο σκοπό την πλήρη αποξένωση μου από τη θυγατέρα μου. Εσκεμμένα και ηθελημένα με παρεμπόδισε και με παρεμποδίζει κατ' εξακολούθησην από του να ασκήσω το δικαίωμα επικοινωνίας μου με την ανήλικη με αποτέλεσμα να επέλθει πλήρη αποξένωση μεταξύ μας»...«Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ... απείθησε και αρνήθηκε και παρέλειψε να μου παραδώσει την ανήλικη θυγατέρα μας» καθ' όλες τις επίμαχες ημερομηνίες, «...με αποτέλεσμα να επέλθει πλήρης αποξένωση μεταξύ εμένα και της κόρης μου.» Ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος παράκουσε το επίμαχο Διάταγμα, η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι: «O κατηγορούμενος εγκλώβισε την ανήλικη όχι μόνο ψυχολογικά αλλά και κυριολεκτικά αφού την έχει όλη μέρα κλεισμένη στο σπίτι. Την παίρνει το πρωί σχολείο την περιμένει να σχολάσει και την παίρνει από το σχολείο σπίτι μέχρι το επόμενο πρωί. Κατά τη διάρκεια της μέρας την έχει κλεισμένη σπίτι. Μάλιστα έβαλε κλειδαριές ασφαλείας στα κάγκελα της οικίας ώστε να μην μπορεί να εισέλθει κανένας εντός της οικίας. Επίσης έχει κλειστά τα παράθυρα της οικίας και το κουδούνι απενεργοποιημένο για να μην έχει καμία επαφή με το κόσμο η ανήλικη» ... «ο κατηγορούμενος ουδέποτε μου παρέδωσε την ανήλικη. Οι πόρτες κλειστές τα κάγκελα κλειδωμένα. Ουδέποτε ήταν η κόρη μου έξω από την οικία με τον κατηγορούμενο για να έρθει μαζί μου. Τις ελάχιστες φορές που ο Κατηγορούμενος άνοιγε τις πόρτες ήταν με σκοπό να με βρίσει, με έδιωχνε και εγώ τον εκλιπαρούσα ότι θέλω να δω την κόρη μου. Όσες φορές πήγα να εξασκήσω το δικαίωμα επικοινωνίας μου δεν είδα ποτέ την κόρη μου, δηλαδή ούτε έτυχε να βγει έξω ούτε να μου μιλήσει . Εγώ πάντοτε ήμουν συνεπής και πήγαινα τις καθορισμένες ημερομηνίες για να παραλάβω την κόρη μου αλλά ο κατηγορούμενος δεν μου το επέτρεπε και με παρεμπόδιζε» Η παραπονούμενη ανέφερε επίσης ότι «...δεν έπαψα στιγμή να κυνηγώ την κόρη μου. Πολλές μέρες μένω για ώρες έξω είτε από το σχολείο της ανήλικης είτε από την οικία μας με την ελπίδα να βγει έξω η κόρη μου να την δω έστω για λίγο και να της μιλήσω αλλά τίποτα δεν γίνεται.» Μεταξύ των προσπαθειών που η παραπονούμενη ανέφερε ότι έκανε για να συναντήσει την Αλίσια, πέραν της πολύωρης παραμονής της έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου, ήταν και οι σχεδόν καθημερινές επισκέψεις της στο σχολείο της Αλίσια όπου παρέμενε εκεί κατά τα διαλείμματα ή κατά την πρωινή προσευχή, αναζητώντας την Αλίσια και προσπαθώντας να περάσει ώρα μαζί της, μέχρι που της το απαγόρευσε η διεύθυνση του σχολείου κατόπιν υποβολής παραπόνου από τους τότε δικηγόρους του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, της υπεβλήθη η θέση ότι, ο πραγματικός λόγος που δεν έχει επικοινωνία με την ανήλικη είναι απλά διότι η ανήλικη η ίδια δεν επιθυμεί να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί της και αυτό ένεκα της συμπεριφοράς της, απέναντι και της ανήλικης αλλά και του κατηγορούμενου, τόσο πριν όσο και μετά τη διάσταση. Ο κατηγορούμενος δε, σύμφωνα με σχετική υποβολή που τέθηκε στην παραπονούμενη, αν και παρότρυνε την Αλίσια να συναντήσει τη μητέρα της, αυτή, κατ' ουδένα τρόπο δεν δέχεται να το πράξει και όπως ο κατηγορούμενος έχει σεβαστεί την επιθυμία της κόρης τους, έτσι θα πρέπει να τη σεβαστεί και η ίδια. Τις θέσεις αυτές η παραπονούμενη απέρριψε, αναφέροντας ότι σαν μητέρα που είναι, γνωρίζει το παιδί της και ότι δεν έχει παιδί που δεν αγαπά το γονιό του. Τα συναισθήματα αυτά που εκδηλώνει η Αλίσια, είναι, σύμφωνα με την παραπονούμενη, προϊόν επηρεασμού του κατηγορούμενου, ο οποίος, την πιέζει ψυχολογικά με αποτέλεσμα να της έχει εμπεδώσει ότι δεν πρέπει να βλέπει ή να μιλά στη μητέρα της. Δήλωσε περαιτέρω η παραπονούμενη ότι, η Αλίσια, δεν είναι αρκετά ώριμη ή ικανή να αποφασίζει «ποιο γονιό να διαλέξει» και ότι λανθασμένα και εσκεμμένα ο κατηγορούμενος την αφήνει να λαμβάνει τέτοιου είδους αποφάσεις. Ε. Παπακώστα, Λειτουργός Γραφείου Ευημερίας - ΜΚ2 Η ΜΚ2 ανέφερε ότι ήταν η λειτουργός που της ανατέθηκε να συνεργαστεί με τους εμπλεκομένους στα πλαίσια της Αίτησης 89/
- Η μάρτυς ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της, είχε συναντήσεις τόσο με την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο, όσο και με την ίδια την ανήλικη Αλίσια. Σύμφωνα με την ΜΚ2, κατά τις εμφανίσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ενημερώθηκε ότι η επικοινωνία της Αλίσιας με τη μητέρα της ήταν «δυσλειτουργική», οπόταν και καταβλήθηκαν προσπάθειες, να βελτιωθεί η κατάσταση, αφού πρώτα εξασφαλίστηκε και η σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου. Από τις συναντήσεις της με τον κατηγορούμενο, η μάρτυς ανέφερε ότι αν και διαπίστωσε προθυμία από τον τελευταίο όπως εξευρεθεί μια κοινώς αποδεκτή λύση προς βελτίωση της επικοινωνίας της Αλίσιας με την παραπονούμενη μητέρα, την ίδια στιγμή, διαπίστωσε από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, ότι αυτός έχει ουσιαστικά αφήσει την ίδια την ανήλικη, «να αποφασίσει τι θέλει να κάνει». Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο κατηγορούμενος έλεγε στην ανήλικη ότι μπορεί να πράξει όπως θέλει και ότι «αν δεν θέλει να πάει με τη μητέρα της τότε να μην πάει και να μην ανησυχεί ή να αγχώνεται για τούτο». Όσον αφορά τις διαπιστώσεις της από τις συναντήσεις που είχε με την ανήλικη Αλίσια το 2015, όταν αυτή ήταν 11 χρονών περίπου, η μάρτυς ανέφερε τα εξής: «Αρχικά εξέφραζε (η Αλίσια) ότι αγαπά τη μητέρα της αλλά (στη συνέχεια) ότι δεν θέλει επικοινωνία μαζί της διότι κάποτε της φωνάζει, όταν ήταν 9 χρονών της έδωσε ένα χαστούκι, κρατά κάποια προσωπικά της αντικείμενα και δεν της τα δίνει ... Το παιδί που το είδα, υπήρχε αμφιθυμία στο παιδί ... Στην προσπάθεια μου να διερευνήσω τους λόγους που δεν επιθυμούσε την επικοινωνία εξέφρασε την άρνηση της να αποδεχτεί το διαζύγιο, ένιωθε εγκατάλειψη από τη μητέρα ... εξέφραζε συναισθήματα του τύπου αγαπώ τη μητέρα μου αλλά δεν θέλω να τη βλέπω διότι νιώθω ότι αν τη δω θα προδώσω τον πατέρα μου, αισθήματα ενοχής δηλαδή για το διαζύγιο ... Το παιδί παρουσίαζε αμφιθυμία και σύγχυση. Ακόμα και η ψυχολόγος ανέφερε ότι η ευθύνη να επιλέξει το παιδί γονέα προσθέτει άγχος στο παιδί...αυτό που μπορώ να πω είναι ότι το παιδί ήταν πολύ θυμωμένο, η άποψη της κατ' εμένα ήταν πολύ αμφίβολη...» Ως προς το τι δυνατό να προκάλεσε αυτά τα συναισθήματα της Αλίσιας, η μάρτυς ανέφερε τα εξής: «Οι σχέσεις του πατέρα και της μάνας κατά τη διάρκεια της διάστασης που ζούσαν κάτω από το ίδιο σπίτι ήταν πολύ άσχημες με καβγάδες, συζητήσεις. Το παιδί δεν ήθελε το διαζύγιο. Θεωρώ ότι οι περιστάσεις ήταν αυτές που δημιούργησαν αυτήν την αμφιθυμία στο παιδί και ο πατέρας δεν βοήθησε στο να βελτιωθεί η επικοινωνία με τη μητέρα.» ... «Από τη στιγμή που ο πατέρας μου δήλωσε ότι θα επιλέξει το παιδί, σίγουρα φέρει ένα μερίδιο ευθύνης και ο ίδιος.» Τις πιο πάνω απόψεις της, η μάρτυς ανέφερε ότι τις διαμόρφωσε, έχοντας κατά νου τον κοινωνικό και συμβουλευτικό της ρόλο, ως Κοινωνική Λειτουργός, καθώς και το καθήκο της, ως τέτοια Λειτουργός, να προσπαθήσει να εξεύρει ένα τρόπο επίλυσης των επικοινωνιακών προβλημάτων που υπήρχαν μεταξύ όλων των εμπλεκομένων, με απώτερο σκοπό την όσο το δυνατό καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ανήλικης Αλίσιας. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τη μάρτυρα, «οι υπηρεσίες μας (Γρ. Ευημερίας) θεωρούν ότι είναι πάντα σωστό ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί να βοηθά στην ενίσχυση της επικοινωνίας με τον άλλο γονέα». Διευκρίνισε η μάρτυς όμως ότι, σε καμία περίπτωση, δεν ενθαρρύνεται ή προτρέπεται, η άσκηση βίας ή πίεσης στο παιδί για να έχει επικοινωνία με τον ένα γονέα ή με τον άλλο όμως την ίδια στιγμή, το παιδί δεν πρέπει να αφήνεται να «διαλέξει» τι θέλει να κάνει. Τέτοια «ευθύνη», ανέφερε, η μάρτυς, δεν μπορεί να τύχει σωστού χειρισμού από ένα ανήλικο, ιδιαίτερα όταν βιώνει και τα αρνητικά συναισθήματα του γονέα με τον οποίο διαμένει απέναντι του άλλου γονέα. Αυτού του είδους οι συνθήκες, ισχυρίστηκε η μάρτυς, δυνατό να επηρεάσουν, προς το χειρότερο, τη ψυχοσύνθεση του παιδιού, όπως διαπίστωσε να έγινε στην περίπτωση της Αλίσιας. Τέλος, η μάρτυς ανέφερε ότι, αν και υπήρξαν κάποιες φορές που ο κατηγορούμενος, εκφράζοντας τα δικά του συναισθήματα απέναντι στην παραπονούμενη, δεν ήταν συνεργάσιμος με το Γραφείο Ευημερίας, εντούτοις σε γενικές γραμμές, φαινόταν ότι και αυτός, κατέβαλλε κάποιες προσπάθειες να βρεθεί μια λύση στο όλο θέμα, με εξαίρεση όμως το «ελεύθερο της βούλησης» που έδινε στην Αλίσια. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρχε περιθώριο βελτίωσης των προβλημάτων στην επικοινωνία, ο κατηγορούμενος, κατόπιν προτροπών και συμβουλευτικής καθοδήγησης του Γραφείου Ευημερίας, περί τον Οκτώβριο 2014, πήρε την Αλίσια στο σπίτι της παραπονούμενης όπου και την άφησε να περάσει χρόνο μαζί της. Αυτό, ανέφερε η μάρτυς, έγινε ακόμα μία φορά, όταν ο κατηγορούμενος πήρε την Αλίσια να συναντήσει τη παραπονούμενη σε συγκεκριμένο δημόσιο χώρο, υπό την εποπτεία της. Όσον αφορά τη συνάντηση της Αλίσιας με την παραπονούμενη στο σπίτι της τελευταίας, η μάρτυς ανέφερε ότι η Αλίσια της είπε ότι κατά την παραμονή της εκεί, καβγάδισε με την παραπονούμενη και φοβήθηκε ότι η τελευταία θα «την κλείδωνε στην τουαλέτα». Κατηγορούμενος Όπως ανέφερα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, κατέθεσε ενόρκως. Κατά τη μαρτυρία του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν θέλει να έχει καμία σχέση με την παραπονούμενη λόγω των μεταξύ τους διαφορών και ότι ένεκα των προβλημάτων που αυτή του έχει δημιουργήσει, με τις ψευδείς, κατά τον ίδιο, καταγγελίες της στην αστυνομία εναντίον του για επίθεση και βιαιοπραγία, δεν προτίθεται να της επιτρέψει ποτέ να εισέλθει στην οικία του. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι, αν και δεν αντιλήφθηκε τη διαδικασία που έλαβε χώρα κατά την έκδοση του επίμαχου διατάγματος εφόσον ήταν στα ελληνικά και απ' ότι εκ των υστέρων αντιλήφθηκε, η τότε δικηγόρος του, δεν ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ανέφερε όμως ότι γνώριζε και το περιεχόμενο του επίμαχου δικαστικού Διατάγματος και ότι ήταν και είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με αυτό. Ανέφερε επίσης ο κατηγορούμενος ότι γνώριζε, ότι σύμφωνα με το επίμαχο Διάταγμα, η παραπονούμενη δικαιούτο να παραλαμβάνει την Αλίσια σε συγκεκριμένες μέρες και ώρες της εβδομάδας από την οικία του και ότι αυτός ήταν υποχρεωμένος να της την παραδίδει, αρνείται όμως ότι παράκουσε το Διάταγμα με οποιοδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη, την οποία δέχεται ότι προσήλθε κατά τις επίμαχες ημερομηνίες να παραλάβει την Αλίσια, ήταν πάντοτε ελεύθερη να τηλεφωνήσει στη τελευταία και να την ενημερώσει ότι θα ερχόταν να την πάρει όμως ουδέποτε το έπραξε αυτό. Ο λόγος για τούτο, ήταν, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, επειδή η παραπονούμενη ήξερε ότι αν και η Αλίσια ήταν ελεύθερη να «μπει και να βγει» ελεύθερα, εντούτοις, δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την παραπονούμενη ένεκα της όλης συμπεριφοράς της τελευταίας. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ο κατηγορούμενος, ότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το Διάταγμα και ανέφερε ότι το μόνο που έχει πράξει, είναι να σεβαστεί τις επιθυμίες της κόρης του, η οποία αρνείται πεισματικά να συναντήσει τη μητέρα της. Ο ίδιος, ως ανέφερε, αν και έχει συμβουλέψει την Αλίσια ότι θα πρέπει να επιδιώξει την επικοινωνία με τη μητέρα της και την παρότρυνε αρκετές φορές στο παρελθόν να βγει από το σπίτι όταν η πρώτη ερχόταν να την παραλάβει ούτως ώστε να τη συναντήσει, σε καμία περίπτωση δεν είναι διατεθειμένος να ασκήσει βία ή αθέμιτη πίεση πάνω της, αν αυτή δεν θέλει να δει τη μητέρα της. Αυτό, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το είχε ήδη αναφέρει και στο Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η Αλίσια είναι και ήταν πάντα ελεύθερη να επισκεφτεί και να δει τη μητέρα της, όποτε αυτή θέλει και ότι ο ίδιος ουδέποτε της το απαγόρευσε αφού ήταν και είναι διατεθειμένος να σεβαστεί την κάθε επιθυμία της κόρης του. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι, η παραπονούμενη, σχεδόν καθημερινά μεταβαίνει στο σχολείο της Αλίσιας για να τη δει και ότι η τελευταία της έχει ζητήσει να σταματήσει να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο γιατί την «ρεζιλεύει» και τη φέρνει σε δύσκολη θέση με τους συμμαθητές της. Η παραπονούμενη όμως, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αρνείται να σταματήσει τις επισκέψεις της, γεγονός που οδήγησε την Αλίσια ακόμη πιο μακριά από αυτή. Πλέον, ανέφερε ο κατηγορούμενος, η Αλίσια όταν βλέπει την παραπονούμενη στο σχολείο, δεν δέχεται ούτε να της μιλήσει. Είναι αυτού του είδους η συμπεριφορά, ανέφερε ο κατηγορούμενος, που έχει οδηγήσει την Αλίσια να μη θέλει να συναντήσει την παραπονούμενη και ότι και να πράξει ο ίδιος, με εξαίρεση του «να τη δέσει και να τη βάλει στο αυτοκίνητο», κάτι που δεν είναι διατεθειμένος να πράξει, δεν πρόκειται να μεταβάλει την κατάσταση. Ούτε όμως και οι Λειτουργοί του Γραφείου Ευημερίας κατάφεραν, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, να πετύχουν οτιδήποτε το διαφορετικό. Επομένως, ανέφερε ο κατηγορούμενος, αυτός δεν πρόκειται να συνεχίσει να προσπαθεί να εξαναγκάσει την Αλίσια να κάνει κάτι που η ίδια δεν θέλει αφού το μόνο που θα καταφέρει είναι να την πληγώσει ακόμη περισσότερο. Ήδη, ανέφερε ο κατηγορούμενος, έχουν ξοδευτεί πάρα πολλές ώρες και χρήματα σε παιδοψυχολόγους, ούτως ώστε να βοηθηθεί η Αλίσια. Συνεπώς, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ουδέποτε ήταν θέμα τι έκανε ή δεν έκανε ο ίδιος αλλά το πώς ένιωθε η Αλίσια και πώς συνέβαλε σε αυτό η παραπονούμενη. Αυτός είναι και ο πραγματικός αλλά και αποκλειστικός λόγος, που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, δεν κατέστη εφικτό να εφαρμοστεί το επίμαχο Διάταγμα. Αλίσια - ΜΥ2 Τελευταία μάρτυρας για τον κατηγορούμενο, κατέθεσε η ανήλικη Αλίσια, ΜΥ2, η οποία λόγω του νεαρού της ηλικίας της (13½ ετών) κατέθεσε χωρίς όρκο (βλ. αρ.55
(3)Κεφ.155). Σύμφωνα με την ΜΥ2, αντίθετα με την καλή σχέση που αυτή είχε με τον κατηγορούμενο πατέρα της, η σχέση και ο δεσμός της με την παραπονούμενη μητέρα της, δεν ήταν το ίδιο δυνατός. Όπως ανέφερε η ΜΥ2, η γενικότερη συμπεριφορά που επεδείκνυε η παραπονούμενη απέναντι της ήτοι να της φωνάζει χωρίς λόγο, να μη σέβεται τις επιθυμίες της και να τη φέρνει σε αμηχανία μπροστά σε τρίτα πρόσωπα, όπως οι συμμαθητές της, είναι οι κύριοι λόγοι που αυτή δεν θέλει να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί της. Γνωρίζει ότι είχε εκδοθεί το επίμαχο διάταγμα και ότι η μητέρα της ήρθε «πάρα πολλές» φορές στο σπίτι της να την παραλάβει και παρά το ότι την έβλεπε που ήταν απ' έξω και ο κατηγορούμενος την παρότρυνε να πάει να τη δει, εντούτοις αυτή, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να «πάει με κάποια σαν κι' αυτή». Αντεξεταζόμενη, η μάρτυς ανέφερε ότι την ενοχλεί και την πληγώνει που τα προβλήματα της οικογένειας της έχουν οδηγηθεί στα Δικαστήρια καθώς και ότι η παραπονούμενη μητέρα της δεν σέβεται τις επιθυμίες της και κινεί όλες αυτές τις δικαστικές διαδικασίες. Σύμφωνα με την ίδια: « Δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω, είναι απλά τα πράγματα που κάνει η μητέρα μου. Με πληγώνει γιατί δεν μου αρέσει όταν μου κάνει αυτά τα πράγματα και ήδη έχω πει τι κάνει και με πληγώνει ... και ένα άλλο πράγμα είναι ότι όταν έρχεται στο σχολείο και παρεμβαίνει μπροστά από όλους τους φίλους μου και μπροστά σε όλο το Λύκειο. Ειδικά το πρωί μπροστά από όλους και μπροστά σε όλους τους δασκάλους ... έπρεπε να ξέρει και της το έχω ξαναπεί ότι δεν θέλω να κάνει αυτά τα πράγματα μπροστά στους φίλους μου και να μου συμπεριφέρεται σαν παιδί και να με φέρνει σε αμηχανία. Και στο σχολείο μου το πρωί έχουμε προσευχή με τη διευθύντρια και κάθε πρωί που είναι εκεί πάντα μένει κατά τη διάρκεια της προσευχής τη στιγμή που κανένας άλλος γονιός δεν το κάνει. Και πάει στη μέση ανάμεσα στους μαθητές και περιφέρεται και με φέρνει σε δύσκολη θέση» Όσον αφορά τη σχέση που είχε με την παραπονούμενη καθ' όσο χρόνο η οικογένεια ζούσε στο Κουβέιτ, η μάρτυς ανέφερε τα εξής: «...συνέχεια μου θύμωνε και μου φώναζε για κανένα απολύτως λόγο, όταν δεν έκανα τίποτε κακό. Και κάθε πρωί που πήγαινα σχολείο επειδή ο πατέρας μου με πήγαινε με το αυτοκίνητο στο σχολείο και η μητέρα μού μου θύμωνε και μου φώναζε και κατέληγα να πηγαίνω κλαμένη στο σχολείο ... για παράδειγμα το πιο απλό πράγμα, αν έκανα κάτι λάθος θύμωνε μαζί μου και αν δεν έκανα αυτό που αυτή ήθελε ή αν ο πατέρας μου δεν έκανε αυτό που αυτή ήθελε προκαλούσε σκηνή και έλεγε «δεν με νοιάζει κάνετε ό,τι θέλετε» ... χρειάζονται οι φωνές και να προκαλεί και να δημιουργεί επεισόδια, σκηνές;». Την ίδια συμπεριφορά, η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τη Μ.Υ.2 επεδείκνυε και μετά που η οικογένεια μετακόμισε στην Κύπρο και εξακολουθεί να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο, παρά το ότι αυτή της έχει πει ότι δε θέλει να τη δει: «Τη μία φορά ο πατέρας μου και εγώ ήμασταν στον Μόλο και πίναμε καφέ σε ένα εστιατόριο και ήρθε μπροστά από όλους μέσα στο εστιατόριο και άρχισε να φωνάζει και να κάνει σκηνές μπροστά μου εμένα και του πατέρα μου λέγοντας διάφορα, ότι «θα σε μηνύσω, δεν ξέρεις ποιο είναι το σωστό, θα πάρω την Alicia.» Και βασικά να κάνει σκηνή μπροστά από όλους στον Μόλο. Κάποτε όταν ήμουν στο σχολείο ο πατέρας μου θα ερχόταν να με πάρει και άργησε γύρω στα 10 λεπτά και η μητέρα μου με ακολούθησε από την τάξη όταν χτύπησε το κουδούνι σε όλη την απόσταση μέχρι την πίσω αυλή από όπου θα με έπαιρνε ο πατέρας μου. Και το είπα, της είπα όμορφα και ευγενικά "σε παρακαλώ άφησε με, δεν θέλω να είμαι μαζί σου, σε παρακαλώ δώσε μου λίγο χώρο" και αν και το είπα ευγενικά, προφανώς προσβλήθηκε από αυτό και μου φώναζε μπροστά σε όλα τα άλλα παιδιά και τους γονείς που περίμεναν "έτσι όπως με πληγώνεις εσύ, θα σε πληγώνω και εγώ." Και δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι σωστό για μία μητέρα να το λέει στο παιδί της.» Σύμφωνα με τη Μ.Υ.2, ούτε αυτή αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος, μπορούσαν πλέον να ανεχτούν τη «φορτική» αυτή συμπεριφορά της παραπονούμενης, οπόταν και αναγκάστηκαν να απενεργοποιήσουν τα κουδούνια του σπιτιού και να κλειδώνουν τις πόρτες. Μάλιστα δε, ανέφερε η Μ.Υ.2, η εμμονή της παραπονούμενης να τη δει, παρά το ότι αυτή δεν το επιθυμούσε, οδήγησε την τελευταία σε παράλογες ενέργειες: «Μάλιστα, κάποιες φορές όχι συνέχεια, αλλά όταν τη βλέπαμε να έρχεται σπίτι, κάποιες φορές το απενεργοποιούσαμε, όχι πάντα γιατί κάθε φορά που ερχόταν σπίτι χτυπούσε δυνατά τις πόρτες για ώρες ατέλειωτες και επίσης ώρες ατέλειωτες χτυπούσε το κουδούνι και είναι ενοχλητικό και επίσης ενοχλεί τους γείτονες . Αν θυμάμαι καλά ερχόταν το απόγευμα, αλλά κάποιες φορές με κουδούνια και χτυπήματα στην πόρτα κάτω στο υπόγειο, αλλά πηδούσε και από τον τοίχο του γείτονα και προσπαθούσε με ένα κατσαβίδι να μπει μέσα. Και αν δεν με πιστεύετε με το θέμα του κατσαβιδιού υπάρχουν σημάδια σε όλη την πόρτα. νόμιζε ότι θα μπορούσε να δοκιμάσει να μπει μέσα, αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν κλειδωμένη χρησιμοποίησε τα κατσαβίδια για να ανοίξει την πόρτα.» Σύμφωνα με τη Μ.Υ.2 «.ο πατέρας μου και εγώ, εμείς δηλαδή και οι δύο μας, κουραστήκαμε από αυτήν τη ζωή. Άρα αυτό που λέω είναι ότι και οι δύο είμασταν δυστυχισμένοι και οι δύο μας ήμασταν ευτυχισμένοι όταν έφυγε και με αυτόν τον τρόπο δεν θα την είχαμε να μας φωνάζει κάθε 5 λεπτά.» Αναφορικά με τη στάση που τήρησε ο κατηγορούμενος πατέρας της, η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι: «.ο πατέρας μου δεν θέλει πλέον να μιλά στη μητέρα μου, αυτή είναι η αλήθεια και η πάσα αλήθεια, αν δεν θέλετε να με πιστέψετε είναι εντάξει. Αλλά ο πατέρας μου πάντα με ρωτάει, αν θέλεις να πας πήγαινε αν δεν θέλεις μην πας, είναι δική σου απόφαση. ο πατέρας μου δεν ήξερε πλέον τι να κάνει, ήθελε να έχω σχέσεις με τη μητέρα μου, αλλά εγώ είπα όχι δεν θέλω να είμαι με ένα τέτοιο άτομο.» Ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της η ανήλικη κατά πόσο ο κατηγορούμενος προέβη σε οποιεσδήποτε «θετικές ενέργειες», ούτως ώστε αυτή, να έχει επικοινωνία με την παραπονούμενη, όπως το να της ετοιμάσει τα ρούχα της για διανυκτέρευση ή να τηλεφωνήσει στην παραπονούμενη για να έρθει να την παραλάβει και αυτή απάντησε: «Όχι, γιατί ξέρει ότι δεν θέλω, του το είπα, μου είπε "είσαι σίγουρη ότι δεν θέλεις να πας να μείνεις μαζί της ή να πας να φας μεσημεριανό μαζί;" Και του είπα "όχι, δεν θέλω." Και επειδή ο πατέρας μου με σέβεται και μου είπε "εντάξει αν δεν θες να πας τότε μην πας" αλλά ο πατέρας μου δεν με πιέζει. ... ο πατέρας μου με ρωτούσε καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου, επειδή πάντα με ρωτά "θέλεις να πας στη μητέρα σου;" ... Και όλα αυτά και πάλι είπα όχι, αλλά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο πατέρας μου δεν τηλεφώνησε για δύο λόγους. Πρώτον γιατί δεν ήθελε πλέον να της ξαναμιλήσει και δεύτερον, διότι ο πατέρας μου ξέρει ότι δεν θέλω να τη δω...» Τέλος, όσον αφορά το πώς νιώθει για την παραπονούμενη μητέρα της καθώς και για το όλο θέμα επικοινωνίας των δύο, η ΜΥ2, κάμνοντας αναφορά σε διάφορα περιστατικά που έγιναν στο παρελθόν μεταξύ της ιδίας και της μητέρας της παραπονούμενης, τοποθετήθηκε ως εξής: «.... ποτέ δεν με έχει κακοποιήσει (η παραπονούμενη), αλλά με λόγια, ... μου έλεγε ότι είμαι κακό παιδί και ότι οι πράξεις μου δεν ήταν καλές και θα έπρεπε να είμαι καλύτερη και με έκανε να νιώθω σκουπίδι ... Της είπα δεν ξέρω και εγώ πόσες φορές και της εξήγησα, αλλά αν πραγματικά με αγαπούσε θα σεβόταν τις επιθυμίες μου και δεν θα προσπαθούσε να εισβάλει μέσα στη ζωή μου. . απλά θέλω να με σέβεται περισσότερο.... δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να κάνεις, ... συνέχεια ξανά και ξανά του λέω "όχι" (του κατηγορούμενου). ...δεν θέλω να πάω...Το έχω πει, δεν ξέρω και εγώ πόσες φορές ότι δεν θέλω να πάω με ένα τέτοιο άτομο» ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά που η υπεράσπιση ολοκλήρωσε την υπόθεσης της, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Συνοψίζω τις θέσεις τους: Από πλευράς του, ο κ. Κονναρής εισηγήθηκε ότι η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου θα πρέπει να απορριφθεί και ο τελευταίος να αθωωθεί και απαλλαχτεί διότι: Α) Το παρόν ποινικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο και/ή στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, την οποία, σύμφωνα με το συνήγορο, μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να της επιληφθεί, είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο ήτοι το Δικαστήριο που εξέδωσε και το επίμαχο Διάταγμα. Β) Η προώθηση διαδικασιών καταφρόνησης Διατάγματος και στο ποινικό Δικαστήριο αλλά και στο Οικογενειακό, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Γ) Δεν αποδείχτηκε ηθελημένη παρακοή από πλευράς κατηγορούμενου και αυτό ένεκα των όσων ανέφερε η ίδια η ανήλικη ως προς το γιατί δεν δύναται να εφαρμοστεί το επίμαχο Διάταγμα. Στην αντίπερα όχθη, ο κ. Κονής, απέρριψε ένα έκαστο τους άξονες επί τους οποίους στηρίχθηκε η επιχειρηματολογία της υπεράσπισης και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταδείχτηκε ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος ηθελημένα και ενεργά, συμπεριφέρθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να εκτελεστεί το επίμαχο Διάταγμα. Ήταν η θέση του κ. Κονή ότι, η ηθελημένη παράλειψη του κατηγορούμενου να συμβάλει θετικά στην επίτευξη επικοινωνίας της Αλίσιας με τη μητέρα της, είναι που συνιστά και την αποδιδόμενη σε αυτόν ανυπακοή και επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να τον κρίνει ένοχο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Εξέτασα με προσοχή τα όσα οι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον μου με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους καθώς και την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Θεωρώ ορθό όπως εξετάσω πρώτα, την εισήγηση του κ. Κονναρή ότι, το παρόν ποινικό Δικαστήριο, στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την υπόθεση, ένεκα του ότι, αφορά σε ισχυριζόμενη απείθεια Διατάγματος που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι αυτό της ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή κατά παράβαση του αρ.137 Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ανυπακοή αφορά σε διάταγμα που εκδόθηκε από Δικαστήριο που ασκεί αστικής φύσεως δικαιοδοσία και δη δικαιοδοσία επίλυσης οικογενειακών διαφορών, ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των προνοιών του αρ. 137. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Θεοφάνους Ελισάβετ ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd και Άλλων,
(2009)2 Α.Α.Δ. 634 είναι άκρως κατατοπιστικό και απαντά πλήρως στην εισήγηση της υπεράσπισης: «Το σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου συνίσταται στο συλλογισμό ότι αστική καταφρόνηση δεν μπορεί να υπάγεται στη δικαιοδοσία του Άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Η φύση των δύο διαδικασιών είναι διαφορετική. Η μεν διαδικασία του Άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στρέφεται εναντίον της παρακοής διατάγματος το οποίο εξέδωσε το ίδιο το δικαστήριο με σκοπό τη συμμόρφωση, ενώ το Άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή εκδοθείσα από οποιοδήποτε δικαστήριο. Η λειτουργία του Άρθρου 42 τείνει καθαρά προς αποκατάσταση και γίνεται επ' ωφελεία του παραπονούμενου. Η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του δικαστηρίου. Το δεύτερο σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ότι κατέληξε ότι το Άρθρο 137 μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όταν για την ανυπακοή δεν καθορίζεται από το νόμο κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με την απείθεια αυτή. Έτσι η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το Άρθρο 137 δεν τυγχάνει εφαρμογής, αφού για την εφαρμογή του υπό εξέταση διατάγματος υπάρχει άλλη διαδικασία, η διαδικασία του Άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, δεν είναι ορθή. Τα πιο πάνω καθίστανται πλέον εναργή αν κάποιος προσφύγει στο αρχικό αγγλικό κείμενο του Άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα το οποίο δεν αφήνει κανένα περιθώριο ερμηνείας στη γραμμή που πρότεινε το πρωτόδικο δικαστήριο: "137. Everyone who disobeys any order, warrant or command duly made, issued or given by any Court, officer or person acting in any public capacity and duly authorised in that behalf is guilty of a misdemeanour and is liable, unless any other penalty or mode of proceeding is expressly prescribed in respect of such disobedience, to imprisonment for two years.". Και σε μετάφραση: «Οποιοσδήποτε απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα από οποιοδήποτε δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί υπό οιανδήποτε επίσημη ιδιότητα και το οποίο είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται, εκτός εαν οιαδήποτε άλλη ποινή ή διαδικασία καθορίζεται ρητά αναφορικά με την τοιαύτη απείθεια, σε φυλάκιση δύο ετών.». Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Law of Contempt των Anthony Arlidge και David Eady, έκδοση 1982, παράγραφος 2-28, ιστορικά, πίσω από τη διάκριση μεταξύ αστικής και ποινικής καταφρόνησης κρυβόταν η γενική διάκριση ότι διατάγματα που εκδίδονται σε υποθέσεις ποινικής καταφρόνησης σκοπό έχουν την τιμωρία, ενώ στην αστική καταφρόνηση, σκοπός σχετικού διατάγματος είναι να αναγκαστεί ο απειθών να υιοθετήσει μία συγκεκριμένη ενέργεια επ' ωφελεία διάδικου σε πολιτική υπόθεση. Υπήρχε επίσης η γενική άποψη ότι από την ποινική καταφρόνηση απειλείται η απονομή της δικαιοσύνης ως σύνολο, ενώ τα μόνα πρόσωπα που ενδιαφέρονται στην άρση αστικής καταφρόνησης είναι οι διάδικοι της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όμως, κατά το τέλος του 19ου αιώνα συνειδητοποιήθηκε ότι τέτοιες γενικές αρχές συνιστούσαν υπεραπλούστευση του θέματος. Καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να είναι είτε ποινική, είτε πολιτική. Η ποινική καταφρόνηση είναι πράξη η οποία απειλεί την απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα και η οποία απαιτεί τιμωρία. Πολλές από τις παραδοσιακές κατηγορίες καταφρόνησης έχουν δημιουργηθεί καθαρά ως ποινικής φύσης. Περιλαμβάνουν καταφρόνηση ενώπιον του δικαστηρίου, δημοσίευση θέματος που μπορεί να σκανδαλίσει το δικαστήριο, πράξεις που υπολογίζεται ότι θα επηρεάσουν τη δίκαιη δίκη εκκρεμούς διαδικασίας, εκδίκηση συμμετασχόντων σε διαδικασία για ό,τι έχουν κάμει στη διαδικασία αυτή. Τα πιο πάνω αποτελούν ποινική καταφρόνηση, ακόμα κι' αν σχετίζονται με πολιτικές υποθέσεις (The Law of Contempt, ανωτέρω, παράγραφος 2-26). Καταλήγουμε ότι οι δύο δικαιοδοσίες, δηλαδή αυτή για αστική απείθεια και αυτή για ποινική απείθεια μπορούν να συνυπάρχουν. Η δικαιοδοσία σε σχέση με την αστική καταφρόνηση είναι χωριστή από την ποινική δικαιοδοσία οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου. Είναι σημαντικό ότι τέτοιες υποθέσεις θα πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού αμέσως και αποφασιστικά, ακόμα κι' όταν ποινική διαδικασία έχει αρχίσει επί τη βάσει των ιδίων γεγονότων.» Η επί του προκειμένου εισήγηση επομένως του κ. Κονναρή, στερείται ερείσματος και απορρίπτεται. Αναφορικά με το δεύτερο και τρίτο σκέλος της επιχειρηματολογίας της υπεράσπισης, υπό στοιχεία Β και Γ ανωτέρω, η εξέταση τους, απαιτεί όπως πρώτα, αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων εδράζονται. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω τις επί του προκειμένου θέσεις αφού πρώτα προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, με γνώμονα πάντοτε τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, θεωρώ ότι η νομική πτυχή του υπό εξέταση αδικήματος, καθιστά όχι μόνο μη αναγκαία την αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας, αλλά αντίθετα, καταδεικνύει ότι κάτι τέτοιο, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)[1]. Το σημείο της ουσιαστικής αντιπαράθεσης των μερών και κατ' επέκταση, η θέση της παραπονούμενης, είναι ο βαθμός στον οποίο ο κατηγορούμενος, συνέβαλε ή παρέλειψε να συμβάλει, προς πιστή εκτέλεση του Διατάγματος. Εδώ όμως είναι που κατά τη γνώμη μου, έγκειται και η όλη παρανόηση της φύσης και του χαρακτήρα της διαδικασίας ποινικής παρακοής στη βάση του αρ. 137 Κεφ. 154, σε αντιδιαστολή με τη διαδικασία αστικής παρακοής, δυνάμει του αρ. 42 του Ν.14/
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μπορεί διαδικαστικά οι εν λόγω πρόνοιες να είναι στην ουσία τους όμοιες, υπό την έννοια ότι η πρώτη είναι καθαρά ποινικής φύσεως και η δεύτερη, οιονεί ποινική, οπόταν ο χαρακτήρας και το βάρος απόδειξης είναι ταυτόσημα, όμως άλλα θέματα απασχολούν το ποινικό Δικαστήριο που εξετάζει το αδίκημα του αρ. 137 και άλλα το Δικαστήριο που εξετάζει αστική παρακοή στη βάση του αρ.
- (βλ. σύγγραμμα Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4th ed. σελ. 162 έως 167)[2]. Στην αστική καταφρόνηση, το πολιτικό Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία, το ενδιαφέρει το κατά πόσο, έχει επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα. Άλλωστε, αυτός είναι και ο πρωταρχικός σκοπός της διαδικασίας για αστική καταφρόνηση. η υποχρέωση συμμόρφωσης με το Διάταγμα και η εκπλήρωση του λόγου για τον οποίο εκδόθηκε. Όταν δε το Διάταγμα, αφορά σε διάταγμα γονικής μέριμνας σε σχέση με ανήλικο (Orders relating to wards of court), το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει κατά νου ότι: «.Τα διατάγματα αυτά εκδίδονται κατά κύριο λόγο προς όφελος των ανηλίκων τέκνων εφόσον αναγνωρίζεται η μεγάλη σημασία της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων και με τους δύο γονείς τους, παρά το χωρισμό των γονέων.» (βλ. ΕΛΕΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΞΙΟΥΡΟΥ, Έφεση Αρ. 3/2012, 9/5/2014) Είναι γι' αυτό το λόγο που το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, στην υπόθεση Mαυρονικόλα Mαρία ν. Άντη Ξάνθου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 293, εξετάζοντας το θέμα αστικής καταφρόνησης ενός τέτοιου Διατάγματος, παρατήρησε τα εξής, αναφορικά με τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των διαδίκων γονέων: «Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι γονείς έχουν συλλογική ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά τους. Η καταφυγή σε αντιμετώπιση των όποιων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων με, «εμπορικούς όρους» σαφώς δεν οδηγεί σε επίτευξη του πιο πάνω στόχου. Όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο «η παράδοση» δεν έπρεπε να αντικρίζεται από την εφεσείουσα ως μηχανιστική ενέργεια, αλλά, ως υποχρέωση θετικής ενέργειας, που αντίκριση της οποίας επέβαλλε όχι μόνο τη φυσική της παρουσία, που στην προκείμενη περίπτωση δεν υλοποιήθηκε, αλλά και στη δική της ενθάρρυνση και προτροπή, που ούτε αυτό υπήρχε, έτσι ώστε να υλοποιήσει την αναληφθείσα εκ συμφώνου υποχρέωση με το Διάταγμα «για παράδοση».» Σε μία υπόθεση για ποινική καταφρόνηση όμως, το μόνο που απασχολεί το ποινικό Δικαστήριο, είναι το κατά πόσο, ο κατηγορούμενος, προέβη σε παρακοή του διατάγματος ή των οδηγιών του Δικαστηρίου, ως αυτά εμφαίνονται στο σχετικό πρακτικό. Στην όψη του πρακτικού του Δικαστηρίου (on the face of the record), είναι που, ο εκδικάζων την ποινική παρακοή Δικαστής, θα πρέπει να περιοριστεί και δεν δικαιούται να υπισέλθει στους λόγους που αρχικά οδήγησαν στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος (βλ. THE ATTORNEY-GENERAL ν. IBRAHIM KUR AHMED
(1962)1 CLR 177 και XΡΙΣΤΙΝΑ ΡΑΣΠΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΘΕΟΔΩΡΑ ΜΑΚΡΗ, Πoινική ΄Εφεση αρ.287/2015, 11/5/2017). Κατ΄ επέκταση και υπό αυτήν την έννοια, οι αρχές που δύναται να καθοδηγήσουν το πολιτικό Δικαστήριο κατά την εξέταση αστικής παρακοής, δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο από το ποινικό Δικαστήριο κατά την εξέταση του αδικήματος του αρ.137. Είναι γι' αυτό το λόγο, που η παράθεση της νενομισμένης οπισθογράφησης του Πρωτοκολλητείου σε Διάταγμα που εκδόθηκε από Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να βρεθεί κάποιος ένοχος για αστική καταφρόνηση από το εν λόγω Δικαστήριο. Ο λόγος είναι ευνόητος. Εξηγώ. Εφόσον πρόκειται για διάταγμα που εκδόθηκε από Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της πολιτικής του δικαιοδοσίας, ο επηρεαζόμενος διάδικος, θα πρέπει να είναι πλήρως ενήμερος για τις αξιόποινες πλέον συνέπειες, που η μη συμμόρφωση του με το εν λόγω Διάταγμα, συνεπάγεται. Σκοπός της οπισθογράφησης είναι «to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences» (βλ. Μιχαηλίδης ν. Poliakova
(2011)1 Α.Α.Δ. 356). Για σκοπούς του ποινικού αδικήματος του αρ.137 όμως, εφόσον «η άγνοια του νόμου δεν αποτελεί λόγο για αποκλεισμό της ποινικής ευθύνης για πράξη ή παράλειψη.» (βλ. αρ.7 Κεφ.154), η κυπριακή νομολογία έχει επισημάνει ότι, σε αντίθεση με τις ρητές νομοθετικές πρόνοιες της αστικής διαδικασίας, το λεκτικό του αρ.137, δεν προϋποθέτει ούτε την οπισθογράφηση του διατάγματος ούτε την επίδοση του στον κατηγορούμενο, όταν αυτός ήταν παρών κατά την έκδοση του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μ.Λοίζου Α., εκ μέρους της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση POLICE ν. KYRIAKIDES,
(1988)2 Α.Α.Δ. 172, η οποία αποτελεί και την κυπριακή αυθεντία επί του θέματος. « We have considered the position and unlike the case of disobedience of orders made in Civil cases, in which under the express provision of the relevant Rule, namely Order 42(a), rule 2 of the Civil Procedure Rules, an order so made has to be indorsed and served on the person against whom the order is made. (See Mouzouris v. Xylofagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287). In criminal proceedings there is no general provision either in the Criminal Procedure Law or the Rules made thereunder making the service of the order, upon the person against whom it is made a prerequisite to proceedings for disobedience under section 137 of the Criminal Code, Cap. 154. An examination of the wording of section 137 and in particular of the words «an Order... issued or given by any Court», to be found therein shows that no service is required and our answer to the question posed is in the negative, that is that no service of an order upon the person against whom same is made in his presence is required as an essential prerequisite to the offence under section 137 of the Code.» Από τα πιο πάνω, δεν συνεπάγεται βέβαια και ότι η καταφρόνηση ή η απείθεια σε Διάταγμα πολιτικού Δικαστηρίου και δη οικογενειακής φύσεως, δε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής καταφρόνησης. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Arlidge ανωτέρω, στις παρ. 3-121, σε ελεύθερη μετάφραση, «.Οποιοσδήποτε που ενεργεί αντίθετα με ένα τέτοιο διάταγμα, γνωρίζοντας την ύπαρξη του, είναι πιθανό να θεωρηθεί ότι είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια, που δικαιολογεί εύρημα ποινικής καταφρόνησης» υπό την έννοια ότι «οποιοσδήποτε ηθελημένα υπονομεύει ένα δικαστικό διάταγμα, είναι ένοχος ποινικής καταφρόνησης (βλ. Att Gen v. Newspaper Publishing Plc [1998] Ch. 333).» Παρεμβάλω εδώ όμως ότι, στην Κυπριακή ποινική έννομη τάξη, υπάρχουν τουλάχιστο τριών ειδών αδικήματα που σχετίζονται με θέματα συμμόρφωσης με δικαστικά διατάγματα. Το ένα είναι το αδίκημα του άρθρου 137 και αφορά σε «ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές». Τα άλλα δύο, είναι τα αδικήματα του άρθρου 121(γ) Κεφ. 154, «συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης»[3] και του αρ. 122(β)[4], «παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία» (βλ σχ. R v Kenny - [2013] EWCA Crim 1, R v Kellett [1975] 3 All ER 468, R v Machin [1980] 3 All ER 151, Justin Michel v the Attorney General of Jersey [2011] JCA 145 και R v Ludlam (unreported, 11 October 2011), Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.4062 και Halsbury's Laws of England/CRIMINAL LAW (VOLUME 25
(2016), PARAS 1-418; VOLUME 26
(2016), PARAS 419-860)/11. OFFENCES RELATING TO THE ADMINISTRATION OF JUSTICE/
(3)OBSTRUCTING THE COURSE OF JUSTICE/795. Perversion of the course of justice, ηλεκτρονική έκδοση Μπορεί τα εν λόγω αδικήματα, σε μεγάλο βαθμό να αλληλοκαλύπτονται, δεν παύει όμως, από του να είναι χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, τα οποία προϋποθέτουν την απόδειξη διαφορετικών συστατικών στοιχείων. Ο διαχωρισμός όμως αυτός στον Ποινικό Κώδικα, δεν αντικατοπτρίζεται και στην πολιτική διαδικασία και νομοθετήματα, όπου η υπονόμευση ή η παρεμπόδιση εκτέλεσης ενός Διατάγματος, δύναται να ενταχθεί κάτω από το γενικότερο τίτλο της καταφρόνησης Δικαστηρίου. Ούτε όμως στην πολιτική διαδικασία ισχύει πάντοτε το ίδιο, (βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.4)
(1993)1 ΑΑΔ 961). Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι για σκοπούς του αδικήματος του αρ. 137, αυτό που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι η «.ηθελημένη ανυπακοή (Halin (ανωτέρω) και Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 472). Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού, δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου (Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe's Law of Contempt, 2η έκδ., σ. 395.» (βλ. NIKOΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ν. ΑΝΤΖΕΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 4/14, 2/6/2017) Σε μια ποινική υπόθεση επομένως, η οποία εδράζεται στο αδίκημα του αρ.137 Κεφ.154, το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ηθελημένα παρήκουσε σε Διαταγή του Δικαστηρίου, εξετάζεται με γνώμονα το ακριβές λεκτικό του επίμαχου Διατάγματος και χωρίς το ποινικό Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της αρχικής διαφοράς ή στους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε το επίμαχο Διάταγμα (βλ. IBRAHIM KUR AHMED και Μακρή ανωτέρω). Αυτό εμπίπτει αποκλειστικά, στην εμβέλεια του Δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, το οποίο όντως το ενδιαφέρει αν έχει επιτευχθεί ο σκοπός του Διατάγματος ή όχι. Η θέση επομένως, ότι δύναται να διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα του αρ. 137, σε σχέση με διατάγματα γονικής μέριμνας, όταν ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, ηθελημένα δεν βοηθά ή ηθελημένα παραλείπει να βοηθήσει, «...στην ενίσχυση της επικοινωνίας με τον άλλο γονέα...», εφόσον, ως ένας εκ των δύο γονέων, έχει «...ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά...» και αυτό ενόψει του ότι «...τα διατάγματα αυτά εκδίδονται κατά κύριο λόγο προς όφελος των ανηλίκων τέκνων εφόσον αναγνωρίζεται η μεγάλη σημασία της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων και με τους δύο γονείς τους, παρά το χωρισμό των γονέων», δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία που αφορά στο υπό κρίση ποινικό αδίκημα. Ίσως, η πιο πάνω θέση, να καθοδηγεί ένα Οικογενειακό Δικαστήριο που εξετάζει αστική παρακοή ή να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης των άλλων δύο αδικημάτων που αφορούν σε συμμόρφωση ή μη με Δικαστικά Διατάγματα, ήτοι τα αδικήματα των αρ. 121(γ) και 122(β). Όπως όμως ανέφερα ανωτέρω, αυτά τα θέματα δεν αφορούν στην παρούσα διαδικασία και επομένως η περαιτέρω εξέταση τους δεν θα με απασχολήσει. Βεβαίως, το αδίκημα του αρ.137, δύναται να διαπραχθεί, αν αποδειχθεί ότι η στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ανάγεται ουσιαστικά σε εσκεμμένη προσπάθεια του να μην εκτελεστεί το επίμαχο Διάταγμα. Ως προς το τι είδους συμπεριφορές δύναται να ικανοποιήσουν αυτή την προϋπόθεση, δεν υπάρχει εξαντλητική λίστα και ούτε θα μπορούσε να υπάρχει, αφού η κάθε υπόθεση, κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Εκεί όπου ένα Διάταγμα της φύσης του επίμαχου Διατάγματος, δεν εκτελείται, συνεπεία, μεταξύ άλλων και της αρνητικής στάσης και συμπεριφοράς του ίδιου του ανήλικου, «...το Δικαστήριο οφείλει να ενδιατρίψει και να διαπιστώσει τα αίτια μιας τέτοιας στάσης και απόφασης και κατά πόσο η άρνηση του (ανήλικου) μορφώθηκε εξ ιδίων ή ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού από τον ...» κατηγορούμενο (βλ. πρόσφατη απόφαση NIKOΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ν. ΑΝΤΖΕΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 4/14, 2/6/2017). Άλλωστε, ας μη μας διαφεύγει ότι, υπό τέτοιες περιστάσεις, και ο ανήλικος είναι πρόσωπο που θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί, για σκοπούς του ποινικού αδικήματος του αρ.137, ότι συμβάλει ενεργά στην ισχυριζόμενη απείθεια Διατάγματος. Πρόσθετα των πιο πάνω, για την διαπίστωση της τυχόν ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου, τυγχάνουν εφαρμογής και οι βασικοί κανόνες ποινικής δικονομίας και απόδειξης ήτοι ότι, oι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776). Αυτό επομένως που θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση, είναι το γιατί δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί το επίμαχο Διάταγμα κατά τις επίμαχες ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και αν είναι ο κατηγορούμενος που ευθύνεται γι' αυτό. Υπό αυτή τη σκοπιά και νομικές αρχές είναι που θα προσεγγιστεί και η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κοινή συνισταμένη όλων, είναι ότι το επίμαχο δεσμευτικό Διάταγμα όντως εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο στις 3/7/14 και ουδέποτε κατά τον επίμαχο χρόνο, ακυρώθηκε ή μεταβλήθηκε με οποιαδήποτε άλλη διαταγή του Δικαστηρίου. Κοινό έδαφος συνιστά επίσης, το γεγονός ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι, ήταν πλήρως ενήμεροι, τόσο για το Διάταγμα και το περιεχόμενο του, όσο και για τις απορρέουσες από αυτό υποχρεώσεις τους. Σημειώνω εδώ ότι, αν και αρχικά προωθήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο του Διατάγματος και της διαδικασίας εντός της οποίας εκδόθηκε, ένεκα του ότι ήταν στα Ελληνικά, ο ίδιος κατά τη μαρτυρία του, δήλωσε ρητά ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε πλήρη επίγνωση των ημερών που η παραπονούμενη δικαιούτο να παραλάβει την ανήλικη Αλίσια καθώς και της απορρέουσας από το επίμαχο Διάταγμα υποχρέωσης του, να της την παραδίδει. Άλλωστε, το ότι το Διάταγμα του επιδόθηκε προσωπικά, δεν έχει αμφισβητηθεί. Το ότι σε καμία από τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο ημερομηνίες, η παραπονούμενη παρέλαβε την Αλίσια, παρά το ότι είχε πάει στην οικία του κατηγορούμενου για το σκοπό αυτό, συνιστά επίσης κοινά αποδεκτό γεγονός, Στο βαθμό και την έκταση που τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά γεγονότα, συνιστούν μέρος των αντίστοιχων θέσεων όλων των μαρτύρων, τα αποδέχομαι και προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Στρέφομαι τώρα στις συγκεκριμένες πτυχές της προσκομισθείσας μαρτυρίας Θεωρώ ορθό όπως ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία της ΜΚ2, Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας. Ε. Παπακώστα, Λειτουργός Γραφείου Ευημερίας - ΜΚ2 Η μάρτυς μου έκανε καλή εντύπωση. Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις της και ως το πρόσωπο που ενεπλάκηκε προσωπικά στην υπόθεση, διερευνώντας τη σχέση μεταξύ όλων των εμπλεκομένων και συναντώντας τους, τόσο χωριστά τον ένα από τον άλλο, όσο και μαζί, είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε. Εκεί που δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα, δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Ούτε όμως επιχείρησε να εκφράσει άποψη ή να λάβει θέση, αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής της γνώσης και εμπλοκής ή της ειδικότητας της. Σημειώνω εδώ την ειλικρινή τοποθέτηση της Μ.Κ.2, από την αρχή της μαρτυρίας της, ότι οι διαπιστώσεις της αναφορικά με το όλο θέμα, εδράζονται τόσο στα όσα η ίδια αντιλήφθηκε από τις συναντήσεις της με τους εμπλεκόμενους όσο και στα όσα οι τελευταίοι της είχαν αναφέρει, με τον τελικό κριτή όμως, να είναι το Δικαστήριο. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, η μάρτυς επεχείρησε να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την εικόνα που της παρουσιάστηκε ούτως ώστε να βοηθήσει ή να πλήξει την μια ή την άλλη πλευρά και παρουσίασε θεωρώ, μια αντικειμενική, ορθή και εμπεριστατωμένη εικόνα της όλης κατάστασης. Άλλωστε, οι διαπιστώσεις της από την όλη επαφή της με την οικογένεια, συνάδουν και με τις θέσεις που οι τελευταίοι πρόβαλαν κατά την ακρόαση. Κοντολογίς, η μάρτυς κατέθεσε με την ίδια ανεξαρτησία και αμεροληψία που τη διακατείχε κατά τη διερεύνηση των θεμάτων των εμπλεκομένων, ως άλλωστε θα αναμένετο από μια τέτοια Κοινωνική Λειτουργό, επιφορτισμένη με τα εν λόγω καθήκοντα. Περιορίστηκε στο να παραθέσει στο Δικαστήριο όλες τις πληροφορίες και τα γεγονότα που συνέλεξε κατά την εμπλοκή της στην υπόθεση, χωρίς να εκφράσει οποιαδήποτε άποψη ή θέση, για την οποία η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και σε καμία περίπτωση διαφάνηκε να προσπαθεί να υποστηρίξει είτε τη μια είτε την άλλη πλευρά ή να ωθείται από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Την μαρτυρία της ΜΚ2 επομένως, η οποία επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον μου, την αποδέχομαι στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία των άμεσα εμπλεκομένων ήτοι της παραπονούμενης, του κατηγορούμενου και της ανήλικης θυγατέρας τους Αλίσιας, έχοντας βέβαια κατά νου και τις αρχές που διέπουν το υπό εξέταση αδίκημα ως τις ανέπτυξα πιο πάνω καθώς και τις αρχές που διέπουν το βάρος απόδειξης ισχυρισμών σε ποινικές υποθέσεις αυτής της φύσης. Παραπονούμενη - Κατηγορούμενος - Αλίσια (ΜΥ2) Κοινή θέση και των τριών, είναι ότι η ανήλικη Αλίσια, δεν ήθελε να βρεθεί με την παραπονούμενη καθώς και ότι αυτή, αντιδρούσε έντονα όποτε η παραπονούμενη προσπαθούσε να το πράξει. Η θέση της ίδιας της ανήλικης ήταν ότι κατ' ουδένα λόγο, δεν ήθελε και δεν θέλει, να έχει επικοινωνία με την παραπονούμενη, ένεκα των όσων νιώθει γι' αυτή, συναισθήματα τα οποία, σύμφωνα με την ίδια, είναι προϊόν της όλης συμπεριφοράς της παραπονούμενης από τον καιρό που ζούσαν στο Κουβέιτ μέχρι και σήμερα. Η «αμφιθυμία» της Αλίσιας, όπως τη διαπίστωσε και η ΜΚ2 κατά την έρευνα της, ήταν έκδηλη και κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Έντονα τα συναισθήματα της για τον κατηγορούμενο, έντονα και για την παραπονούμενη. Έντονη όμως ήταν και η όλη μαρτυρία της. Η επίμονη άρνηση της να βρεθεί με την παραπονούμενη μητέρα της, παρά το ότι γνωρίζει ότι υπάρχει δικαστικό διάταγμα προς τούτο, συνιστούσε και την κορωνίδα της μαρτυρίας της: «...δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να κάνεις ... το έχω πει, δεν ξέρω και εγώ πόσες φορές ότι δεν θέλω να πάω με ένα τέτοιο άτομο...». Τη μαρτυρία της ΜΥ2 επομένως, ως προς το ότι κατά τις επίμαχες ημερομηνίες, ό,τι και να έπραττε ο κατηγορούμενος και ότι και να έπραττε η παραπονούμενη ή το Γραφείο Ευημερίας, αυτή δεν επιθυμούσε και δεν ήταν καθόλου διατεθειμένη να πάει με τη μητέρα της, την αποδέχομαι και προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογο εύρημα. Τα όσα άλλα η μάρτυς ανέφερε, ως προς τα διάφορα περιστατικά που συνέβησαν μεταξύ όλων των εμπλεκομένων στο παρελθόν, είτε αυτά αφορούσαν στις ενέργειες του κατηγορούμενου είτε της παραπονούμενης, είναι θεωρώ δευτερεύουσας σημασίας και εξηγώ. Έκδηλο πρόβαλε κατά τη μαρτυρία της Αλίσιας, όπως άλλωστε ήταν και η διαπίστωση της ΜΚ2 τη μαρτυρία της οποίας έχω αποδεχτεί ως αξιόπιστη, το γεγονός για το οποίο επίσης κάμνω ανάλογο εύρημα, ότι η όλη αρνητική στάση και συμπεριφορά της Αλίσιας, οφείλετο μεταξύ άλλων, αφ' ενός στα δυνατά αισθήματα που τρέφει προς τον κατηγορούμενο πατέρα της, ο οποίος δεν επιθυμεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με την πρώην σύζυγο του και εκφέρεται αρνητικά για εκείνη και αφ' ετέρου, στη «φορτική και επίμονη» προσπάθεια της μητέρας της, να έχει επικοινωνία μαζί της ενώ αυτή - «...απλά θέλ(ει) να (τη) σέβεται περισσότερο....».. Ο λόγος για αυτό, είναι κατά την άποψη μου, απλός και εξόφθαλμος. «...«Οι σχέσεις του πατέρα και της μάνας κατά τη διάρκεια της διάστασης που ζούσαν κάτω από το ίδιο σπίτι ήταν πολύ άσχημες με καβγάδες, συζητήσεις. Το παιδί δεν ήθελε το διαζύγιο ... οι περιστάσεις ήταν αυτές που δημιούργησαν αυτήν την αμφιθυμία στο παιδί...» (βλ. μαρτυρία ΜΚ2) Την ίδια θέση όμως, εξέφρασε και η ίδια η Αλίσια κατά τη μαρτυρία της, και την οποία επίσης αποδέχομαι - «Δεν μου αρέσει να είμαι στα Δικαστήρια, με ενοχλούν όλα αυτά τα πράγματα.» Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω και να συμπληρώσω τα ευρήματα μου, σε ένα ενιαίο πλέον πλαίσιο. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος, παντρεύτηκαν την 12/5/01 και από το γάμο τους, απέκτησαν στις 4/3/04, μία θυγατέρα, την Αλίσια, η οποία σήμερα είναι 13 ετών και φοιτά στο St Mary's School στη Λεμεσό (Καλογριές). Ο γάμος της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα και οι μεταξύ τους καβγάδες και έντονες συζητήσεις ήταν συχνό φαινόμενο. Ως αποτέλεσμα, οι δύο τους οδηγήθηκαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο, το οποίο διέταξε τη λύση του γάμου τους στις 25/6/
- Με ενδιάμεσο, εκ συμφώνου Διάταγμα, ημερομηνίας 3/7/14, στα πλαίσια της αίτησης για γονική μέριμνα με αρ. 87/14, το Οικογενειακό Δικαστήριο, καθόρισε ως τόπο διαμονής της Αλίσιας την οικία του κατηγορούμενου και ρύθμισε την επικοινωνία της με την παραπονούμενη, καθορίζοντας συγκεκριμένες ώρες και μέρες που αυτή θα την παραλάμβανε από και θα την επέστρεφε στην οικία του κατηγορούμενου. Παράλληλα, το εν λόγω Δικαστήριο, διέταξε αμφότερους, παραπονούμενη και κατηγορούμενο, όπως συμμορφωθούν με τις καθορισμένες ώρες και μέρες επικοινωνίας της Αλίσιας με την παραπονούμενη. Από της έκδοσης του εν λόγω προσωρινού Διατάγματος, μέχρι και την 4/1/15, η παραπονούμενη, παρά το ότι πήγαινε κατά τις καθορισμένες από το Διάταγμα ώρες και μέρες, στην οικία του κατηγορούμενου για να παραλάβει την Αλίσια, αυτό δεν κατέστη εφικτό. Η Αλίσια, δεν δεχόταν, δεν επιθυμούσε και δεν ήταν καθόλου διατεθειμένη να πάει με τη παραπονούμενη μητέρα της και δεν μπορούσε να μεταπειστεί, όποια προσπάθεια και αν έκανε ο κατηγορούμενος και όποια προσπάθεια και να έκανε η παραπονούμενη ή το Γραφείο Ευημερίας. Ο λόγος για την αρνητική στάση αυτή της Αλίσιας, οφείλετο στα ισχυρά, θετικά και αρνητικά συναισθήματα, που έτρεφε για αμφότερους τους γονείς της, όπως τα εν λόγω συναισθήματα διαμορφώθηκαν, μέσα από τους έντονους καβγάδες και συζητήσεις των τελευταίων, τόσο κατά τη διάρκεια του γάμου τους όσο και μετά το διαζύγιο. Η έκδοση του διαζυγίου και οι δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου, στις οποίες οι τελευταίοι, «φρόντισαν» να εμπλέξουν ενεργά και την Αλίσια καθώς και οι ενέργειες που αμφότεροι έκαναν για να πλήξουν ο ένας τον άλλο, ενέτειναν την ήδη άσχημη και συγχυσμένη ψυχοσύνθεση της Αλίσιας. Ως αποτέλεσμα, στην τελευταία δημιουργήθηκε έκδηλο το στοιχείο της αμφιθυμίας ως προς το πώς «θα πρέπει» να αισθάνεται για τον κάθε γονιό της. Αφ' ενός τα δυνατά αισθήματα που έτρεφε προς τον κατηγορούμενο πατέρα της, ο οποίος δεν επιθυμούσε να έχει οποιαδήποτε σχέση με την πρώην σύζυγο του και ο οποίος δεν έκρυβε τα εν λόγω συναισθήματα του από την Αλίσια και αφ' ετέρου, η «φορτική και επίμονη» προσπάθεια της παραπονούμενης, να έχει επικοινωνία μαζί της, «εισβάλλοντας» ουσιαστικά, σε κάθε πτυχή της ιδιωτικής της ζωής, προκάλεσαν στη Αλίσια, μεγαλύτερη σύγχυση. Αν και ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι θα ήταν καλό να έχει επικοινωνία με τη μητέρα της και ότι θα έπρεπε να επιδιώξει τέτοια επικοινωνία, την ίδια στιγμή την άφηνε να πράξει όπως η ίδια έκρινε και σεβόμενος τις αποφάσεις και τις επιθυμίες της, δεν την πίεσε να κάνει οτιδήποτε αυτή δεν ήθελε ή δεν ένιωθε σωστό. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι και σήμερα όμως, ουσιαστικά, ούτε η ίδια η Αλίσια ξέρει πως νιώθει. Ήξερε όμως τι δεν ήθελε, και αυτό ήταν να έχει επικοινωνία με τη μητέρα της. Ο λόγος για τούτο, ήταν, η «δηλητηρίαση» του ψυχικού κόσμου της Αλίσιας από τις αρνητικές εκπομπές, αμφότερων των γονιών της, τόσο κατά τη διάρκεια του γάμου τους όσο και μεταγενέστερα, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι και σήμερα, εντονότερα. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του αρ.137, η παραπονούμενη θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατά τις επίμαχες ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ενώ το επίμαχο Διάταγμα διέτασσε τον κατηγορούμενο να της παραδώσει την ανήλικη Αλίσια, αυτός, ηθελημένα και εσκεμμένα δεν το έπραξε, παρακούοντας έτσι το επίμαχο Διάταγμα. Ως προς το βάρος αυτό της παραπονούμενης, παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, οι κατηγορίες 1-6, αφορούν τις ημερομηνίες 26/12/14, 28/12/14, 31/12/14, 1/1/15, 3/1/15 και 4/1/
- Οι εν λόγω ημερομηνίες όμως, δεν αποτελούν ημερομηνίες που καθορίστηκαν με το επίμαχο Διάταγμα, αλλά ημερομηνίες που αποτέλεσαν αντικείμενο μεταγενέστερης «ιδιωτικής συμφωνίας» μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου και είναι ως τέτοιοι «συμβατικοί όροι» που παρέμειναν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς ποτέ να αποτελέσουν αντικείμενο οποιασδήποτε διαταγής ή οδηγιών του Δικαστηρίου. Μάλιστα δε, η εν λόγω συμφωνία παρέμεινε ημιτελής, αφού το ακριβές ωράριο που η ανήλικη θα περνούσε με τον κάθε γονέα, παρέμεινε να συμφωνηθεί μεταξύ των δύο τους, σε μεταγενέστερο στάδιο. (βλ. Τ.4 - οι διάδικοι συμφωνούν όπως την ημέρα των Χριστουγέννων (25/12/14) η ανήλικη Αλίσια θα παραμείνει με τον Καθ' ου η Αίτηση (κατηγορούμενο)» ... «κατά την 26.12.2014 και 28.12.2014 καθώς και στις 31.12.2014 με 1.1.2015, σε ώρες που θα συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων θα παραμείνει με την Αιτήτρια (παραπονούμενη)» ... «κατά την 31.1.2015 (προφανώς 3.1.15) και 4.1.2015 η ανήλικη θα παραμείνει με την Αιτήτρια (παραπονούμενη) σε ώρες που θα συμφωνηθουν μεταξύ των διαδίκων». Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με το επίμαχο Διάταγμα, η παραπονούμενη θα έπρεπε να παραλάβει την Αλίσια στις 25/12/14 (Πέμπτη) και 1/1/15 (Πέμπτη) στις 10.00π.μ., όμως αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι, προτίμησαν να ενεργήσουν με βάση τη μεταγενέστερη «συμφωνία» τους αντί με βάση τις πρόνοιες του Διατάγματος. Το ότι οι υπό εξέταση κατηγορίες αφορούν στην ανεξάρτητη συμφωνία των εμπλεκομένων παρά στις πρόνοιες του Διατάγματος, προκύπτει και από το ότι για την εν λόγω «συμφωνία» γίνεται ρητή αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος των υπό κρίση κατηγοριών. Η απουσία επομένως οποιασδήποτε έγκυρης και εφαρμοστέας διαταγής ή οδηγίας Δικαστηρίου, σε σχέση με τις εν λόγω ημερομηνίες (βλ. IBRAHIM KUR AHMED ανωτέρω), σφραγίζει και την τύχη των κατηγοριών 1-5 στις οποίες οι εν λόγω ημερομηνίες αφορούν και οι οποίες κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν. Πρόσθετα των πιο πάνω όμως και σε σχέση με όλες τις κατηγορίες (1-25), ως ανέφερα ανωτέρω, θα πρέπει να καταδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος, σε κάθε επίμαχη ημερομηνία, ηθελημένα και εσκεμμένα, προέβη σε τέτοιες ενέργειες που κατέστησαν ανέφικτη την εκτέλεση του Διατάγματος. Αποτέλεσε εύρημα μου ότι ο λόγος που το Διάταγμα δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί κατά τις επίμαχες ημερομηνίες, ήταν βασικά, η αρνητική στάση και συμπεριφορά της ανήλικης Αλίσιας και ότι ο λόγος για τη στάση και συμπεριφορά της αυτή, ήταν οι αρνητικές εκπομπές που η τελευταία λάμβανε, από αμφότερους τους γονείς της, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του ουσιώδες χρόνου. Καθίσταται επομένως αδύνατο, κατά την κρίση μου, να προσδιοριστεί με ασφάλεια και στον απαιτούμενο βαθμό, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και σε κάθε επίμαχη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοιες ηθελημένες ενέργειες, που να τον καθιστούν αποκλειστικά υπεύθυνο για τη μη εκτέλεση του Διατάγματος, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου λογικού συμπεράσματος και χωρίς να πλανάται τουλάχιστο μια υποβόσκουσα αμφιβολία. Θα δώσω επομένως στον κατηγορούμενο το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Σίγουρα, ο κατηγορούμενος φέρει σοβαρό μερίδιο ευθύνης για το πώς νιώθει η Αλίσια για την παραπονούμενη μητέρα της. Μερίδιο ευθύνης όμως, εξ' ίσου σοβαρό, φέρει και η τελευταία. Αυτή άλλωστε ήταν και η διαπίστωση της ΜΚ2 την μαρτυρία της οποίας έχω αποδεχτεί ως αξιόπιστη. Το πότε είναι που η Αλίσια άρχισε να νιώθει με αυτό τον τρόπο για τη μητέρα της είναι άγνωστο. Όπως άγνωστος είναι και ο βαθμός στον οποίο, οι ενέργειες του κατηγορούμενου την επηρέασαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό την έννοια του αν ήταν καθοριστικές για τη όλη στάση της ή αν απλά συνέβαλαν σε μια ήδη προϋπάρχουσα κατάσταση. Το μόνο δεδομένο είναι ότι, κατά τον επίμαχο χρόνο, η Αλίσια, ήδη έτρεφε αρνητικά συναισθήματα για τη μητέρα της και δεν ήθελε να έχει επικοινωνία μαζί της. Αυτό ουδέποτε άλλαξε παρά και τις προσπάθειες των όσων ενεπλάκηκαν (παραπονούμενη, κατηγορούμενος, ΜΚ2, παιδοψυχολόγος κλπ). Τέλος, θεωρώ ορθό όπως ασχοληθώ και με ακόμη ένα θέμα, το οποίο αποτέλεσε και προβληματισμό του Δικαστηρίου κατά τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων και για τον οποίο ζητήθηκε η θέση τους. Έχοντας κατά νου ότι σε σχέση με το επίμαχο Διάταγμα, η παραπονούμενη, πέραν της παρούσας ποινικής υπόθεσης, καταχώρησε και αιτήσεις για αστική παρακοή στο Οικογενειακό Δικαστήριο, τις οποίες εν τέλει απέσυρε, δημιουργήθηκε ο προβληματισμός κατά πόσο αυτό, επηρέαζε την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου, έγκειτο στο ότι, αντίθετα με την ποινική παρακοή, στην αστική παρακοή, ο επηρεαζόμενος διάδικος, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να «απαλλάξει» τον «κατηγορούμενο», αποποιούμενος έτσι του δικαιώματος του (waiver) να επιδιώξει «εξαναγκασμό σε συμμόρφωση» (βλ. Arlidge ανωτέρω παρ. 3-32 και 3-162 - 3-172). Τέτοιας μορφής «απαλλαγή» όμως, ενδέχεται να δημιουργεί πρόβλημα σε μια ποινική υπόθεση για παρακοή του ίδιου του Διατάγματος και αυτό λόγω εφαρμογής των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρχών, του autrefois convict/acquit καθώς και του κανόνα του «διπλού κινδύνου» (double jeopardy) σύμφωνα με τον οποίο ουδείς δύναται να καταδικαστεί ή να τιμωρηθεί για το ίδιο αδίκημα δύο φορές (Arlidge ανωτέρω παρ. 3-218 - 3-231). Το όλο θέμα, δύναται να λάβει ιδιαίτερες διαστάσεις, ανάλογα και με τη φύση του διατάγματος ήτοι αν πρόκειται για διάταγμα που αφορά σε συγκεκριμένη ενέργεια που θα πρέπει να γίνει ή να μη γίνει σε καθορισμένο χρόνο ή αν πρόκειται για αορίστου χρόνου «συνεχές διάταγμα» (order of continuing effect). Η αγγλική νομολογία έχει εκφράσει την άποψη ότι, στην πρώτη περίπτωση, μία μόνο διαδικασία παρακοής δύναται να καταχωρηθεί και να αποτελέσει βάση για καταδίκη του κατηγορούμενου, αφού για οποιαδήποτε μεταγενέστερη παρακοή, θα πρέπει να προηγηθεί η έκδοση «νέου διατάγματος» (fresh order). Στη δεύτερη περίπτωση όμως, εφόσον το διάταγμα επιβάλλει μια συνεχή υποχρέωση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για απαγορευτικό διάταγμα, η κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο παρακοής χωρίς την ανάγκη για προηγούμενη έκδοση νέου διατάγματος. (βλ. Arlidge ανωτέρω παρ. 3-218 - 3-231 και την αναφορά που γίνεται στις υποθέσεις R V Justices of Portsmouth [1982] 1 QB 491, B v B (Contempt: Committal) [1991] 2 FLR 588, Church's Trustee V Hibbard [1902] 2 Ch. 784 και Kumari v Jalal [1997] 1 WLR 97) Στην παρούσα υπόθεση, το λεκτικό του επίμαχου Διατάγματος, επιβάλει την τέλεση κάποιας πράξης σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα της εβδομάδας. Ευνόητο είναι επομένως ότι, η παράλειψη συμμόρφωσης για κάθε τέτοια μέρα και ώρα, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο καταδίκης σε πέραν της μίας διαδικασίας παρακοής. Κάτι τέτοιο θα προσέκρουε σε όλες τις προαναφερόμενες αρχές. Ενόψει όμως, πρώτο, ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από καμία πλευρά, ως προς το ποιες ημερομηνίες αφορούσαν οι διαδικασίες αστικής παρακοής που καταχωρήθηκαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο, δεύτερο, με ποιο τρόπο οι εν λόγω διαδικασίες αποσύρθηκαν και ποια η ετυμηγορία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ενόψει της απόσυρσης τους και τρίτο, της απόφασης μου στην παρούσα υπόθεση, να δώσω στον κατηγορούμενο το ευεργέτημα της αμφιβολίας, το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Έχοντας κατά νου ότι το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορούμενου είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση, η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες και συνεπώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (1-25). Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Katharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και της φύσης του αδικήματος. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη μου τους λόγους για τους οποίους αποφάσισα να αθωώσω τον κατηγορούμενο καθώς και ότι στην παρούσα υπόθεση, η παραπονούμενη αν και απέτυχε να αποδείξει ότι είναι ο κατηγορούμενος που ευθύνεται αποκλειστικά για τη μη εκτέλεση του διατάγματος εντούτοις η υπόθεση της δεν ήταν εντελώς αβάσιμη, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα εναντίον της και υπέρ του αθωωθέντα κατηγορούμενου και διατάσσω όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου θεωρώ ορθό όπως σχολιάσω το εξής. Μπορεί στην εμβέλεια του αδικήματος του αρ.137 να εντάσσονται και τα διατάγματα που εκδίδει το Οικογενειακό Δικαστήριο, σε σχέση με την άσκηση γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, όμως αυτό δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα των εν λόγω διαταγμάτων και το σκοπό για τον οποίο εκδόθηκαν ήτοι το συμφέρον των ανηλίκων. Ως θέμα ορθής πρακτικής αλλά και κοινής λογικής, οι οικογενειακές διαφορές μεταξύ ενός αντρογύνου, θα πρέπει να επιλύονται στο Δικαστήριο που συστάθηκε ειδικά για το σκοπό αυτό ήτοι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποτελέσει την αρένα εντός της οποίας «οι διάδικοι» θα επιλύσουν αυτές τους τις διαφορές ιδιαίτερα όταν τα εκατέρωθεν προβαλλόμενα πυρά τους, δεν πλήττουν κανένα άλλο παρά τα ίδια τους τα αθώα τέκνα. Όταν δε η ζημιά στα παιδιά έχει ήδη προκληθεί, σίγουρα δεν είναι μέσω διαδικασιών παρακοής που θα επανορθώσουν την κατάσταση και δη μέσω ποινικών παρακοών. Η δραστική τιμωρία που η καταδίκη του ενός γονέα συνεπάγεται σε περίπτωση καταδίκης του για παρακοή, όχι μόνο δεν θα βελτιώσει την επικοινωνία του παιδιού με τον «νικητή» γονέα, αλλά μάλλον θα τη χειροτερεύσει, αφού στις πλείστες των περιπτώσεων, «ο ηττημένος» γονέας είναι και ο γονέας προς τον οποίο, για τον οποιοδήποτε σωστό ή λάθος λόγο, το παιδί έχει επιδείξει προτίμηση. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΛΠ/Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παρακοή - Διάταγμα Επικοινωνίας [1] Οδυσσέα
(1999)υπό Πική Δ. ως ήταν τότε: «∆εν αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγµάτευση κάθε επιχειρήµατος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήµατος συναρτάται µε την επίδραση που µπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεµάτων.» [2] Στην υπόθεση CCC Laundries ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία σε προηγούμενη έκδοση του εν λόγω συγγράμματος [3]
- Διαπράττει πλημμέλημα όποιος- (γ) παρεμποδίζει ή με οποιοδήποτε τρόπο παρεμβαίνει στην εκτέλεση ή γνωρίζει ότι αποτρέπει την εκτέλεση νόμιμου εντάλματος ή δικογράφου, αστικού ή ποινικού. [4]
- Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη- (β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο