← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μαρίνος Γιωργαλλά, Αρ. Υπόθεσης: 6442/15, 21/7/2017

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μαρίνος Γιωργαλλά, Αρ. Υπόθεσης: 6442/15, 21/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6442/15 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Μαρίνος Γιωργαλλά Κατηγορουμένου -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21/7/2017 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της λειτουργίας υποστατικού για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας υποστατικού κατά παράβαση των άρθρων 2, 36 και 77 του Περί Ρύθμισης Στοιχημάτων Νόμου 106(Ι)/2012. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, στις 18/1/2015 στη Λεμεσό, λειτουργούσε υποστατικό για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας υποστατικού. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατά την οποία κλήθηκαν και κατέθεσαν δύο μάρτυρες κατηγορίας, ο αστυφ. 1585 Π. Κεραυνός και η Στυλιάνα Λοϊζου (Μ.Κ.1 και 2), ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Ήταν η θέση του ότι η προσαχθείσα από την κατηγορούσα μαρτυρία είναι αντινομική, αντιφατική και στερείται πειστικότητας σε βαθμό που δεν επιτρέπει την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Και αυτό γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα καλείτο ο κατηγορούμενος να καλύψει τα κενά που παρουσιάζονται στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος επιχειρηματολόγησε καλώντας το Δικαστήριο να καλέσει τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Σε περίπτωση μη παραδοχής , η κατηγορούσα αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η αποτυχία της να αποδείξει οποιοδήποτε από αυτά, οδηγεί σε αποτυχία της να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και η υποχρέωση της αυτή ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας 2000
(2)ΑΑΔ 191). Το βάρος απόδειξης που την βαρύνει στο στάδιο που ολοκληρώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που οφείλει να αποσείσει στο τέλος της δίκης. Το αποδεικτικό βάρος απόδειξης στο στάδιο αυτό, αφορά την δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλ. Σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πική και Λοϊζου σελ. 111 και 167). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ
  1. Στην εξεταζόμενη περίπτωση κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Και αυτό γιατί η προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία είναι συγκεχυμένη, παρουσιάζει ασάφειες, αλλά και αντιφατικότητα. Και αυτό γιατί δεν προκύπτει από τη μαρτυρία, εάν το υποστατικό στην οδό Αιγίνης 1 είναι ή όχι το ίδιο με αυτό στην Ομονοίας 73, ποια εταιρεία το λειτουργούσε και κατ' ακολουθία δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα εάν τελικά υπήρχε ή όχι άδεια υποστατικού την επίδικη περίοδο. Στο κατηγορητήριο δεν εκτίθεται το όνομα ή η διεύθυνση στην οποία βρίσκεται το υποστατικό το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι λειτουργούσε χωρίς άδεια. Για το ζήτημα προσκομίσθηκε μαρτυρία από τους Μ.Κ.1 και 2 η οποία όμως ήταν συγκεχυμένη και αντιφατική, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές εάν το υποστατικό στην οδό Αιγίνης 1, είναι το ίδιο με αυτό στην Λεωφόρο Ομονοίας
  2. Ο Μ.Κ.1 προέβαλε ότι το υποστατικό για το οποίο κατάγγειλε τον κατηγορούμενο, βρίσκεται στην οδό Αιγίνης 1 στην Λεμεσό και είναι το ίδιο με άλλο που λειτουργεί στην Λεωφόρο Ομονοίας 73 και βρίσκεται στη γωνία των δύο οδών. Σε αντίθεση με τον Μ.Κ.1, η Μ.Κ.2, εξέφρασε την άποψη ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά υποστατικά. Τόσο στο Τεκμήριο Α, όσο και ενόρκως, ο Μ.Κ.1 είπε ότι το υποστατικό που επισκέφθηκε, ήταν της Fair Champions Meridian. Το Τεκμήριο 1 όμως, που αναφέρεται στο υποστατικό στην Λεωφόρο Ομονοίας 73 και το οποίο σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 είναι το ίδιο με αυτό στην Αιγίνης 1 και είναι αυτό που επισκέφθηκε, αφορά άλλη εταιρεία και συγκεκριμένα την Fair Champions Pets Ltd. Δεν διαφάνηκε ακόμα εάν οι εταιρείες Fair Champions Bets Ltd και Fair Champions Meridian Ltd, αποτελούν ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα. Σε σχέση με την ύπαρξη αδειών, ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο ίδιος δεν έκαμε έρευνα στην Εθνική Αρχή Στοιχημάτων, απλώς ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του τις παρουσιάσει και αυτός του απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχουν. Είπε ακόμα, ότι για κάποια από τα υποστατικά της Fair Champions, υπήρχαν άδειες. Όπως δε προκύπτει από το Τεκμήριο 1 που είναι έγγραφο της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων, η εταιρεία Fair Champions Bets Ltd και όχι η Fair Champions Meridian Ltd, κατείχε στις 2/4/2015, ημερομηνία δηλαδή μεταγενέστερη της επίδικης, άδεια υποστατικού για διάφορα υποστατικά, μεταξύ των οποίων και αυτό στην Ομονοίας 73 στην Λεμεσό. Αντεξεταζόμενος εάν και όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 υπήρχε άδεια, ο Μ.Κ.1 απάντησε με τρόπο συγκεχυμένο και ασαφή λέγοντας κατά λέξη «Αναφέρεται στο υποστατικό Λεωφόρο Ομονοίας αρ. 73 που είναι το ίδιο υποστατικό που είναι στην κατηγορία με την οδό γιατί είναι γωνία Ομονοίας. Στην συγκεκριμένη άδεια δεν αναγράφεται ο κατηγορούμενος ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος να αποδέχεται στοιχήματα». Σε άλλο δε σημείο, δέχθηκε ότι η εταιρεία Fair Champions Pets Ltd κατέχει μεταξύ άλλων άδεια υποστατικού και για το υποστατικό που βρίσκεται στην Λεωφόρο Ομονοίας και σε άλλο ότι η Fair Champions Pets Ltd και η Fair Champions Meridian Ltd αποτελούν την ίδια εταιρεία. Όπως δε προκύπτει από το Τεκμήριο Α, ο Μ.Κ.1 δεν κατάγγειλε τον κατηγορούμενο ότι λειτουργούσε το πρακτορείο στην Αιγίνης 1 χωρίς άδεια υποστατικού, παρά μόνο ότι το λειτουργούσε χωρίς άδεια αποδέκτη κλάσης Α και χωρίς άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου κλάσεως Α, για άλλες δηλαδή κατηγορίες από αυτήν που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Η Μ.Κ.2 αναφερόμενη στις δυο εταιρείες δεν ήταν σε θέση να διευκρινήσει αν επρόκειτο για την ίδια εταιρεία και αν είχε μετονομασθεί. Σε άλλο σημείο ανάφερε ότι πρόκειται για την ίδια εταιρεία. Η Μ.Κ.2 είπε ότι για την επίδικη ημερομηνία, δεν υπήρχε άδεια υποστατικού για το πρακτορείο που βρίσκεται στην Λεωφόρο Ομόνοιας, ούτε και γνώριζε να απαντήσει αν εκκρεμούσε οποιαδήποτε αίτηση ανανέωσης, ούτε και πότε εκδόθηκε τέτοια άδεια. Σε άλλο σημείο παρουσιάσθηκε αβέβαιη για την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε άδεια υποστατικού για το υποστατικό της Λεωφόρου Ομονοίας. Δεν γνώριζε επίσης εάν την επίδικη περίοδο εκκρεμούσε οποιαδήποτε αίτηση για ανανέωση τέτοιας άδειας, ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποια υποστατικά ήταν αδειούχα. Για την οδό Αιγίνης 1 ήταν σαφής ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε άδεια. Δέχθηκε πάντως ότι σύμφωνα και από τα όσα προκύπτουν από το Τεκμήριο 1, στις 2/4/2015 υπήρχαν για το πρακτορείο στην οδό Ομονοίας 72 τόσο άδεια αποδέκτη κλάσεως Α όσο και άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου. Δέχθηκε επίσης ότι η άδεια υποστατικού εκδίδεται σε μεταγενέστερο χρόνο και πάντως μετά την έκδοση της άδειας αποδέκτη κλάσης Α και άδειας εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, κάτι που προκύπτει και από το άρθρο 36
(1)του Περί Ρύθμισης Στοιχημάτων Νόμου 106
(1)/2012. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ποιότητα της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί σε σχέση με το υποστατικό που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι λειτουργούσε και εάν αυτό είχε άδεια ή όχι. Κρίνεται συνεπώς ότι η μαρτυρία που προσκομίσθηκε είναι συγκεχυμένη και αντιφατική και εν πάση περιπτώσει εντελώς ανίσχυρη να δημιουργήσει τεκμήριο ενοχής εναντίον του κατηγορούμενου σε βαθμό που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να τον καλέσει σε απολογία. Η κλήση του σε υπεράσπιση θα έδιδε την ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να προσπαθήσει να καλύψει τα κενά που υπάρχουν στην υπόθεση της. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.