ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JOANNIDES ANTHONY, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: 14/17, 6/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: 14/17 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133
(1)ΤΟΥ 2004 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ JOANNIDES ANTHONY -------------------------------------------- Ημερομηνία: 06 Iουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία : κα. Ι. Τσιντίδου Για τον Εκζητούμενο : κ. Θ. Αθανασίου Εκζητούμενος : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Στις 9.5.2017 η Εισαγγελία της Κολωνίας, κατόπιν εντάλματος σύλληψης ημερ.9.2.2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Κολωνίας, εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για τον εκζητούμενο (Ε.Ε.Σ), προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του για 40 σοβαρά αδικήματα παραβίασης της περί ΦΠΑ νομοθεσίας ως αναφέρεται στο ΕΕΣ, τα οποία φαίνεται να διαπράχθηκαν την περίοδο 2010 - Ιούλιο 2012 και επισύρουν με βάση τον Γερμανικό Νόμο ποινή φυλάκισης μέχρι 15 χρόνια. Παρεμβάλλω εδώ ότι το γεγονός ότι στη Γερμανία, οι Εισαγγελικές Αρχές είναι αρμόδιες για έκδοση ΕΕΣ επιμαρτυρείται από το τεκμ.6 που κατατέθηκε εκ συμφώνου. Εν πάση περιπτώσει, εκ του περισσού ενδεχομένως, αναφέρεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί τούτο σε οιονδήποτε στάδιο από την πλευρά του εκζητούμενου. Το Ε.Ε.Σ πιο πάνω διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές και όπως προκύπτει από την οπισθογράφηση στο Ε.Ε.Σ (βλ.τεκμ.1) σε συνάρτηση με τη μαρτυρία πιο κάτω, με βάση αυτό ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 12.5.17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Αυθημερόν δε ο εκζητούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αφού ικανοποιήθηκε ότι είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο Ε.Ε.Σ, ακολούθως τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ και για το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο, το οποίο άσκησε. Ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Αναφέρεται επίσης ότι ο εκζητούμενος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρέμεινε ελεύθερος υπό όρους. Νομική Πτυχή: Οι βασικοί σκοποί του Νόμου και οι στόχοι της όλης διαδικασίας που καλύπτει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) είναι οι εξής (βλ. Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2015, Αναφορικά με τον SHINI-MEHRABZADEH SAID, ημερ.17/11/15): Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του ΄Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004. Το άρθρο 2
(2)δε του Νόμου 133(Ι)/2004 προνοεί τα ακόλουθα: « Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. » Οι σχετικές πρόνοιες του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρουν τα εξής:
- The Union is founded on the principles of liberty, democracy, respect for human rights and fundamental freedoms, and the rule of law, principles which are common to the Member States.
- The Union shall respect fundamental rights, as guaranteed by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms signed in Rome on 4 November 1950 and as they result from the constitutional traditions common to the Member States, as general principles of Community law. Στην Πολ.Εφ.100/2014 Spiriev v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ημερ.13/05/2014 λέχθηκαν τα εξής : " Δεν υπάρχει, βεβαίως, αμφιβολία, άλλωστε επιβεβαιώνεται και νομολογιακά (Μιχαηλίδης (ανωτέρω)), ότι το όλο λεκτικό της Απόφασης-Πλαίσιο, με τις προνομιακές του τοποθετήσεις, καθορίζει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης ενός ατόμου. Ο μηχανισμός έκδοσης μπορεί να αναχαιτιστεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης των αρχών που καθορίζονται στο άρθρο 6
(1)της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, και απαγορεύεται η διαμεταγωγή προσώπου σε κράτος μέλος, όπου θα είναι ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση." Στο άρθρο 13 του Νόμου 133(Ι)/2004 καταγράφονται λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ το άρθρο 14 του ίδιου Νόμου καθορίζει λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ήδη από το σημείο αυτό αναφέρω πως δεν θα με απασχολήσουν τα άρθρα 13 και 14, αφού απλά δεν συντρέχει κάποιος εκ των λόγων που αναφέρονται σ' αυτά, ούτε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Συναφώς δεν κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω. Τέλος, το άρθρο 15
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 προνοεί ότι : "15.
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος." Οι θέσεις των δύο πλευρών - Επιχειρηματολογία των συνηγόρων Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, ενώ περαιτέρω αγόρευσαν και προφορικά. Ο μεν συνήγορος του εκζητούμενου σημειώνεται για να τονίσει κάποια πράγματα που ήθελε, η δε συνήγορος της Δημοκρατίας για να σχολιάσει ουσιαστικά την εισήγηση της πλευράς του εκζητούμενου η οποία έγινε για 1η φορά με την τελική γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του εκζητούμενου για εφαρμογή του άρθρου 30
(2)του Ν.133(Ι)/2004 εφόσον αποφασιστεί η εκτέλεση του ΕΕΣ. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα αναφέρουν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Μαρτυρία και Αξιολόγηση Η Δημοκρατία παρουσίασε ως μοναδικό μάρτυρα την Αστ.4748 Οριάνα Γρηγορίου. Μαρτυρία επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε εκ μέρους του εκζητούμενου ο Wolfgang Schomburg. Στα πλαίσια της Ακρόασης δε σημειώνεται κατατέθηκαν συνολικά 13 τεκμήρια, εκ των οποίων 5 από την μάρτυρα Γρηγορίου (τεκμ.1-5), 6 από τον μάρτυρα Schomburg (τεκμ.8-12) και 3 εκ συμφώνου (τεκμ.6, 7 & 13). Επίσης αναφέρεται ότι έγινε στις 26.5.17 το εξής παραδεκτό γεγονός : Tο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποστάλθηκε από την αρμόδια αρχή της εκδίδουσας χώρας ήτοι της Γερμανίας, στην Κεντρική Αρχή της Δημοκρατίας δηλαδή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, το οποίο με τη σειρά του και κατά τις 12/05/17 το απέστειλε για σκοπούς σύλληψης του εκζητούμενου στο γραφείο διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας, δηλαδή στο ΤΑΕ Λεμεσού. Είναι σαφές δε σημειώνεται εδώ ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνον για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας, που δεν είναι άλλος βέβαια από τη διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να ικανοποιηθεί ή όχι το αίτημα των Γερμανικών Αρχών. Με βάση αυτά σημειώνω ως προς την μαρτυρία της Αστ. 4748 Οριάνα Γρηγορίου ότι: Η μάρτυρας υπηρετεί στο γραφείο Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του ΤΑΕ Λεμεσού και ανέφερε ότι στις 12/05/17 ήρθε κοντά τους το ΕΕΣ που αφορούσε τον Αντώνη Ιωαννίδη, τόσο στην Αγγλική γλώσσα όσο και στη Γερμανική (τεκμ.1 και 2), το οποίο εκτέλεσε, με τη βοήθεια του Αστ.1945, αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν το άτομο που αναφερόταν στο ΕΕΣ και του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Αυτός απάντησε «no comment». Αμέσως μετά του παρέδωσε και αντίγραφα του ΕΕΣ τόσο στην Αγγλική όσο και στη Γερμανική γλώσσα καθώς και έγγραφο δικαιωμάτων που αφορούν πρόσωπα που συλλαμβάνονται το οποίο αρνήθηκε να υπογράψει κατόπιν συμβουλής από το δικηγόρο του (βλ. τεκμ.3) αλλά και έγγραφο δικαιωμάτων για συλληφθέντες βάση ευρωπαικού εντάλματος σύλληψης στην Αγγλική γλώσσα που επίσης αρνήθηκε να υπογράψει (βλ.τεκμ.4). Εν σχέση με όλα τα πιο πάνω σχετική είναι και η οπισθογράφηση στο τεκμ.1 αναφορικά με την εκτέλεση του. Οι ενέργειες της μάρτυρος και όσα ανέφερε παρέμειναν αναντίλεκτα και γίνονται στο σύνολο τους αποδεκτά. Ως προς τη μαρτυρία του κ. Schomburg σημειώνω τα εξής: Κατ' αρχήν αναφέρεται ότι ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Τούτο δηλώθηκε σημειώνεται ως παραδεκτό (βλ. στενοτυπημένα πρακτικά ημερ.31/05/17, σελ. 4-5). Σημειώνεται επίσης πως τα προσόντα του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν (βλ. βιογραφικό σημείωμα τεκ.8). Όπως ανέφερε δε ο ίδιος ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, η δική του εμπειρογνωμοσύνη είναι ότι ήταν το επιστημονικό μέλος στην Ευρωπαϊκή Δικαστική Οργάνωση, πώς να συμπληρώνεται το έντυπο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, για να μπορούν οι δικαστές όλων των κρατών μελών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επεξεργαστούν αυτό το εργαλείο της αμοιβαίας αναγνώρισης. Η αναφορά του δε σχετικά με το Τεκμήριο 1, βασίζεται είπε στο εγχειρίδιο για το πώς εκδίδονται Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης. Με βάση τα ανωτέρω κατά την κρίση μου ο μάρτυρας είναι πρόσωπο που θα μπορούσε να καταθέσει ως Εμπειρογνώμονας αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμ.1. Όμως ανεξάρτητα τούτου θα πω με κάθε σεβασμό ότι με την μαρτυρία του πολύ λίγο βοήθησε, έως καθόλου θα έλεγα, το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του κατά την κρίση μου χαρακτηρίστηκε από αχρείαστη, ανούσια πολυλογία, γενικότητα, αοριστία, σύγχυση και άσχετες αναφορές. Θα έλεγα δε ότι ανέπτυξε περισσότερο θεωρητικά το θέμα των ΕΕΣ και πολύ λίγο ασχολήθηκε με το επίδικο ΕΕΣ. Πιο συγκεκριμένα : - Ως προς την μετάφραση του τεκμ.1 είπε πως δεν υπάρχει η βεβαίωση του μεταφραστή που απαιτείται και πιστεύει ότι υπάρχουν λάθη, δίδοντας παραδείγματα. Όσα σχετικά ανέφερε όμως είναι γενικά και αόριστα. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω πως στην τελευταία σελίδα του ΕΕΣ στα αγγλικά (τεκμ.1) υπάρχει πιστοποίηση ημερ.09/05/17 αναφορικά με την ακρίβεια της μετάφρασης, το λεκτικό είναι παρόμοιο με αυτό που ανέφερε ο μάρτυρας ότι απαιτείται και το σημαντικό είναι πως τούτη η μετάφραση έγινε αποδεκτή και ικανοποίησε τις αρμόδιες Γερμανικές αρχές που εξέδωσαν το ένταλμα. Έχοντας δε υπόψη ότι δεν έχει τεθεί απολύτως τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να στηρίζει τη θέση αυτή του μάρτυρα και ότι δεν έχει πείσει επαρκώς για λάθη στη μετάφραση, συν ότι το Δικαστήριο ενδιαφέρει το αγγλικό κείμενο που έχει ενώπιον του, έχοντας αποσταλεί τούτο από τις αρμόδιες αρχές της Γερμανίας, καταλήγω να πω ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. - Για την διπλή εγκληματικότητα (κατά το μάρτυρα) ή διαφορετικά το διττό αξιόποινο δεν διαφωνώ ότι για να ελεγχθεί θα πρέπει να υπάρχει περιγραφή των γεγονότων στο ΕΕΣ που να ταιριάζουν, όπως το έθεσε ο μάρτυρας, με τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Όσα περαιτέρω ανέφερε όμως για τα αναφερόμενα στο ΕΕΣ άρθρα σε συνάρτηση με τα άρθρα στον σχετικό νόμο, για παραλείψεις κλπ, ήταν συγκεχυμένα, γενικά και αόριστα, χωρίς να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η Νομοθεσία ή οτιδήποτε για να μπορούν να ελεγχθούν όσα ανέφερε ως προς τη βασιμότητα τους. Εν πάση περιπτώσει προσθέτω εδώ ότι με βάση το εγχειρίδιο για το πώς εκδίδεται το ΕΕΣ (τεκμ.13), το οποίο παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ της συνηγόρου της Δημοκρατίας και του μάρτυρα ότι δεν είναι τελεσίδικο ή δεσμευτικό για τους Δικαστές και περαιτέρω αποτελεί συστάσεις για την εκτελεστική εξουσία, όταν ισχύει το διττό αξιόποινο είναι απαραίτητη μια πιο εκτενής περιγραφή προκειμένου να στοιχειοθετηθούν οι κύριες πτυχές των γεγονότων και πάλιν όμως θα πρέπει να περιλαμβάνονται τα ουσιώδη δεδομένα (βλ. σελ. 68). Εδώ η περιγραφή που υπάρχει στο ΕΕΣ κρίνεται αρκούντως ικανοποιητική και περιλαμβάνει κατά την κρίση μου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι απαραίτητα για να καταλήξει το Δικαστήριο επί του θέματος που απασχολεί. Ευθέως δε αναφέρω ότι τα γεγονότα και οι περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων στο ΕΕΣ μέσα από τα οποία προκύπτει ότι τα αδικήματα αφορούν δόλια αποφυγή καταβολής ΦΠΑ και παράνομη αξίωση επιστροφής ΦΠΑ, παραπέμπουν στο άρθρο 46
(1)-
(5)του Περί Νόμου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000, υπό τον τίτλο φορολογικά αδικήματα, το οποίο προνοεί για τα αδικήματα της δόλιας αποφυγής καταβολής ΦΠΑ και της πρόθεσης εξαπάτησης με βάση αναληθείς δηλώσεις και έγγραφα. Ως προς τη θέση ότι παραλείπονται νομικές διατάξεις, θα σημειώσω εδώ κατ' αρχήν όσα αναφέρονται στο εγχειρίδιο που επικαλέστηκε κατ' επανάληψη ο μάρτυρας δηλ. το τεκμ.13. Συγκεκριμένα στη σελίδα 71 αναφέρεται για το σημείο (
- e)II του ΕΕΣ, υπό τον τίτλο πλήρης περιγραφή της ή των αξιόποινων πράξεων που δεν καλύπτονται από το σημείο Ι : « Μην επαναλάβετε στο τμήμα ΙΙ αυτά που περιγράφηκαν ήδη ανωτέρω στο τετραγωνίδιο (ε). Πέραν από την πλήρη περιγραφή, δεν απαιτούνται πληροφορίες σχετικά με την εθνική νομοθεσία. Εάν τα πραγματικά περιστατικά έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω, μην τα επαναλάβετε. Μην προσθέσετε νομικά κείμενα εάν τα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται ήδη με σαφήνεια ανωτέρω, χρησιμοποιείστε αυτό το τετραγωνίδιο μόνο εάν ισχύει το διπλό αξιόποινο και χρειάζεται να επεκταθείτε περισσότερο για τα πραγματικά περιστατικά επιπλέον όσων ήδη αναφέρθηκαν προηγουμένως. Προκειμένου ένας δικαστής να κρίνει το διπλό αξιόποινο, δεν είναι απαραίτητο να έχει το νομικό κείμενο αλλά μόνο να ξέρει τα ακριβή πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αν και ορισμένα δικαστήρια απαιτούν αντίγραφα των νομικών κειμένων. » Με βάση αυτά και με δεδομένη τη διαπίστωση ότι το ΕΕΣ περιέχει όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα για να μπορέσει να αποφασίσει το Δικαστήριο, ευθέως αναφέρω ότι για το Δικαστήριο είναι σαφές περί τίνος πρόκειται και πως η περίπτωση αφορά 40 σοβαρά αδικήματα απάτης στη βάση της Νομοθεσίας για το ΦΠΑ και πως προκύπτει το Γερμανικό Δημόσιο να απώλεσε συνεπεία τούτης της απάτης το ποσό των 12.049.088.- ευρώ. Προφανώς δεν χρειάζεται να αναφερθεί τίποτε περισσότερο. Παρατηρώ όμως ότι στο ΕΕΣ τεκμ.1 γίνεται αναφορά στο άρθρο 370 του Φορολογικού Κώδικα της Γερμανίας και σε άρθρα του Γερμανικού Νόμου για το ΦΠΑ, στα οποία γίνεται αναφορά στο σημείο (
- e)του τεκμ.1. Παρεμβάλλω δε εδώ ότι εκ της αναφοράς στο ΕΕΣ τεκμ.1 δύο φορές ως επικεφαλίδας του άρθρου 14 c του Γερμανικού Νόμου για το ΦΠΑ δεν θεωρώ ότι προκύπτει οτιδήποτε ουσιαστικό. Κατ' αρχήν επειδή είναι προφανές από την αντιπαραβολή με το Γερμανικό ΕΕΣ τεκμ.2 ότι η αναφορά τη 2η φορά έγινε εκ λάθους και πως τη 2η φορά θα έπρεπε να γίνεται αναφορά στο άρθρο 18 του Γερμανικού Νόμου για το ΦΠΑ. Ας σημειωθεί για τούτο έγινε απλά μια παρατήρηση γενικότερα από το μάρτυρα ότι αναφέρεται 2 φορές το άρθρο 14 c, κάτι που βεβαίως δεν είναι ακριβές εάν αναγνωστεί το λεκτικό κάτω από την κάθε αναφορά στο άρθρο αυτό. Περαιτέρω, όπως προανέφερα, ο μάρτυρας και η πλευρά του εκζητούμενου αρκέστηκαν σε κάποιες γενικές αναφορές επί του θέματος των παραλείψεων, χωρίς να παρουσιάσουν τίποτε και χωρίς να πείσουν ότι προκύπτει κάτι ουσιαστικό. Και μιλώντας για ουσία καταλήγω πως η περιγραφή των ουσιωδών γεγονότων στο ΕΕΣ σε συνάρτηση με τις αναφερόμενες νομικές διατάξεις ικανοποιούν πλήρως το Δικαστήριο. - Ερχόμενος στην περιγραφή των αξιόποινων πράξεων στο ΕΕΣ ανέφερε ότι γράφει πως σχετίζεται με 40 αξιόποινες πράξεις και σύμφωνα με το εγχειρίδιο εκεί όπου υπάρχουν πέραν της μίας αξιόποινης πράξης, ειδικά σε δύσκολες υποθέσεις, χρειαζόμαστε ξεκάθαρη και ακριβή περιγραφή της υποψίας δηλ. πότε διαπράχθηκε, που, χρόνο, ώρα και βαθμό συμμετοχής του εκζητούμενου. Εδώ το κείμενο παραμένει αφηρημένο όπως και η συγκεκριμένη συμμετοχή του εκζητούμενου και υπάρχει δυσκολία να αποφασιστεί κατά πόσο είναι αντίφαση το ότι άλλοι μπήκαν στην ομάδα μετά και συγκεκριμένα το 2011. Όπως είναι το ΕΕΣ τώρα ο ισχυρισμός είναι μόνο ότι ο εκζητούμενος ενήργησε ως μέλος ομάδας. Επίσης πρόσθεσε ότι ως αναφορά τον τόπο διάπραξης των αξιόποινων πράξεων που αναφέρεται δηλ. «Cologne and elsewhere» ανησυχεί από το γεγονός ότι το ισχυριζόμενο έγκλημα διαπράχθηκε επίσης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ίσως να υπάρχουν ανέφερε αντιμαχόμενες δικαιοδοσίες. Η έννοια του «αλλού» (elsewhere) μπορεί να ερμηνευτεί ως να διαπράχθηκε επίσης στην Κύπρο. Δεν με βρίσκουν σύμφωνο όσα ανέφερε. Κατ' αρχήν δεν ανέμενα ως θέμα λογικής να γίνεται αναφορά και να δίνονται λεπτομέρειες για το κάθε ένα ξεχωριστά εκ των 40 αδικημάτων στα οποία γίνεται αναφορά στο ΕΕΣ. Από εκεί και πέρα να μην διαφεύγει ότι μιλά μεν για 40 αδικήματα το ΕΕΣ, πλην όμως αυτά προκύπτουν σύμφωνα με όσα αναφέρονται μέσα από μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που διήρκησε την συγκεκριμένη περίοδο που αναφέρεται. Εν πάση περιπτώσει δεν εντοπίζω στην παράγραφο (
- e)του τεκμ.1 τα στοιχεία που ανέφερε ο μάρτυρας. Αντίθετα θεωρώ πως υπάρχει αρκούντως ικανοποιητική περιγραφή των συνθηκών τέλεσης των αδικημάτων, του χρόνου και τόπου τέλεσης, καθώς επίσης της μορφής και του βαθμού συμμετοχής του εκζητούμενου στην απάτη εν σχέση με το ΦΠΑ που περιγράφεται, τύπου καρουζέλ. Ερχόμενος τώρα στα όσα ανέφερε για τον τόπο διάπραξης ευθέως αναφέρω κατ' αρχήν ότι η απόφαση του Aleksei Petruhhin (c-182/15) την οποία επικαλέστηκε δεν προκύπτει, πέραν των γενικών αρχών που εκεί αναφέρονται, να έχει κάποια σχέση με την παρούσα. Περαιτέρω όμως αναφέρω πως το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο να αρνηθεί το αίτημα με την δικαιολογία ότι ενδέχεται, με δεδομένο ότι ουδέν έχει προκύψει μέχρι σήμερα, να προκύψει θέμα αντιμαχόμενων δικαιοδοσιών. Κάνοντας απλά εικασίες δηλαδή εις βάρος συγκεκριμένων δεδομένων. Σίγουρα όμως για την Κύπρο, επειδή αναφέρθηκε από το μάρτυρα, δεν φαίνεται να προκύπτει θέμα αφού θεωρώ η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας θα ενημέρωνε το Δικαστήριο σχετικά ή και η Δημοκρατία θα χειριζόταν ενδεχομένως το θέμα διαφορετικά. Εν κατακλείδι επί του θέματος αυτού αναφέρω πως τη δεδομένη στιγμή τέτοιο θέμα αντιμαχόμενων δικαιοδοσιών δεν υπάρχει και τα αδικήματα φαίνεται να αφορούν το Γερμανικό Δημόσιο. - Όσον αφορά το σημείο (
- f)στο ΕΕΣ τεκμ.1 είπε ότι θα πρέπει να αναφέρεται κατά πόσο υπάρχει παραγραφή μετά από 5 ή 10 χρόνια και εξήγησε τι αναμένεται εδώ με βάση το εγχειρίδιο τεκμ.13. Επίσης ανέφερε μεταξύ άλλων ότι (βλ. στενοτυπημένα πρακτικά ημερ. 31/05/17, σελ.14): «.Έπρεπε να συμπεριληφθεί εδώ πόσο χρόνο θα πάρει μέχρι να κατηγορηθεί να προσαφθούν κατηγορίες και επιβεβαιωθούν οι κατηγορίες και πότε αν και καθόλου θα ξεκινήσει η ακρόαση, η δίκη. Αυτό είναι σχετικό με την αρχή της αναλογικότητας, και αυτό είναι καταγραμμένο στο Άρθρο 6, στη σύμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παράγραφος 4 (διαβάζει) «Η αρχή της αναλογικότητας, το περιεχόμενο και ο τύπος, δεν θα είναι περισσότερο από αυτό που είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της σύμβασης». Το ζήτημα της αναγκαιότητας είναι αναγκαίο να εκδοθεί προς το παρόν; Χωρίς καμιά γνώση πότε θα προσαφθούν κατηγορίες, πότε θα επιβεβαιώσει τις κατηγορίες ένας ανεξάρτητος Δικαστής και πότε αν καθόλου θα γίνει δίκη. Είναι γι' αυτό τον λόγο έχω συλλέξει μετάφραση των διαδικασιών που αναμένονται στη Γερμανία. Δεν είναι για εμένα να εικάζω, αλλά η πείρα δείχνει, ήμουν Εισαγγελέας για εγκλήματα, εγώ προσωπικά σε οποιανδήποτε περίπτωση, θα πάρει έξι μήνες μέχρι έναν χρόνο, πριν να έχουμε κατηγορίες και μέχρι δύο χρόνια, πριν ίσως είναι αναγκαίο να ξεκινήσει η δίκη..» Ξεκινώντας από το τι περιέχεται στο σημείο (
- f)σημειώνω ότι με βάση το εγχειρίδιο που επικαλέστηκε κατ' επανάληψη ο μάρτυρας κανονικά δεν συμπληρώνεται (βλ. σελ.72 του τεκμ.13). Αναφέρονται δε οι περιπτώσεις / παραδείγματα όπου γίνεται συμπλήρωση. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως δεν ήταν αναγκαία η συμπλήρωση του. Για το θέμα της παραγραφής αναφέρεται ότι με βάση το άρθρο 4
(4)της απόφασης πλαίσιο (βλ.τεκμ.9Β) και αντιστοίχως το άρθρο 14
(1)(γ) του Ν.133(Ι)/2004, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ (λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης) εφόσον επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς Νόμους. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τους Κυπριακούς Νόμους δεν τίθεται θέμα παραγραφής ούτε και έχει υπάρξει τέτοια εισήγηση. Όσα άλλα αναφέρονται για το πότε θα προσαφθούν κατηγορίες, πότε θα επιβεβαιώσει τις κατηγορίες ένας ανεξάρτητος Δικαστής και πότε, αν καθόλου, θα γίνει δίκη, σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας, στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας, κατ' αρχήν να σημειώσω την παρατήρηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου στη σελ. 18 της γραπτής του αγόρευσης ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση βάση της απόφασης πλαίσιο να εξετάσει την αρχή αυτή, η οποία είναι ορθή. Από εκεί και πέρα το Δικαστήριο ευθέως αναφέρω πως δεν θα υπεισέλθει σε εξέταση των διαδικασιών που ισχύουν στην Γερμανία για τα θέματα προφυλάκισης κλπ, από τη στιγμή που ο μάρτυρας μιλούσε αφενός σε θεωρητικό επίπεδο και για το τι ενδεχομένως θα γίνει και αφετέρου, κυρίως, εφόσον δεν έχει προβληθεί ποτέ η θέση, ούτε ετέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία για παράδειγμα σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από τη Γερμανία των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του ΄Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. νομολογία πιο πάνω). Παρεμβάλλω εδώ σχετικά ότι σε ερώτηση της συνηγόρου της Δημοκρατίας αν αυτό που εισηγείται είναι ότι οι Γερμανικοί νόμοι και το Σύνταγμα της Γερμανίας δεν προστατεύουν επαρκώς τα δικαιώματα των υπόπτων ή και το δικαίωμα για δίκαιη δίκη έδωσε μια απάντηση γενική και αόριστη, σε επόμενη ερώτηση της συνηγόρου αν θεωρεί ότι οι γερμανικοί νόμοι και το Σύνταγμα ως έχει δεν διασφαλίζουν επαρκώς ή καλύτερα δεν διασφαλίζουν επαρκώς τα δικαιώματα του εκζητούμενου αν και εφόσον παραδοθεί στη Γερμανία, είπε ως θέμα αρχής φυσικά αλλά πρέπει να κάνεις διάκριση από έναν που διαμένει στη Γερμανία και στερείται της ελευθερίας του και ένα άτομο που στερείται της ελευθερίας του στο εξωτερικό, και εν τέλει όταν το ίδιο το Δικαστήριο, εφόσον διέκρινε ότι δεν έδινε ξεκάθαρη απάντηση, του έθεσε ευθέως την ερώτηση αν ισχυρίζεται ότι για άτομο το οποίο θα εκδοθεί και θα παραδοθεί στη Γερμανία οι νόμοι και το Σύνταγμα της Γερμανίας δεν διασφαλίζουν τα ανθρώπινα του δικαιώματα, ήταν πλέον ξεκάθαρο για το Δικαστήριο με βάση την απάντηση του ότι δεν υπήρχε από μέρους του διάθεση να δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση ή καλύτερα απέφυγε να δώσει απάντηση (βλ. στενοτυπημένα πρακτικά ημερ. 1/6/17, σελ.9-11). Στοιχεία που θα ήθελα να θέσω εδώ προκύπτουν μέσα από το ακόλουθο απόσπασμα της Πολ. Αίτησης 248/13, Αναφορικά με τον Μιχάλη Μιχαηλίδη, ημερ. ημερ.17/09/2013, οπότε το μόνον που σημειώνω είναι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του κανένα απολύτως λόγο για να μην θεωρήσει δεδομένο ότι η Γερμανία και πιο συγκεκριμένα οι Δικαστικές Αρχές της χώρας θα σεβαστούν όλα τα δικαιώματα του εκζητούμενου από την 1η στιγμή που θα τεθεί στη διάθεση τους μέχρι το πέρας της δικής του, εφόσον γίνει, στα πλαίσια της οποίας θα μπορεί να προβάλει και όλες τις θέσεις που επιθυμεί. "Οι εκ προοιμίου αιτιάσεις του εφεσείοντα ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί στην Ελλάδα, θα παραβιασθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να γίνουν αποδεκτές καθότι αυτό θα συνιστούσε απαράδεκτη απαξίωση του ποινικού συστήματος μιας χώρας μέλους της ΕΕ, με όλες τις αυτονόητες αρνητικές συνέπειες σ΄ ότι αφορά την αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται μεταξύ των δικαστικών αρχών των Κρατών Μελών της ΕΕ. Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (confidence and trust) η οποία είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των Κρατών Μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των Κρατών Μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα Κράτη Μέλη στα ζητήματα της απονομής της δικαιοσύνης. Θεωρούμε, επομένως, ως δεδομένο ότι οι δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας θα διασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό όλων των δικαιωμάτων του εφεσείοντα και, σ΄ ότι αφορά τις Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτιμούμε ότι, σεβόμενες τις υποχρεώσεις της, ως Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν να δεχθούν ότι σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως είναι η Ελλάδα, μπορεί να θεωρηθεί, εκ προοιμίου και χωρίς απόδειξη, ότι το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα πάσχει ή είναι κατώτερο του αναμενομένου. Το ίδιο βέβαια, αναμένουν και οι Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δέχονται και αναγνωρίζουν και τα άλλα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας. " Σε κάθε περίπτωση όμως ξεκαθαρίζω εδώ πως με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Δημοκρατίας ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εξετάσει την αρχή της αναλογικότητας (κάτι που όπως προανέφερα δέχεται η πλευρά του εκζητούμενου με τις περαιτέρω σημειώσεις βέβαια του συνηγόρου του στην γραπτή του αγόρευση) και περαιτέρω πως αυτό είναι ένα θέμα που αφορά το κράτος που ζητά την έκδοση δηλ. στην προκειμένη περίπτωση τη Γερμανία και δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι οι αρμόδιες αρχές της Γερμανίας δεν εξέτασαν το θέμα, κρίνοντας εν τέλει ότι η έκδοση του ΕΕΣ είναι αναγκαία. Εν πάση περιπτώσει ανεξάρτητα των ανωτέρω σημειώνω ότι έχοντας κατά νου την αρχή της αναλογικότητας και τα όσα σχετικά ανέφερε ο μάρτυρας δεν έχω πεισθεί ότι προκύπτει οιοσδήποτε βάσιμος λόγος ώστε το Δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση. - Όσον αφορά το σημείο «g» στο ΕΕΣ τεκμ.1 θα αρκεστώ να αναφέρω εδώ ότι κατά την κρίση μου δεν έχρηζε συμπλήρωσης αφού αφορά θέμα κατάσχεσης και παράδοσης αντικειμένων που αποκτήθηκαν εκ της αξιόποινης πράξης από τον εκζητούμενο, κάτι που προφανώς δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Συμπεράσματα: Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, το παραδεκτό γεγονός που έγινε και όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρω ότι τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής :
(1)Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί πως είναι σαφές ότι το Ε.Ε.Σ εκδόθηκε από αρμόδια αρχή της Γερμανίας, η οποία το διαβίβασε αρμοδίως στην αντίστοιχη αρμόδια Κυπριακή αρχή δηλαδή το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, το οποίο με τη σειρά του και κατά τις 12/05/17 το απέστειλε για σκοπούς σύλληψης του εκζητούμενου στο γραφείο διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας, δηλαδή στο ΤΑΕ Λεμεσού και ότι η σύλληψη έχει γίνει όπως φαίνεται και στην οπισθογράφηση επί του Ε.Ε.Σ και δεν υπάρχει κάποιο εκκρεμές θέμα εν σχέση με αυτή.
(2)Έχοντας μελετήσει δε το ΕΕΣ πολύ προσεκτικά κατά την κρίση μου αυτό πληροί την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 12
(1)(α) του Νόμου 133(I)/2004 καθώς και όλα τα στοιχεία που θέτει ο εν λόγω Νόμος στο άρθρο 4 ως προς το περιεχόμενο και τον τύπο του ήτοι : (α) στην παράγραφο (a) του τεκμ.1 περιέχονται όλα τα στοιχεία που θέλει το άρθρο 4
(1)(α). Προσθέτω ότι τόσο η Αστυνομία κατά τη σύλληψη του εκζητούμενου όσο και το Δικαστήριο ακολούθως επιβεβαίωσαν ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στο ΕΕΣ είναι ορθά ή και ότι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ΕΕΣ με τα συγκεκριμένα στοιχεία είναι ο εκζητούμενος που συνελήφθη και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) στην παράγραφο (i) του τεκμ.1 περιέχονται όλα τα στοιχεία που θέλει το άρθρο 4
(1)(β). (γ) στην παράγραφο (b) του τεκμ.1 περιέχονται τα στοιχεία που θέλει το άρθρο 4
(1)(γ). (δ) στην παράγραφο (e) του τεκμ.1 περιέχονται όλα τα στοιχεία που θέλει το άρθρο 4
(1)(δ)(ε). (ε) στην παράγραφο (c) του τεκμ.1 περιέχονται τα στοιχεία που θέλει το άρθρο 4
(1)(στ). (στ) ως προς το σημείο (ζ) του άρθρου 4
(1)δεν προκύπτει να εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Εν κατακλείδι το Δικαστήριο βρίσκει πως έχει ενώπιον του ένα καθ' όλα έγκυρο Ε.Ε.Σ.
(3)Δεν συντρέχει κάποιος εκ των λόγων που αναφέρονται στα άρθρα 13 και 14 του Ν.133(Ι)/2004 για άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ.
(4)Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει διασφαλίσει εν σχέση με τον εκζητούμενο, με βάση το άρθρο 15
(2)του Ν.133(Ι)/2004, ότι σε περίπτωση καταδίκης του (και νοείται επιβολής σε αυτόν ποινής στερητικής της ελευθερίας) αυτός θα διαμεταχθεί στην Κύπρο ώστε να εκτίσει εδώ την ποινή του. Σχετικό είναι το τεκμήριο 7Α+Β ενώπιον του Δικαστηρίου που κατατέθηκε εκ συμφώνου. Όπως γίνεται συνεπώς αντιληπτό με βάση όλα τα πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούνται όλες οι προυποθέσεις και πως το ΕΕΣ θα πρέπει να εκτελεστεί. Έχοντας αποφασίσει δε ως πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το θέμα που εγείρεται, για 1η φορά σημειώνω, στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του εκζητούμενου (σελ.21-23) και συγκεκριμένα για εφαρμογή του άρθρου 30
(2)του Ν.133(Ι)/2004. Το άρθρο 30 του Νόμου έχει ως εξής: « 30.
(1)Η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου, ώστε να διωχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στη Κυπριακή Δημοκρατία καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(2)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του εντάλματος, μπορεί, αντί να αναβάλει την παράδοση, να παραδώσει προσωρινά τον εκζητούμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος υπό όρους που συμφωνούνται με τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και διατυπώνονται εγγράφως. » Συμφωνώντας με την ευπαίδευτη συνήγορο της Δημοκρατίας και την σύντομη αλλά ουσιαστική ανάλυση που έχει κάνει προφορικά κατά το στάδιο των αγορεύσεων για το συγκεκριμένο θέμα αναφέρω πως είναι προφανές ότι το εδάφιο 2 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Κατ' αρχήν σημειώνεται πως δεν μπορεί το εδάφιο 2 να διαβάζεται ανεξάρτητα από το εδάφιο 1 όπως επιχειρείται εδώ από την πλευρά του εκζητούμενου. Και εξηγώ. Σύμφωνα με το εδάφιο 1, η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του ΕΕΣ μπορεί να αναβάλει την παράδοση του εκζητούμενου ώστε να διωχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στη Κυπριακή Δημοκρατία καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Παρεμβάλλω ότι εδώ δεν τίθεται θέμα δίωξης του εκζητούμενου ή έκτισης ποινής στην Κυπριακή Δημοκρατία για άλλο αδίκημα. Σε συνέχεια δε του εδαφίου 1, στο εδάφιο 2 αναφέρεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του εντάλματος, μπορεί, αντί να αναβάλει την παράδοση, να παραδώσει προσωρινά τον εκζητούμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος υπό όρους. Για να ισχύσει όμως το εδάφιο 2 είναι σαφές πως πρέπει κατ' αρχήν να υπάρχουν τα δεδομένα του εδαφίου
- Η αναβολή της παράδοσης δε στην οποία γίνεται αναφορά στο εδάφιο 2 είναι ακριβώς η αναφερόμενη στο εδάφιο
- Άρα, συνοψίζοντας, εφόσον το Δικαστήριο αποφανθεί για την εκτέλεση του ΕΕΣ και τίθεται θέμα δίωξης του εκζητούμενου ή έκτισης ποινής στην Κυπριακή Δημοκρατία για άλλο αδίκημα, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αναβάλει την παράδοση για να γίνει η δίωξη ή η έκτιση της ποινής είτε να συμφωνήσει την παράδοση υπό όρους. Όροι οι οποίοι προφανέστατα θα έχουν σχέση με την επιστροφή του στην Κύπρο εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ώστε να εκτίσει την ποινή του ή να διωχθεί για το άλλο αδίκημα. Κατάληξη Η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ εγκρίνεται. Με τη σημείωση βέβαια της δέσμευσης που ανέλαβε η αιτούσα χώρα έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση το τεκμ.7 ότι σε περίπτωση καταδίκης του εκζητούμενου (και νοείται επιβολής σε αυτόν ποινής στερητικής της ελευθερίας) αυτός θα διαμεταχθεί στην Κύπρο ώστε να εκτίσει εδώ την ποινή του. Η παράδοση να γίνει το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα και εν πάση περιπτώσει να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29
(1)του Ν.133
(1)/2004. Ο εκζητούμενος θα παραμείνει υπο κράτηση μέχρι την παράδοση του. Δίδονται οδηγίες στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή να κοινοποιήσει, δυνάμει του άρθρου 28 του Ν.133
(1)/2004, την παρούσα απόφαση στις αρμόδιες αρχές της Γερμανίας που εξέδωσαν το Ε.Ε.Σ. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο