NICOLETA COZAROU ν. Pava Body Care Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13001/16, 12/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13001/16 Μεταξύ: NICOLETA COZAROU Παραπονούμενη v.
- Pava Body Care Co Ltd
- Παναγιώτης Νεοφύτου
- A.G. Quickspa Limited
- Αντώνης Αντωνίου
- Άντρη Γεωργίου Κατηγορούμενοι ----------------------------------- Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κ. Θωμά Για Κατηγορούμενη 3: κ. Φ. Χατζηχάννας με κα Θωμά ------------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Η παρούσα υπόθεση, η οποία αρχικά στρεφόταν εναντίον πέντε κατηγορουμένων και στη συνέχεια παρέμεινε μόνο σε σχέση με την 3η κατηγορούμενη, αφορά σε τρεις κατηγορίες για παράληψη πληρωμής μισθού κατά παράβαση του Ν.35(Ι)/07 ως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στην 3η κατηγορούμενη από τις λεπτομέρειες αδικήματος, είναι ότι, «...ενώ απασχολούσαν την παραπονούμενη ως μισθωτή και ήταν μηνιαία αμειβόμενη σε επιχείρηση τους στη Λεμεσό...» δεν της κατέβαλαν το μισθό της για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2015, συνολικού ύψους €1860 καθώς και την αναλογία της ετήσιας άδειας της μέχρι το Σεπτέμβριο 2015, ύψους €
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η παραπονούμενη κατέθεσε μόνο η ίδια η οποία, κατά τη μαρτυρία της κατέθεσε στο σύνολο τους έξι Τεκμήρια. Η εκδοχή της παραπονούμενης, όπως αυτή δύναται να εξαχθεί από τις λεπτομέρειες αδικήματος και τη προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι συνοπτικά η εξής: Εργοδοτήθηκε αρχικά στην επιχείρηση Quickspa στη Λεμεσό δυνάμει γραπτής συμφωνίας εργοδότησης (Τεκμήριο 6). Εργοδότες της, ήταν οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και 2 στους οποίους ανήκε η εν λόγω επιχείρηση. Ως μηνιαίο μισθό, συμφωνήθηκε με τους τότε εργοδότες της, να της καταβάλλεται το ποσό των €930, ποσό το οποίο και λάμβανε κανονικά μέχρι τον Ιούλιο
- Τους μισθούς του Ιούλη και Αυγούστου 2015 όμως, οι τότε εργοδότες της, πρώην κατηγορουμένοι 1 και 2, δεν τους της κατέβαλαν ως όφειλαν και αυτό παρά τις συνεχείς υποσχέσεις του ότι θα το πράξουν. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2015 και ενώ εξακολουθούσαν να της οφείλονται οι προαναφερόμενοι δεδουλευμένοι μισθοί, ο πρώην κατηγορούμενος 1 διευθυντής της, την ενημέρωσε, όπως και όλους τους υπόλοιπους υπαλλήλους της πρώην κατηγορουμένης 1, ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις της οπόταν και θα προχωρούσε στην πώληση της επιχείρησης Quickspa στην κατηγορούμενη
- Διευθυντές της εν λόγω εταιρείας ήταν οι πρώην κατηγορουμένοι 4 και
- Παράλληλα, ο πρώην κατηγορούμενος 1, τους ενημέρωσε ότε δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή στην εργοδότηση τους η οποία και θα συνεχιστεί κανονικά ενώ τους καθησύχασε ως προς το θέμα των οφειλόμενων μισθών, αναφέροντας τους ότι, θα τους κατέβαλλε πλήρως και στον καθένα τους. Προς απόδειξη τούτου, ο πρώην κατηγορούμενος 2, παρέδωσε σε όλους τους υπαλλήλους της εταιρείας, περιλαμβανομένης και της παραπονούμενης, σχετικό πρόγραμμα αποπληρωμής μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2015 (Τεκμήριο 4). Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2015, οι πρώην κατηγορουμένοι 1 και 2, μαζί με τους πρώην κατηγορουμένους 4 και 5, επισκέφθηκαν τους υπαλλήλους της επιχείρησης Quickspa και τους ενημέρωσαν ότι από τον Οκτώβριο 2015, τις εργασίες της επιχείρησης, θα της αναλάμβανε η κατηγορούμενη
- Ακολούθως, ο πρώην κατηγορούμενος 2, παρέδωσε στην παραπονούμενη, επιστολή τερματισμού της εργοδότησης της στην πρώην κατηγορούμενη 1, η οποία ανέφερε ότι θα ίσχυε από 30/9/15 (Τεκμήριο 1). Αναφορικά με τους μισθούς που ήδη τις οφείλονταν από τους πρώην κατηγορουμένους 1 και 2, η παραπονούμενη ανέφερε ότι τόσο οι τελευταίοι όσο και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, της υποσχέθηκαν ότι τους λάμβανε πλήρως και της παρέδωσαν σχετικό πίνακα πληρωμών που αφορούσε την περίοδο 15/11/15-15/7/
- Σύμφωνα με την παραπονούμενη, παρά το ότι μετά και που ανάλαβε η κατηγορούμενη 3 ως νέος εργοδότης (Τεκμήριο 2), η εργοδότηση της συνεχίστηκε κανονικά και χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή εντούτοις, οι μισθοί που ήδη της οφείλονταν από την εργοδότηση της στους πρώην κατηγορουμένους 1 και 2, ουδέποτε της καταβλήθηκαν. Κατόπιν συμβουλής που έλαβε από συγκεκριμένη συνδικαλιστική οργάνωση (ΠΕΟ), αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος τη συμβούλεψε να προχωρήσει με την καταχώρηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης 3, όπως και έπραξε στις 24 Ιουνίου
- Μετά το πέρας της μαρτυρίας της παραπονούμενης, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, υπέβαλε εισήγηση ότι δεν απεδείχθει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης
- Η εισήγηση του συνηγόρου βασίστηκε στους πιο κάτω άξονες: Α) Εφόσον το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 3 είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, με τη διάπραξη του, αποκρυσταλλώνεται και η ποινική ευθύνη των αδικοπραγούντων. Η εν λόγω ευθύνη όμως δεν μπορεί στη συνέχεια να μετατοπιστεί σε άλλο πρόσωπο απλά επειδή έτυχε τέτοιο πρόσωπο να αναλάβει, συμβατικά ή άλλως πως, τις αστικές υποχρεώσεις του αδικοπραγούντα. Αν η κατηγορούμενη 3 υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης, υποστήριξε ο συνήγορος, τέτοια ευθύνη δεν μπορεί να είναι παρά μόνο αστική. Β) Κατά τον ουσιώδη χρόνο που κατέστησαν οφειλόμενοι οι επίμαχοι μισθοί ήτοι Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2015, η κατηγορούμενη 3, ούτε εργοδότης της παραπονούμενης ήταν και ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με την επιχείρηση στην οποία η τελευταία εργάζετο. Γ) Η προσπάθεια που γίνεται με την παρούσα υπόθεση, να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων, Νόμου του 2000 (Ν. 104(I)/2000Ν) ούτως ώστε να «τοποθετηθεί» η κατηγορούμενη 3 στην ιδιότητα του «εργοδότη» της παραπονούμενης, ως η εταιρεία που ανέλαβε την επιχείρηση, χωρίς προηγουμένως η «καθαρά εργασιακή» αυτή διαφορά, να αποκρυσταλλωθεί στο αποκλειστικά αρμόδιο για το σκοπό αυτό, Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ακολούθως να της καταλογιστούν ποινικές ευθύνες, εντάσσει την όλη υπόθεση, εκτός της εμβέλειας της δικαιοδοσίας του παρόντος ποινικού Δικαστηρίου. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης απέρριψε την εισήγηση και εισηγήθηκε ότι κατ' εφαρμογή των προνοιών του Ν.104(Ι)/200, η κατηγορούμενη 3 δύναται να θεωρηθεί ως «εργοδότρια» της παραπονούμενης και ως υπεύθυνη να της καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς της. Επομένως υποστήριξε ο κ. Θωμά, δικαιολογείται η κλήση της κατηγορουμένης 3 να προβάλει την υπεράσπιση της στην παρούσα υπόθεση. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Οι εν λόγω αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 3 στην παρούσα υπόθεση ήτοι η παράλειψη καταβολής μηνιαίου μισθού, εδράζεται στα αρ. 9
(1), 10 και 20 του Ν.35(Ι)/2007.[1] Διεξήλθα των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές και έχοντας κατά νου τις σχετικές εισηγήσεις όπως και το κατηγορητήριο και παρατηρώ τα εξής. Το υπό εξέταση αδίκημα, αντικείμενο όλων των κατηγοριών, είναι το αδίκημα που προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρ. 10 και 20 του Ν.35(Ι)/07. Οι πρόνοιες του αρ.10 του Νόμου, παράβαση των οποίων συνιστά αδίκημα με βάση το αρ.20, έχουν ως εξής: 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...
(3)...
(4)... Ως προς το τι δύναται να συνιστά "μισθό" εν τη εννοία του Νόμου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 2 του Νόμου «...κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές.» Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω εδώ ότι ο βασικός νόμος τροποποιήθηκε στις 28/12/12 με τον τροποποιητικό Νόμο ήτοι τον Ν.200(Ι)/2012. Οι σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο νόμο ήταν, πέραν της αύξησης των προβλεπόμενων ποινών, η μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο εργοδότη ότι όντως πλήρωσε τους οφειλόμενους μισθούς (αρ.12
(3)) ως επίσης και η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων μισθών σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη (αρ.20
(2)). Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. πρόσφατη απόφαση ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ποινική Έφεση 58/2016, 16/3/2017 και MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.120/2015, 26/4/2017 και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Η παράλειψη καταβολής του μισθού συνιστά και το σχετικό αδίκημα του Νόμου. Απαραίτητη επομένως προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του υπό κρίση αδικήματος, είναι η δημιουργία της οφειλής του επίμαχου μισθού και η μετέπειτα παράλειψη καταβολής του από τον εργοδότη του μισθωτού κατά την ημέρα που τέτοιος μισθός καθίσταται πληρωτέος. Για να δικαιολογείται συνεπώς η κλήση ενός κατηγορούμενου που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο αδίκημα, να προβάλει την υπεράσπιση του, θα πρέπει να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι κατά την ημέρα που αυτός όφειλε ως εργοδότης, να καταβάλει σε συγκεκριμένο υπάλληλο του, το δεδουλευμένο μισθό του, δεν το έπραξε. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι επίμαχοι μισθοί, αντικείμενο των τριών κατηγοριών του κατηγορητηρίου, κατέστησαν οφειλόμενοι στο τέλος Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2015 αντίστοιχα. Από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, αντικειμενικά πάντα κρινόμενη, προκύπτει ότι κατά τις εν λόγω ουσιώδη ημερομηνίες, ο εργοδότης της παραπονούμενης και το πρόσωπο που θα έπρεπε να της καταβάλει τους εν λόγω μισθούς, δεν ήταν η κατηγορούμενη 3 αλλά οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και
- Αυτό άλλωστε είναι που ισχυρίστηκε και η ίδια η παραπονούμενη. Υπό αυτά τα αντικειμενικά δεδομένα, η κλήση της κατηγορούμενης 3 να προβάλει την υπεράσπιση της ως προς το γιατί ως «εργοδότης» της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν της κατέβαλε τους επίμαχους μισθούς της, ουδόλως δικαιολογείται. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την εισήγηση του κ. Θωμά ότι η κατηγορούμενη 3, δύναται να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη για το υπό κρίση αδίκημα, λόγω μετατόπισης της ευθύνης από τους πρώην κατηγορουμένους 1 και 2, δυνάμει Νόμου ή άλλως πως. Κατά τη κρίση μου, η θέση αυτή δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η νομολογία όντως αναγνωρίζει τη μεταφορά της ποινικής ευθύνης από ένα πρόσωπο σε άλλο (βλ. π.χ. εκ πρωστίσεως ευθύνη), όμως η μεταφορά της ευθύνης σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν οφείλεται στη δημιουργία οποιασδήποτε συμβατικής ή άλλως πως σχέσης, μετά τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά αντίθετα, οφείλεται σε σχέση που υφίστατο, κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Στην παρούσα περίπτωση, από τη στιγμή που η οφειλή των επίμαχων μισθών, η οποία αποτελεί και τη βάση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 3, τοποθετείται χρονικά να δημιουργείται και να αποκρυσταλλώνεται κατά το χρόνο που η εν λόγω κατηγορούμενη ούτε εργοδότης της παραπονούμενης ήταν ούτε οποιαδήποτε σχέση με αυτή είχε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατηγορούμενη 3, αντικατέστησε τους τότε εργοδότες της παραπονούμενης, στη θέση του αδικοπραγούντα του Νόμου. Μπορεί η κατηγορούμενη 3, να ανέλαβε, συνεπεία ιδιωτικής σύμβασης ή εφαρμογής του Ν.104(Ι)/07, συμβατικές ή άλλως πως, αστικές υποχρεώσεις απέναντι στην παραπονούμενη, όμως κάτι τέτοιο, πέραν του ότι εκφεύγει της εμβέλειας της δικαιοδοσίας του παρόντος ποινικού Δικαστηρίου, δεν μπορεί ούτε να θεωρηθεί ως μετάθεση ποινικής ευθύνης στην κατηγορούμενη
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 3 σε σχέση με τις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει και συνεπώς, η κατηγορούμενη 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Katharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και της φύσης του αδικήματος. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη μου ότι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη ενήργησε καλόπιστα και με βάση το τι θεωρούσε ορθό υπό τις συγκεκριμένες ιδιόμορφες περιστάσεις της υπόθεσης, το ότι ήταν πάντοτε έτοιμη να προωθήσει την υπόθεση της καθώς επίσης και το γεγονός ότι στην ουσία, το όλο θέμα ήταν περισσότερο νομικό παρά πραγματικό, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα εναντίον της και υπέρ της αθωωθείσας κατηγορούμενης 3 και διατάσσω όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΛΠ,Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Μισθοί - Μετατόπιση Ποινικής Ευθύνης [1] 9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία. 10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. 20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο