Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βαρνάβας Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6229/17, 28/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B121 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6229/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον 1. Βαρνάβας Σοφοκλέους 2. Στέλιος Ζήνωνος --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28.07.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο 2: κα. Α. Πολυκάρπου Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα αντιμετωπίζει συνολικά έξι
(6)κατηγορίες. Συγκεκριμένα : - τρείς
(3)κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος δηλ. διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 371, 294(α), 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 3 και 5), - μία
(1)κατηγορία για διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2), - μία
(1)κατηγορία για απόπειρα διάρρηξης καταστήματος, κατά παράβαση των άρθρων 366, 367, 295, 35 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 4), και, - μία
(1)κατηγορία για διάρρηξη κτιρίου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος δηλ. κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 295 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 6). Σημειώνεται εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχτεί όλες τις κατηγορίες πιο πάνω και του επιβλήθηκε ποινή σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Οπότε η υπόθεση προχώρησε σε Ακρόαση μόνον εν σχέση με τον κατηγορούμενο
- Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 μάρτυρας, ενώ οι καταθέσεις άλλων προσώπων κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Περαιτέρω κατατέθηκαν εκ συμφώνου κάποια άλλα έγγραφα που θα αναφερθούν κατωτέρω και έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, διακίνηση και φύλαξη των τεκμηρίων της υπόθεσης της Αστυνομίας έγινε σύμφωνα με το Νόμο χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω, ο κατηγορούμενος 2 τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορούμενου 2 και την επιλογή του να μην πει τίποτε, ήδη από το σημείο αυτό αναφέρω ότι ήταν απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 2 παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ όσα οι συνήγοροι ανέφεραν στις αγορεύσεις τους και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ συμφώνου κατατεθείσα ως παραδεκτή: - Κατάθεση της Γαβριέλας Μιχαηλίδου, ημερομηνίας 27/04/17, τεκμήριο 1 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : είναι υπεύθυνη του πρακτορείου με την ονομασία ΟΠΑΠ Παύλος Μιχαηλίδης, οδός Θεόδωρου Ποταμιανού αρ.28-30, στα Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό. Αναφέρει ότι έκλεισε το πρακτορείο στις 26/04/17 και ώρα 2200 (εχτές) και πριν φύγει έκλεισε και κλείδωσε όλες τις πόρτες και ενεργοποίησε το συναγερμό. Στις 27/04/17 και ώρα 0435 (σήμερα) ενημερώθηκε για την ενεργοποίηση του συναγερμού του πρακτορείου όπου και μετέβη. Από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι εκλάπη ένα μεταλλικό δοχείο του αντικαρκινικού το οποίο είχε μέσα το χρηματικό ποσό των €150.- σε διάφορα κέρματα. Υπάρχουν κάμερες παρακολούθησης που κατέγραψαν τις κινήσεις 2 ατόμων και περιγράφει τι φορούσαν. Τα άτομα αυτά εισήλθαν στο πρακτορείο 0327 που είναι πίσω μια ώρα από την κανονική. - Κατάθεση του Χριστάκη Χριστοδούλου, ημερομηνίας 27/04/17, τεκμήριο 2 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : είναι υπεύθυνος στην εταιρεία Gerasia Ltd της οποίας το κατάστημα βρίσκεται στην οδό Σπύρου Κυπριανού αρ.69, στα Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό. Στις 26/04/17 και ώρα 1700 έκλεισε το κατάστημα και κλείδωσε όλες τις πόρτες και παράθυρα. Επίσης πριν φύγει ενεργοποίησε το συναγερμό. Στις 27/04/17 και ώρα 0600 ενημερώθηκε από τα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία ότι ενεργοποιήθηκε το σύστημα συναγερμού του καταστήματος στο οποίο πήγε αμέσως. Σε τηλεφωνική δε επικοινωνία που είχε με την εταιρεία που εγκατέστησε το σύστημα συναγερμού του αναφέρθηκε ότι ενεργοποιήθηκε η ώρα 0400 αλλά ο ίδιος δεν ενημερώθηκε. Από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι δεν κλάπηκε οτιδήποτε. Κάμερες υπάρχουν και αναμένεται να αξιολογηθούν. - Κατάθεση Χριστάκη Παπαστυλιανού, ημερομηνίας 27/04/17, τεκμήριο 3 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : το σπίτι του βρίσκεται πάνω από το κατάστημα του «Περικλη Πισσουριου» και κάτω δεξιά υπάρχει ένα καφενείο το οποίο ενοικιάζει του Πισσούριου. Στις 26/04/17 και ώρα 2200 πήγε για ύπνο. Στις 27/04/17 και ώρα 0300 άκουσε θόρυβο στο ισόγειο και άνοιξε το παράθυρο και είδε δύο άτομα τα οποία φορούσαν κουκούλες. Όταν τον αντιλήφθηκαν κατευθύνθηκαν προς βόρεια κατεύθυνση και μετά τους έχασε. Κατέβηκε κάτω και πρόσεξε ότι υπήρχε παραβίαση στην αλουμινένια ανοιγόμενη πόρτα του καφενείου. Δεν γνωρίζει αν κλάπηκε οτιδήποτε γιατί το ενοικιάζει του Περικλή. - Κατάθεση Περικλή Κυριάκου Περικλέους, ημερομηνίας 29/04/17, τεκμήριο 4 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : έχει ένα μικρό καφενείο το οποίο ενοικιάζει από τον κ.Χριστάκη. Ενημερώθηκε ότι την Πέμπτη το πρωί κάποιοι προσπάθησαν να του το ανοίξουν. Από έλεγχο που έκανε δεν διαπίστωσε να κλάπηκε οτιδήποτε από το καφενείο γιατί δεν κατάφεραν να μπουν μέσα. - Κατάθεση του Ιωάννη Γεωργίου, ημερομηνίας 06/05/17, τεκμήριο 5 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : εργάζεται ως τεχνικός στην εταιρεία CYPCANA Alarm Ltd η οποία δραστηριοποιείται με την εγκατάσταση και συντήρηση συστημάτων ασφαλείας. Ανάμεσα στους πελάτες τους είναι και το πρακτορείο ΟΠΑΠ Παύλος Μιχαηλίδης που βρίσκεται στα Κάτω Πολεμίδια. Στο πρακτορείο υπάρχουν εγκατεστημένες 3 κάμερες εσωτερικά οι οποίες καταγράφουν σε σκληρό δίσκο. Στις 02/05/17 πήγε στο πρακτορείο όπου μετέφερε τα δεδομένα των 2 καμερών σε ψηφιακό δίσκο και το παραδίδει στην Αστυνομία. Τα δεδομένα που μετέφερε είναι ημερ.27/04/
- - Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εργαστηρίου φωτογραφίας, εικόνας και γραφικών του Αρχηγείου Αστυνομίας, Τεκμήριο 6 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : γίνεται αναφορά στην επεξεργασία του ψηφιακού δίσκου πιο πάνω, την αντιγραφή του και την εκτύπωση 7 εικόνων (φωτογραφιών). - Βιβλιάριο φωτογραφιών, Τεκμήριο 7 : πρόκειται για τις 7 εικόνες (φωτογραφίες) πιο πάνω. - Κατάθεση του Αστυφύλακα 2180 Θ. Θεοδοσίου, ημερομηνίας 01/05/17, τεκμήριο 8 (κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της) : Έλαβε τη θεληματική κατάθεση του Βαρνάβα Σοφοκλέους (κατηγορούμενος 1), στην οποία μεταξύ άλλων παραδέχτηκε ενοχή και κατονόμασε ως συνεργό του τον Στέλιο Ζήνωνος (κατηγορούμενο 2). - Κατάθεση του Βαρνάβα Σοφοκλέους, ημερομηνίας 27/04/17, Τεκμήριο 9 (κατατέθηκε ως προς το γεγονός της λήψης της). Δια ζώσης : - ΜΚ1 Αστ.4417 Δημήτρης Δημητρίου: υπηρετεί στο Κλιμάκιο Διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού. Ο μάρτυρας κατ' αρχήν αναγνώρισε την κατάθεση του για την παρούσα υπόθεση ημερ.04/05/17 (τεκμ.10), την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εις αυτήν σημειώνω αναφέρεται σε 3 καταγγελίες που έγιναν στις 27/04/17 στο ΤΑΕ Λεμεσού δηλαδή του Χριστάκη Παπαστυλιανού, της Γαβριέλας Μιχαηλίδου και του Χριστάκη Χριστοδούλου (βλ. τις καταθέσεις των προσώπων αυτών πιο πάνω) και στις επιτόπιες εξετάσεις που έγιναν στις σκηνές αλλά και τις διαπιστώσεις του. Αναφέρει επίσης ότι στις 29/04/17 κατέγραψε σε ειδικό έντυπο υπόδειξης σκηνών τις υποδείξεις σκηνών που προέβη ο Βαρνάβας Σοφοκλέους κατόπιν δικής του επιθυμίας, ενώ στις 30/04/17 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Στέλιο Ζήνωνος και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Την ίδια μέρα δε έλαβε ανακριτική κατάθεση του Στέλιου Ζήνωνος, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης συμπληρωματική κατάθεση του ημερ.15/06/17 (τεκμ.11) την οποία επίσης ανέγνωσε. Εις αυτήν αναφέρεται στην παραλαβή στις 15/06/17 από την Αστ.1321 Μαρία Φρίξου του ψηφιακού δίσκου με τα δεδομένα του κλειστού κυκλώματος του πρακτορείου ΟΠΑΠ Παύλος Μιχαηλίδης και ενός ψηφιακού δίσκου, αντίγραφο του πιο πάνω. Να σημειωθεί εδώ ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο αμφότερων των καταθέσεων του. Στη συνέχεια προέβη σε κατάθεση : - Του εντάλματος συλλήψεως του Στέλιου Ζήνωνος, κατηγορουμένου 2, με δική του οπισθογράφηση αναφορικά με την εκτέλεση του, ως τεκμήριο
- - Των δικαιωμάτων κρατουμένων τα οποία δόθηκαν στον Στέλιο Ζήνωνος, κατηγορούμενο 2, τα οποία υπόγραψε στην παρουσία του και υπόγραψε και ο ίδιος, ως τεκμήριο
- - Της ανακριτής κατάθεσης του Στέλιου Ζήνωνος, κατηγορουμένου 2, ημερομηνίας 30/04/2017, ως τεκμήριο
- - Έντυπου εις το οποίο κατέγραψε τις υποδείξεις σκηνών από τον Βαρνάβα Σοφοκλέους, ως τεκμήριο
- - Του ψηφιακού δίσκου που αναφέρει πιο πάνω ως τεκμήριο 17 (ο φάκελος εντός του οποίου περιέχετο ο ψηφιακός δίσκος και αποσφραγίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αφού υπόδειξε και εξήγησε τις υπογραφές σε αυτόν, έγινε τεκμ.16). Το αντίγραφο δε του ψηφιακού δίσκου έγινε τεκμήριο
- Ας σημειωθεί εδώ ότι έγινε προβολή του ψηφιακού δίσκου (τεκμ.18) ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι κάμερες 1 και 2 κατέγραψαν τις κινήσεις 2 προσώπων που εισέρχονται στο κατάστημα περί ώρα 03:27:08 και αποχωρούν ώρα 03:27:35 (παρεμβάλλω ότι οι αναφερόμενες ώρες είναι οι ώρες που εμφαίνονται στις κάμερες και σχετική με το θέμα της ώρας σε αυτές είναι η κατάθεση της Γαβριέλας Μιχαηλίδου τεκμ.1 πιο πάνω όπου ακριβώς αναφέρει ότι η ώρα αυτή είναι μια ώρα πίσω από την κανονική). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι επιτόπιες εξετάσεις που έκανε στις σκηνές ήταν για να δει εάν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση στα κτίρια ή εάν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στη σκηνή το οποίο μπορούσε να βοηθήσει στην εξιχνίαση των υποθέσεων. Κλήθηκε και στις τρεις σκηνές για αποτυπώματα ο Κλάδος Δακτυλοσκοπίας. Στις δύο από τις τρείς δεν υπήρχαν αποτυπώματα και στην τελευταία δεν προσφερόταν. Είπε στη συνέχεια ότι μετέβη στο χώρο όπου ακινητοποίησαν τον Βαρνάβα Σοφοκλέους όμως δεν θυμάται την ώρα. Στον χώρο εκείνον όταν έφτασε βρισκόταν ο Βαρνάβας Σοφοκλέους και ακόμη δύο Αστυφύλακες. Ο ένας εκ των αστυφυλάκων ήταν ο Αστυφύλακας 2229, τον άλλο δεν τον θυμάται. Δεν θυμάται επίσης να τον ενημέρωσε οποιοσδήποτε από αυτούς τους δύο Αστυνομικούς που είδε ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τον δεύτερο ύποπτο. Είπε δε ότι στον ίδιο δεν ανέφερε κάποιος από τους αστυνομικούς, σε κάποιο μετέπειτα στάδιο της διερεύνησης της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο
- Μπορεί να το ανέφερε στον αστυφύλακα ο οποίος κατέγραψε τη θεληματική κατάθεση του Βαρνάβα Σοφοκλέους. Ο ίδιος τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν στις διαρρήξεις. Τέλος ανέφερε ότι εν σχέση με τα δύο video που είδαμε δεν κατάφεραν να ταυτοποιήσουν οποιοδήποτε από τα δύο πρόσωπα τα οποία προβάλλονται με τον κατηγορούμενο 2 και η μαρτυρία που συνέλεξε ως ανακριτής της υπόθεσης η οποία θεωρεί ότι ενοχοποιεί τον κατηγορούμενο 2 είναι η θεληματική κατάθεση του Βαρνάβα Σοφοκλέους όπου τον κατονομάζει. - ΜΚ2 Αστ.2229 Νεόφυτος Ελισσαίου: Στην κυρίως εξέταση του κατ' αρχήν αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε για την παρούσα υπόθεση ημερ.27/04/17 (τεκμ.19), της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο και στη συνέχεια προέβη σε ανάγνωση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Εις αυτήν αναφέρει τα εξής: Yπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι αποσπασμένος στον Ουλαμό Προλήψεως Εγκλημάτων Λεμεσού. Στις 27/04/2017 και ώρα 0425 ενώ βρισκόταν περιπολία με τον Λοχία 661 και τον αστυφύλακα 1871 έλαβαν μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι στην οδό Θεόδωρου Ποταμιάνου αρ. 28 στα Κάτω Πολεμίδια έγινε διάρρηξη στο πρακτορείο ΟΠΑΠ. Αμέσως κατευθύνθηκαν προς το μέρος αφού ήταν με δυτική κατεύθυνση στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου παρά το Τσίρειο στάδιο. Καθοδόν αντιλήφθηκε πλησίον του κόμβου Ορφανίδη δύο ύποπτα πρόσωπα τα οποία ομοίαζαν με την περιγραφή των υπόπτων που δόθηκε νωρίτερα από τον αξιωματικό υπηρεσίας. Αμέσως το ανέφερε στον Λοχία 661 ο οποίος ήταν οδηγός. Σταμάτησαν δίπλα τους και τότε τους φώναξε αστυνομία σταματήστε για έλεγχο, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα και την αστυνομική του ταυτότητα. Τότε τα δύο πρόσωπα τράπηκαν σε φυγή τρέχοντας ανατολικά στον αυτοκινητόδρομο. Αμέσως εξήλθε από το υπηρεσιακό όχημα, τους καταδίωξε πεζός και ταυτόχρονα τους φώναζε αστυνομία σταματήστε και αυτοί συνέχισαν να τρέχουν. Σε κάποιο σημείο του δρόμου άκουσε τον έναν από τους δύο να φωνάζει «Βαρνάβα πάμε απέναντι» και διασταύρωσαν την διαχωριστική νησίδα, πέρασαν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συνέχισαν να τρέχουν ανατολικά. Αφού διάνυσαν συνολική απόσταση περί τα 700 μέτρα και ενώ προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν από τον ηχομονωτικό φράχτη, κατάφερε και ακινητοποίησε τον ένα από τους δύο και με τη βοήθεια του αστυφύλακα 1871 η ώρα 0440 τον κράτησαν στο μέρος. Αμέσως τον πληροφόρησε ότι ήταν ύποπτος για τη διάρρηξη του πρακτορείου ΟΠΑΠ καθώς και άλλες δύο διαρρήξεις που σημειώθηκαν νωρίτερα αφού η περιγραφή του ομοίαζε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του απάντησε «εντάξει εν να σου τα πω ούλλα». Αμέσως στο μέρος αφίχθηκε ο αστυφύλακας 4417 του κλιμακίου διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού (ΜΚ1) ο οποίος αναγνώρισε τον ύποπτο ως τον Βαρνάβα Σοφοκλέους ο οποίος είχε απασχολήσει το τμήμα τους για υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών. Αφού τον ενημέρωσε για τα γεγονότα, παράλαβε τον Σοφοκλέους τον οποίο οδήγησε με τη βοήθεια του αστυφύλακα 1871 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού για περαιτέρω εξετάσεις. Περαιτέρω ανέφερε ότι πέραν του Βαρνάβα Σοφοκλέους, με την είσοδο του στην αίθουσα έχει διαπιστώσει ότι το δεύτερο πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ο κατηγορούμενος. Ερωτώμενος κάτω από ποιες συνθήκες έκανε αυτή τη διαπίστωση και είναι βέβαιος για το πρόσωπο του κατηγορουμένου, είπε ότι όταν σταμάτησαν το όχημα ήταν σε πολύ μικρή απόσταση από κοντά τους, τα φώτα ήταν προς το μέρος τους και αντιλήφθηκε τα πρόσωπα τους. Σταμάτησαν το υπηρεσιακό όχημα στην αριστερή πάντα του αυτοκινητόδρομου, εκείνην τη στιγμή τα πρόσωπα έρχονταν προς το μέρος τους και τα φώτα ήταν προς το μέρος τους και σε πολύ κοντινή απόσταση τους φώναξε «Αστυνομία» και γύρισαν προς το μέρος του και μετά τράπηκαν σε φυγή. Όσον αφορά την περιγραφή των δύο υπόπτων προσώπων που τους δόθηκε από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας ανέφερε ότι εν σχέση με τον κατηγορούμενο ήταν ότι φορούσε σκούρο φούτερ, σκουρόχρωμο φούτερ. Η περιγραφή δόθηκε από τον ασύρματο και δεν καταγράφηκε εκείνη τη στιγμή. Θυμάται την περιγραφή ακριβώς όπως την είχε περιγράψει, ίσως επειδή δεν ανέφερε στην κατάθεση του περισσότερες λεπτομέρειες γιατί αμέσως μετά τη σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου έτρεξε προς αναζήτηση του δεύτερου κατηγορουμένου, οπότε δεν είχε τον χρόνο να ασχοληθεί. Εκ των υστέρων πήγε στον Σταθμό για να δώσει κατάθεση και του είπαν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, συλληφθείς, έδωσε κατάθεση ότι το πρόσωπο που αναζητούσαν ήταν ο Στέλιος Ζήνωνος. Ο ίδιος δεν γνώριζε προηγουμένως τον Στέλιο Ζήνωνος. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι την κατάθεση του την ετοίμασε περίπου μετά από μια ώρα από την ώρα σύλληψης του πρώτου κατηγορουμένου, μπορεί και περισσότερο. Μπορεί να πήρε λίγος χρόνος γιατί ήταν στην περιοχή προς αναζήτηση του δεύτερου προσώπου. Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ήταν πολιτικό και το στάθμευσαν στην αριστερή πάντα του δρόμου και μπροστά από τους υπόπτους. Ήταν νύχτα και ήταν κρύο. Δεν θυμάται αν είχαν θέρμανση στο αυτοκίνητο, ανέφερε όμως ότι όταν πλησίασαν τα παράθυρα τους ήταν ανοικτά. Ο ίδιος ήταν συνοδηγός και την ώρα που σταμάτησαν άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς το μέρος τους. Μόλις σταμάτησαν έτρεξε διότι ήταν ύποπτο ότι η ώρα 4:40, η ώρα 4:00, είδε δύο πρόσωπα να εξέρχονται από το διαχωριστικό προπέτασμα στο highway, ενώ μπορούσε να προχωρήσουν κανονικά από τον κυκλικό κόμβο και να ακολουθήσουν μια κανονική πορεία όπως οι πολίτες. Η διάρρηξη έγινε είπε στο σημείο όπου θεάθηκαν τα πρόσωπα, γύρω στα 600 μέτρα, ο εύλογος χρόνος που φώναξε ο Αστυνομικός υπηρεσίας και έγινε η ενημέρωση ήταν εύλογο να διερωτηθεί ότι δύο πρόσωπα εκείνην τη στιγμή να διέρχονται από το διαχωριστικό για να εισέλθουν στον πεζόδρομο του αυτοκινητόδρομου στην αριστερή πλευρά. Σταμάτησαν σε κοντινή απόσταση από τα δύο πρόσωπα και συγκεκριμένα η απόσταση τους ήταν 3 μέτρα. Είπε ακόμα ότι ακολουθούσαν οχήματα και υπήρχε φωτισμός που κάλυψε τα δύο ύποπτα πρόσωπα, καθότι τόσο το περιπολικό όσο και τα διερχόμενα οχήματα φώτιζαν τον δρόμο, το σημείο. Οι ύποπτοι έρχονταν προς το μέρος τους και είχαν κατεύθυνση προς το round about του Τροόδους. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος φορούσε φούτερ σκουρόχρωμο και ο πρώτος συλληφθέντας φανέλα άσπρου χρώματος. Ο κατηγορούμενος κρατούσε μπροστά του τρικό πράσινο στο οποίο είχε τυλιγμένα κάποια πράγματα μέσα, το οποίο κρατούσε συνεχώς καθ' όλη τη διάρκεια που τον έτρεχε ξοπίσω σε απόσταση περίπου 700 μέτρων, ο οποίος έκανε προσπάθειες δύο φορές να το περάσει πάνω από το προπέτασμα τοίχου του αυτοκινητόδρομου, δεν τα κατάφερε και την τρίτη φορά τα κατάφερε, το έριξε και στη συνέχεια πέρασε και ο ίδιος με τη βοήθεια του πρώτου. Τα χαρακτηριστικά του κατηγορουμένου είναι τα χαρακτηριστικά του προσώπου που είδε εκείνην τη μέρα. Ο μάρτυρας στη συνέχεια απάντησε σε περαιτέρω ερωτήσεις αναφορικά με την καταδίωξη των υπόπτων και την ακινητοποίηση του Βαρνάβα Σοφοκλέους. Όταν ερωτήθηκε δε αν δεν θεώρησε σημαντικά να καταγραφούν στην κατάθεση του γεγονότα που είπε στο Δικαστήριο, απάντησε ότι όπως είπε από την αρχή είχε ασχοληθεί με την αναζήτηση του δεύτερου προσώπου. Οδηγήθηκε ο πρώτος συλληφθέντας στο τμήμα και στην πορεία αφού είχε πληροφορηθεί ότι είχε προβεί σε κατάθεση και υπήρχε και video από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης όπως του ανέφερε ο ανακριτής της υπόθεσης, νομίζει είναι ο 4417, τους ανέφερε εάν χρειάζονταν οτιδήποτε να τον καλέσουν να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Δεν το έπραξαν, πιθανόν δεν το θεώρησαν σκόπιμο να το πράξουν. Ερωτώμενος ακόμα αν πήγε να βρει τον ανακριτή της υπόθεσης και να του πει «εγώ είδα τους τζιαί μπορώ να τους αναγνωρίσω εάν μου ζητηθεί», είπε ότι αυτό το ανάφερε και στους συναδέλφους που διερευνούσαν, του Κλιμακίου Διαρρήξεως που ήταν εκεί. Τα γεγονότα ήδη τα ανέφερε αμέσως μετά εν συντομία, τα ανέφερε εκεί στη σύλληψη του πρώτου υπόπτου. Δεν γνωρίζει εάν ήταν ο ανακριτής ή εάν έγινε μετά ο ανακριτής, απλά λέει ήταν ο 4417 που αφίχθηκε στη σκηνή. Τον ενημέρωσε, ενώ αργότερα που πήγε στο ΤΑΕ τους το ανάφερε. Δεν είπε όμως ότι ανέφερε στον συγκεκριμένο περί αναγνώρισης. Ανέφερε στα γραφεία του ΤΑΕ ότι μπορεί να τους αναγνωρίσει. Δεν το ανάφερε στην κατάθεση του επειδή είχε άλλο επεισόδιο, είχε συμπληρώσει σύντομα την κατάθεση του, τους είπε εάν χρειάζονταν κάτι άλλο να τον αναζητήσουν να τους δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Την επόμενη είχε σχολάσει, είχε δύο μέρες off, δεν του ζητήθηκε κάτι άλλο. Δεν ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε. Εξάλλου εάν ενημερωνόταν θα είχε και την πρόθεση να πάει να τον αναγνωρίσει, απλά δεν ενημερώθηκε. Συμφώνησε ότι με βάση τις αστυνομικές διατάξεις οι καταθέσεις πρέπει να περιλαμβάνουν κάθε σχετική λεπτομέρεια, λέγοντας ότι άμα υπάρξει και χρειάζεται λεπτομέρεια βεβαίως να αναφερθεί, απλά όπως είπε προηγήθηκε κάτι άλλο και έπρεπε να φύγει, ήδη πληροφορήθηκε ότι είχε κατονομάσει (ο πρώτος) τον δεύτερο προφορικά στην Αστυνομία και ότι υπήρχε και κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, οπόταν δεν θεώρησε να ασχοληθεί με περαιτέρω λεπτομέρειες που ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει και καλύτερα σήμερα. Σε περαιτέρω ερωτήσεις είπε ότι δεν έχει μυωπία ούτε αστιγματισμό και δεν φορά φακούς επαφής, ούτε φορούσε ποτέ. Σε υποβολή ότι όσα ανέφερε στο Δικαστήριο είναι ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην κατάθεση του, είπε ότι δεν του ζητήθηκε, γιατί γνώριζαν ότι προέβηκε σε κατάθεση. Τώρα γιατί δεν του ζητήθηκε περαιτέρω συμπληρωματική κατάθεση δεν είναι ο ανακριτής για να το γνωρίζει. Εάν θεωρούσε ο ανακριτής ότι θα ήθελε να προσθέσει κάτι παραπάνω θα μπορούσε να το κάνει. Γνώριζε είπε όταν έγραφε αυτή την κατάθεση ότι θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε δικαστική διαδικασία. Σε περαιτέρω υποβολή ότι εάν πράγματι ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο, ως το δεύτερο πρόσωπο το οποίο εντόπισε εκείνην τη νύχτα, θα το περιλάμβανε στην κατάθεση του, απάντησε ότι όπως είχε αναφέρει είχε άλλο επεισόδιο, είναι Αστυνομικός, τα καθήκοντα του είναι έξω στην περιπολία, έγινε κάτι και ήθελαν περίπολο, έφυγε και όπως είπε δεν του ζητήθηκε, τους το είχε αναφέρει εάν θέλουν κάποια διευκρίνιση να προβεί σε συμπληρωματική κατάθεση. Το ανέφερε όμως ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως τον δεύτερο ύποπτο στο πρόσωπο που είχε αναλάβει να πάρει την κατάθεση από τον Βαρνάβα, εάν θυμάται καλά, ήταν συνάδελφος αλλά τώρα δεν ξέρει ποιος έλαβε την κατάθεση του Βαρνάβα. Εάν δεν κάνει λάθος ήταν ο συνάδελφος που τον φωνάζουν Σάκη. Εν πάση περιπτώσει το είχε αναφέρει και όπως είπε ο πρώτος κατηγορούμενος και στην παρουσία του ανέφερε το όνομα του κατηγορουμένου, δεν είχε καμία πρόθεση να μεν αναφέρει ότι είδε, ούτε να αποκρύψει κάτι. Εξάλλου αν είχαν σταματήσει στον έλεγχο αμέσως μετά, δεν θα ήμασταν εδώ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). - ΜΚ1 Αστ.4417 Δημήτρης Δημητρίου: Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις ενέργειες του και κατέθεσε τεκμήρια. Ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω, ίσως εκ του περισσού, πως δεν προκύπτει οτιδήποτε που θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του συνεπώς γίνεται αποδεκτή. - ΜΚ2 Αστ.2229 Νεόφυτος Ελισσαίου: Κατ' αρχήν σημειώνεται ότι με βάση τη μαρτυρία του είχε γίνει η καταδίωξη και σύλληψη του κατηγορούμενου 1 και αφού τον παρέδωσε στον ΜΚ1 συνέχισε την περιπολία για ακόμη μια ώρα περίπου προς εντοπισμό του δεύτερου προσώπου. Έδωσε την κατάθεση του αργότερα. Προτεραιότητα συνεπώς για τον μάρτυρα και σημασία είχε η σύλληψη και του 2ου προσώπου και όχι να θυμάται την παραμικρή λεπτομέρεια για το τι ακριβώς για παράδειγμα έδωσε ως περιγραφή ο αξιωματικός υπηρεσίας από ασυρμάτου και γενικότερα για να τα σημειώσει στην κατάθεση του. Ως προς την περιγραφή όμως των υπόπτων που έδωσε ο αξιωματικός υπηρεσίας σημειώνεται πως δεν κατεγράφη αφού δόθηκε από ασυρμάτου και δεν θεωρώ ότι ο μάρτυρας θα έπρεπε να θυμάται επακριβώς την περιγραφή αυτή. Σημασία έχει ότι με βάση αυτή την περιγραφή εντόπισαν 2 πρόσωπα που ομοίαζαν σε αυτήν και μετά την καταδίωξη συνελήφθη ο ένας εξ' αυτών, ο οποίος ακολούθως παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Το 2ο πρόσωπο δε που ήταν μαζί του και ομοίαζε επίσης στην περιγραφή κατάφερε να διαφύγει. Εκεί που θεωρώ ότι ο μάρτυρας έκανε λάθος ήταν ότι δεν προέβη σε ξεκάθαρη καταγραφή της δυνατότητας του να αναγνωρίσει το δεύτερο πρόσωπο και η μη συνεννόηση του αργότερα με τον ανακριτή όταν πληροφορήθηκε ότι το δεύτερο αυτό πρόσωπο κατονομάστηκε από τον Βαρνάβα Σοφοκλέους που συνέλαβε προηγουμένως για να γίνουν οι δέουσες ενέργειες αναγνώρισης του όταν αυτό το πρόσωπο συλληφθεί. Όμως όσα ανέφερε γιατί δεν ενήργησε έτσι ήταν λογικά, ενώ δέχομαι τη θέση του ότι αν ενημερωνόταν ότι το δεύτερο πρόσωπο συνελήφθη είχε πρόθεση να πάει να το αναγνωρίσει. Επίσης παρεμβάλλω εδώ και το εξής. Μέσα από τα λεγόμενα του μάρτυρα είναι σαφές στο Δικαστήριο ότι δεν έκανε περαιτέρω ενέργειες προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης του δεύτερου προσώπου έχοντας εφησυχαστεί, λανθασμένα βέβαια, από το γεγονός ότι το δεύτερο αυτό πρόσωπο κατονομάστηκε από τον συλληφθέντα πρώτο κατηγορούμενο και υπήρχε και κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Το αναγνώρισε αυτό ευθέως ο μάρτυρας λέγοντας ότι αν ασχολείτο με περαιτέρω λεπτομέρειες ίσως να βοηθούσε καλύτερα σήμερα. Παρά τα πιο πάνω όμως όλη η ουσία θεωρώ είναι η εξής. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει τον μάρτυρα με μεγάλη προσοχή ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του, ενώ η μαρτυρία του έχει μελετηθεί ενδελεχώς. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι κατέθεσε τα πράγματα όπως τα έζησε στην πραγματικότητα το πρωινό της 27ης/04/17 και πως πράγματι ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο 2 ως το δεύτερο πρόσωπο που καταδιώχθηκε μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο και κατάφερε να διαφύγει. Τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες που έδωσε και το γεγονός ότι είδε το πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 σε απόσταση 3 μέτρων, σε συνάρτηση με το ότι η αντεξέταση δεν μπόρεσε ούτε κατ' ελάχιστο να κλονίσει την θέση του αυτή, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το δεύτερο πρόσωπο που ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο 1 το πρωινό εκείνο που καταδιώχθηκαν από τους αστυνομικούς ήταν ο κατηγορούμενος
- Γενικότερα σημειώνω πως η εξαιρετική εντύπωση που έκανε ο μάρτυρας με τις άμεσες, σαφείς και με φυσικότητα απαντήσεις που έδωσε και η διαπίστωση του Δικαστηρίου πιο πάνω, δεν αφήνουν περιθώρια παρά μόνον το Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία του. Όσον αφορά δε αυτά που σημειώνει η κα Πολυκάρπου στην αγόρευση της ως αντιφάσεις του μάρτυρα, εισηγούμενη ουσιαστικά ότι δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας, αναφέρω πως μέσα σε αυτά δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις που να πλήττουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Το γεγονός δε ότι ο ΜΚ1 δεν θυμόταν αν του αναφέρθηκε στη σκηνή που επισκέφθηκε μετά τη σύλληψη του 1ου κατηγορούμενου ότι οποιοσδήποτε από τους αστυνομικούς ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το δεύτερο πρόσωπο και το γεγονός ότι είπε ότι σε μετέπειτα στάδιο της διερεύνησης δεν του ανέφερε κάποιος από τους αστυνομικούς κάτι τέτοιο, ουδόλως έρχεται σε αντίφαση με όσα είπε ο μάρτυρας ότι δηλαδή το ανέφερε στη σύλληψη του 1ου υπόπτου ενώ αργότερα που πήγε στο ΤΑΕ τους το ανέφερε, αναφερόμενος σε κάποιο αστυνομικό Σάκη που πήρε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, χωρίς σημειώνεται να αντεξεταστεί περαιτέρω επί του θέματος αυτού. Επίσης αναφέρω εδώ ότι το γεγονός ότι όσα ανέφερε δεν είχαν ακριβώς το ίδιο λεκτικό με όσα είπε στην κατάθεση του δεν μπορεί να προσδώσει αναξιοπιστία στο μάρτυρα, όταν η ουσία της μαρτυρίας του παρέμεινε αναλλοίωτη. Ακόμη σημειώνω δεν έχει καμία σημασία αν είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 φορούσε άσπρη φανέλα ενώ από την προβολή του ψηφιακού δίσκου δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αφενός ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί του σημείου αυτού, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν φορούσε κάτω από το σακάκι που αναφέρει η συνήγορος και φανέλα. Είναι όμως άνευ σημασίας όσα αναφέρονται από τη στιγμή που το πρόσωπο αυτό συνελήφθη και καταδικάστηκε με δική του παραδοχή. Επίσης ως προς αυτό που είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 κατά την καταδίωξη κρατούσε μπροστά του τρικό πράσινο, αναφέρεται ότι ουδέποτε αντεξετάστηκε ο μάρτυρας επί του σημείου αυτού και ουδέποτε η υπεράσπιση διευκρίνισε οτιδήποτε εν σχέση με το θέμα αυτό. Υπενθυμίζω δε ότι με βάση τη μαρτυρία (βλ. τεκμ.1 σε συνδυασμό με τεκμ.18) προκύπτει ότι ένας εκ των δραστών φορούσε σκούρου χρώματος φούτερ και ουδεμία διευκρίνιση ζητήθηκε από το μάρτυρα για να διαπιστωθεί αν μιλούμε για το ίδιο πράγμα. Η υπεράσπιση εφόσον θεωρούσε σημαντικό το σημείο αυτό θα έπρεπε να το διευκρινίσει και όχι να επικαλείται μια αναφορά του μάρτυρα σε πράσινο τρικό γενικά και αόριστα για να ισχυριστεί αναξιοπιστία. Στοιχείο που εν πάση περιπτώσει, χωρίς να έχει διευκρινιστεί από την υπεράσπιση, υπό τις περιστάσεις μιας καταδίωξης τη συγκεκριμένη ώρα που έγινε δεν θα μπορούσε να κριθεί ως σημαντικό για την αξιοπιστία του μάρτυρα. Επίσης δεν έχουν διαφύγει σημειώνω εδώ όσα αναφέρει σχετικά στην αγόρευση της η κα Πολυκάρπου για την αναγνώριση του κατηγορούμενου από το μάρτυρα στο εδώλιο και συγκεκριμένα στις σελ.13-
- Όμως τούτα δεν είναι ικανά για να διαφοροποιήσουν την κατάληξη του Δικαστηρίου. Γενικώς ανεπιθύμητη μεν η αναγνώριση κατηγορούμενου για πρώτη φορά στο εδώλιο του κατηγορούμενου από μάρτυρα κατηγορίας (βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ. 408, εις το οποίο παραπέμπει η συνήγορος με την αγόρευση της) όμως αυτό δεν απαγορεύεται. Ως προς τη νομική πτυχή του θέματος δε αναφέρονται τα εξής. Η για πρώτη φορά αναγνώριση ενός κατηγορούμενου καθ' ον χρόνο βρίσκεται στο εδώλιο είναι γνωστή στην αγγλική νομολογία με τον όρο «Dock identification». Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2002 στην παρ. 14-42 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «The practice of inviting a witness to identify a defendant for the first time when the defendant is in the dock has long been regarded as undesirable: see R. v. Cartwright, 10 Cr.App.R. 219, CCA. Although a trial judge retains a discretion to permit a dock identification, it is submitted that in practice the exercise of such discretion should not even be considered unless: (a) a defendant has refused to comply with a formal request to attend an identification parade, and (b) none of the other identification procedures has been carried out as a result of the defendant's default. As the police may adopt a satisfactory identification procedure in respect of a refractory defendant (see, for example, the method adopted in R. v. Kennedy, post, § 14-46), it is now difficult to conceive of circumstances in which a trial judge would permit a dock identification. Different considerations apply in summary trials: Barnes v. Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr.App.R. 505, DC». Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 στην παρ. F18.16: «Identification of an accused for the first time at committal proceedings, or at the trial itself, is recognised to be an unreliable method of proof. The A-G and the DPP undertook in 1976 as follows: The [prosecution] at committal proceedings, or Crown Counsel at any subsequent trial, will not invite a witness to identify, who has not previously identified the accused at an identity parade, to make a dock identification unless the witness's attendance at a parade was unnecessary or impracticable, or there are exceptional circumstances. This is a statement of policy, rather than a rule of law. Dock identification remains legally admissible, subject however to judicial powers of discretionary exclusion under the PACE 1984, s. 78 or at common law. At trial on indictment, this discretion would usually be exercised by a trial judge so as to exclude evidence of a dock identification (see Fergus
(1993)98 Cr App R 313), but different considerations may apply in respect of summary offences where the holding of an identity parade etc. will often be quite impracticable (Barnes v Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr App R 505)». Στο σύγγραμμα Criminal Evidence ανωτέρω σελ. 405 αναφέρεται ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται σε ένα μάρτυρα να αναγνωρίζει ένα κατηγορούμενο για πρώτη φορά στο εδώλιο εκτός σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ο λόγος που δεν πρέπει να επιτρέπεται κάτι τέτοιο είναι το ότι ο μάρτυρας μπορεί να επηρεασθεί στο να κάνει την αναγνώριση από το ότι βλέπει τον κατηγορούμενο στο εδώλιο και έτσι είναι πιο πιθανό να κάνει λάθος. Ως εξαιρετικές περιστάσεις κρίθηκαν: η περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη (βλ. R. v. John [1973] Crim. L. R. 113), η περίπτωση όπου ο μάρτυρας λόγω ασθένειας δεν αναγνώρισε προηγουμένως τον κατηγορούμενο (Caird
(1970)54 Cr. App. R. 499) καθώς και η περίπτωση όπου οι κατηγορούμενοι ήταν μέλη μιας εθνικής μειονότητας και άλλα μέλη της κοινότητας ήταν διστακτικά στο να βοηθήσουν την Αστυνομία με αποτέλεσμα να μην μπορεί η Αστυνομία να βρει αρκετούς άντρες όμοιους στην εμφάνιση για να διεξάγει αναγνωριστική παράταξη. Από τα όσα αναφέρονται στο υπό αναφορά σύγγραμμα φαίνεται ότι οι πιο πάνω περιπτώσεις εξαιρετικών περιστάσεων προφανώς είναι ενδεικτικές και κάθε περίσταση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της. Στο ίδιο δε σύγγραμμα αναφέρεται επίσης ότι αναγνώριση στο εδώλιο μπορεί να ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει θέμα αναγνώρισης γιατί ο μάρτυρας πρέπει να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο από δύο ή περισσότερα το οποίο γνώριζε προηγουμένως. Στην υπόθεση R. v. Horsham JJ. ex p. Buckari
(1982)74 Cr. App. R. 291 λέχθηκε ότι η μαρτυρία αναγνώρισης κατηγορουμένου στο εδώλιο είναι νομικώς αποδεκτή-επιτρεπτή (legally admissible) και ότι η αποδοχή ή όχι τέτοιας μαρτυρίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκείται προς αποκλεισμό τέτοιας μαρτυρίας σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι ο δυσμενής της επηρεασμό είναι μεγαλύτερος από την αποδεικτική της αξία. Περαιτέρω στo σχόλιο που γίνεται σε σχέση με την R. v. John [1973] Crim. L. R. 113 αναφέρεται ότι τέτοια μαρτυρία είναι σαφώς σχετική και ο μόνος λόγος για να αποκλεισθεί θα ήταν ο πιο πάνω αναφερόμενος στην υπόθεση R. v. Horsham. Στο σύγγραμμα Criminal Evidence ανωτέρω αναφέρεται ότι σε περίπτωση που τέτοια μαρτυρία γίνει δεκτή θα πρέπει να υπενθυμίζονται στους ενόρκους οι κίνδυνοι που υπάρχουν αναφορικά με μαρτυρία αναγνώρισης και οι πιθανές αδυναμίες αυτής σύμφωνα με την R. v. Turnbull [1977] 63 Cr. App. R. 132. Τόσο όμως από τα συγγράμματα Archbold και Blackstone's ανωτέρω όσο και από το σύγγραμμα Criminal Evidence ανωτέρω φαίνεται ότι σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των υποθέσεων που εκδικάζονται από Δικαστήρια συνοπτικής διαδικασίας (summary trial) και των υποθέσεων που εκδικάζονται από Δικαστήρια με βάση κατηγορητήριο (trial on indictment). Σχετική είναι η υπόθεση Barnes v. Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr.App.R. 505 όπου κρίθηκε ότι η κατάσταση σε ένα Δικαστήριο συνοπτικής διαδικασίας είναι διαφορετική και ότι στα Δικαστήρια αυτά αναγνωρίσεις ενός κατηγορουμένου στο εδώλιο για πρώτη φορά είναι συνηθισμένες εφόσον είναι αναγκαίες ώστε να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα όπως σε περιπτώσεις τροχαίων αδικημάτων στις οποίες οι κατηγορούμενοι ελλείψει αναγνώρισης υποβάλλουν ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ήταν οι οδηγοί. Αναφέρθηκε δε περαιτέρω ότι η όλη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης σε Δικαστήρια συνοπτικής διαδικασίας θα εβλάπτετο σοβαρά εάν σε κάθε περίπτωση που αμφισβητείται η ταυτότητα του κατηγορούμενου έπρεπε να γίνει αναγνωριστική παράταξη. Τέλος στο σύγγραμμα Criminal Evidence ανωτέρω αναφέρεται ότι η διάκριση στην πρακτική μεταξύ των δύο κατηγοριών Δικαστηρίων δικαιολογείται από το επίπεδο της σοβαρότητας των υποθέσεων που εκδικάζονται στα δύο Δικαστήρια καθώς και από πρακτικούς λόγους όπως το ότι θα ήταν μη πρακτικό να οργανώνεται αναγνωριστική παράταξη κάθε φορά που ένας κατηγορούμενος αμφισβητεί ότι είναι αυτός που διέπραξε το αδίκημα. Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι οι Αστυνομικές διατάξεις Α.Δ.3/8 οι οποίες αφορούν τις διάφορες μεθόδους αναγνώρισης δεν αποτελούν κανόνα δικαίου με την έννοια ότι δημιουργούν υποχρέωση στην Αστυνομία να ακολουθεί κάποια μέθοδο αναγνώρισης σε κάθε υπόθεση. Ως έχει λεχθεί στη Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 οι εν λόγω διατάξεις είναι προσαρμοσμένες προς και απηχούν τις αρχές της νομολογίας ως προς τη παραδεκτή διαδικασία για την αναγνώριση προσώπων, μέσω φωτογραφιών ή αναγνωριστικής παράταξης και με αυτές σκοπείται η διασφάλιση της αξιοπιστίας της αναγνώρισης και η αποφυγή σφαλμάτων τα οποία διαφορετικά είναι δύσκολο να αποτραπούν. Με άλλα λόγια οι διατάξεις αυτές αποτελούν οδηγίες προς τους αστυνομικούς ώστε να γίνεται ορθά και αξιόπιστα η σχετική διαδικασία όταν και εφόσον επιλεγεί να γίνει τέτοια. Η τελική κρίση επί του θέματος εναπόκειται ασφαλώς στο Δικαστήριο το οποίο αποφασίζει λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα. Ερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση ευθέως αναφέρω πως σίγουρα δεν μπορεί το Δικαστήριο να αγνοήσει την αναγνώριση που έγινε, χωρίς να έχει υποβληθεί σημειώνεται καμία ένσταση κατά την υποβολή των σχετικών ερωτήσεων στην κυρίως εξέταση του μάρτυρα, όταν έχει πεισθεί μέσα από τη μαρτυρία και τις λεπτομέρειες που δόθηκαν και όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ότι το δεύτερο πρόσωπο που είδε ο μάρτυρας την επίδικη μέρα ήταν ο κατηγορούμενος 2. Το Δικαστήριο έχει σημειώνεται σκεφτεί το ενδεχόμενο λανθασμένης αναγνώρισης, ως εκ του ότι ο μάρτυρας είδε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο, όμως μη έχοντας καμία αμφιβολία θεωρεί ότι επί του θέματος δεν δύναται να υπάρξει άλλη κατάληξη. Επίσης αναφέρεται πως ο μάρτυρας όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα και εξήγησε δεν είχε την ευκαιρία να προβεί προηγουμένως σε αναγνώριση του μάρτυρα, ενώ υπενθυμίζεται ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται από Δικαστήριο συνοπτικής διαδικασίας και ισχύουν οι παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν. Επιπλέον κατά την κρίση μου δεν έχει στοιχειοθετηθεί επηρεασμός του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και όσα σχετικά αναφέρονται στην αγόρευση της συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 είναι, με κάθε σεβασμό λέω, γενικά και αόριστα. Όσον αφορά την μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου δεν χρειάζεται να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι γίνεται αποδεκτή. Η κατάθεση του κατηγορούμενου, στον βαθμό που περιέχει παραδοχές, αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για τη θεληματικότητα αυτής και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R.
- Η κατάθεση του κατηγορούμενου κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Επομένως θεωρώ ότι αυτή είναι θεληματική και αποτελεί μαρτυρία εναντίον του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως εκ της αξιολόγησης ανωτέρω και έχοντας υπόψη την παραδεκτή μαρτυρία και τα τεκμήρια, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής:
- Στις 27/04/17 και ώρα 0350 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Χριστάκη Παπαστυλιανού, οδός Αγίας Σοφίας 28, Απόστολου Ανδρέα, Λεμεσός, ότι η ώρα 0300 την ίδια μέρα ενώ βρισκόταν στην ανώγειο κατοικία του άκουσε θόρυβο στο ισόγειο όπου υπάρχει ένα μικρό καφενείο. Άνοιξε το παράθυρο και είδε δύο άτομα τα οποία φορούσαν κουκούλες. Όταν τον αντιλήφθηκαν κατευθύνθηκαν προς βόρεια κατεύθυνση και μετά τους έχασε. Κατέβηκε κάτω και πρόσεξε ότι υπήρχε παραβίαση στην αλουμινένια ανοιγόμενη πόρτα του καφενείου. Δεν γνωρίζει αν κλάπηκε οτιδήποτε γιατί ενοικιάζει το κεφενείο στον Περικλή Πισσούριο. Την ίδια μέρα και ώρα 0400 ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή και διενήργησε επιτόπιες εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι οι δράστες αποπειράθηκαν να πετύχουν είσοδο στο καφενείο από την αλουμινένια ανοιγόμενη πόρτα την οποία παραβίασαν με αιχμηρό αντικείμενο. Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη του καφενείου δεν κλάπηκε οτιδήποτε αφού δεν κατάφεραν να ανοίξουν την αλουμινένια πόρτα.
- Στις 27/04/17 επίσης και ώρα 0445 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από την Γαβριέλα Μιχαηλίδου, υπεύθυνη του πρακτορείου με την ονομασία ΟΠΑΠ Παύλος Μιχαηλίδης, οδός Θεόδωρου Ποταμιανού αρ.28-30, στα Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό, ότι η ώρα 0435 της ίδιας μέρας ενεργοποιήθηκε το σύστημα συναγερμού του πρακτορείου. Μετέβη εκεί και από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι εκλάπη ένα μεταλλικό δοχείο του αντικαρκινικού συνδέσμου το οποίο είχε μέσα το χρηματικό ποσό των €150.- σε διάφορα κέρματα. Υπάρχουν κάμερες παρακολούθησης που κατέγραψαν τις κινήσεις 2 ατόμων. Τα άτομα αυτά εισήλθαν στο πρακτορείο η ώρα
- Την ίδια μέρα και ώρα 0400 ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή και διενήργησε επιτόπιες εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η είσοδος - έξοδος των δραστών επιτεύχθηκε από την αλουμινένια ανοιγόμενη πόρτα την οποία παραβίασαν με αιχμηρό αντικείμενο. Οι κάμερες παρακολούθησης που υπήρχαν στο πρακτορείο κατέγραψαν τις κινήσεις 2 ατόμων, τα οποία εισήλθαν στο πρακτορείο η ώρα 0427 (ώρα κάμερας 0327 που είναι μία ώρα πίσω από την κανονική).
- Την ίδια ημέρα δηλ. 27/04/17 και ώρα 0600 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Χριστάκη Χριστοδούλου, υπεύθυνο στην εταιρεία Gerasia Ltd της οποίας το κατάστημα βρίσκεται στην οδό Σπύρου Κυπριανού αρ.69, στα Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό, ότι η ώρα 0400 της ίδιας μέρας ενεργοποιήθηκε το σύστημα συναγερμού. Από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι δεν κλάπηκε οτιδήποτε. Την ίδια μέρα και ώρα 0610 ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή και διενήργησε επιτόπιες εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η είσοδος - έξοδος των δραστών επιτεύχθηκε από την αλουμινένια ανοιγόμενη πόρτα την οποία παραβίασαν με αιχμηρό αντικείμενο. Για την ενεργοποίηση του συστήματος συναγερμού την αναφερόμενη ώρα δεν ενημερώθηκε ο παραπονούμενος.
- Στις 27/04/2017 και ώρα 0430 περίπου, ο ΜΚ2 που υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι αποσπασμένος στον Ουλαμό Προλήψεως Εγκλημάτων Λεμεσού, ενώ βρισκόταν περιπολία με τον Λοχία 661 και τον αστυφύλακα 1871 έλαβαν μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι στην οδό Θεόδωρου Ποταμιάνου αρ. 28 στα Κάτω Πολεμίδια έγινε διάρρηξη στο πρακτορείο ΟΠΑΠ. Αμέσως κατευθύνθηκαν προς το μέρος αφού ήταν με δυτική κατεύθυνση στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου παρά το Τσίρειο στάδιο. Καθοδόν αντιλήφθηκε πλησίον του κόμβου Ορφανίδη δύο ύποπτα πρόσωπα τα οποία ομοίαζαν με την περιγραφή των υπόπτων που δόθηκε νωρίτερα από τον αξιωματικό υπηρεσίας. Αμέσως το ανέφερε στον Λοχία 661 ο οποίος ήταν οδηγός. Σταμάτησαν δίπλα τους και τότε τους φώναξε αστυνομία σταματήστε για έλεγχο, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα και την αστυνομική του ταυτότητα. Τότε τα δύο πρόσωπα τράπηκαν σε φυγή τρέχοντας ανατολικά στον αυτοκινητόδρομο. Αμέσως εξήλθε από το υπηρεσιακό όχημα, τους καταδίωξε πεζός και ταυτόχρονα τους φώναζε αστυνομία σταματήστε και αυτοί συνέχισαν να τρέχουν. Σε κάποιο σημείο του δρόμου άκουσε τον έναν από τους δύο να φωνάζει «Βαρνάβα πάμε απέναντι» και διασταύρωσαν την διαχωριστική νησίδα, πέρασαν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συνέχισαν να τρέχουν ανατολικά. Αφού διάνυσαν συνολική απόσταση περί τα 700 μέτρα και ενώ προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν από τον ηχομονωτικό φράχτη, κατάφερε και ακινητοποίησε τον ένα από τους δύο και με τη βοήθεια του αστυφύλακα 1871 η ώρα 0440 τον κράτησαν στο μέρος. Αμέσως τον πληροφόρησε ότι ήταν ύποπτος για τη διάρρηξη του πρακτορείου ΟΠΑΠ καθώς και άλλες δύο διαρρήξεις που σημειώθηκαν νωρίτερα αφού η περιγραφή του ομοίαζε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του απάντησε «εντάξει εν να σου τα πω ούλλα». Αμέσως στο μέρος αφίχθηκε ο αστυφύλακας 4417 του κλιμακίου διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού (ΜΚ1) ο οποίος αναγνώρισε τον ύποπτο ως τον Βαρνάβα Σοφοκλέους ο οποίος είχε απασχολήσει το τμήμα τους για υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών. Αφού τον ενημέρωσε για τα γεγονότα, παράλαβε τον Σοφοκλέους τον οποίο οδήγησε με τη βοήθεια του αστυφύλακα 1871 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού για περαιτέρω εξετάσεις. Ο ΜΚ2 ας σημειωθεί την ώρα που σταμάτησαν το όχημα και πριν ξεκινήσει η καταδίωξη είδε από κοντινή απόσταση 3 μέτρων και σε σημείο που υπήρχε φωτισμός τα πρόσωπα των δύο υπόπτων και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ως το δεύτερο πρόσωπο που ήταν μαζί με τον Βαρνάβα Σοφοκλέους και το οποίο κατάφερε να διαφύγει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 1, 3 και 5) Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, εδράζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Αρκούντως διαφωτιστική για το πότε στοιχειοθετείται αυτό είναι η Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, από την οποία προκύπτουν τα εξής: - Το αδίκημα συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία προς επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους (για τα πιο πάνω βλ. και την μεταγενέστερη Eminiyet κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 216). Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328 O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold,σελ. 2035 παρ. 28-4). Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (για τα πιο πάνω βλ. και την μεταγενέστερη Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633). - Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Έτσι στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King [1966] Crim. L.R. 280, R. v. Mills 27 Cr. App. R. 49, R. v. Walker [1962] Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien 59 Cr. App. R. 222, Archbold σελ. 2039 παρ. 28-9). - Σε περίπτωση που οι επίδοξοι συνωμότες διατυπώσουν κάποια επιφύλαξη ως προς την οριστικότητα της συμφωνίας τους, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να είναι διαφορετικό. Η επίδραση κάθε επιφύλαξης ρητής ή εξυπακουόμενης είναι και αυτό ζήτημα πραγματικό. Όσον δε αφορά την δυνατότητα διάκρισης μεταξύ της έννοιας της συνωμοσίας και της σύμβασης με τη στενή έννοια του δικαίου των συμβάσεων γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Glanville Williams 2η έκδοση. σελ. 666 παρ. 212. Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Τέλος πέραν της συμφωνίας χρειάζεται και απόδειξη της πρόθεσης στη σκέψη καθενός εκ των επίδοξων συνωμοτών να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (βλ. Λαζάρου ανωτέρω και R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Διάρρηξη κτιρίου και κλοπή (κατηγορία 2) Το συγκεκριμένο αδίκημα προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 291 (ορισμός της διάρρηξης), 294(α) και 255 του Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 294(α) : «
- Όποιος- (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό όμως δεν αποτελεί τμήμα της και διαπράττει κάποιο κακούργημα σε αυτά ή ............., είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» Το αδίκημα της κλοπής δε εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και αποτελεί κακούργημα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
- Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
- Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Απόπειρα διάρρηξης (κατηγορία 4) Ο ορισμός της απόπειρας δίδεται στο άρθρο 366 του Κεφ.154 το οποίο προβλέπει ότι: «Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι δε αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Τέλος είναι επίσης αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος». Σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold, 35th edition, παρ. 4104 σελ. 1583: «To constitute an attempt the act done must be immediately, and not remotely, connected with the commission of the offence. In other words it must be more than mere preparation for the commission of the offence:..... It is submitted that the actus reus necessary to constitute an attempt is complete if the prisoner does an act which is a step towards the commission of the specific crime, which immediately and not merely remotely connected with the commission of it, and the doing of which cannot reasonably be regarded as having any other purpose than the commission of the specific crime». Θα πρέπει λοιπόν να γίνουν αρκετά προς την κατεύθυνση της εκτέλεσης του σκοπού του κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απόπειρας. Μαρτυρία η οποία απλώς καταδεικνύει την ύπαρξη πρόθεσης όπως π.χ. μια δήλωση του κατηγορούμενου αναφορικά με την πρόθεση του πριν ξεκινήσει να κάνει οτιδήποτε για να την υλοποιήσει και όχι μια ενέργεια που γίνεται ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποδεικνύει το mens rea αλλά όχι το actus reus του αδικήματος (βλ. Russell on Crime, 10th edition σελ. 1788). Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του actus reus θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβη σε πράξη, η οποία αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση διάπραξης του αδικήματος και η οποία είναι άμεσα και όχι απλώς απομεμακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξή του και της οποίας η διάπραξη δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι έχει άλλο σκοπό από το σκοπό της διάπραξης του (βλ. και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). Διάρρηξη κτιρίου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 6) Σύμφωνα με το άρθρο 295 του Κεφ.154 : « 295. Όποιος διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό, όμως δεν αποτελεί τμήμα της, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. » ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία και έχοντας κατά νουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής. Κατ' αρχήν πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να αναφερθεί εδώ όσον αφορά την κατάθεση του Βαρνάβα Σοφοκλέους κατηγορούμενου 1, εις την οποία κατονομάζει τον κατηγορούμενο 2 ως τον συνεργό του, ότι αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αφενός διότι η κατάθεση της έγινε μόνον ως προς το γεγονός της λήψης της από το συγκεκριμένο πρόσωπο και περαιτέρω επειδή η κατάθεση ενός κατηγορούμενου αποτελεί μεν μαρτυρία εναντίον του με βάση τη Νομολογία, δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου του (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, 212, NASIR MAHMOUD MALIK, κ.α. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36). Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι χωρίς ο κατηγορούμενος 1 να δώσει ένορκη μαρτυρία και να αντεξεταστεί, να αξιολογηθεί η μαρτυρία του από το Δικαστήριο και να υπάρξει κατάληξη ως προς την αποδεκτότητα της μαρτυρίας αυτής, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε αναφορά εναντίον του συγκατηγορούμενου του. Έχοντας υπόψη αυτά προχωρώ να εξετάσω την υπόλοιπη μαρτυρία. Αναφέρω δε ότι στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή εντοπίζω τα εξής στοιχεία : (α) Στις 27/04/17 έγιναν 2 διαρρήξεις καταστημάτων και 1 απόπειρα διάρρηξης καφενείου. Συγκεκριμένα στις 0300 έγινε απόπειρα διάρρηξης καφενείου, στις 0400 έγινε διάρρηξη στο κατάστημα της εταιρείας Gerasia Ltd και στις 0427 έγινε διάρρηξη στο πρακτορείο ΟΠΑΠ Παύλος Μιχαηλίδης. (β) Με βάση τη μαρτυρία η απόπειρα διάρρηξης στις 0300 έγινε από 2 πρόσωπα, όπως επίσης από 2 πρόσωπα έγινε η τελευταία διάρρηξη στις
- (γ) Αμέσως μετά την τελευταία διάρρηξη πιο πάνω, πλησίον της σκηνής, εντοπίστηκαν από την Αστυνομία δύο ύποπτα πρόσωπα τα οποία μόλις τους ζητήθηκε να σταματήσουν τράπηκαν σε φυγή. Καταδιώχθηκαν και τελικά συνελήφθη ο 1ος κατηγορούμενος, ενώ το δεύτερο πρόσωπο κατάφερε να διαφύγει. (δ) Ο 1ος κατηγορούμενος ομολόγησε τη διάπραξη όλων των πιο πάνω και εν τέλει καταδικάστηκε στη βάση δικής του παραδοχής. (ε) Το δεύτερο πρόσωπο που ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο 1 τη στιγμή που εντοπίστηκαν από την Αστυνομία και τράπηκαν σε φυγή ως αναφέρθηκε πιο πάνω ήταν ο κατηγορούμενος
- (στ) Ο κατηγορούμενος 2 είναι φίλος του κατηγορούμενου 1, όπως ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεση του τεκμ.
- Εξάλλου το γεγονός ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο 1 προκύπτει και από το ότι κατά την καταδίωξη τους από τον ΜΚ2 σε κάποια στιγμή φώναξε στον κατηγορούμενο 1 «Βαρνάβα πάμε απέναντι». (ζ) Ουδεμία εξήγηση υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς του κατηγορούμενου 2 για την παρουσία του στο χώρο μαζί με τον κατηγορούμενο 1 τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τι κρατούσε στα χέρια του τρέχοντας να διαφύγει της Αστυνομίας και βεβαίως γιατί έτρεξε να διαφύγει. Έχοντας κατά νουν όλα τα ανωτέρω και στη βάση του τεκμηρίου της συνέχειας (βλ. Beresford v. St. Albans [1905] 22 TLR 1 η οποία έχει υιοθετηθεί από την Nanoka Ltd v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 471, 479, όπως επίσης Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 241, Blackstone's Criminal Practice 2013, παρ. F1.27, σελ.2363 και την Dalloz v R
(1909)1 Cr. App. R. 258), το Δικαστήριο καταλήγει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 κατά τη χρονική αυτή διάρκεια της 1 ½ ώρας περίπου οπότε διαπράχθηκαν τα αδικήματα, αμέσως πριν δηλαδή τον εντοπισμό και καταδίωξη τους ως αναφέρθηκε, ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ήταν το δεύτερο πρόσωπο που μαζί με τον κατηγορούμενο 1 διέπραξε τόσο την απόπειρα διάρρηξης η ώρα 0300 όσο και την τελευταία διάρρηξη στις 0427 και βεβαίως στο ενδιάμεσο την διάρρηξη στις
- Τα στοιχεία εν πάση περιπτώσει της περιστατικής μαρτυρίας που εντοπίζονται στην προκειμένη περίπτωση οδηγούν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα δηλαδή στο ότι ο κατηγορούμενος 2, μαζί με τον κατηγορούμενο 1, διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται με τις κατηγορίες 2, 4 και
- Στο σύγγραμμα των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 555, αναφέρεται ότι: «Όταν τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι επαρκώς πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής». Αυτό ισχύει στην περίπτωση μας. Από εκεί και πέρα κατά την κρίση μου αποδεικνύεται χωρίς αμφιβολία μέσα από την κοινή δράση τους, η συμφωνία των κατηγορούμενων 1 και 2 για διάπραξη των 3 διαρρήξεων αλλά και η πρόθεση στη σκέψη του κατηγορούμενου
- Η απόπειρα διάρρηξης και η διάρρηξη εν συνεχεία 2 καταστημάτων, σε συνάρτηση με τις κινήσεις των κατηγορούμενων κατά τη διάρρηξη του πρακτορείου (τελευταία διάρρηξη) οι οποίες καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και το γεγονός ότι τράπηκε σε φυγή για να διαφύγει του ελέγχου της Αστυνομίας, δεν αφήνουν καμία απολύτως αμφιβολία για τη γνώση του. Οπότε κρίνω πως έχουν διαπραχθεί και τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 3 και
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι πέτυχε να αποδείξει όλες τις κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5 και
- (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος / διάρρηξη και κλοπή / απόπειρα διάρρηξης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος δηλαδή κλοπή / διάρρηξη με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος δηλαδή κλοπή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο