← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Aleksandre Mikhelidze, Αρ. Υπόθεσης: 5917/17, 28/7/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Aleksandre Mikhelidze, Αρ. Υπόθεσης: 5917/17, 28/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5917/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Aleksandre Mikhelidze Ημερομηνία: 28.7.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κ. Καραμανής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 1), αλήτη και περιπλανώμενου, κατά παράβαση του άρθρου 189(ε)(δ) του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2 και 3), εισόδου στην Δημοκρατία χωρίς την συγκατάθεση του Λειτουργού Μετανάστευσης, κατά παράβαση του άρθρου 12

(1)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορία 4) και παραμονής στην Δημοκρατία χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του Κεφ.105 (κατηγορία 5). Δήλωσε δε παραδοχή στις κατηγορίες 4 και 5 και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία ως προς τις κατηγορίες 1-3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 1-3 ο κατηγορούμενος: · Στις 15.4.16 στην Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Οξάνα Παπαφωτίου και έκλεψε από αυτήν ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE I-Phone 5 με ΙΜΕΙ 013554006870993, αξίας €300, ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας DELL INSPIRON, με s/n 14G6LR1, αξίας €150, διάφορα faux bijoux αξίας €200 και ένα δακτυλίδι χρυσό αξίας €500, όλα συνολικής αξίας €1.150 (κατηγορία 1). · Στις 14.4.17, στην Λεμεσό:
(1)βρέθηκε στην οδό Γρίβα Διγενή κάτω υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε να συμπεραίνετο ότι η παρουσία του εκεί οφειλόταν σε παράνομο ή ταραχοποιό σκοπό (κατηγορία 2),
(2)ενώ ήταν ύποπτο πρόσωπο και δεν είχε πόρους συντήρησης, αδυνατούσε να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τον εαυτό του (κατηγορία 3). Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 2 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκε σωρεία παραδεκτών γεγονότων. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και στις τρεις κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.1945 Δημήτρης Κλεοβούλου, ο οποίος στις 15.4.16 υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Ο μάρτυρας αφού υιοθέτησε την κατάθεση του τεκμήριο 3, το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 15.4.16 επισκέφθηκε την σκηνή της επίδικης διάρρηξης. Η οδός Ανδρέα και Άννας Παπουτσή αρ.13, στη Λινόπετρα, δεν είναι κύριος δρόμος αλλά πάροδος της Λινόπετρας. Το υποστατικό στο οποίο έγινε η διάρρηξη ήταν οικία. Περιγράφοντας την οικοδομή είπε ότι υπήρχε αυλή στην αριστερή πλευρά της οικίας και στην βόρεια πλευρά της αυλής βρισκόταν το πλυσταριό. Στο πλυσταριό υπήρχε ένα παράθυρο στο οποίο υπήρχε παραβίαση και ήταν από εκεί που λήφθηκαν οι δύο δειγματοληψίες που ανέφερε στην κατάθεση του. Το εν λόγω παράθυρο δεν ήταν ορατό από τον δρόμο. Για να το δει κάποιος έπρεπε να εισέλθει στην αυλή της οικίας. Για να εισέλθει κάποιος στην οικία υπήρχε καγκέλι στην είσοδο της. Σε σχέση με την περίφραξη της οικίας είπε ότι από την μια πλευρά υπήρχε καγκέλι και από την άλλη ένας τοίχος με ξύλινη περίφραξη από πάνω, από την οποία δεν μπορούσε κάποιος να εισέλθει στην οικία. Κατέθεσε δε ως τεκμήρια 20 και 21 τις δυο δειγματοληψίες που λήφθηκαν από την σκηνή (έφεραν αρχικά Α.Κ.1 και Α.Κ.2 αντίστοιχα) και ως τεκμήριο 23 τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Δρ. Μάριος Καριόλου, διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής, στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (σε σχέση με τα προσόντα και την εμπειρία του κατέθεσε βιογραφικό σημείωμα - τεκμήριο 24). Ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα του στις εκθέσεις που συνέταξε (τεκμήρια 17, 18 και 19 - ημερομηνίας 2.6.16, 24.4.17 και 9.6.17 αντίστοιχα) μετά από την εξέταση των τεκμηρίων της παρούσας, αφού προέβη σε κάποιες διορθώσεις στα τεκμήρια 17 και 18 (ενώ ως εξήγησε το τεκμήριο 19 καταρτίσθηκε ώστε να φέρει τις εν λόγω διορθώσεις). Αναγνώρισε επίσης τα τεκμήρια τα οποία εξέτασε για σκοπούς της παρούσας (τεκμήρια 20 (επίχρισμα με αίμα από εξωτερικό μέρος σπασμένου γυαλιού), 21 (επίχρισμα με αίμα από εσωτερικό μέρος του ιδίου παραθύρου του πλυσταριού) και 23 (παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου). Μετά από σχετική επιστολή της υπεράσπισης ο μάρτυρας προσκόμισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 25, το πρωτότυπο, το οποίο παρουσιάζει τα αποτελέσματα ηλεκτροφόρησης και τα ηλεκτροφερογράμματα που προέκυψαν κατά τις εξετάσεις και αναλύσεις των τεκμηρίων της παρούσας. Πριν αναλύσει το τεκμήριο 25 επεξήγησε τα τεκμήρια 26 και 27 («Επεξηγηματικό Σημείωμα Ηλεκτροφερογραμμάτων» και «Δείγματα Μάρτυρες ή Controls που εμφανίζονται στα Ηλεκτροφερογράμματα»), τα οποία ως είπε, συνέταξε ως βοηθήματα για τον σκοπό αυτό. Ειδικότερα για το τεκμήριο 27 ανέφερε ότι παρουσιάζει δείγματα «μάρτυρες», που έχουν σαν στόχο να δείξουν ότι δεν υπήρχε επιμόλυνση στον χώρο που έγινε η απομόνωση γενετικού υλικού, ούτε στα αντιδραστήρια, που χρησιμοποιήθηκαν για την απομόνωση γενετικού υλικού και τις αντιδράσεις με PCR, αλλά επίσης και ότι ο γενετικός αναλυτής που χρησιμοποιήθηκε για την απόδοση των ηλεκτροφερογραμμάτων, τυποποιεί σωστά τα γενετικά χαρακτηριστικά που υπάρχουν μέσα στα δείγματα του γενετικού υλικού, που μελετήθηκαν. Ανέφερε δε ότι το σχετικό συμπέρασμα για την παρούσα είναι ότι τα ηλεκτροφερογράμματα που παρουσιάζονται στο τεκμήριο 25 είναι σωστά και δεν παρατηρείται οποιαδήποτε επιμόλυνση. Στην συνέχεια επεξήγησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25 περιγράφοντας τα δεδομένα που αυτό παρουσιάζει και πως κατέληξε στο συμπέρασμα ταύτισης των τεκμηρίων 20-21 και
  1. Εξήγησε ότι για την παρούσα η στατιστική εκτίμηση που έγινε και καταγράφεται στα αποτελέσματα των εκθέσεων του είναι η «τυχαία πιθανότητα ταύτισης» και όχι «ο λόγος των πιθανοτήτων» εφόσον ο τελευταίος χρησιμοποιείται όταν από τις εξετάσεις προκύπτουν μεικτά γενετικά προφίλ, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα. Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι η μέθοδος ταυτοποίησης του DNA ξεκίνησε το 1985 στην Αγγλία από τον Sir Alec Jeffreys. Δεν συμφώνησε όμως ότι χρησιμοποιήθηκε μόνο ώστε να απενοχοποιήσει τους τότε υπόπτους αφού ως είπε με την μέθοδο αυτή αποκλείστηκε ο αρχικός ύποπτος και άλλα 5.000 περίπου πρόσωπα αλλά ταυτοποιήθηκε συγκεκριμένο άτομο, το οποίο έτσι συνδέθηκε με τεκμήρια της σκηνής, κάτι που οδήγησε στην καταδίκη του. Σε υποβολή ότι η επιστήμη του DNA δεν μπορεί να πει ότι ο εντοπισμός DNA είναι 100 % ενώ όσον αφορά τον αποκλεισμό του DNA, έχει φτάσει στο σημείο που μπορεί να πει αυτό, ανέφερε ότι ο ίδιος έχει χρησιμοποιήσει τον όρο ταύτιση και εξήγησε ότι υπάρχουν δύο γενετικά προφίλ τα οποία συγκρίνει μεταξύ τους με σκοπό να δει κατά πόσο ταυτίζονται ή όχι. Στα πλαίσια δε της παρούσας κατέληξε ότι τα γενετικά προφίλ στα τεκμήρια 20, 21 και 23 ταυτίζονται, σε αντίθεση με κάποια άλλα γενετικά προφίλ που καταγράφονται στο τεκμήριο 18, όπου εκεί κάποια άλλα πρόσωπα αποκλείστηκαν δηλ. δεν ταυτίστηκαν με το συγκεκριμένο γενετικό προφίλ. Όταν ρωτήθηκε στην συνέχεια εάν συμφωνεί ότι στην παρούσα ο αποκλεισμός των άλλων 3 υπόπτων είναι απόλυτος, απάντησε ουσιαστικά ότι τα γενετικά προφίλ στα τεκμήρια 20, 21 και 23 ταυτίζονται σε όλες τις 17 χρωμοσωμικές θέσεις, με την πιθανότητα μάλιστα να υπάρχει ένα άλλο άτομο που να έχει ακριβώς το ίδιο γενετικό προφίλ, να ανέρχεται στα τετράκις εκατομμύρια σε έναν υπολογισμό του πληθυσμού της γης που είναι 7,5 με 8 δισεκατομμύρια. Έτσι, ως είπε, στην περίπτωση των τεκμηρίων 20, 21 και 23, η ταύτιση είναι απόλυτη, 100%. Ερωτώμενος ουσιαστικά κατά πόσο «η τυχαία πιθανότητα ταύτισης» που χρησιμοποίησε δεν λέει εξ ορισμού ότι η ταύτιση δεν είναι απόλυτη, ανέφερε ότι αυτή η εκτίμηση επιδιώκει να δείξει ποιες είναι οι πιθανότητες να υπάρχει, σε έναν πληθυσμό που μελετάται, ένα άλλο άτομο το οποίο τυχαία να ταυτιστεί με το γενετικό προφίλ που έχει εντοπισθεί. Εξήγησε σε άλλο σημείο ότι εν λόγω εκτίμηση αποτελεί διεθνή μέθοδο και ότι στο τεκμήριο 25, υπάρχουν γενετικά προφίλ του κατηγορουμένου και γενετικά προφίλ που λήφθηκαν από την Αστυνομία, από τη σκηνή ενός αδικήματος. Συγκρίνοντας το γενετικό προφίλ των τεκμηρίων 20 και 21 που είναι πανομοιότυπο με αυτό του κατηγορουμένου, η πρώτη ερώτηση που χρήζει απάντησης είναι εάν ο κατηγορούμενος αποκλείεται από το να είναι ο ιδιοκτήτης του γενετικού αυτού υλικού. Η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί. Μετά το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης, εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί και ταυτίζεται πλήρως το γενετικό του προφίλ, είναι ποια είναι η πιθανότητα ένα άλλο άτομο εκτός του κατηγορούμενου να έχει αυτό το γενετικό προφίλ και τυχαία να ταυτιστεί με το γενετικό προφίλ στη σκηνή του αδικήματος; Η απάντηση σε αυτό, ως είπε, είναι αυτή που καταγράφει στην έκθεση του δηλ. 1:529.000.000.000.000.
  2. Ανέφερε επίσης ότι η μέθοδος που χρησιμοποιείται σήμερα σε πολλούς τομείς των βιολογικών επιστημών δηλ. η μέθοδος της αλυσιδωτής αντίδραση πολυμεράσης ή PCR με βάση πάρα πολλές μελέτες που έχουν γίνει, είναι ακριβής. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο αργότερα ο Sir Alec Jeffreys αντιτίθεται στη χρήση αυτής της μεθοδολογίας, αλλά η γνώμη του ιδίου είναι ότι ο εν λόγω επιστήμονας κάνει λάθος. Ερωτώμενος σχετικά είπε ότι ο ίδιος έχει εκπαιδευτεί σε θέματα στατιστικής και πιθανότητας και παρέπεμψε σε συγκεκριμένο σημείο στο βιογραφικό του (τεκμήριο 24) ενώ πρόσθεσε ότι κάθε χρόνο, δύο φορές τον χρόνο, περνά εξωτερικό έλεγχο (proficiency testing) για στατιστικές εκτιμήσεις. Εξήγησε δε αναλυτικά τις φόρμουλες με βάση τις οποίες γίνεται η εκτίμηση («η τυχαία πιθανότητα ταύτισης») με βάση τον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό προσθέτοντας μάλιστα ότι εάν κάποιος κάμει αυτήν την πράξη και τοποθετήσει μέσα τις συχνότητες όλων των γενετικών χαρακτηριστικών, ο αριθμός στον οποίο θα κατέληγε στην παρούσα δεν θα ήταν 529 τετράκις εκατομμύρια αλλά πολύ μεγαλύτερος, δηλαδή πεντάκις και εξάκις εκατομμύρια. Ενόψει όμως του ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι Κύπριος, προς διόρθωση των όποιων διαφορών υπάρχουν μεταξύ του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού και του πληθυσμού από τον οποίο κατάγεται ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας χρησιμοποιούμε την τιμή Θ, που όταν χρησιμοποιηθεί σε επίπεδο 0,05 προσδίδει εξαιρετικά συντηρητικές εκτιμήσεις σε σχέση με την τυχαία πιθανότητα ταύτισης. Ανέφερε σχετικά για να δώσει ένα παράδειγμα, ότι επειδή μπορούσαν να επιλέξουν και από δημοσιευμένες βάσεις δεδομένων που έχουν τις συχνότητες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, όταν χρησιμοποίησαν αυτήν τη βάση αντί την Κυπριακή, το αποτέλεσμα ήταν στο επίπεδο των πεντάκις εκατομμυρίων, ενώ στην παρούσα που χρησιμοποίησε την τιμή Θ, η τιμή είναι στο επίπεδο των τετράκις εκατομμυρίων, που είναι πιο συντηρητική και όσο πιο χαμηλή είναι αυτή η τιμή ευνοείται ο κατηγορούμενος. Όσον δε αφορά την βάση δεδομένων για τον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν να ληφθούν δείγματα από όλους τους πολίτες και ότι πήραν δείγματα από 1.400 και πλέον πρόσωπα, τα οποία προέρχονταν από όλες τις πόλεις της Κύπρου ενώ με βάση δημοσιευμένες εργασίες, 100 με 150 πρόσωπα από κάποιον πληθυσμό είναι υπέρ αρκετά, για να γίνει αυτή η εκτίμηση. Ανέφερε περαιτέρω ότι πριν κάποια χρόνια γινόταν συζήτηση ως προς το κατά πόσο θα έπρεπε να γίνεται αναφορά για αυτούς τους τεράστιους αριθμούς (τετράκις, πεντάκις εκατομμύρια κλπ) που ξεπερνούν τον πληθυσμό της γης και μάλιστα οι Άγγλοι συναδέλφοι του είπαν «Ξέρετε εμείς δεν θα λέμε ότι είναι τόσα τετράκις ή τρισεκατομμύρια όταν ξεπερνά έναν συγκεκριμένο αριθμό». Εξήγησε όμως ότι ο ίδιος δεν συμφωνεί με την λογική αυτή, εφόσον πρόκειται για μια «πράξη» που γίνεται και καταλήγει σε αποτέλεσμα και άρα για τον ίδιο είναι ορθότερο να καταγράφει τον αριθμό δηλ. το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει, παρά να προσπαθεί να εκφράσει αυτό με λόγια. Ερωτώμενος εάν έχει κάνει λάθος σε ταυτοποίηση λειψάνων απάντησε καταφατικά και εξήγησε ότι το λάθος αυτό έγινε γιατί κάποιοι ψέκασαν σκελετικά δείγματα με κάποια χημικά, τα οποία αλλοίωσαν τη γενετική τους σύσταση σε τέτοιο βαθμό, που οδήγησαν σε λάθος συμπεράσματα και αντί εκείνα τα άτομα να το αναφέρουν, δεν το έκαναν και έγινε αντιληπτό αργότερα οπόταν σταμάτησαν τις ταυτοποιήσεις ορισμένης ομάδα σκελετικών δειγμάτων. Σε σχέση δε με το κατά πόσο έγιναν λάθη σε εργαστήρια του εξωτερικού στην εξέταση δειγμάτων στο επίπεδο του γενετικού υλικού, ανέφερε ότι διεθνώς σε εργαστήρια όπως το δικό του υπάρχουν κάποιες κοινές αρχές και πλαίσια (μέθοδοι και πιστοποιήσεις) μέσα στα οποία εργάζονται και πρέπει να εργάζονται. Το κατά πόσο όμως αυτά τηρούνται ή όχι σε άλλα εργαστήρια δεν το γνωρίζει και δεν μπορεί να τοποθετηθεί. Ανέφερε από την άλλη ότι στην παρούσα υπόθεση είχαν δύο επιχρίσματα, στα οποία υπήρχαν σχετικά μεγάλες ποσότητες γενετικού υλικού και πήραν πανομοιότυπα γενετικά προφίλ. Μετά έλαβαν το δείγμα γενετικού υλικού του κατηγορουμένου, το οποίο ταυτίστηκε με αυτά τα δύο γενετικά προφίλ που είχαν από πριν. Ως εκ τούτου, το στοιχείο της πιθανής επιμόλυνσης μέσα στο εργαστήριο αποκλείστηκε. Ο κατηγορούμενος προέβη στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Δεν έχω κλέψει κανένα διαμέρισμα. Δεν είναι κλέφτης και δεν είμαι περιπλανώμενος. Είμαι οικογενειάρχης, έχω 2 ανήλικα παιδιά. Ήλθα στην Κύπρο το 2017 και έμενα στην Πάφο. Ένας φίλος μου μου πλήρωσε το ξενοδοχείο όπου διέμενα. Μετά από το ξενοδοχείο έμενα προσωρινά σε μια φίλη μου Ρωσίδα, την Άννα. Αποφάσισα να έλθω στην Λεμεσό, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, με τους φίλους μου. Σταματήσαμε το αυτοκίνητο γιατί περιπλανιόμουν γιατί δεν ήξερα την περιοχή και έψαχνα που ήταν η εκκλησία και ήλθε η Αστυνομία και μας έπιασε. Όταν ήλθα στην Κύπρο το 2016 ήλθε και ο αδελφός μου που είναι δίδυμος και έμενε στην Λεμεσό. Εγώ είχα έλθει νόμιμα. Έχω 2 πιστοποιητικά ότι ήμουν με χαρτιά νόμιμα εδώ. Όταν ήλθα εδώ έμενα στην Λευκωσία και Λάρνακα και δεν είχα καμία σχέση με την Λεμεσό. Όταν με σταμάτησε η Αστυνομία με έφεραν κατευθείαν εδώ. Δεν έχω κλέψει τίποτα. Δεν έχω κάνει τίποτα. Η φίλη μου η Άννα έφυγε. Στην εκκλησία ήλθαμε, βγάλαμε τις φωτογραφίες, για εκκλησία ήλθαμε. Ξαφνικά ήλθε η Αστυνομία. Επειδή συγχίστηκα και φοβήθηκα είπα λάθος ότι πρώτα απ' όλα έμενα στην Άννα και μετά στο ξενοδοχείο, επειδή ξέχασα και το όνομα του ξενοδοχείου. Δεν ήξερα γλώσσα, δεν ήξερα τίποτε. Κατά λάθος στην απελπισία μου μπέρδεψα τα πράγματα.» Αξιολόγηση μαρτυρίας Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή στο σύνολο της εφόσον το περιεχόμενο της κατάθεσης του δηλώθηκε ως παραδεκτό, ενώ και τα όσα ανέφερε συμπληρωματικά στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία του, δεν αμφισβητήθηκαν εφόσον δεν αντεξετάσθηκε καν. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1427, επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι η γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του Μ.Κ.2, ως αυτά φαίνονται στο τεκμήριο 24 καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Κ.2 είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα για τον οποίο κατέθεσε. Εδώ να σημειωθεί ότι η αναφορά του σε κάποιο στάδιο ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας στατιστικός, δεν μεταβάλει το ότι για σκοπούς της δικής του εμπειρογνωμοσύνης και συγκεκριμένα για εξετάσεις και αναλύσεις στο επίπεδο του γενετικού υλικού και για κατάληξη σε συμπεράσματα, περιλαμβανομένων των σχετικών στατιστικών εκτιμήσεων, ο ίδιος ανέφερε όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του ποια ήταν τα προσόντα και η εμπειρία του, χωρίς να αμφισβητηθεί. Η ανωτέρω δε σχολιασθείσα αναφορά του έγινε όταν εισαγωγικά του αναφέρθηκε ότι θα του τεθεί ένα παράδειγμα εκτός της γενετικής (εκτός δηλ. της ειδικότητας του) για να διαπιστωθεί, ως είπε ο συνήγορος, κατά πόσο ευσταθεί η πιθανολογική εκτίμηση, οπόταν ο Μ.Κ.2 έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας στατιστικός, εξηγώντας ότι υπάρχουν ειδικοί που σπουδάζουν στατιστική και χωρίς φυσικά να αλλοιώσει την θέση του ότι έχει την απαιτούμενη εκπαίδευση και εμπειρία σε θέματα στατιστικής για σκοπούς της δικής του εμπειρογνωμοσύνης. Ενόψει των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων. Ο Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε εξαιρετικά θετική εντύπωση. Επεξήγησε με απλότητα μεν αλλά με σαφήνεια και με την απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση, αιτιολόγηση και επάρκεια, τις εξετάσεις που έκανε στα επίδικα τεκμήρια, όλα τα δεδομένα που έλαβε υπόψη καθώς και τα συμπεράσματα του και πως κατέληξε σε αυτά. Με τον ίδιο τρόπο απάντησε άμεσα και χωρίς υπεκφυγές σε όλα τα ερωτήματα και τις υποβολές που του τέθηκαν από την υπεράσπιση, επιδεικνύοντας, κατά την κρίση μου, την αναμενόμενη και δέουσα, από ένα εμπειρογνώμονα, αντικειμενικότητα. Κανένα δε μέρος της μαρτυρίας του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Σε σχέση με την αναφορά του σε κάποιο στάδιο στα exit poll, θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα ανέφερε, προκύπτει ότι αυτή έγινε για να δώσει ένα απλό και κατανοητό παράδειγμα σε σχέση με ότι δεν λαμβάνεται δείγμα από όλους όσοι ψηφίζουν, για να δείξει ότι κάτι παρόμοιο ισχύει και για την λήψη δειγμάτων για δημιουργία βάσης του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού. Εξ ου και στην συνέχεια είπε ότι δεν είναι ειδικός για τα exit poll και δεν ξέρει πώς κάνουν εκεί τις στατιστικές εκτιμήσεις τους και όταν του τέθηκε ότι τελευταίως τα exit poll έχουν αμφισβητηθεί παγκοσμίως από επιστήμονες για τον λόγο αυτό, ανέφερε ότι στην δικανική γενετική οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν για την τυχαία πιθανότητα ταύτισης, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Δεν μου διαφεύγει δε ότι στις εκθέσεις του τεκμήρια 17-19 στην σελίδα 3, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «Μεταξύ ατόμων, το πυρηνικό γενετικό υλικό διαφέρει (εκτός μονοζυγωτικών διδύμων)». Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν ρωτήθηκε για το πώς θα επηρέαζε τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα του στην παρούσα, το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε δίδυμο αδελφό. Σίγουρα δεν μου διαφεύγει ότι σε ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης το έχει η κατηγορούσα αρχή ενώ η υπεράσπιση αυτό που έχει να κάνει είναι απλά να δημιουργήσει αμφιβολίες αλλά θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.2 κλήθηκε και κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας για να δώσει την γνώμη του με βάση δεδομένα που είτε γνώριζε από πριν είτε του τέθηκαν στο Δικαστήριο. Δεν θα μπορούσε λοιπόν από μόνος του να αναφέρει ποια θα ήταν η γνώμη του σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος είχε δίδυμο αδελφό εφόσον αυτό, το οποίο ήταν στην αποκλειστική γνώση του ίδιου του κατηγορούμενου, ουδέποτε τέθηκε υπόψην του μάρτυρα. Θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να λεχθεί σε σχέση με το θέμα αυτό, ότι ως θα αναφερθεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα δοθεί στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, δεν θα γίνει δεκτό ούτε το ότι είχε δίδυμο αδελφό πόσο μάλλον ότι αυτός κατά τον επίδικο για την κατηγορία 1 χρόνο ήταν στην Κύπρο και άρα υπήρχε ενδεχόμενο το γενετικό υλικό που εντοπίσθηκε στα τεκμήρια 20 και 21 να ανήκει σε αυτό και όχι στον κατηγορούμενο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήταν αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς ότι μπορώ να στηριχτώ σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσω την δική μου ανεξάρτητη κρίση, στην βάση των γεγονότων που θα κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα γίνει δεκτή. Ο κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πολύ πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v.Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Θα πρέπει να δοθεί κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου κρίνεται ότι θα πρέπει να αξιολογηθούν τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις του (τεκμήρια 15 και 16). Αναφορικά με το πως αξιολογείται η κατάθεση ενός κατηγορούμενου σχετική είναι η Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Όσον αφορά τις καταθέσεις του κατηγορούμενου τεκμήρια 15 και 16, πρέπει να λεχθεί ότι σε αυτές, στο μέτρο που δεν αφορούν δηλώσεις του που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή των αδικημάτων ή που δεν περιέχουν δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Αυτό γιατί ο ίδιος όχι μόνο δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο ώστε να αξιολογηθούν οι εκεί αναφερόμενοι ισχυρισμοί του μέσω και της αντεξέτασης του αλλά ούτε καν υιοθέτησε αυτές στη ανώμοτη του δήλωση. Το μόνο που ανέφερε σχετικά στην ανώμοτη δήλωση ήταν για να δικαιολογήσει μια συγκεκριμένη αναφορά του στις εν λόγω καταθέσεις. Ερχόμενος τώρα στην ανώμοτη του δήλωση θα πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί ότι τα όσα ανέφερε δεν μπορούν, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, να εξομοιωθούν με ένορκη μαρτυρία και δεν μπορούν να αποδείξουν γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Είναι δε εμφανές κατά την κρίση μου ότι με την ανώμοτη του δήλωση προσπάθησε να προωθήσει γεγονότα που να δίνουν μια εξήγηση σε σχέση με αυτά που προκύπτουν από την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αυτά όμως που ανέφερε στερούνται πειστικότητας και αποτελούν προφανώς εκ των υστέρων σκέψεις του. Συγκεκριμένα: Ανέφερε ότι όταν ήλθε στην Κύπρο το 2017 έμενε στην Πάφο και ότι του πλήρωσε το ξενοδοχείο που έμενε εκεί ένας φίλος του. Αυτό όμως κρίνεται ως προϊόν εκ των υστέρων σκέψης του εφόσον δεν το ανέφερε στην κατάθεση του τεκμήριο 15 και το δήλωσε προφανώς για να δικαιολογήσει το παραδεκτό γεγονός ότι μετά από εξετάσεις που έγιναν από την Αστυνομία, διαπιστώθηκε ότι αυτός ουδέποτε διέμεινε στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Πρόσθεσε δε στην ανώμοτη του δήλωση ότι μετά από το ξενοδοχείο έμεινε σε φίλη του Ρωσίδα, ως ανέφερε στην κατάθεση του τεκμήριο
  1. Αυτά όμως σε αντίθεση με την κατάθεση του τεκμήριο 16, όπου ανέφερε αρχικά ότι πρώτα έμενε με την εν λόγω φίλη του και μετά πήγε στο ξενοδοχείο και στην συνέχεια σε άλλη ερώτηση ανέφερε τα αντίθετα. Για να δικαιολογήσει δε αυτήν την αντίφαση, ανέφερε στην ανώμοτη του δήλωση ότι ξαφνικά ήλθε η Αστυνομία, δηλ. στις 14.4.17 και επειδή συγχίστηκε και φοβήθηκε είπε λάθος ότι πρώτα απ' όλα έμενε στην φίλη του και μετά στο ξενοδοχείο. Ούτε όμως αυτή η εξήγηση είναι πειστική ενώ διαψεύδεται και από τα ίδια τα σχετικά δεδομένα. Συγκεκριμένα η κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι πρώτα έμεινε με την φίλη του είναι το τεκμήριο 16, η οποία λήφθηκε στις 26.4.17 και όχι το τεκμήριο 15 που λήφθηκε στις 14.4.17, στην οποία δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε σύγχυση αλλά αντίθετα ξεκινά με δήλωση του ότι κατάλαβε τι διάβασε και υπέγραψε. Σε σχέση δε με την αναφορά του στην ανώμοτη του δήλωση ότι αποφάσισε να έλθει στην Λεμεσό και συγκεκριμένα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και αυτή αποτελεί κατά την κρίση μου εκ των υστέρων σκέψη του, για να δικαιολογήσει την παρουσία του εκεί όταν ανακόπηκε από την Αστυνομία. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα θα αναμενόταν αυτό να το αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο 15, η οποία ήταν αφηγηματική και την έδωσε σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 2-
  2. Αντί αυτού όμως εκεί ανέφερε ότι ήλθαν στην Λεμεσό για περίπατο και ότι τους σταμάτησε η Αστυνομία όταν ήταν κοντά σε μια εκκλησία, την οποία δεν κατονόμασε. Πέραν τούτου αντιφατικά δήλωσε στην ανώμοτη του δήλωση, αρχικά ότι σταμάτησαν το αυτοκίνητο γιατί δεν ήξερε την περιοχή και έψαχνε την εκκλησία και πήγε η Αστυνομία και τους έπιασε και στην συνέχεια ότι πήγαν στην εκκλησία και έβγαλαν και φωτογραφίες. Τέλος στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε ότι όταν ήλθε στην Κύπρο το 2016, ήλθε και ο δίδυμος αδελφός του και ότι ο τελευταίος έμενε στην Λεμεσό ενώ ο κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν ήλθε ποτέ στην Λεμεσό αλλά έμεινε στην Λευκωσία και Λάρνακα. Και αυτά όμως αποτελούν κατά την κρίση μου εκ των υστέρων σκέψεις του με σκοπό να δώσει μια εξήγηση για τον εντοπισμό του γενετικού του υλικού σε αίμα στην σκηνή της επίδικης διάρρηξης. Αυτό γιατί στην κατάθεση του τεκμήριο 16, που ήταν ανακριτική και του λήφθηκε αφού προειδοποιήθηκε ότι διερευνάτο εναντίον του και η υπόθεση της επίδικης διάρρηξης, δεν ανέφερε ότι έχει δίδυμο αδελφό και ότι και αυτός είχε έλθει τότε στην Κύπρο και μάλιστα ότι έμενε στην Λεμεσό. Θα αναμενόταν δε λογικά, εφόσον ήταν ουσιώδες για την υπεράσπιση του, να το πει με δεδομένο μάλιστα ότι του αναφέρθηκε ότι υπάρχει επιστημονική μαρτυρία ότι ενέχεται στην εν λόγω διάρρηξη κατοικίας στην οδό Ανδρέα και Άννας Παπουτσή 13, στη Λινόπετρα στη Λεμεσό, οπόταν απάντησε ότι δεν ξέρει και ενώ στο τέλος ρωτήθηκε εάν θέλει να πει κάτι άλλο απάντησε αρνητικά και σε κανένα σημείο δεν ανέφερε ότι αυτός ουδέποτε ήλθε τότε στην Λεμεσό. Δεν γίνεται δε καν δεκτό ότι έχει δίδυμο αδελφό, πόσον μάλλον ότι αυτός βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο στην Λεμεσό. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου οποιαδήποτε βαρύτητα. Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία που έγινε δεκτή και τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 15.4.16 η Οξάνα Παπαφωτίου (στο εξής η παραπονούμενη) κατοικούσε σε οικία στην οδό Ανδρέα και Άννας Παπουτσή αρ. 13, στην Λινόπετρα, στην Λεμεσό. Η εν λόγω οδός δεν είναι κύριος δρόμος αλλά πάροδος της Λινόπετρας. Η οικία της παραπονούμενης είχε αυλή στην αριστερή της πλευρά και στην βόρεια πλευρά της αυλής βρισκόταν το πλυσταριό, στο οποίο υπήρχε ένα παράθυρο. Το εν λόγω παράθυρο δεν ήταν ορατό από τον δρόμο. Για να το δει κάποιος έπρεπε να εισέλθει στην αυλή της οικίας. Για να εισέλθει δε κάποιος στην οικία υπήρχε καγκέλι στην είσοδο της. Η οικίας είχε περίφραξη αποτελούμενη στην μια πλευρά από κάγκελο και στην άλλη από τοίχο με ξύλινη περίφραξη από πάνω, από την οποία δεν μπορούσε κάποιος να εισέλθει στην αυλή. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία και περί ώρα 07:30 η παραπονούμενη έφυγε από την οικία της. Όταν επέστρεψε περί ώρα 08:30 της ίδιας ημέρας, βρήκε σπασμένο το προαναφερόμενο παράθυρο. Από έλεγχο που έκανε στην συνέχεια διαπίστωσε ότι κλάπηκαν από την οικία της τα ακόλουθα: ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας I Phone 5 αξίας €300, με ΙΜΕΙ 013554006870993, ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας DELL INSPIRON με s/n 14G6LR1 αξίας €150, διάφορα faux bijoux περίπου αξίας €200 και ένα χρυσό δακτυλίδι αξίας €
  3. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 10:00 η παραπονούμενη προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Στην συνέχεια περί ώρα 10:30 επισκέφθηκαν την οικία της παραπονούμενης ο Αστ.1945 Δ. Κλεοβούλου και ο Αστ.
  4. Από τις επιτόπιες εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι η είσοδος/έξοδος επιτεύχθηκε από την ανατολική αλουµινένια µπαλκονόπορτα, αφού προηνουµένως παραβιάστηκε µε αιχµηρό αντικείµενο. Επίσης υπήρχαν ίχνη παραβίασης στο βόρειο συρόµενο παράθυρο του πλυσταριού, ζάβωµα και σπάσιµο γυαλιού που πιθανόν να έγιναν µε την χρήση αιχµηρού αντικειµένου, χωρίς όµως να επιτευχθεί είσοδος. Στη σκηνή κλήθηκε την ίδια ημέρα ο Αστ.3075 Α. Κωνσταντίνου του Τµήµατος Δακτυλοσκοπίας του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για διενέργεια εξετάσεων. Κατά τις εξετάσεις αυτές, μεταξύ των ωρών 10:40-11:10, ο Αστ.3075 παρέλαβε τα ακόλουθα:
(1)δειγµατοληψία από κόκκινη ουσία όµοια µε αίµα επί εξωτερικού µέρους σπασµένου γυαλιού του αλουµινένιου συρόµενου παραθύρου του πλυσταριού, στο οποίο έγινε προσπάθεια παραβίασης (δόθηκαν τα διακριτικά Α.Κ.1 - τεκμήριο 20),
(2)δειγµατοληψία από κόκκινη ουσία όµοια µε αίµα, επί εσωτερικού µέρους του ίδιου παραθύρου του πλυσταριού, κοντά στο σηµείο ασφάλισης/απασφάλισης (δόθηκαν τα διακριτικά Α.Κ.2 - τεκμήριο 21),
(3)απόσπαση αποτυπώµατος από εξωτερική γυάλινη επιφάνεια αλουµινένιας συρόµενης µπαλκονόπορτας της κουζίνας, η οποία παραβιάστηκε (δόθηκαν τα διακριτικά Α.Κ.3) και
(4)απόσπαση αποτυπωμάτων από εξωτερική επιφάνεια της ίδιας µπαλκονόπορτας (δόθηκαν τα διακριτικά Α.Κ.4). Τα πιο πάνω τεκμήρια στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και στο Τµήµα Δακτυλοσκοπίας. Στις 14.4.17 και περί ώρα 10:00 λήφθηκε µήνυµα από το ΚΕΜ Λεµεσού ότι το αυτοκίνητο µε αρ. εγγραφής ΜΝΜ792 κινείτο ύποπτα πίσω από τον φούρνο Sunfresh στην ενορία Αγίου Νικολάου στην Λεµεσό και κάποιοι από τους επιβαίνοντες κοίταζαν σε παρακείµενες οικίες και τις φωτογράφιζαν. Ο Α/Αστ.799 Θ. Σουρμελής με τον Α/Αστ.563, του Ουλαµού Πρόληψης Εγκληµάτων Λεµεσού, μετέβηκαν στο µέρος για εξετάσεις. Περί η ώρα 11:15, στην οδό Γρίβα Διγενή, έξω από την εκκλησία Αγίου Νικολάου, εντόπισαν το εν λόγω όχηµα, το οποίο ήταν ενοικιάσεως και το σταμάτησαν για έλεγχο. Σε αυτό επέβαιναν τέσσερα άτοµα. Τους ζήτησαν τα στοιχεία τους και ο οδηγός (που ήταν ο κατηγορούμενος), o οποίος είναι από την Γεωργία, τους έδωσε φωτοαντίγραφο διαβατηρίου. Στην θέση του συνοδηγού καθότανε ο Givi Kutchashvili επίσης από την Γεωργία. Στα πίσω καθίσµατα βρίσκονταν οι Irakli Tatunashvili και Zurab Usupyan και οι δύο από την Γεωργία. Τους ζητήθηκαν περισσότερες εξηγήσεις για την παρουσία τους στην περιοχή και λόγω του ότι δεν καταλάβαιναν, γιατί δεν µιλούσαν την Ελληνική ή Αγγλική γλώσσα, τους ζήτησαν και ακολούθησαν τους αστυφύλακες στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεµεσού για να ανακριθούν µε την βοήθεια διερµηνέα. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν µέσω της Υ.Α.Μ. Λεµεσού διαπιστώθηκε ότι:
(1)ο Irakli Tatunashvili αφίχθηκε στην Δηµοκρατία στις 4.4.17 μέσω του αεροδροµίου Λάρνακας και του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραµονής ως επισκέπτη µέχρι τις 10.4.17 και έκτοτε διέμενε παράνοµα στην Δηµοκρατία,
(2)ο Givi Kutchashvili αφίχθηκε στην Δηµοκρατία την 1.4.17 µέσω του αεροδροµίου Λάρνακας και του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραµονής ως επισκέπτης µέχρι τις 8.4.17 και έκτοτε διέμενε παράνοµα στην Δηµοκρατία και
(3)ο Zurab Usupyan διέμενε νόμιμα στην Δηµοκρατία. Ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιοδηπόπτε επίσημο ταξιδιωτικό έγγραφο στην κατοχή του και με βάση τα στοιχεία που έδωσε δεν εντοπιζόταν στο σύστηµα της Υ.Α.Μ. και έτσι περί ώρα 14:10 συνελήφθηκε για εξακρίβωση στοιχείων. Του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόµο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Ακολούθως την ίδια ημέρα, φιλικό του πρόσωπο του κατηγορούμενου παρέδωσε στην Λοχ.176 Ελένη Μιχαήλ, το διαβατήριο αυτού και όπως διαπιστώθηκε ο κατηγορούμενος δεν είχε άδεια παραµονής στο έδαφος της Δηµοκρατίας. Ανακρινόµενος προφορικά, µέσω διερµηνέα, ο κατηγορούμενος, ανάφερε ότι εισήλθε στην Δηµοκρατία µέσω των κατεχοµένων και δεν είχε τόπο διαµονής στην Δηµοκρατία. Ακολούθως η ώρα 16:00 η Λοχ.176 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αδίκηµα της παράνοµης εισόδου, αφού τα στοιχεία του δεν εντοπίζονταν στο κατάλογο αφιξοαναχωρήσεων και για το αδίκηµα αλήτες και περιπλανώµενοι. Αφού του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόµο, αυτός απάντησε: «Ήρθα από τα κατεχόµενα και δεν µένω πουθενά τώρα πρίν έµενα στο ξενοδοχείο Αγαπήνωρ». Όσον αφορά τους υπόλοιπους όταν ρωτήθηκαν που διαμένουν: ο Givi Kutchashvili ανέφερε ότι διέμενε στο ξενοδοχείο Αγαπήνωρ στην Πάφο αλλά τώρα δεν διέμενε πουθενά, ο Zurab Usupyan ανέφερε ότι διέµενε στην Πάφο αλλά από τις 8.4.17 δεν διέμενε πουθενά και ο Irakli Tatunashvili ότι διέμενε στο ξενοδοχείο Αγαπήνωρ στην Πάφο αλλά τώρα δεν διέμενε πουθενά. Και οι 3 προαναφερόμενοι συνελήφθηκαν για το αδίκημα αλήτες και περιπλανώµενοι, όπως ο κατηγορούμενος. Από εξετάσεις που έγιναν στο ξενοδοχείο Αγαπήνωρ διαπιστώθηκε ότι τα πιο πάνω πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του κατηγορούμενου, ουδέποτε διέμεναν εκεί. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 21:00-22:00, η Αστ.3126 Μ. Γιαννακού, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων της Α.Δ.Ε. Λεµεσού έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, µε την βοήθεια διερµηνέα, αφού προηγουµένως του επέστησε την τιροσοχή του στο Νόµο και του εξήγησε τα αδικήµατα που διερευνούσε (αλήτες και περιπαλώμενοι και παράνοµης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δηµοκρατίας από µη εγκεκριµένο λιµάνι, αδικήµατα που διαπράχθηκαν στις 17.3.7 και στις 14.4.17 στη Λεµεσό (τεκμήριο 15). Την ίδια ημέρα, ο Αστ.2223 Ε. Ευέλθοντος, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεµεσού, έλαβε δύο παρειακά επιχρίσµατα από τον κατηγορούμενο, µε την γραπτή συγκατάθεση του τελευταίου, τα οποία συσκευάσθηκαν κατάλληλα και στις 18.4.17 αυτά παραδόθηκαν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 26.4.17 ο Αστ.2223 Ε. Ευέλθοντος έλαβε εκ νέου παρειακά επιχρίσµατα από τον κατηγορούμενο αναφορικά µε την επίδικη υπόθεση διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, που έγινε στις 15.4.16 στην Λεµεσό, τα οποία επίσης παραδόθηκαν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, για επιστημονικές εξετάσεις. Ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος συνδέθηκε με επιστημονική μαρτυρία με τεκμήρια που παραλήφθηκαν από την σκηνή της προαναφερόμενης διάρρηξης, η Αστ.4794 Ε. Μαλακτού του Κλιµακίου Διαρρήξεων του Τ.Α.Ε., στις 26.4.17, µεταξύ των ωρών 17:30-18:35, του έλαβε σχετικά ανακριτική κατάθεση, µε τη βοήθεια διερµηνέα (τεκμήριο 16). Ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις του τεκμήρια 15 και 16 αναφέρει ότι διαμένει μόνιμα στην Γεωργία και παραδέχθηκε ότι ήλθε στην Κύπρο μόνος του στις 17.3.17, μέσω των κατεχομένων και ότι δεν είχε εισιτήριο επιστροφής. Περαιτέρω παραδέχθηκε ότι ήλθε στην Λεμεσό με τα άλλα πρόσωπα στις 14.4.17, όταν και συνελήφθηκε. Οι δειγματοληψίες που λήφθηκαν από την σκηνή της προαναφερόμενης διάρρηξης και τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, διακινήθηκαν ορθά, από την παραλαβή τους και χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα συνοχής τους. Αναφορικά με τα τεκμήρια 20-21 και 23, μετά που ο Μ.Κ.2 προέβη στις απαιτούμενες εξειδικευμένες επιστημονικές εξετάσεις και αναλύσεις στο επίπεδο του γενετικού υλικού, με την κατάλληλη μέθοδο και σύστημα και προχωρώντας στις δέουσες συγκρίσεις και εκτιμήσεις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: Το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ του µονού γενετικού υλικού που αποµονώθηκε από αίμα στα τεκμήρια 20 και 21 (στα οποία εντοπίσθηκαν σχετικά μεγάλες ποσότητες γενετικού υλικού) ταυτίζεται µε το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που αποµονώθηκε από το παρειακό επίχρισµα του κατηγορούμενου (τεκμήριο 23). Για τις χρωµοσωµικές δε θέσεις που συγκρίθηκαν κατέληξε στην εκτίμηση ότι η πιθανότητα εντοπισµού του πιο πάνω γενετικού προφίλ, λαμβανομένου υπόψην και του ότι ο κατηγορούμενος δεν ανήκει στον ελληνοκυπριακό πληθυσμό, είναι περίπου 1:529.000.000.000.000.000. Νομική πτυχή Το αδίκημα της διάρρηξης, που αντιμετωπίζει στην παρούσα ο κατηγορούμενος, προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 291 (ορισμός της διάρρηξης) και 292(α) του Κεφ. 154, σύμφωνα με το οποίο, όποιος «διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, µε σκοπό διάπραξης κακουργήµατος σε αυτό» είναι ένοχος του κακουργήµατος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Από την συνδυασμένη ανάγνωση των προαναφερόμενων διατάξεων και των λεπτομερειών αδικήματος της επίδικης κατηγορίας στην παρούσα, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν είναι: 1. Η διάρρηξη κτιρίου, ως διαπράττεται με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 291, 2. Η είσοδος σε αυτό, 3. Το εν λόγω κτίριο να χρησιμοποιείται ως κατοικία, 4. Το πιο πάνω να γίνεται με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος στο εν λόγω κτίριο. Τα δε αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 εδράζονται στα εδάφια (ε) και (δ) του άρθρου 189 του Κεφ.154. Από το λεκτικό αυτών, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες των επίδικων κατηγοριών, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία αυτών είναι: Για την κατηγορία 2: 1. Ο κατηγορούμενος να βρέθηκε περιπλανώµενος σε οδό, 2. Αυτό να έγινε σε χρόνο και κάτω υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε να συµπεραίνεται ότι η παρουσία του εκεί οφείλεται σε παράνοµο ή ταραχοποιό σκοπό. Για την κατηγορία 3: 1. Ο κατηγορούμενος να είναι ύποπτο πρόσωπο και 2. Ενώ δεν έχει εµφανείς πόρους συντήρησης, αδυνατεί να δίνει επαρκείς εξηγήσεις για τον εαυτό του. Όσον αφορά το αδίκημα της διάρρηξης είναι προφανές ότι η υπάρχουσα μαρτυρία στην παρούσα είναι περιστατική και αφορά μαρτυρία γενετικού υλικού. Η περιστατική μαρτυρία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Ως έχει νομολογηθεί, σε υποθέσεις όπου η κατηγορούσα αρχή στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, όσον αφορά τις διαζευκτικές πιθανότητες δηλ. αυτές που δίδουν μια άλλη, από αυτή της ενοχής, λογική εξήγηση, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση και τα οποία μένουν στην σφαίρα της εικασίας εφόσον δεν δίδεται κάποια μαρτυρία προς τούτο. Οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41). Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Στην Αθηνής λέχθηκε επίσης ότι η μαρτυρία πρέπει να εκτιμάται στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένα. Έτσι εκεί κρίθηκε ότι το απόλυτο δικαίωμα του εφεσίβλητου να προβεί σε ανόμωτη δήλωση και να μην καλέσει μάρτυρες, άφησε τα πράγματα ως είχαν κατά το κλείσιμο της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή και με την τεκμηριωμένη επιστημονική θέση αλώβητη. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που δεν στοιχειοθετούνται, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου υπαρκτού υπόβαθρου, στο οποίο να κτίζεται μια διαφορετική συλλογιστική (βλ. Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη μαρτυρίας από γενετικό υλικό, στην Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 τονίστηκε ότι η επιστημονική μαρτυρία που προβάλλεται ως αποδεικτική ορισμένου γεγονότος είναι δυνατό να θεμελιώσει εκείνο το γεγονός σε βαθμό ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να κυμαίνεται από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το εγγενές στην φύση της μαρτυρίας από γενετικό υλικό που να το καθιστά μη αποδεκτό αφ' εαυτού ή που να δικαιολογεί ειδικό, ιδιαίτερο κανόνα, ότι μαρτυρία που εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία δεν είναι δυνατό να στηρίξει καταδίκη στην απουσία άλλης μαρτυρίας. Ως λέχθηκε δε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Νικολάου (Αρ. 1)
(2010)2 Α.Α.Δ 525, περιστατική μαρτυρία που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο γενετικού υλικού είναι ιδιαίτερα σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή (γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις R. v. Melias, The Times 14.11.87, Ιωάννου ανωτέρω και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571). Αναφέρεται όμως ότι παρά τη δυναμική της δεν έχει οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ' αυτής. Μαρτυρία γενετικού υλικού, η οποία συνιστά πάντοτε επιστημονική μαρτυρία, αξιολογείται λοιπόν και τυγχάνει εφαρμογής αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. Vedad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 1). Αυτό προκύπτει σαφώς και από τις πιο κάτω υποθέσεις στις οποίες η μόνη μαρτυρία σύνδεσης του κατηγορουμένου με την διάπραξη των αδικημάτων ήταν ο εντοπισμός του γενετικού του υλικού σε αντικείμενα. Έτσι στην Νικολάου (Αρ. 1) ανωτέρω, η καταδίκη βασίσθηκε στο ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου που είχε βρεθεί στο μηχανισμό ανοίγματος του ίδιου του φορητού χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν στον χώρο της διάρρηξης, ήταν σε βαθμό που στατιστικώς η πιθανότητα να μην ανήκε στον κατηγορούμενο ήταν μόνο μια στα 282 πεντάκις εκατομμύρια, δηλαδή, η πιθανότητα αυτή ήταν πρακτικώς και νομικώς μη συζητήσιμη, το γενετικό υλικό ήταν πολύ καλής ποιότητας και επαρκούς ποσότητας με ουσιαστικά αποκλειστικό δότη τον κατηγορούμενο, η εναπόθεση του ήταν άμεση, η έμμεση μεταφορά είχε πρακτικώς αμελητέες πιθανότητες, ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει μεταξύ της εναπόθεσης και της επιστημονικής ανίχνευσης του γενετικού προφίλ του εφεσίβλητου ήταν σύντομος, δεν είχε μεσολαβήσει για την εναπόθεση αυτή άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, αλλά υπήρξε απευθείας επαφή χεριού με το αντικείμενο και κανένας άλλος από το προσωπικό της εταιρείας είχε αγγίξει οτιδήποτε ακολουθώντας τις σχετικές προς τούτο οδηγίες της Αστυνομίας. Στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 547, επιστρέφοντας η παραπονούμενη στο σπίτι της μετά από τρεις ώρες βρήκε μεταξύ άλλων, ένα τσαντάκι όπου φύλαγε χρήματα και χρυσαφικά όπως και κουτάκια φύλαξης χρυσαφικών, εκτός του ερμαριού, ανοικτά και τα χρυσαφικά να λείπουν. Το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίσθηκε στα πιο πάνω αντικείμενα. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο, ούτε τον προσκάλεσε ποτέ στο σπίτι της. Τα πιο πάνω κρίθηκε ότι εύλογα δημιούργησαν ένα ισχυρό πλέγμα σύνδεσης του κατηγορούμενου με την σκηνή διάπραξης της διάρρηξης (έγινε δε παραπομπή στην Νικολάου (Αρ. 1) ανωτέρω). Περαιτέρω κρίθηκε ότι τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την απόρριψη της αόριστης, αναληθούς και προκατασκευασμένης μαρτυρίας του κατηγορούμενου ορθά οδήγησαν στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την ενοχή του, με την παρατήρηση ότι οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα θα αντιστρατευόταν την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία. Αντίθετα στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428, ο δράστης της ληστείας σε τράπεζα, στο πάγκο του ταμείου της οποίας εντοπίστηκε γενετικό υλικό του εφεσείοντα, στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας έφερε μαύρη κουκούλα, φορούσε μεγάλα γυαλιά με φακούς καθρέφτη χρώματος μπλε βαθύ, καθώς και μαύρα γάντια. Ο εφεσείων, το γενετικό υλικό του οποίου ταυτίστηκε με αυτό στον πάγκο, ήταν αποδεδειγμένα πελάτης της τράπεζας, είχε κάμει την τελευταία του συναλλαγή εκεί προ πενταμήνου, ο πάγκος δεν καθαριζόταν κατ' ανάγκην από την καθαρίστρια καθ' ολοκληρίαν, ενώ η εναπόθεση του γενετικού υλικού ήταν δυνατή μόνο με έμμεση μεταφορά από τα επιμολυσμένα με το υλικό ρούχα ή γάντια του δράστη. Κρίθηκε λοιπόν ότι ενόψει των ανωτέρω δεδομένων, ενώ ήταν δυνατή η διασύνδεση του εφεσείοντα με το γενετικό υλικό που βρέθηκε στον πάγκο, δεν ήταν επιτρεπτό και το ταυτόχρονο συμπέρασμα ότι το υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάρκεια της ληστείας από τον εφεσείοντα ώστε αυτός να ταυτιζόταν με το δράστη. Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485, λέχθηκε ότι η περιστατική μαρτυρία πρέπει απαραιτήτως να συνδέει αιτιωδώς και άμεσα τον κατηγορούμενο όταν τεκμηριώνει, ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας, την ενοχή του. Έτσι εκεί η ταύτιση γενετικού υλικού που βρέθηκε στο χερούλι της πόρτας οχήματος που παραβιάσθηκε, με τον εφεσείοντα, καθώς και η μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού στην εσωτερική πλευρά άλλης πόρτας, για το οποίο δεν αποκλειόταν ο εφεσείων να ήταν δότης, δεν επαρκούσαν για να θεμελιώσουν καταδίκη. Αυτό γιατί πέραν της ταύτισης του και της ένδειξης παρουσίας του εφεσείοντα κοντά στο όχημα, δεν αποδείκνυε και τον τόπο και χρόνο της παρουσίας αυτής και δη ότι η εναπόθεση του γενετικού υλικού έγινε κατά την διάπραξη του αδικήματος εφόσον δεν υπήρχε περαιτέρω μαρτυρία, η οποία να δικαιολογεί μια τέτοια κατάληξη. Τέλος στην Vedad ανωτέρω, το γενετικό υλικό του εφεσείοντα δεν βρέθηκε στον χώρο της διάρρηξης, ώστε η εναπόθεσή του, αν ήταν άμεση, να συνδέετο με την παρουσία του εκεί, αλλά σε αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν στην διάρρηξη. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι τα εν λόγω αντικείμενα ήταν στην κατοχή άλλου προσώπου, ότι δεν μπορούσε να προσδιορισθεί ο χρόνος εναπόθεσης του γενετικού υλικού, ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε άλλως να συνδεθεί με την διάρρηξη και την εξήγηση που είχε δώσει, κρίθηκε ότι απέληγε στην δημιουργία υποβόσκουσας αμφιβολίας ως προς το κατά πόσο το συμπέρασμα ενοχής του ήταν το μόνο λογικό συμπέρασμα επί της περιστατικής μαρτυρίας. Από τα πιο πάνω συνάγεται λοιπόν ότι ακόμη και εάν η μόνη μαρτυρία σύνδεσης ενός κατηγορουμένου με ένα αδίκημα είναι από γενετικό υλικό, αυτή μπορεί να αποτελέσει βάση καταδίκης, όταν η ύπαρξη της, συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά της υπόθεσης δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση (βλ. Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 225). Ως δε φυσικά προκύπτει από την υπόλοιπη σχετική νομολογία είναι πιο πιθανή η καταδίκη εάν, πέραν της ανεύρεσης γενετικού υλικού του κατηγορούμενου πάνω ή γύρω από αντικείμενα μιας υπόθεση ή στην σκηνή, υπάρχει και πρόσθετη ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον του, η οποία θεμελιώνει σύνδεση μεταξύ αυτού και του εγκλήματος (βλ. Παντελή ανωτέρω, στην οποία γίνεται παραπομπή στις R. v. Ogden
(2013)EWCA Crim 1294 και Doheny and Adams
(1997)1 Cr. App. R. 369 καθώς και Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 807 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 231). Συμπεράσματα Κατ' αρχάς, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι στις 15.4.16 και μεταξύ των ωρών 07:30 και 08:30 της ίδιας ημέρας, διαρρήχθηκε η οικία της παραπονούμενης στην οδό Ανδρέα και Άννας Παπουτσή αρ. 13, στην Λινόπετρα, στην Λεμεσό και κλάπηκαν από αυτήν ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας I Phone 5 αξίας €300, ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας DELL INSPIRON αξίας €150, διάφορα faux bijoux αξίας €200 και ένα χρυσό δακτυλίδι αξίας €500, περιουσία της παραπονούμενης. Αυτό άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που αμφισβητείται ουσιαστικά είναι ότι ήταν ο κατηγορούμενος που διέπραξε το εν λόγω αδίκημα. Σε σχέση με αυτό η μαρτυρία που υπάρχει είναι περιστατική και συνίσταται στα ακόλουθα: · Η διάρρηξη έγινε στο διάστημα που μεσολάβησε από τις 7:30 μέχρι τις 08:30 δηλ. εντός μιας ώρας. · Από τις επιτόπιες εξετάσεις της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι η είσοδος/έξοδος επιτεύχθηκε από την ανατολική αλουµινένια µπαλκονόπορτα, αφού προηνουµένως παραβιάστηκε µε αιχµηρό αντικείµενο. Διαπιστώθηκε επίσης ότι έγινε προσπάθεια παραβίασης στο βόρειο συρόµενο παράθυρο του πλυσταριού, ζάβωµα και σπάσιµο γυαλιού που πιθανόν να έγιναν µε την χρήση αιχµηρού αντικειµένου, χωρίς όµως να επιτευχθεί είσοδος. · Η οικία στην οποία έγινε η διάρρηξη δεν βρίσκεται σε κύριο δρόμο αλλά σε πάροδο της Λινόπετρας. · Η οικία αυτή είχε αυλή στην αριστερή της πλευρά και στην βόρεια πλευρά της αυλής βρισκόταν το πλυσταριό, στο οποίο υπήρχε το προαναφερόμενο παράθυρο. · Το εν λόγω παράθυρο δεν ήταν ορατό από τον δρόμο. Για να το δει κάποιος έπρεπε να εισέλθει στην αυλή της οικίας, περνώντας από την περίφραξη στο σημείο που υπήρχε καγκέλι στην είσοδο. · Το παράθυρο αυτό βρέθηκε σπασμένο από την παραπονούμενη, η ώρα 08:30 όταν διαπίστωσε την διάρρηξη. · Από το εν λόγω παράθυρο λήφθηκαν μεταξύ άλλων:
(1)δειγµατοληψία από αίμα επί του εξωτερικού µέρους του σπασµένου γυαλιού του (τεκμήριο 20),
(2)δειγµατοληψία από αίμα επί εσωτερικού µέρους του ίδιου παραθύρου, κοντά στο σηµείο ασφάλισης/απασφάλισης (τεκμήριο 21). · Από τις επιστημονικές εξετάσεις στο επίπεδο του γενετικού υλικού, εντοπίσθηκε γενετικό υλικό από αίμα στα τεκμήρια 20 και 21 και συγκεκριμένα πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ µονού δηλ. όχι μεικτού γενετικού υλικού, το οποίο ταυτίσθηκε µε το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου, με την πιθανότητα αυτό το γενετικό υλικό να ανήκει σε κάποιον άλλο να είναι περίπου 1:529.000.000.000.000.000. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Κρίθηκε δε ότι στην ανώμοτη του δήλωση δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Στην Γεωργίου ανωτέρω λέχθηκε ότι η σύνδεση ενός κατηγορουμένου με γενετικό υλικό, χωρίς να δοθεί από αυτόν οποιαδήποτε δικαιολογία, θεμελιώνει ότι ο κατηγορούμενος συνδέεται με τη διάπραξη του αδικήματος (έγινε δε σχετικά παραπομπή στις Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571). Φυσικά, ως έχει προαναφερθεί, το όλο θέμα εξετάζεται στην βάση του συνόλου των περιστάσεων κάθε υπόθεσης χωριστά. Στην παρούσα, ως προκύπτει από την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία, το γενετικό υλικό προήλθε όχι από οποιαδήποτε άλλη ουσία αλλά από αίμα που εντοπίσθηκε στην σκηνή (τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό μέρος του παραθύρου), το οποίο δεν μπορεί, με βάση την κοινή λογική, παρά να εναποτέθηκε εκεί κατά το σπάσιμο του παραθύρου. Περαιτέρω το σπάσιμο αυτό δεν μπορεί παρά να έγινε κατά τον χρόνο της διάρρηξης αφού προκύπτει ότι χρονικά έγινε στην προσπάθεια εισόδου στην οικία, κάτι που τελικά φαίνεται ότι επιτεύχθηκε, προφανώς στην συνέχεια, από άλλο σημείο της οικίας. Το γενετικό δε αυτό υλικό ήταν σε σχετικά μεγάλες ποσότητες, ήταν μονό δηλ. προερχόταν από ένα και μόνο πρόσωπο, ανήκε σε άντρα και ήταν σε βαθμό που στατιστικώς η πιθανότητα να μην ανήκε στον κατηγορούμενο ήταν μόνο μια στα 529 τετράκις εκατομμύρια, δηλαδή η πιθανότητα αυτή ήταν πρακτικώς και νομικώς μη συζητήσιμη. Με δεδομένα λοιπόν την τοπική και χρονική σύνδεση της παρουσίας του κατηγορούμενου στον χώρο της διάρρηξης, του ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του, όπου ουσιαστικά υποστήριξε ότι υπήρχε πιθανότητα το αδίκημα να το διέπραξε ο δίδυμος αδελφός του καθώς και ότι από την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή δεν προκύπτει οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, κρίνεται ότι ως θέμα λογικής συνέπειας τα πιο πάνω οδηγούν στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι ήταν ο κατηγορούμενος που διέπραξε την επίδικη διάρρηξη και κλοπή. Όσον αφορά τις κατηγορίες 2 και 3, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτουν τα ακόλουθα: · Ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και διαμένει μόνιμα στην Γεωργία. · Ήλθε στην Κύπρο μόνος του στις 17.3.17, μέσω των κατεχομένων. · Δεν είχε εισιτήριο επιστροφής στην χώρα του. · Ήλθε στην Λεμεσό με άλλα 3 πρόσωπα στις 14.4.17 · Στις 14.4.17 και περί ώρα 10:00 οδηγούσε αυτοκίνητο ενοικιάσεως, το οποίο κινείτο ύποπτα πίσω από φούρνο στην ενορία Αγίου Νικολάου στην Λεµεσό και κάποιοι από τους 4 επιβαίνοντες κοίταζαν σε παρακείµενες οικίες και τις φωτογράφιζαν. · Κατά τον έλεγχο που του έγινε μετά τον εντοπισμό του πιο πάνω οχήματος, ο κατηγορούμενος δεν είχε μαζί του οποιοδήποτε επίσημο ταξιδιωτικό έγγραφο και με βάση τα στοιχεία που έδωσε δεν εντοπιζόταν στο σύστηµα της Υ.Α.Μ. · Όσον αφορά τους συνεπιβάτες του κατηγορούμενου, οι δύο εξ αυτών βρίσκονταν παράνομα στην Δημοκρατία, αφού οι άδειες παραµονής τους ως επισκέπτες είχαν λήξει στις 8 και 10.4.17 αντίστοιχα και μόνο ο τρίτος βρισκόταν νόμιμα στην Δημοκρατία. · Αργότερα διαπιστώθηκε ότι ούτε ο κατηγορούμενος είχε άδεια παραμονής στην Δημοκρατία. · Όταν στην συνέχεια συνελήφθη για το αδίκηµα της παράνοµης εισόδου και για το αδίκηµα αλήτες και περιπλανώµενοι, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν έμενε πουθενά, κάτι που ανέφεραν και οι άλλοι 3 επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο. · Από εξετάσεις που έγιναν στο ξενοδοχείο Αγαπήνωρ, όπου ο κατηγορούμενος και τα άλλα δύο πρόσωπα που επίσης βρίσκονταν παράνομα στην Δημοκρατία ανέφεραν ότι διέμεναν πριν, διαπιστώθηκε ότι κανένας εξ αυτών διέμενε εκεί. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος ως προς τον λόγο που ήλθε στην Κύπρο, ως προς τον λόγο της παρουσίας του στο συγκεκριμένο σημείο όπου εντοπίσθηκε το όχημα που οδηγούσε και το που διέμενε από τον χρόνο έλευσης του στην Κύπρο μέχρι και τις 14.4.17, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτά. Όλα τα πιο πάνω είναι τέτοια λοιπόν ώστε συνεκτιμούμενα αποδεικνύουν, κατά την κρίση μου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι, στις 14.4.17, ο κατηγορούμενος βρέθηκε περιπλανώµενος σε οδό, σε χρόνο και κάτω υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε να συµπεραίνεται ότι η παρουσία του εκεί οφείλεται σε παράνοµο σκοπό καθώς και ότι ενώ ήταν ύποπτο πρόσωπο και δεν είχε εμφανείς πόρους συντήρησης δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για τον εαυτό του. Συνεπώς κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Διάρρηξη και κλοπή - Αλήτες και περιπλανώμενοι) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.