← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12007/14, 28/8/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12007/14, 28/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B127 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12007/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Αυγούστου,

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας με κα. Φραντζή και κα. Παπανεοφύτου. Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κ. Αρκάδη. Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος
  2. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 («ΠΚ»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 15/11/2012, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής TKSH 340 στην οδό Αγίας Ζώνης, στη Λεμεσό λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Δημήτρη Αναστασίου τέως από τη Λεμεσό («ο θανών»). Σκιαγράφηση της Υπόθεσης
  3. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε 13 μάρτυρες, τον Αν/Λοχ. 3027, Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 1), τον Αστ. 3416, Παύλο Εκτορίδη (ΜΚ 2), τον Αρχ/Λοχία 2700, Τρύφωνα Θεοχάρους (ΜΚ 3), την Δρ. Ελένη Αντωνίου (ΜΚ 4), τον Αστ. 3100, Σταύρο Κυριάκου (ΜΚ 5), τον Αστ. 3165, Στέφανο Μαντοβάνη (ΜΚ 6), τον κ. Πάμπο Χαραλάμπους (ΜΚ 7), τον κ. Γιώργο Γεωργίου (ΜΚ 8), τον Αστ. 2329, Νικόλα Πολυκάρπου (ΜΚ 9), τον κ. Μιχάλη Κυλίλη (ΜΚ 10), τον Αστ. Β', Βάσο Κοσμά (ΜΚ 11) την Αστ. Β', Δρ. Μαρία - Ελένη Ελευθερίου (ΜΚ 12) και τον Δρ. Μάριο Α. Καριόλου (ΜΚ 13).
  4. Αφού έκρινα ότι σε σχέση με την κατηγορία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης.
  5. Κατατέθηκαν συνολικά 52 Τεκμήρια, κάποια εκ των οποίων δηλώθηκαν και ως παραδεκτά. Κάποια Τεκμήρια είχαν αρχικά κατατεθεί για περιορισμένο σκοπό και ακολούθως ο σκοπός κατάθεσης τους επεκτάθηκε[1]. Δύο φωτογραφίες, Τεκμήρια προς Αναγνώριση 2 και 3, δεν κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια ταυτίζονται όμως με τις αντίστοιχες φωτογραφίες 20 και 27 του Τεκμηρίου
  6. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 15/11/2012, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής TKSH 340 στην οδό Αγίας Ζώνης, στη Λεμεσό λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, διαπέρασε το σώμα του θανόντα, ο οποίος μετά από ανατροπή της μοτοσικλέτας που οδηγούσε βρισκόταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο. Η οδήγηση του κατηγορουμένου πάνω από το σώμα του θανόντα προκάλεσε και τον θάνατο του.
  7. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και το αξιόπιστο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, τον τρόπο λήψης του υλικού και την ερμηνεία του. Οι θέσεις της συνηγόρου Υπεράσπισης συνοψίζονται ως ακολούθως:

(1)Απουσιάζει μαρτυρία, πραγματική ή αυτόπτη, που να αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο εξαγωγής ευρήματος για τον τρόπο οδήγησης του κατηγορουμένου και για τον τρόπο που ήρθε, αν ήρθε, σε επαφή με τον θανόντα.
(2)Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν καταδεικνύει αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη οδική συμπεριφορά από πλευράς του κατηγορουμένου. Αντίθετα, αν προκύπτει κάποιο συμπέρασμα, είναι ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε σε αγωνιώδη κατάσταση.
(3)Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο θάνατος ήταν, εν πάση περιπτώσει απόρροια, της οδήγησης του κατηγορουμένου.
(4)Δεν έχει καταδειχθεί σε ποιο δρόμο έγινε το δυστύχημα. Η μαρτυρία διίσταται, είναι η θέση της, αν το δυστύχημα έγινε στην Αγία Ζώνης ή στην Αρχ. Μακαρίου Γ'.
(5)Ο τρόπος συλλογής και διακίνησης των τεκμηρίων επίσης αμφισβητείται. 7. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ηγέρθηκε ζήτημα δίκαιης δίκης, σε σχέση με τον τρόπο που αποκαλύφθηκε το μαρτυρικό υλικό. Στην τελική της αγόρευση η συνήγορος Υπεράσπισης δεν αναφέρθηκε σ' αυτό το ζήτημα, ούτε συγκεκριμενοποίησε κατά τρόπο σαφή πως παραβλάφθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου ή πως επηρεάστηκε δυσμενώς στον όλο χειρισμό της υπόθεσης. Ισχυρισμός για μη δίκαιη δίκη δεν κρίνεται αποσπασματικά ούτε και με τρόπο αφηρημένο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς (βλ. Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563, 604 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, 524 και την αναφερόμενη σ' αυτές νομολογία επί του θέματος). Ως εκ τούτου κρίνω ότι το εν λόγω ζήτημα στην ουσία δεν προωθήθηκε οπότε και δεν το εξέτασα περαιτέρω. Παραδεκτά Γεγονότα και Έγγραφα
  1. Ο θάνατος δεν αμφισβητείται. Κατατέθηκε από κοινού και ως παραδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, η βεβαίωση θανάτου ημερ. 15/11/2012 (Τεκμήριο 22). Ο θάνατος διαπιστώθηκε στις 15/11/2012 η ώρα 01:
  2. Στη σκηνή κατέφθασε με ασθενοφόρο, το οποίο κλήθηκε στις 00:46, ο νοσηλευτής, Χρίστος Παπαμιχαήλ (αστυνομική κατάθεση ημερ. 26/11/2012 - Τεκμήριο 23) ο οποίος αφίχθηκε στη σκηνή περί ώρα 00:
  3. Εντόπισε τον θανόντα πεσμένο στην άσφαλτο στη μέση περίπου του δρόμου. Φορούσε προστατευτικό κράνος. Ο θανών δεν είχε σφυγμό ούτε αναπνοή. Η ιατρός Δρ. Φαίδρα Ιωαννίδου διαπίστωσε το θάνατο του.
  4. Τον θανόντα αναγνώρισε ο αδελφός του, Σταύρος Αναστασίου (Τεκμήρια 20 και 21, οι αστυνομικές καταθέσεις του ημερ. 15/11/2012 και 16/11/2012 αντίστοιχα).
  5. Μέρος του μαρτυρικού υλικού αποτέλεσε η καταγραφή από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (στο εξής «ΚΚΠ») της σκηνής του δυστυχήματος. Τα όσα κατέγραψε το κύκλωμα προβλήθηκαν στο Δικαστήριο (από τα μετέπειτα Τεκμήρια 8Α και 14Δ). Κατατέθηκε από κοινού και ως παραδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της αστυνομική κατάθεση (ημερ. 15/11/2012 - Τεκμήριο 18) του Βύρωνα Νεοφύτου, υπαλλήλου του καταστήματος «Gold Trade» το οποίο βρίσκεται στη γωνία των οδών Αγ. Ζώνης 81Β και Μόδεστου Παντελή. Το ΚΚΠ αποτελείται από τέσσερις κάμερες ασφαλείας που βρίσκονται στο εξωτερικό του καταστήματος και δύο στο εσωτερικό. Λειτουργούν επί εικοσιτετραώρου βάσεως και τα καταγραφέντα αποθηκεύονται σε συσκευή DVR - DVS (μετέπειτα Τεκμήριο 12). Η κάμερα με αρ. 2, που είναι εγκατεστημένη εξωτερικά στη βόρεια γωνία του καταστήματος, καταγράφει και μέρος της οδού Αγ. Ζώνης που περνά έξω από την είσοδο του καταστήματος. Στις 15/11/2012, ο Βύρωνας Νεοφύτου παρέδωσε στον Αρχ/Λοχία 2700, Τρύφωνα Θεοχάρους (ΜΚ 3) usb stick (μετέπειτα Τεκμήριο 8Α), στο οποίο αντέγραψε από το DVR - DVS τις καταγραφές της κάμερας αρ. 2 από η ώρα 01:30 μέχρι 02:30 ημερ. 15/11/
  6. Η ένδειξη της ώρας είναι μια ώρα μπροστά από την κανονική, η ένδειξη δηλαδή 01:30 αφορά 00:
  7. Στις 12/12/2012 ο Βύρωνας Νεοφύτου συγκατατέθηκε στην αφαίρεση του ΚΚΠ για να τύχει επεξεργασίας από το Αρχηγείο Αστυνομίας (Τεκμήριο 19, η αστυνομική του κατάθεση ημερ. 12/12/2012) αποδεχόμενος ως αποζημίωση το ποσό των €550 (Τεκμήριο 17, η αστυνομική του κατάθεση ημερ. 6/3/
  8. Ο Αρχ/Λοχίας 2700, Τρύφωνας Θεοχάρους (ΜΚ 3), παρέλαβε στις 15/11/2012 από τον Βύρωνα Νεοφύτου το εν λόγω usb stick (μετέπειτα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8Α) έθεσε σε αυτό την υπογραφή του και το παρέδωσε στον Αν/Λοχία 30127, Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 1). Του παρέδωσε επίσης δύο τεκμήρια, κράνος και κουτί με πλαστικά θραύσματα, (μετέπειτα Τεκμήρια 5 και 4) τα οποία παρέλαβε από την ΥΠ.ΕΓ.Ε[2] του Αρχηγείου Αστυνομίας (Τεκμήριο 16, αστυνομική του κατάθεση). Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Αν/Λοχ. 3027, Ανδρέας Περικλέους (ΜΚ 1)
  9. Ο Αν/Λοχ. 3027, Ανδρέας Περικλέους (ΜΚ 1) υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (Τεκμήριο 1). Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού, στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Είναι ειδικός σχεδιαστής σκηνών δυστυχημάτων, έτυχε εκπαίδευσης αναπαράστασης δυστυχημάτων, φωτογράφησης και εξέτασης μηχανοκίνητων οχημάτων.
  10. Στις 15/11/12 περί ώρα 01:00 ενώ βρισκόταν εκτός υπηρεσίας ειδοποιήθηκε και μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και ανέλαβε την διερεύνηση του. Βρήκε το ενεχόμενο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής TKSH 340 και τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΤΖ 010 στη σκηνή στις τελικές τους θέσεις. Ο κατηγορούμενος οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής TKSH 340 ήταν στη σκηνή ενώ ο θανών, είχε μεταφερθεί νεκρός στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού.
  11. Κατά την ώρα του δυστυχήματος και κατά την άφιξη του στη σκηνή ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Η ορατότητα ήταν περί των 200 μ. Υπολόγισε, όπως ανέφερε προφορικά, την απόσταση μετρώντας «με το μάτι» και ακολούθως με την χρήση μέτρου (κορδέλας). Διαπίστωσε και την απόσταση και από τη θέση οδηγού του οχήματος του όταν έφευγε από τη σκηνή. Ανέφερε ότι τα φώτα πορείας οχήματος βελτίωναν την ορατότητα. Υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Προφορικά ανέφερε ότι ο δρόμος φωτιζόταν από λαμπτήρες υψηλής τάσεως. Στο σχέδιο, Τεκμήριο 3 σημείωσε δύο από αυτούς, ένα στα 28,5 μ. και ένα στα 59 μ. επί της βασικής γραμμής μέτρησης. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ο οδικός φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός. Το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο είναι 50 ΧΑΩ.
  12. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 2), το οποίο αργότερα το μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακας 1:300 (Τεκμήριο 3). Εξηγώντας το Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι απεικονιζόταν η Αγία Ζώνης στην περιοχή Μέσα Γειτονιάς. Η Αγία Ζώνης έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια με βόρεια κατεύθυνση και μια με νότια. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα η οδός Αγίας Ζώνης συμβάλλεται με δύο παρόδους. Στα ανατολικά με την οδό Αρχιλόχου, στα δυτικά με την Μόδεστου Παντελή. Ο δρόμος χωρίζεται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή εκτός στη συμβολή με την Αρχιλόχου, όπου επιτρέπεται στα οχήματα που κατευθύνονται στην Αρχιλόχου να εισέρχονται στην Αγία Ζώνης. Σημείωσε με «Α» την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου (βόρεια κατεύθυνση) και με «Β» του θανόντα (πάλι με βόρεια κατεύθυνση. Με «Α1» σημείωσε τη θέση που βρήκε το όχημα του κατηγορουμένου και με «Β1» το σημείο που βρέθηκε η μοτοσικλέτα. Με «Β3» σημείωσε την εκδορά που προκάλεσε η μοτοσικλέτα στο έδαφος. Με «Β2» σημείωσε το σημείο που εντοπίστηκε ο θανών με κηλίδα αίματος. Και με «Χ» το σημείο στο οποίο είχε καταλήξει ο θανών μετά την πτώση του και κτυπηθεί ακολούθως από το όχημα του κατηγορουμένου. Με το κτύπημα μετατοπίστηκε στη θέση «Β2». Στο σημείο «Χ» επίσης είχε βρεθεί αίμα. Με «Δ» σημειώθηκε η θέση του καταστήματος «Gold Trade» και με «Ε» θραύσματα γυαλιού και πλαστικού που βρέθηκαν κοντά στο όχημα του κατηγορουμένου.
  13. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σημείωσε με «Β2» το σημείο που εντοπίστηκε ο θανών με υπόδειξη συναδέλφων. Το «Χ» σημειώθηκε με βάση αίμα και το ΚΚΠ. Ανέφερε ότι ο λόγος ανατροπής της μοτοσικλέτας ίσως να ήταν και η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης από τον θανόντα στο αίμα του οποίου εντοπίστηκε αλκοόλη. Δεν αρνήθηκε αλλά ούτε επιβεβαίωσε ότι η ποσότητα που εντοπίστηκε ήταν 213 mg/dl[3] αντί των επιτρεπομένων 50 mg/dl. Δεν απέκλεισε η οδός Αγίας Ζώνης σε λίγη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης να γίνεται Μακαρίου Γ'.
  14. Το όχημα με αρ. εγγραφής TKSH 340 υπέστη ελαφριές ζημιές στην αριστερή κάτω πλευρά και η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΤΖ010, υπέστη ζημιές στη δεξιά πλευρά, εκδορές, λόγω της πτώσης της στην άσφαλτο. Επίσης με την ομάδα Ο.Α.Σ.Τ. του Αρχηγείου Αστυνομίας, Τμήμα B', προέβη έλεγχο στα δύο εμπλεκόμενα οχήματα ως προς την εμπλοκή τους στο δυστύχημα και διαπίστωσε ότι τα δύο οχήματα δεν είχαν επαφή μεταξύ τους. Κατά τον ίδιο χρόνο έκανε και μηχανικό έλεγχο στο όχημα με αρ. εγγραφής TKSH 340 και στη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΤΖ 010 και τα βρήκε σε καλή μηχανική κατάσταση. Κατά την διάρκεια του ελέγχου έλαβε σχετικές φωτογραφίες (Τεκμήριο 7, δέσμη φωτογραφιών 1-28). Η θέση του ήταν ότι το όχημα του κατηγορουμένου είχε περάσει πάνω από το κράνος του θύματος.
  15. Από τη σκηνή παρέλαβε ένα προστατευτικό κράνος (Τεκμήριο 5) το οποίο φορούσε ο θανών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Το βρήκε στη σκηνή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε δει τον θανόντα να το φέρει. Στις 15/11/2012 και η ώρα 10:00 στην Κεντρική Αστυνομία Λεμεσού στην παρουσία του ΜΚ 1 και στην παρουσία του κατηγορουμένου, ο Αστ. Β' Βάσος Κοσμά (ΜΚ 11) της ΥΠ.ΕΓ.Ε του Αρχηγείου Αστυνομίας προέβη σε επιστημονική εξέταση του οχήματος με αρ. εγγραφής TKSH 340 συλλέγοντας κομμάτια πλαστικού καθώς και τα ίχνη αίματος τα οποία αφού συσκευάστηκαν παραδόθηκαν στον ΜΚ
  16. Στις 20/11/12 και η ώρα 08:35 μετέφερε στην ΥΠ.ΕΓ.Ε το κράνος του θανόντα και ίχνη πλαστικών από το όχημα αρ. εγγραφής TKSH 340 για να τύχουν επιστημονικής εξέτασης. Τα εν λόγω τεκμήρια παραδόθηκαν στον ΜΚ 1 την 22/01/13 από τον Αρχ/Λοχ. 2700 Τρύφωνα Θεοχάρους (ΜΚ 3) μαζί με την σχετική έκθεση (Τεκμήριο 6). Τα θραύσματα πλαστικού, ανέφερε προφορικά τοποθετήθηκαν σε πλαστικό κουτί. Είχαν ληφθεί από τον Αστ. Β' Βάσο Κοσμά (ΜΚ 11) από τη βάση ανάρτησης του οχήματος με αρ. εγγραφής TKSH
  17. Το πλαστικό κουτί που παρέλαβε κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  18. Τα ίχνη αίματος αποστάληκαν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, δεν ήταν σίγουρος από ποιόν. Διαφώνησε με εισήγηση ότι το αίμα βρέθηκε στο όχημα γιατί αυτό είχε περάσει πάνω από κηλίδα αίματος. Η θέση του ήταν ότι το όχημα πέρασε πάνω από τον θανόντα, ο οποίος βρισκόταν ακινητοποιημένος στην άσφαλτο.
  19. Στις 15/11/12 και η ώρα 12:00 παρέλαβε από τον Αρχ/Λοχ. 2700 Τρύφωνα Θεοχάρους ένα usb stick (Τεκμήριο 8Α) στο οποίο περιέχεται καταγραφή από ΚΚΠ μέρους της σκηνής του δυστυχήματος. Το εν λόγω usb stick, αφού ετοιμάστηκαν 3 αντίγραφα σε CD φυλάχθηκε ως τεκμήριο. Τα δύο CD κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8Β και 8Γ. Το άλλο είχε δοθεί στους συγγενείς του θανόντα.
  20. Στις 12/12/12 και η ώρα 10:30 παρέλαβε από τον Βύρωνα Νεοφύτου, υπεύθυνο του καταστήματος «Gold Trade» το DVR — DVS Player (Τεκμήριο 12), μέρος του συστήματος παρακολούθησης το οποίο μετέφερε την ίδια μέρα στην ΥΠ.ΕΓ.Ε για να τύχει της ανάλογης επεξεργασίας. Το εν λόγω τεκμήριο επιστράφηκε στον ΜΚ 1 στις 16/10/
  21. Ετοιμάστηκε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 13) από τον Αστ. 3416, Παύλο Εκτορίδη (ΜΚ 2). Οι σκληροί δίσκοι κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14Β (ο σκληρός δίσκος), Γ και Δ (αντίγραφα) και ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1, DVD (μετά Τεκμήριο 24), στο οποίο περιλαμβανόταν το μέρος των καταγραφέντων που ενδιέφεραν και απομονώθηκαν. Ο σκληρός δίσκος, ανέφερε αντεξεταζόμενος, είχε σταλεί στη Γαλλία και έτυχε επεξεργασίας. Σχετική έκθεση την οποία διάβασε, ανέφερε αντεξεταζόμενος, είναι στο φάκελο της υπόθεσης αλλά δεν την κατείχε.
  22. Ο Κατηγορούμενος μετά από έλεγχο αλκοόλης στην οποία είχε υποβληθεί από τον Αστ. 3165, Στ. Μαντοβάνη (ΜΚ 6) διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο ΜΚ 6 έλαβε επίσης φωτογραφίες της σκηνής. Την ίδια μέρα και ώρα 03:30 στη Τροχαία Λεμεσού συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον Ηρακλή Ηρακλέους και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Εντάξει». Στις 15/11/12 μεταξύ των ωρών 15:25 - 16:35, στην Τροχαία Λεμεσού, πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 9), στην οποία αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενεπλάκη στο δυστύχημα. Στη συνέχεια και η ώρα 16:45 αφέθηκε ελεύθερος. Στις 16/11/2012, μεταξύ των ωρών 1220 - 1235, στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού, έλαβε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 10). Αξίζει να αναφερθεί ότι οι εν λόγω καταθέσεις δεν κατατέθηκαν προς απόδειξη του περιεχομένου τους.
  23. Στις 16/11/2012, και ώρα 09:30, στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, η Ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου, διενήργησε στην παρουσία του νεκροψία στην σορό του θανόντα και διαπίστωσε ότι ο θάνατος τον προήλθε από «Πολυτραυματισμό ως είναι κατά τροχαίο δυστύχημα». Κατά τη διάρκεια της νεκροψίας ο ΜΚ 1 έλαβε σχετικές φωτογραφίες (Τεκμήριο 11, δέσμη φωτογραφιών 1 - 44) και παρέλαβε από τη σορό του θανόντα για σκοπούς τοξικολογικών εξετάσεων, δείγματα αίματος και ούρων.
  24. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σύνδεση με την οικογένεια του θανόντος. Απλά τους ενημέρωνε για την εξέλιξη της υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτά, ανέφερε, ήταν ανθρώπινο να ρωτά αν κάποιος ήταν ή όχι καλά ή καλύτερα στην υγεία του. Αστ. 3416, Παύλος Εκτορίδης (ΜΚ 2)
  25. Ο Αστ. 3416, Παύλος Εκτορίδης (ΜΚ 2) υιοθέτησε την έκθεση ημερ. 18/1/2013 (Τεκμήριο 13[4]) που ετοίμασε σε σχέση με το DVR — DVS (Τεκμήριο 12) που παρέλαβε στις 12/12/2013 και η ώρα 13:00 από τον ΜΚ
  26. Ετοίμασε δύο κλωνοποιημένα αντίγραφα του σκληρού δίσκου (ΠΕ 1) στα οποία έδωσε τα διακριτικά ΠΕ 3 (Τεκμήριο 14Β) και ΠΕ 6 (Τεκμήριο 14Γ). Κατέγραψε τη διαδικασία σε DVD, ΠΕ 5 (Τεκμήριο 24, προηγουμένως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1). Καθώς και τις καταγραφές από τις κάμερες 2 και 6 του ΚΚΠ. Για σκοπούς προβολής μετέτρεψε το αρχείο σε WMV και το αποθήκευσε σε εξωτερικό σκληρό δίσκο, ΠΕ 4 (Τεκμήριο 14Δ). Κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα (αναφέρω αυτολεξεί τα όσα αναφέρονται στην έκθεση σελ. 6-9): «Από την επιθεώρηση των ρυθμίσεων της συσκευής(η οποία έγινε ένα μήνα μετά την υπό εξέταση υπόθεση) διαπίστωσα τα πιο κάτω:
  27. Όλες οι βιντεοκάμερες καταγράφουν βίντεο μόνο όταν αναγνωρίσουν κίνηση. Η τεχνολογία καταγραφής κίνησης(motion detection) δεν σημαίνει ότι γίνεται καταγραφή βίντεο μόνο όταν κάποιο άτομο ή όχημα κινηθεί μέσα στην εμβέλεια της βιντεοκάμερας. Για παράδειγμα εάν παρακολουθήσουμε τα πλάνα της βιντεοκάμερας αρ.2, η κάμερα καταγράφει βίντεο μόνο με την κίνηση και την αλλαγή του φωτισμού στην περιοχή όπου καλύπτει. Συγκεκριμένα η τεχνολογία "Motion-detection" συνήθως δίνει οδηγίες στην συσκευή DVR για να καταγράφει βίντεο όταν εντοπίσει κάποια αλλαγή στα εικονοστοιχεία (pixels) που αποτελούν το πλάνο που καλύπτει η βιντεοκάμερα. Ο εντοπισμός της αλλαγής αυτής από σύστημα σε σύστημα και από βιντεοκάμερα σε βιντεοκάμερα διαφέρει. Με απλά λόγια όσο πιο καλές σε ευκρίνεια είναι οι βιντεοκάμερες και όσο πιο καλή σε τεχνολογία είναι μία συσκευή DVR τόσο πιο δύσκολη είναι η περίπτωση λάθους και συγκεκριμένα να μην καταγράψει ή να καταγράφει κάτι ένα τέτοιο σύστημα (εκτός από τα πιο πάνω, σημαντικό παράγοντα παίζει ο φωτισμός).
  28. Με την χρήση του "Video search" από το MENU και το κουμπί "search' επιθεώρησα το ευρετήριο (νideο index) των κομματιών βίντεο που καταγράφηκαν στις 15/11/12 από η ώρα 00.00 μέχρι η ώρα 10.
  29. Από την επιθεώρηση αυτή διαπιστώσαμε ότι υπάρχουν καταγραμμένα μικρά κομμάτια βίντεο διάφορης διάρκειας και ότι μεταξύ τους υπήρχαν κενά. Την ίδια διαπίστωση έκανα από ένα επιφανειακό έλεγχο του ευρετηρίου (video index) και για άλλες ημερομηνίες και ώρες.
  30. H κάθε βιντεοκάμερα είναι ρυθμισμένη να καταγράφει 6 εικόνες το δευτερόλεπτο. Μόλις αναγνωρίσει κίνηση η εγγραφή ξεκινά μετά από 5 δευτερόλεπτα, όμως συνεχίζει 5 δευτερόλεπτα περισσότερα πριν σταματήσει το κομμάτι βίντεο που κατέγραψε.
  31. Στην παρούσα υπόθεση η βιντεοκάμερα αρ.2 το κομμάτι βίντεο που κατάγραψε πλάνα είναι από 01:36:50 μέχρι 01:37:09 στις 15/11/
  32. Μετά υπάρχει ένα κενό 63 δευτερολέπτων και ακολούθως κατάγραψε ένα κομμάτι βίντεο από 01:38:12 μέχρι 01:38:
  33. Το κενό που υπάρχει μεταξύ των δύο κομματιών βίντεο: (α) Πιθανό να οφείλεται στο ότι το σύστημα ήταν ρυθμισμένο να καταγράφει όταν αναγνωρίζει κάποια κίνηση μέσα στην εμβέλεια της βιντεοκάμερας. (β) Μετά την πτώση του εικονιζόμενου φαίνεται ότι βρίσκεται ακινητοποιημένος στο έδαφος για κάποια δευτερόλεπτα. Το σύστημα πιθανόν λόγω του ότι δεν υπήρχε κάποια κίνηση να σταμάτησε να καταγράφει βίντεο και πιθανό στην συνέχεια (όταν μετά από 50 δευτερόλεπτα σύμφωνα με την βιντεοκάμερα αρ.6) όταν το αυτοκίνητο μπήκε στην εμβέλεια της βιντεοκάμερας αρ. 2 να μην πρόλαβε το σύστημα να εντοπίσει και να καταγράψει την κίνηση του. (γ) Η κίνηση αυτή πιθανόν να μην καταγράφηκε λόγω του ότι όταν το αυτοκίνητο πέρασε θα πήγαινε με γρήγορη ταχύτητα και όταν μπήκε στην γωνία/εμβέλεια που κάλυπτε η βιντεοκάμερα αρ.2 το σύστημα να μην μπόρεσε να αναγνωρίσει την κίνηση και να το καταγράψει.»
  34. Το ρολόι του DVR ήταν σωστά ρυθμισμένο. Υπήρχε όμως διαφορά με την καταγραφή. Μέχρι να παραληφθεί από την αστυνομία πρέπει να είχε διορθωθεί από κάποιον το ρολόι. Κατά τη διαδικασία αντιγραφής, ανέφερε αντεξεταζόμενος, ήταν παρόν και ο Υπ. Σ. Παυλίδης. Υπεδείχθη στον ΜΚ 2 έγγραφο έκθεσης (Τεκμήριο 25) το οποίο αναγνώρισε ως μη τελικό κείμενο της έκθεσης Τεκμήριο
  35. Παρά το γεγονός ότι στην έκθεση αναφερόταν και το όνομα του Υπ. Σ. Παυλίδη εν τέλει δεν κρίθηκε αναγκαίο να την υπογράψει και αυτός.
  36. Αναφερόμενος σε αρχείο του Τεκμηρίου 14Δ που αφορούσε καταγραφή της κάμερας 2 (χρόνος 1:36:56) ανέφερε ότι φαινόταν κάποια, πιθανόν, μοτοσικλέτα να σέρνεται και δίπλα, πιθανόν, κάποιο πρόσωπο. Στο έδαφος, χωρίς να είναι αρμόδιος να αναφέρει κάτι περισσότερο. Ακολούθως με αναφορά στην κάμερα 6, ανέφερε ότι απεικονιζόταν ο δρόμος στο (01:37:41-44) και να περνά ένα αυτοκίνητο. Φαινόταν «κάτι άσπρο» στην πορεία του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε που ήταν τοποθετημένες οι κάμερες. Αν κάτι περνούσε σε χρόνο μικρότερο των 5 δευτερολέπτων οι κάμερες δεν θα το κατέγραφαν, αφού χρειαζόταν χρόνος 5 δευτερολέπτων για να αρχίσει η καταγραφή. Θα καταγραφόταν με την παρέλευση των 5 δευτερολέπτων κενή εικόνα. Οι καταγραφές στις κάμερες 2 και 6 δεν ήταν κατ' ανάγκη συνέχεια η μια της άλλης. Απλά άρχισαν να καταγράφουν όταν εντόπισαν αλλαγή (κίνηση). Κατά την διαφορά των 63 δευτερολέπτων μεταξύ των δύο καταγραφών θα μπορούσε να περάσει κάτι από το δρόμο και να μην καταγραφεί εάν ήταν εκτός της εμβέλειας κάποιας από τις κάμερες. Επίσης δεν ελέγχθηκε η ρύθμιση της «ευαισθησίας» αντίληψης του συστήματος. .
  37. Στην Υπεράσπιση δόθηκε αντίγραφο του σκληρού δίσκου του DVR που έγινε στην παρουσία της συνηγόρου υπεράσπισης και της Πρωτοκολλητού[5]. Στην Υπεράσπιση είχε δοθεί προηγουμένως αντίγραφο του ΠΕ 4 (Τεκμήριο 14Δ), Τεκμήριο 15[6], απόδειξη ημερ. 2/3/
  38. Το Τεκμήριο 14 Γ (ΠΕ 6) είχε σταλεί σε Γάλλο Εμπειρογνώμονα για να εξετάσει κατά πόσο έχουν διαγραφεί δεδομένα. Στις 9/10/13 παρέλαβε από τον Υπ. Σ. Παυλίδη, υπεύθυνο του εργαστηρίου, τον σκληρό δίσκο (Τεκμήριο 14Γ - ΠΕ 6), τον οποίο είχε αποστείλει στον Γάλλο εμπειρογνώμονα, τον οποίο του το είχε παραδώσει σε συνέδριο του ENFSI (δικανικά εργαστήρια στην Ε.Ε.), στην Ελλάδα και ο οποίος του ανέφερε ότι δε έχει ανευρεθεί οποιαδήποτε παραποίηση στον σκληρό δίσκο. Ο Γάλλος εμπειρογνώμονας, εξ όσων γνώριζε, δεν είχε ετοιμάσει έκθεση, η πληροφόρηση ήταν προφορική από τον Υπ. Σ. Παυλίδη. Ο ίδιος δεν είχε σχέση με την ετοιμασία των Τεκμηρίων 8A, Γ και Δ. Αρχ/Λοχίας 2700, Τρύφωνα Θεοχάρους (ΜΚ 3)
  39. Η αστυνομική κατάθεση του Αρχ/Λοχία 2700, Τρύφωνα Θεοχάρους (ΜΚ 3), Τεκμήριο 16, είχε κατατεθεί ως αποδεκτή ως προς το περιεχόμενο της (βλ. παρ. 12 πιο πάνω). Η μαρτυρία του αφορούσε την αναγνώριση του παραληφθέντος usb stick, Τεκμήριο 8Α, από τον υπεύθυνο του καταστήματος. Προβλήθηκε το στιγμιότυπο ημερ. 15/11/2012 της κάμερας 2, στο χρονικό σημείο 1:36:50 - 1:37:09 και υπέδειξε ότι καταγράφηκε η ανατροπή της μοτοσικλέτας, που κατευθυνόταν βόρεια. Φαινόταν ο οδηγός της στη μέση του δρόμου στην άσπρη γραμμή και η μοτοσικλέτα να συνεχίζει την πορεία της και να βγαίνει εκτός πλάνου. Με βάση την εκπαίδευση που έτυχε αλλά και της εικοσιεπτάχρονης πείρας του, στην ετοιμασία σχεδίων, έχοντας γνώση του χώρου, υπέδειξε στο σχέδιο Τεκμήριο 3 ως το σημείο «Β2» τη θέση που είχε βρεθεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έλαβε μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης ή των συνθηκών πρόκλησης του δυστυχήματος. Δρ. Ελένη Αντωνίου (ΜΚ 4)
  40. Η Δρ. Ελένη Αντωνίου (ΜΚ 4) ανέφερε ότι είναι Παθοανατόμος Ιατροδικαστής στο δημόσιο από το
  41. Υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 26) και αναγνώρισε τη δέσμη φωτογραφιών Τεκμήριο 11, ως τις φωτογραφίες της νεκροτομής που διενήργησε.
  42. Ο θανών έφερε εξωτερικές και εσωτερικές κακώσεις οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση ως ακολούθως: «ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ: Φέρει πολλαπλά θλαστικά τραύματα, εκχυμώσεις και αποξέσεις δέρματος στο πρόσωπο και στην τραχηλική χώρα. Επίσης φέρει εκτεταμένη εκχύμωση στην δεξιά δελτοειδή περιοχή και δεξιό άνω βραχιόνιο. Εκτεταμένες αποξέσεις δέρματος φέρει στην οπίσθια δεξιά θωρακική και οσφυϊκή περιοχή. Μικρές αποξέσεις επιδερμίδας στα κάτω άκρα. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ: ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Διάχυτη ενδοκρανιακή αιμορραγία. (υποσκληρίδιος και επισκληρίδιος). ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Ρήξη καρδίας. ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: θλαστική ρήξη άνω αριστερού λοβού του πνεύμονα και μεγάλος αιμοθώρακας αριστερά. ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Αιμορραγική θλάση ήπατος και αιμοπεριτόναιο. Ο στόμαχος ημιπλήρης αιτίων. ΟΥΡΟΠΟΙΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Ουδέν παθολογικό δεν διαφαίνεται. ΛΕΜΦΙΚΟ ΚΑΙ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Ουδέν παθολογικό δεν διαφαίνεται. ΣΚΕΛΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΜΥΪΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Κάταγμα βάσεως κρανίου, εξάρθρωση των ώμων, κάταγμα 1ης και 2ης αριστερής, καθώς επίσης και 1ης και 2ης δεξιά. Κατάγματα σπονδύλων από 3ον μέχρι 7ον αυχενικών και 1ου και 2ου θωρακικών. ΜΥΪΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ Ουδέν παθολογικό δεν διαφαίνεται.»
  43. Εξήγησε την αιτία θανάτου «Πολυτραυματισμός συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος» ως ακολούθως (απόσπασμα πρακτικών της δίκης): «Σύμφωνα με την αναφορά που μας παρέχεται προ της νεκροτομής από το τμήμα της Τροχαίας υπήρχε υποψία αν είχε διαπεραστεί το εν λόγω άτομο από όχημα. Επίσης σύμφωνα με τα γεγονότα ανέφεραν ότι οδηγούσε μοτοσικλέτα, έπεσε κάτω από την μοτοσικλέτα και μου ετέθη το ερώτημα κατά πόσο διαπεράστηκε από κάποιο όχημα. Το μέγεθος των τραυματισμών στο άνω μέρος του σώματος, δηλαδή από το κεφάλι μέχρι την αρχή του θώρακα είναι τόσο μεγάλες οι κακώσεις, κυρίως οστικές κακώσεις, οι οποίες κακώσεις για να γίνουν χρειάζεται βαρύ αντικείμενο να διέλθει ή να επιπέσει επί του σώματος. Στην προκειμένη περίπτωση διαπεράστηκε το μέρος αυτού του σώματος από ρόδα τροχοφόρου αλλά όχι από ρόδες. Εάν διαπερνιόταν το σώμα από δύο ρόδες και του ιδίου ακόμα οχήματος θα υπήρχαν σοβαρές οστικές κακώσεις και στο υπόλοιπο μισό μέρος του σώματος, δηλαδή στη λεκάνη και κάτω άκρα. Καταλήγω ως εκ του μεγέθους και της εκτάσεως των κακώσεων, διαπεράστηκε το σώμα από ένα όχημα και συγκεκριμένα την μία ρόδα του οχήματος.»
  44. Ανέφερε ότι υπήρχε υποψία από την αστυνομία ότι ο θανών διαπεράστηκε από όχημα αφού είχε πέσει προηγουμένως από τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε. Δεν θυμόταν από ποιον έγινε η αναφορά ούτε αν αυτή έγινε πριν ή μετά τη νεκροτομή. Η θέση που προέβαλε και κατά την αντεξέταση της ήταν ότι τα τραύματα είχαν συνέχεια, δεν διαχωρίζονταν και είχαν προκληθεί ταυτόχρονα από βαρύ αντικείμενο που άσκησε πίεση στο σώμα του θανόντα. Συνάδουν με πίεση από ρόδα οχήματος που πέρασε πάνω από την περιοχή του λαιμού. Παρά το γεγονός ότι το θύμα φορούσε κράνος υπέστη κάταγμα στη βάση του κρανίου. Είναι δύσκολο, ανέφερε, να προκληθεί κάταγμα στη βάση του κρανίου σε πρόσωπο που φέρει κράνος και πέφτει από μοτοσικλέτα. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το όχημα να είχε περάσει και πάνω από το κράνος ενώ αίμα, από τη στιγμή που υπήρχαν αιμορραγικά τραύματα, θα μπορούσε να είχε πεταχτεί ή πιτσιλιστεί στο όχημα. Απέκλεισε τα τραύματα να προήλθαν σε διαφορετικά χρονικά σημεία ή από πτώση με τις συνθήκες που τις είχαν περιγραφεί δηλαδή σε πτώση στην άσφαλτο. Η θλάση ύπατος θα μπορούσε να προκληθεί και από πτώση δεν είναι όμως θανατηφόρα από μόνη της.
  45. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει αν ο θανών ήταν μπρούμυτα ή ανάσκελα όταν διαπεράστηκε λόγω της επακόλουθης μετακίνησης του. Ο θανών, ανέφερε, διαπεράστηκε από ένα τροχό και από όχημα που δεν κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Αν διαπερνιόταν από όχημα με μεγάλη ταχύτητα ή δύο ή τρία οχήματα το δέρμα και οι μύες θα είχαν ξεσκιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση είχαν προκληθεί μόνο αποξέσεις.
  46. Τα τραύματα είχαν ζωική αντίδραση, επομένως όταν ο θανών διαπεράστηκε ήταν ακόμη ζωντανός. Αστ. 3100, Σταύρος Κυριάκου (ΜΚ 5)
  47. Ο Αστ. 3100, Σταύρος Κυριάκου (ΜΚ 5) υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 27) ως την κυρίως του εξέταση. Υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Στις 20/11/2012 και η ώρα 07:30 παρέλαβε από τον ΜΚ 1 δύο φιαλίδια με δείγμα αίματος, στα οποία αναγραφόταν το όνομα του θανόντα, καθώς και ένα φιαλίδιο με δείγμα ούρων τα οποία μετέφερε η ώρα 09:00 στο Κρατικό Χημείο και τα παρέδωσε στον χημικό Χ. Κουντούρη. Επίσης η ώρα 07:30 παρέλαβε από τον ΜΚ 1 ένα φιαλίδιο με δείγμα αίματος, με το όνομα του θανόντα καθώς και τρεις σφραγισμένους φακέλους με επιχρίσματα (swab) τα οποία μετέφερε η ώρα 09:30 στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής παραδίδοντας αυτά στην υπάλληλο του Ινστιτούτου, κα. Βάσω Stribley. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι παρέλαβε τα φιαλίδια από τον ΜΚ 1 χωρίς να γνωρίζει τίποτε για τον τρόπο φύλαξη τους. Ο ίδιος τα τοποθέτησε σε παγοθήκη και τα μετέφερε. Οι φάκελοι των επιχρισμάτων ήταν σφραγισμένοι. Αστ. 3165, Στέφανος Μαντοβάνης (ΜΚ 6)
  48. Ο Αστ. 3165, Στέφανος Μαντοβάνης (ΜΚ 6) υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση (Τεκμήριο 28) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Υπηρετεί στη Τροχαία Λεμεσού, στο κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Είναι αστυνομικός φωτογράφος. Στις 15/11/12 και περί ώρα 01:00 μετέβη στη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος. Στη σκηνή βρισκόταν το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΗΤΖ 010 και πεσμένος στον δρόμο ο θανών. Σταθμευμένο στη στάση λεωφορείου βορειότερα ήταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΤΚSΗ 340 και ο κατηγορούμενος, ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν ο εμπλεκόμενος οδηγός. Πήρε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 30, δέσμη φωτογραφιών 1-52) της σκηνής (φωτ. 4 - 15, 27 - 32, 36 - 41), του οχήματος με αρ. εγγραφής ΤΚSΗ 340 (φωτ. 20 - 26, 33 - 35, 42 - 47), της μοτοσικλέτας (φωτ. 16 - 19, 48 - 52) καθώς και του θανόντα (φωτ. 1 - 3) επί της ασφάλτου. Δεν γνώριζε αν η υπεράσπιση έλαβε το φωτογραφικό υλικό, ή πόσες φωτογραφίες έβγαλε συνολικά. Επιλέγηκαν
  49. Η οικογένεια του θύματος το είχε λάβει. Δεν θυμόταν αν εκτύπωσε όλες τις φωτογραφίες που έβγαλε.
  50. Κατά την συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι η εκπνοή του μύριζε έντονα οινόπνευμα. Του ζήτησε να δώσει δείγμα της εκπνοής του για προκαταρτικό έλεγχο αλκοτέστ και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αρχικά απάντησε, «σε παρακαλώ εν'νά χάσω την άδεια μου» και ακολούθως είπε, «Εντάξει». Αμέσως μετά, φύσηξε στη συσκευή προκαταρτικής εξέτασης με αρ: 12519 και η ένδειξη ήταν 57mg% αντί 22mg%[7]. Τον πληροφόρησε ότι διαπράττει το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και τον συνέλαβε. Του επέστησε ξανά την προσοχή του στο νόμο και απάντησε, «Εντάξει». Στη συνέχεια, τον μετέφερε στην Τροχαία Λεμεσού για τελικό έλεγχο αλκοτέστ. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, έδωσε τα δύο δείγματα και εκτυπώθηκε το έντυπο αποτέλεσμα με ενδείξεις 60mg% και 57mg% αντί 22mg% (Τεκμήριο 29
(1)και
(2)οι εκτυπώσεις). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η συσκευή ήταν πιστοποιημένη, δεν θυμόταν όμως αν είχε ελέγξει τη λειτουργία της συσκευής προηγουμένως. Δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε εισήγηση ότι η συσκευή έχει περιθώριο λάθους 3,2 mg%. Δεν γνώριζε αν το άγχος ή το σοκ μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα.
  1. Κατά την άφιξη του στη σκηνή ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Στην σκηνή υπήρχε αρκετή ορατότητα πέραν των 100 μ., την οποία υπολόγισε με το μάτι, δεν μέτρησε. Πάμπος Χαραλάμπους (ΜΚ 7)
  2. Ο Πάμπος Χαραλάμπους (ΜΚ 7) υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 15/11/2012 (Τεκμήριο 31) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Στις 15/11/2012 περί ώρα 00:30 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής LAN 471, τύπου Volkswagen στην οδό Αγίας Ζώνης με βόρεια κατεύθυνση. Πλησιάζοντας τα φώτα του «Αριέλ» αντιλήφθηκε πίσω του να κατευθύνεται ένα ταξί με αυξημένη ταχύτητα «σαν να ήθελε να περάσει από πάνω του». Ήθελε να τον προσπεράσει «μανιωδώς». Προέβη σε στάση στα φώτα αφού το φως ήταν κόκκινο, ήταν πρώτος στη σειρά, και πίσω του ήταν το ταξί. Αντιλήφθηκε ότι ήθελε να τον προσπεράσει μεταξύ των φώτων αυτών και των επόμενων, της ιδίας συμβολής (πρώτο πάσσαλο φώτων με δεύτερο) (Τεκμήριο 32 σχέδιο που ετοίμασε εκ του προχείρου στο εδώλιο). Η νησίδα, που αρχίζει μετά τον δεύτερο πάσσαλο και μήκους περί τα 20 μ., τον εμπόδιζε να τον προσπεράσει.
  3. Όταν εκκίνησε με πράσινο ανέπτυξε ταχύτητα περί τα 50 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε δει το ταχύμετρο του. Μόλις πέρασε την διαχωριστική νησίδα της Μακαρίου Γ'[8], το ταξί αύξησε ταχύτητα και τον προσπέρασε, με ταχύτητα περί τα 70 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η ταχύτητα του ταξί ήταν σίγουρα μεγαλύτερη της δικής του. Ενώ τον προσπερνούσε αντιλήφθηκε, σε απόσταση περίπου 100 μ., ή 50 μ. - 100 μ. περίπου, στη λωρίδα πορείας του ένα αντικείμενο στο δρόμο, που το εξέλαβε ως προφυλακτήρα, κάθετα να καλύπτει τη μισή λωρίδα και αριστερά του αντικειμένου μια μοτοσικλέτα (σημείωσε σε φωτογραφία του Google Εarth, Τεκμήριο 34, το σημείο). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε δει κάτι από μακριά πριν τον προσπεράσει το ταξί, σε απόσταση ίσως 200, 500 μ. Δεν ήταν σίγουρος αν φαινόταν μετά που τον προσπέρασε ή αν απλά είχε στη σκέψη του ότι θα περνούσε από απάνω του. Το ταξί προσπάθησε να μπει μπροστά του, μετά κινήθηκε δεξιά και πάνω από ένα άντρα που ήταν χάμω στην άσφαλτο, Τα πόδια του άνδρα έβλεπαν δυτικά. Το ταξί, ανέφερε, «πέρασε από πάνω του και έκλωσε το τιμόνι δεξιά». Κατάλαβε τότε ότι αυτό που είχε δει δεν ήταν προφυλακτήρας αλλά άνδρας, και σε απόσταση, περίπου, 50 μ. Οι αριστεροί τροχοί του ταξί πέρασαν πάνω από τον άνδρα χωρίς όμως να δει σε ποια σημεία του σώματος του. Πέρασε ο μπροστινός, ίσως και ο πισινός, αριστερός τροχός. Όπως πέρασε γύρισε το χέρι και το κράνος. Σίγουρα πέρασε πάνω από το κράνος μπορεί και πάνω από το στήθος του, πάνω από τη μέση. Η κίνηση δεξιά έγινε αφού πέρασε ο πρώτος τροχός από πάνω του. Δεν θυμόταν αν το ταξί εφάρμοσε φρένα. Όπως πήγαινε, χωρίς να ελαττώσει, έκανε κίνηση δεξιά. Ο άνδρας που είδε φορούσε άσπρο κράνος. Υπήρχε οδικός φωτισμός και έβλεπε «αρκετά». Όταν έγινε το δυστύχημα δεν είδε άλλα οχήματα να κινούνται με βόρεια ή νότια κατεύθυνση.
  4. Ο ΜΚ 7 έστριψε αμέσως δεξιά σε πάροδο (σημείωσε σε φωτογραφία του Google Earth, Τεκμήριο 34, την πάροδο χωρίς να την ονομάζει) και επανήλθε στην Μακαρίου Γ' για να δει τι έγινε. Το ταξί είχε σταθμεύσει στα δεξιά του δρόμου, βόρεια, έξω από περίπτερο και ακόμα ένα άνδρα κοντά στον τραυματία, που δεν γνώριζε προσωπικά αλλά γνώριζε ότι ονομαζόταν Γιώργος. Ο Γιώργος έβαλε σε στάση ανάνηψης τον τραυματία. Άλλη μετακίνηση δεν έγινε. Δεν γνώριζε τον θανόντα. Του υποδείχθηκε η φωτ. 1 του Τεκμηρίου 30, και ανέφερε ότι ήταν σε εκείνη τη θέση αλλά δεν θυμόταν αν έφτανε μέχρι τη διαχωριστική γραμμή. Το ίδιο ανέφερε και όταν του υποδείχθηκε και η φωτ. 41 του Τεκμηρίου
  5. Δεν θυμόταν τη μοτοσικλέτα (φωτ. 18 του Τεκμηρίου 30) γιατί δεν έδωσε σημασία, θυμόταν και αναγνώρισε το ταξί (φωτ. 20 του Τεκμηρίου 30). Άκουσε τον οδηγό του ταξί να λέει ότι δεν τον κτύπησε και ότι τον απέφυγε. Δεν αντέδρασε, είχε δει τι έγινε, είχε τον αρ. εγγραφής υπόψη του, και ήξερε ότι θα έλεγε την αλήθεια. Αναγνώρισε, από το εδώλιο του μάρτυρα, τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του ταξί.
  6. Ο ίδιος, με την ταχύτητα που πήγαινε, πίστευε ότι θα μπορούσε να αποφύγει τον θανόντα. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν είδε το ταξί να περνά πάνω από τον θανόντα ή ότι δεν μπορούσε να πει τι ακριβώς είχε γίνει. Γιώργος Γεωργίου (ΜΚ 8)
  7. Ο Γιώργος Γεωργίου (ΜΚ 8) υιοθέτησε την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 22/11/2012 (Τεκμήριο 35) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε το όχημα του με βόρεια κατεύθυνση επί της οδού Αρχ. Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό. Μπροστά του, αλλά και εξ αντιθέτου, δεν είχε άλλα αυτοκίνητα και ο φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Είδε σε απόσταση 100 μ. ένα αντικείμενο στη μέση του δρόμου. Προφορικά είπε ότι στα 100 μ. αναγνώρισε ότι ήταν άνθρωπος, ίσως να ήταν 50 μ. δεν θυμόταν. Ελάττωσε ταχύτητα και έστριψε αριστερά στην οδό Μόδεστου Παντελή και στάθμευσε. Πριν να σταθμεύσει αντιλήφθηκε ότι αυτό που είχε δει ήταν άνθρωπος πεσμένος στην άσφαλτο. Ο λόγος που έστριψε ήταν για να μην του κτυπήσει. Έτρεξε κοντά του για να τον βοηθήσει. Φορούσε κράνος μαύρου χρώματος (υπέδειξε το κράνος στη φωτ. 2 και 3 του Τεκμηρίου 7), ήταν ανάσκελα και το κεφάλι του έβλεπε ανατολικά. Το κεφάλι του ήταν σχεδόν στη γραμμή της μέσης του δρόμου.
  8. Είδε στα δεξιά σε ασφάλτινη προέκταση ένα ταξί μαύρου χρώματος και τον οδηγό του δίπλα του. Του φώναξε να καλέσει αστυνομία και ασθενοφόρο. Επειδή είναι πρώτος βοηθός πήγε προς τον θανόντα για να του παράσχει βοήθεια. Ο θανών είχε αίματα στο κεφάλι και ανάπνεε με δυσκολία και σε κάποιο στάδιο σταμάτησε να αναπνέει και ο σφυγμός του σταμάτησε. Δεν τον μετακίνησε. Πιο μπροστά και κοντά στο δυτικό πεζοδρόμιο ήταν πεσμένο ένα μοτοποδήλατο μπλε χρώματος (Το αναγνώρισε στη φωτ. 1, Τεκμήριο 30). Στη σκηνή έφθασε και ένα Volkswagen, που οδηγείτο με νότια κατεύθυνση, και σταμάτησε με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτραπεί κτύπημα. Ο οδηγός του ταξί ανέφερε ότι κάποιο αυτοκίνητο κτύπησε τον μοτοποδηλάτη και έφυγε. Ο οδηγός του Volkswagen, του οποίου το όνομα πίστευε ότι ήταν Πάμπος, του είπε με έντονο ύφος ότι αυτός τον είχε κτυπήσει. Στη σκηνή είχε φτάσει και άλλος κόσμος, ο ίδιος είχε επικεντρωθεί στο θύμα. Στη φωτ. 1 του Τεκμηρίου 30, αναγνώρισε τον εαυτό του στη φωτογραφία και το θύμα. Ο οδηγός του Volkswagen είναι συγχωριανός του. Αστ. 2329, Νικόλας Πολυκάρπου (ΜΚ 9)
  9. Ο Αστ. 2329, Νικόλας Πολυκάρπου (ΜΚ 9) ανέφερε ότι εργάζεται στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών της Αστυνομίας από το
  10. Έτυχε εκπαίδευσης σε συσκευές προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου αλκοόλης (σχετικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 36, 37 και 38) ενώ εκπαιδεύτηκε ώστε να γίνει εκπαιδευτής εκπαιδευτών στο χειρισμό τέτοιων συσκευών (Τεκμήριο 39).
  11. Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για έλεγχο της εκπνοής του κατηγορουμένου, με αύξων αρ. 80-004800, ήταν συσκευή τελικού ελέγχου, τύπου lion Intoxilyzer 8000 η οποία είχε ελεγχθεί στις 8/11/2012 από τον ίδιο (Τεκμήριο 40). Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 29.2, εξήγησε ότι ο τελικός έλεγχος της εκπνοής του κατηγορουμένου έγινε στις 01:54,26 και το πρώτο δείγμα ήταν 57 το δεύτερο
  12. Τα αποτελέσματα είχαν συνοχή μεταξύ τους. Αν υπήρχε πρόβλημα στο μηχάνημα η διαδικασία θα διακοπτόταν και θα φαινόταν ένδειξη με το πρόβλημα. Δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στην επίδραση που τέτοια ποσότητα αλκοόλης θα είχε σε οδηγό. Μιχάλης Κυλίλης (ΜΚ 10)
  13. Ο Μιχάλης Κυλίλης (ΜΚ 10) ανέφερε ότι είναι Τεχνικός Α' Τάξης στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών στη Λευκωσία. Μέρος των καθηκόντων του είναι η πιστοποίηση συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης. Η συσκευή lion Intoxilyzer 8000 με αύξων αρ. 80-004800 είχε πιστοποιηθεί στις 7/4/2011 μετά από έλεγχο που έγινε στο Αρχηγείο της Αστυνομίας στη Λευκωσία (Τεκμήριο 41 η σχετική πιστοποίηση) παρουσία του Νικόλα Πολυκάρπου. Είχε ελεγχθεί αν η συσκευή πληρούσε τα τεχνικά κριτήρια που επιβάλλει η Κ.Δ.Π. 305/2006 και συγκεκριμένα το πρότυπο OIML R
  14. Η πιστοποίηση δεν έχει να κάνει με τον έλεγχο της λειτουργίας αλλά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά, ελέγχονται δηλαδή τα έγγραφα της συσκευής. Αστ. Β', Βάσος Κοσμά (ΜΚ 11)
  15. Ο Αστ. Β' Βάσος Κοσμά (ΜΚ 11) υιοθέτησε αστυνομική κατάθεση του ημερ. 2/3/2017 ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Είναι διορισμένος στην ΥΠ.ΕΓ.Ε. του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι διπλωματούχος Χημικός με M.Sc. στη Χημική Τεχνολογία.
  16. Στις 15/11/2012 μετέβη στην Α.Δ. Λεμεσού όπου διενήργησε δειγματοληψίες αίματος και πλαστικών υπολειμμάτων από το όχημα με αρ. εγγραφής TKSH
  17. Συγκεκριμένα έλαβε επιχρίσματα (swab) από ίχνη αίματος από το αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα (ΒΚ 1), από την εσωτερική πλευρά του αριστερού μπροστινού ελαστικού του οχήματος (ΒΚ 2) και από την αριστερή μπροστινή βάση ανάρτησης, κάτω του οχήματος (ΒΚ 3). Τα επιχρίσματα συσκευάστηκαν σε καφέ χάρτινους φακέλους. Από την αριστερή μπροστινή βάση ανάρτησης, κάτω του οχήματος έλαβε επίσης υπολείμματα πλαστικού άσπρου και μαύρου χρώματος τα οποία συσκεύασε σε πλαστικό διαφανές κουτάκι. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως το διαφανές κουτάκι στο οποίο συσκεύασε τα κομμάτια πλαστικού. Τα επιχρίσματα και το Τεκμήριο 4 δόθηκαν στον ΜΚ 1 στις 15/11/2012 και η ώρα 11:
  18. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την κατάθεση του την ετοίμασε από σημειώσεις στο ημερολόγιο του (Τεκμήριο 43 - φωτοαντίγραφο της σελίδας, το οποίο κατατέθηκε κατά την επανεξέταση). Δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος ήταν παρόν στην εξέταση, θα του το είχε αναφέρει ο εξεταστής ΜΚ 1, ο οποίος ήταν παρόν. Δεν γνώριζε πως φυλάχθηκαν οι συσκευασίες με τα δείγματα αίματος μετά τη λήψη τους. Αστ. Β', Δρ. Μαρία - Έλενα Ελευθερίου (ΜΚ 12)
  19. Η Αστ. Β', Δρ. Μαρία - Έλενα Ελευθερίου (ΜΚ 12) υιοθέτησε την έκθεση Τεκμήριο 6 ως μέρος της κυρίως της εξέτασης. Είναι διορισμένη στην ΥΠ.ΕΓ.Ε του Αρχηγείου Αστυνομίας. Είναι Διδάκτωρ Χημικός (Ph.D. Χημεία) με ειδικότητα στη Δικανική Επιστήμη M.Sc. Forensic Science).
  20. Στις 20/11/2012 η ώρα 08:35 παρέλαβε από τον ΜΚ 1 στο Δικανικό εργαστήρι της ΥΠ.ΕΓ.Ε. σφραγισμένο πλαστικό κουτάκι (Τεκμήριο 4) το οποίο περιείχε πέντε φυλλίδια πλαστικού χρώματος άσπρου και μαύρου και το κράνος σφραγισμένο σε καφέ χαρτοσάκουλο, το οποίο ήταν χρώματος μαύρου με μια άσπρη λωρίδα στη μέση (Τεκμήριο 5). Ζητούμενο της εξέτασης ήταν η σύγκριση των πλαστικών φυλλιδίων με το κράνος. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τα εν λόγω τεκμήρια είχαν φυλαχθεί σε «strong room» που διαθέτει η υπηρεσία για προστασία από ψηλές θερμοκρασίες. Τα συγκεκριμένα τεκμήρια δεν γνώριζε πως είχαν φυλαχθεί προηγουμένως από τον ΜΚ 1, στην προκειμένη περίπτωση όμως ήταν άνευ σημασίας.
  21. Το Τεκμήριο 4, όπως ανέφερε προφορικά φωτογραφήθηκε και απεικονίζεται στις φωτ 1-6 του Τεκμηρίου
  22. Τα τέσσερα από τα πέντε φυλλίδια καταστράφηκαν κατά την εξέταση αφού η μια μέθοδος ήταν καταστρεπτική. Το Τεκμήριο 5 απεικονίζεται στις φωτογραφίες 7-17 του Τεκμηρίου
  23. Για την εξέταση των φυλλιδίων χρησιμοποίησε αρχικά μικροσκόπιο και ακολούθως προέβη σε χημική εξέταση της δομής των φυλλιδίων, με τη χρήση μηχανήματος FTIR, συγκρίνοντας τα με δείγματα αναφορά που έλαβε από το κράνος. Αντεξεταζόμενη κατέθεσε ως Τεκμήριο 45 τα σχετικά φάσματα.
  24. Συμπέρανε ότι τα αντίστοιχα χρώματα στρωμάτων πλαστικών φυλλιδίων του Τεκμηρίου 4, τα οποία λήφθηκαν από τη βάση ανάρτησης αριστερά μπροστά του οχήματος με αρ. εγγραφής TKSH 340, είναι ομοίου τύπου με το εξωτερικό μαύρο στρώμα πλαστικού (top) και το εσωτερικό άσπρο (bottom coat) στρώμα πλαστικού από το κράνους Τεκμήριο
  25. Επίσης, μετά από μικροσκοπική εξέταση (Τεκμήριο 47, οι σημειώσεις) των δειγμάτων, διαπίστωσε ότι ένα από τα φυλλίδια του Τεκμηρίου 4 έφερε κουκκίδες (κόκκινες/ μπλε/ κίτρινες) στην επιφάνεια, οι οποίες παρουσιάζονταν και στο δείγμα αναφοράς άσπρου χρώματος, το οποίο λήφθηκε από την άσπρη λωρίδα του κράνους, Τεκμήριο
  26. Συνεπώς, ήταν η κατάληξη της, τα πλαστικά φυλλίδια του Τεκμηρίου 4 προέρχονταν από το κράνος, Τεκμήριο
  27. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πει επί των φωτογραφιών από ποια σημεία ακριβώς έλαβε δείγματα αναφοράς. Η ύπαρξη των κουκκίδων ήταν επιπρόσθετο σημείο ταυτοποίησης πέραν του «ομοίου τύπου» πλαστικού που θα αποτελούσε χαρακτηριστικό της γραμμής παραγωγής συγκεκριμένης παρτίδας κρανών.
  28. Με την περάτωση των εξετάσεων σφράγισε τα τεκμήρια στις αρχικές τους συσκευασίες τα οποία παραλήφθηκαν εκ νέου από τον εξεταστή της υπόθεσης. Δρ. Μάριος Α. Καριόλου (ΜΚ 13)
  29. Ο Δρ. Μάριος Α. Καριόλου (ΜΚ 13) ανέφερε ότι εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου[9] και διευθύνει το εργαστήριο Δικανικής Γενετικής το οποίο, μεταξύ άλλων, ασχολείται και με εξετάσεις γενετικού υλικού σε αστυνομικά τεκμήρια. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 49, έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με εξέταση επιχρισμάτων αίματος, ως Τεκμήριο 50, επεξηγηματικό σημείωμα Ηλεκτροφερογραμμάτων, ως Τεκμήριο 51, έγγραφο εξήγησης δειγμάτων «μαρτύρων» ή «control» που εμφανίζονται στα Ηλεκτροφερογράμματα και ως Τεκμήριο 52 τα αποτελέσματα Ηλεκτροφόρησης των Ηλεκτοφερογραμμάτων.
  30. Όπως εξηγείται στο Τεκμήριο 49 στις 20/11/2012 περί ώρα 09:30 η κα. Βάσω Stribley μέλος του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής παρέλαβε σφραγισμένα από τον ΜΚ 5 (Αστ. 3100, Στ. Κυριάκου) τα ακόλουθα αντικείμενα:
(1)Επίχρισμα (swab) αίματος από το αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα του οχήματος Mercedes με αρ. εγγραφής TKSH 340 (ΒΚ 1) (6966-1),
(2)Επίχρισμα (swab) αίματος από την εσωτερική πλευρά του αριστερού μπροστινού τροχού του ιδίου οχήματος (ΒΚ 2) (6966-2),
(3)Επίχρισμα (swab) αίματος από την αριστερή μπροστινή βάση ανάρτησης του ιδίου οχήματος (ΒΚ 3) (6966-3), και
(4)Μπουκαλάκι με δείγμα αίματος από τη σωρό του Δημήτρη Αναστασίου (6966-4).
  1. Ζητήθηκε η απομόνωση γενετικού υλικού από βιολογικές ουσίες που μπορεί να υπήρχαν πάνω στα αντικείμενα, να γίνουν επιστημονικές αναλύσεις στο επίπεδο DNA και να δοθεί αναφορά για τις συγκρίσεις που μπορούν να γίνουν μεταξύ τους. Κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα (σελ. 6-7 του Τεκμηρίου 49): «ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα συμπεράσματα από τις συγκρίσεις που έγιναν, στο επίπεδο τον γενετικού υλικού, είναι τα εξής:
  2. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετήθηκαν, το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ του μονού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το αντικείμενο 6966-1 (Επίχρισμα με αίμα από το αριστερό κάτω μέρος μπροστινού προφυλακτήρα του οχήματος Mercedes με αριθμούς εγγραφής ΤΚSΗ340, θετικό στην εξέταση για τον εντοπισμό Ανθρώπινου αίματος) ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το δείγμα αίματος 6966-4 του Δημήτρη ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που συγκρίθηκαν, εκτιμάται ότι η πιθανότητα εντοπισμού του πιο πάνω γενετικού προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό είναι περίπου 1:79.000.000.000.000.000.000.000 (Η εκτίμηση έγινε με βάση τις συχνότητες των αλληλίων στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό).
  3. Από το αντικείμενο 6966-2 (Επίχρισμα με αίμα από το εσωτερική πλευρά τροχού αριστερού μπροστινού του οχήματος Mercedes με αριθμούς εγγραφής TKSH340 χρώματος μαύρου, θετικό στην εξέταση για τον εντοπισμό Ανθρώπινου αίματος) απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετήθηκαν, το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ της πιο πάνω κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το πιο πάνω αντικείμενο ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το δείγμα αίματος 6966-4 του Δημήτρη ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που συγκρίθηκαν, εκτιμάται ότι η πιθανότητα εντοπισμού του πιο πάνω γενετικού προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό είναι περίπου 1:79.000.000.000.000.000.000.000 (Η εκτίμηση έγινε με βάση τις συχνότητες των αλληλίων στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό).
  4. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετήθηκαν, το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ του μονού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το αντικείμενο 6966-3 (Επίχρισμα με αίμα από την αριστερή μπροστινή βάσης ανάρτησης του οχήματος Mercedes με αριθμούς εγγραφής TKSH340 χρώματος μαύρου, θετικό στην εξέταση για τον εντοπισμό Ανθρώπινου αίματος) ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το δείγμα αίματος 6966-4 του Δημήτρη ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Για τις χρωμοσωμικές θέσεις που συγκρίθηκαν, εκτιμάται ότι η πιθανότητα εντοπισμού του πιο πάνω γενετικού προφίλ στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό είναι περίπου 1:79.000.000.000.000.000.000.000 (Η εκτίμηση έγινε με βάση τις συχνότητες των αλληλίων στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό).»
  5. Αντεξεταζόμενος ανέφερε σε σχέση με το δείγμα 6966-2 ότι η συνεισφορά άλλου γενετικού υλικού ήταν μικρής ποσότητας που μπορούσε να αγνοηθεί. Η κύρια συνεισφορά ήταν του θανόντα. Ο τρόπος που έγινε αυτή η συνεισφορά δεν ήταν εις γνώση του, μπορούσε να γίνει από το δέρμα ή και τα ρούχα του θανόντα ή από άγγιγμα τρίτου. Οι εξετάσεις αφορούσαν ανθρώπινο γενετικό υλικό και όχι ζωικό. Δεν ήταν σε θέση να εκφράσει άποψη ως προς τον τρόπο που λήφθηκαν τα επιχρίσματα. Η θέση του ήταν ότι αυτό ήταν ζήτημα που θα έπρεπε να τεθεί στο πρόσωπο που έλαβε τα επιχρίσματα. Μεταφορά υγρού αίματος από ένα σημείο σε άλλο μπορούσε να γίνει. Όσον αφορά τον τρόπο φύλαξης των επιχρισμάτων και του αίματος ανέφερε ότι πρέπει να αποφεύγονται ψηλές θερμοκρασίες οι οποίες μπορεί να κατακερματίσουν το γενετικό υλικό. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστατο κάτι τέτοιο αφού τα αποτελέσματα τεκμηρίωναν πολύ καλής ποιότητας γενετικό υλικό. Αξιολόγηση
  6. Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η κατηγορούσα αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563, Π.Ε. 228/15-245/15, 248/15-255/15, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ismail, 17/10/2016, σελ. 33-34 και Crown Court Bench Book, Directing the Jury, Judicial Studies Board, 2010, σελ. 16). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484- 485). 64. Σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων η πραγματική μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης διιστάμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540, 546, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Β ΑΑΔ 1243, 1246 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213, 216). Αποτελεί οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων (Ιωαννίδου, πιο πάνω). 65. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι τα γεγονότα σε περιπτώσεις δυστυχήματος εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689). 66. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. (Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061). 67. Τυγχάνει εξεταστέο κατά πόσο ορισμένοι από τους μάρτυρες είναι εμπειρογνώμονες στον τομέα που ανέφεραν. Αφού έλαβα υπόψη τα προσόντα και την πείρα των ΜΚ 2, 4, 9, 11, 12 και 13 σε συνάρτηση με τη νομική πλευρά του θέματος (βλ. Evangelou and Another v. Ambizas
(1982)1 CLR 41) κρίνω ότι αυτοί είναι εμπειρογνώμονες μάρτυρες στους τομείς που ανέφεραν ότι απασχολούνται. Όσον αφορά τους Αστυνομικούς ΜΚ 1 και ΜΚ 3, δέχομαι τα προσόντα τους και την εμπειρία τους ως εξεταστές ατυχημάτων. Η μαρτυρία τους θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων (βλ. Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34, 40). Αξιολόγηση Αν/Λοχ. 3027, Ανδρέα Περικλέους (ΜΚ 1) 68. Ο ΜΚ 1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Η περιγραφή του δρόμου, ορίου ταχύτητας, οι τελικές θέσεις των οχημάτων, τα ευρήματα και οι μετρήσεις του γενικά, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν ούτε καταδείχθηκαν να είναι εσφαλμένα. Οι υποβολές που του τέθηκαν για μεροληψία ή διασύνδεση με την οικογένεια του θανόντα, παρέμειναν μόνο μετέωρες υποβολές που δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο για εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος (βλ. Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 640, 647-648). Ο μάρτυρας μου έκανε γενικά καλή εντύπωση, δεν υπέπεσε σε υπερβολές ή αντιφάσεις. Η αναφορά του σε έκθεση από Γάλλο εμπειρογνώμονα σε σχέση με τα καταγραφέντα από το ΚΚΠ δεν τεκμηριώθηκε ούτε παρουσιάστηκε. Έχω ικανοποιηθεί ότι επρόκειτο περί λανθασμένης αντίληψης του η οποία κατ' ουδένα λόγο επηρεάζει το αξιόπιστο της υπόλοιπης μαρτυρίας του. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο. Από τη μαρτυρία του δέχομαι:
(1)Τον εντοπισμό των οχημάτων και του κατηγορουμένου στη σκηνή.
(2)Τα όσα ανέφερε σε σχέση με την ορατότητα, η οποία όπως ανέφερε είχε μετρηθεί, τις καιρικές συνθήκες, την περιγραφή του δρόμου, τις μετρήσεις του και το υποδειχθέν σημείο σύγκρουσης.
(3)Τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη συλλογή και διαχείριση των τεκμηρίων, ως επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρόν κατά τη διαδικασία λήψης των επιχρισμάτων αίματος και υπολειμμάτων πλαστικού από το όχημα του.
(4)Τις ζημιές στα οχήματα, ότι το όχημα του κατηγορουμένου δεν ήρθε σε επαφή με το μοτοποδήλατο του θανόντα και ότι η αιτία πτώσης του θανόντα στην άσφαλτο αφορά ανεξάρτητη αιτία που δεν αφορά τον κατηγορούμενο. Στο αίμα του θανόντα εντοπίστηκε αλκοόλη χωρίς όμως να έχω μαρτυρία για την ακριβή ποσότητα.
  1. Όσον αφορά την οδό που έγινε το δυστύχημα σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία (Τεκμήριο 18 - κατάθεση του Βύρωνα Νεοφύτου) το κατάστημα «Gold Trade» βρίσκεται στη γωνία των οδών Αγ. Ζώνης 81Β και Μόδεστου Παντελή. Το γεγονός ότι σε κάποιο σημείο μεταγενέστερα, ίσως και λίγα μέτρα, η οδός να γίνεται Αρχ. Μακαρίου Γ' δεν αποκλείστηκε από τον ΜΚ
  2. Σύμφωνα με το σχέδιο της σκηνής το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται απέναντι από το κατάστημα «Gold Trade» στο σημείο που ο δρόμος ενώνεται με τη Μόδεστου Παντελή. Επομένως δεν διαπιστώνω να τίθεται λανθασμένη διατύπωση σε σχέση με την ονομασία της οδού. Το σημείο σύγκρουσης είναι επομένως στην Αγία Ζώνης.
  3. Όσον αφορά τις ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου (Τεκμήρια 9 και 10), αν και δέχομαι ότι τις έλαβε, λόγω του χειρισμού από πλευράς κατηγορούσας αρχής κατά την κατάθεση τους ως τεκμήρια, δεν προχώρησα να αξιολογήσω το περιεχόμενο τους. Αξιολόγηση Αστ. 3416, Παύλου Εκτορίδη (ΜΚ 2)
  4. Ο ΜΚ 2 ήταν θετικός στις θέσεις του και συνεπής με τα όσα ανέφερε στην έκθεση του σε σχέση με τη λειτουργία του όλου συστήματος του ΚΚΠ αλλά και του υλικού που απομονώθηκε σε σχέση με τις καταγραφές των καμερών 2 και 6 αλλά και των αντιγράφων που ετοιμάστηκαν. Το γεγονός ότι υπήρχε κάποια διαφορά μεταξύ της έκθεσης του, Τεκμήριο 13 και του Τεκμηρίου 25, με την αναγραφή επιπρόσθετα ως συντάκτη, ονόματος άλλου αστυνομικού, δεν επηρέασε την αξιοπιστία του ούτε κατέδειξε ότι δεν ήταν ο τελικός συντάκτης του κειμένου. Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 25 ήταν ανυπόγραφο και αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα ως το μη τελικό κείμενο. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τη λειτουργία του ΚΚΠ. Ασφαλώς δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τις καταγραφές ή να αναγνωρίσει τους εμπλεκόμενους. Είχε απλά προβεί σε απομόνωση του υλικού που αφορούσε το επίδικο χρονικό διάστημα που αφορούσε το όλο δυστύχημα, χωρίς να αλλοιωθεί ή να επηρεαστεί η ακεραιότητα του υλικού καθ' οιονδήποτε τρόπο. Δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με την διαχείριση αντιγράφου του σκληρού δίσκου από Γάλλο πραγματογνώμονα και ότι η έρευνα δεν απέδωσε οτιδήποτε περισσότερο.
  5. Όσον αφορά το προβληθέν απόσπασμα της καταγραφής[10], στο χρονικό σημείο 1:37:41 εμφανίζεται ένα όχημα με τα φώτα πορείας αναμμένα να περνά δίπλα και δεξιά της μοτοσικλέτας. Η εν λόγω καταγραφή δεν οδηγεί σε κανένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Αξιολόγηση Αρχ/Λοχ. 2700, Τρύφωνα Θεοχάρους (ΜΚ 3)
  6. Η αστυνομική κατάθεση του ΜΚ 3 είχε δηλωθεί ως παραδεκτή. Προφορικά, αναφερόμενος στα προσόντα του ως εξεταστής δυστυχημάτων, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8Α, που αφορούσε εξήγηση της καταγραφής της πτώση του θανόντα από το μοτοποδήλατο, και της θέσης στην οποία κατέληξε, «Β2» στο σχέδιο Τεκμήριο 3, μαρτυρία την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Αξιολόγηση Δρ. Ελένης Αντωνίου (ΜΚ 4)
  7. Η μαρτυρία της αφορούσε τα αίτια θανάτου του θανόντα και ερμηνείας των τραυμάτων του. Η ΜΚ 4 ήταν σταθερή στις θέσεις της. Παρά την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι απλά προσπάθησε να επιβεβαιώσει τα όσα της ανέφερε η αστυνομία, δεν διέκρινα σκοπιμότητα από πλευράς της. Κρίνω τη μάρτυρα αξιόπιστη και δέχομαι την μαρτυρία της όσον αφορά την πρόκληση των θανατηφόρων τραυμάτων στον θανόντα. Ως προς τον ακριβή τρόπο που το όχημα τον διαπέρασε και αν πέρασε πάνω από το κράνος, απλά εξέφρασε σκέψεις και δεν ήταν απόλυτη. Αυτό που έχει σημασία και δέχομαι είναι ότι ο θανών διαπεράστηκε από ένα τροχό οχήματος που δεν κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Αποκλείεται δηλαδή να διαπεράστηκε από πέραν του ενός οχήματα. Αξιολόγηση Αστ. 3100, Σταύρου Κυριάκου (ΜΚ 5)
  8. Ο ΜΚ 5 απλά μετέφερε τα συσκευασμένα επιχρίσματα αίματος και δύο φιάλες αίματος που του δόθηκαν από τον ΜΚ 1, μια στο Κρατικό Χημείο και μια στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Κρίνω το μάρτυρα αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τη διακίνηση των εν λόγω τεκμηρίων στην ολότητα της. Αξιολόγηση Αστ. 3165, Στέφανου Μαντοβάνη (ΜΚ 6)
  9. Ο ΜΚ 6 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η αντεξέταση εστιάστηκε κυρίως στην λειτουργία των συσκευών ελέγχου αλκοόλης. Για όσα θέματα ρωτήθηκε και δεν ήταν σίγουρος το ανέφερε ευθέως. Δεν έχω κανέναν λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Από τη μαρτυρία του δέχομαι:
(1)Ότι ήταν καταρτισμένος στη χρήση συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης αλκοόλης.
(2)Τα αποτελέσματα που αναγράφονται στην εκτύπωση της τελικής συσκευής ελέγχου εκπνοής (Τεκμήριο 29
(1)και
(2)). Το ζήτημα της ορθής λειτουργίας και πιστοποίησης αποτέλεσε αντικείμενο άλλων μαρτύρων, αφού ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τα επιβεβαιώσει.
(3)Ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν ο εμπλεκόμενος οδηγός, πριν προβεί σε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης, ως επίσης και τις απαντήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος όταν του επέστησε την προσοχή του στο νόμο.
(4)Ότι προέβη σε φωτογράφηση της σκηνής και ότι οι φωτογραφίες Τεκμήριο 30 είναι οι φωτογραφίες που έλαβε, χωρίς να τύχουν οποιασδήποτε αλλοίωσης ή τροποποίησης.
  1. Όσον αφορά την εκτίμηση του για την απόσταση ορατότητας επρόκειτο περί εκτίμησης χωρίς οποιαδήποτε βάση υπολογισμού την οποία δεν αποδέχομαι. Αξιολόγηση Αστ. 2329, Νικόλα Πολυκάρπου (ΜΚ 9)
  2. Ο εν λόγω μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και τον κρίνω αξιόπιστο. Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι η συσκευή τελικού ελέγχου αλκοόλης που είχε χρησιμοποιηθεί είχε ελεγχθεί από τον ίδιο τελευταία φορά 8/11/2012, ότι τα τελικά αποτελέσματα του Τεκμηρίου 29
(1)και
(2)παρουσίαζαν συνοχή και ότι σε περίπτωση που η συσκευή είχε πρόβλημα η διαδικασία θα είχε διακοπεί. Αξιολόγηση Μιχάλη Κυλίλη (ΜΚ 10)
  1. Ο ΜΚ 10 ήταν επίσης τυπικός μάρτυρας. Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι η συσκευή ανίχνευσης αλκοόλης που χρησιμοποιήθηκε για την τελική εξέταση είχε τη δέουσα πιστοποίηση. Αξιολόγηση Αστ. Β', Βάσου Κοσμά (ΜΚ 11)
  2. Ο ΜΚ 11 έλαβε τα επιχρίσματα αίματος από το όχημα του κατηγορουμένου ως επίσης υπολείμματα πλαστικού τα οποία αφού συσκευάστηκαν παραδόθηκαν στον ΜΚ
  3. Ο ΜΚ 11 ήταν θετικός στις απαντήσεις του και η διαδικασία συλλογής υλικού στην οποία προέβη δεν καταδείχτηκε να είναι εσφαλμένη. Κρίνω τον μάρτυρα αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τα όσα κατέθεσε γι' αυτά τα ζητήματα. Το γεγονός ότι δεν ήταν σίγουρος αν ο κατηγορούμενος ήταν παρόν στη λήψη του υλικού δεν κλονίζει την αξιοπιστία του ούτε οδηγεί σε συμπέρασμα παρουσίας ή απουσίας του κατηγορουμένου. Αξιολόγηση Αστ. Β', Δρ. Μαρίας-Ελένης Ελευθερίου (ΜΚ 12)
  4. Η ΜΚ 12 προέβη σε ταύτιση των φυλλιδίων πλαστικού που συλλέγησαν από το όχημα του κατηγορουμένου με το κράνος του θανόντα. Η ΜΚ 12 αναφέρθηκε με σαφήνεια στη μεθοδολογία που ακολούθησε και η αντεξέταση ουδόλως κλόνισε την αξιοπιστία της. Δέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Αξιολόγηση Δρ. Μάριου Α. Καριόλου (ΜΚ 13)
  5. Ο ΜΚ 13 προέβη σε ταύτιση με τη μέθοδο του DNA των επιχρισμάτων αίματος που λήφθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου με το δείγμα αίματος του θανόντα. Η αντεξέταση επικεντρώθηκε περισσότερο στον τρόπο που λήφθηκαν τα επιχρίσματα ή για ενδεχόμενη μεταφορά αίματος στο σημείο λήψης των επιχρισμάτων. Αυτά τα ζητήματα, όπως ανέφερε, ήταν ζητήματα που αφορούσαν τα πρόσωπα που έλαβαν τα επιχρίσματα και όχι τον ίδιο. Αποδέχτηκε όμως ότι η κάποια μικρή συνεισφορά ξένου γενετικού υλικού θα μπορούσε να προέλθει κατά τη λήψη των δειγμάτων. Σημειώνω ότι σε κανένα μάρτυρα που εμπλεκόταν στη λήψη του υλικού αυτού δεν τέθηκε ευθέως ότι προέβη σε εσκεμμένη ή πλημμελή μεταφορά αίματος. Επομένως δεν έχει καταδειχθεί κανένας λόγος ώστε να μην δεχθώ την ακρίβεια των αποτελεσμάτων στα οποία κατέληξε και τα οποία κρίνω αξιόπιστα. Δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αξιολόγηση Πάμπου Χαραλάμπους (ΜΚ 7)
  6. Ο ΜΚ 7 κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας. Προσέγγισα με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του. Από τη μαρτυρία του έχω πεισθεί ότι ήταν παρόν και είδε τα όσα διαδραματίστηκαν. Ήταν εμφανές όμως, από την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο, ότι είχε βιώσει έντονα το συμβάν, με αποτέλεσμα σε κάποια σημεία να είναι ανακριβής, ιδιαίτερα όσον αφορά τις αποστάσεις. Κάποια ανακρίβεια είναι αναμενόμενη (βλ. Τιμοθέου, πιο πάνω) στην προκειμένη όμως περίπτωση με τις αναφορές του είναι αδύνατο να καταλήξει το Δικαστήριο σε συγκεκριμένα ευρήματα. Τούτων λεχθέντων, δεν διαπίστωσα ανειλικρίνεια ή τάση υπερβολής από πλευράς του. Αντίθετα η γενική εικόνα της μαρτυρίας του όσον αφορά τον τρόπο οδήγησης του κατηγορουμένου παρουσιάστηκε κατά τρόπο συνεπή. Το γεγονός επίσης ότι έγινε αναφορά ότι ο θανών φορούσε άσπρο κράνος ή ότι μετακινήθηκε από τη θέση του, είναι επίσης επουσιώδη, δεν μου διαφεύγει ότι το Τεκμήριο 5 είναι μαύρο με πλατιά άσπρη λωρίδα που καλύπτει το πάνω μέρος του. Ως εκ τούτου τον κρίνω αξιόπιστο. Από τη μαρτυρία του δέχομαι:
(1)Ότι προπορευόταν του οχήματος του κατηγορουμένου και ότι ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε σε σημείο μετά την συμβολή των φώτων τροχαίας αμέσως μετά τη διαχωριστική νησίδα της οδού. Δέχομαι επίσης ότι ο ΜΚ 7 κινείτο με ταχύτητα περί των 50 ΧΑΩ.
(2)Ότι στο σημείο που τον προσπέρασε ο κατηγορούμενος, ο ΜΚ 7 ήταν σε θέση να δει ότι υπήρχε κάτι στο δρόμο μπροστά του σύμφωνα με την κατεύθυνση που οδηγούσε. Μπροστά του και απέναντι του δεν είχε άλλα οχήματα.
(3)Ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην λωρίδα πορείας του και ακολούθως κινήθηκε δεξιότερα περνώντας πάνω από τον θανόντα. Το γεγονός ότι ο ΜΚ 7 ανέφερε ότι πέρασαν δύο αριστεροί τροχοί δεν έχει σημασία, ούτε επηρεάζει την αξιοπιστία του, ο ίδιος ανέφερε ότι δεν ήταν απολύτως σίγουρος.
(4)Ότι δεν αντέδρασε όταν άκουσε ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος δεν διαπέρασε τον θανόντα. Δεν κρίνω ότι είχε λόγο να πει ψέματα γι' αυτό το ζήτημα.
(5)Ότι ο ίδιος, με την ταχύτητα που οδηγούσε, μπορούσε να αποφύγει και όντως απέφυγε τη σύγκρουση με τον θανόντα αφού έστριψε σε πάροδο δεξιά πριν το σημείο που βρισκόταν ο θανών. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 34, οδό που συμπίπτει με την οδό Αρχιλόχου ως την πάροδο στην οποία εισήλθε. Αξιολόγηση Γιώργου Γεωργίου (ΜΚ 8)
  1. Ο ΜΚ 8 επίσης φαινόταν να βιώνει κάποια συναισθηματική φόρτιση και ήταν κάπως ανακριβής με τις αποστάσεις που ανέφερε όπως και ο ΜΚ
  2. Η μαρτυρία του όμως, γενικά, είχε συνοχή και δεν υπερέβαλλε. Κρίνω το μάρτυρα αξιόπιστο. Από τη μαρτυρία του δέχομαι:
(1)Ότι αντιλήφθηκε τον θανόντα, έγκαιρα, έστω και αν αρχικά νόμιζε ότι ήταν αντικείμενο, στην λωρίδα πορείας του και μετέβαλε έγκαιρα την πορεία του οχήματος του.
(2)Ότι είδε τον θανόντα ξαπλωμένο στο δρόμο, να φέρει το κράνος του και ότι δεν μετακινήθηκε.
(3)Ότι η κίνηση στον δρόμο ήταν αραιή δηλαδή δεν είχε άλλα οχήματα μπροστά και απέναντι του.
  1. Με προβλημάτισε η θέση του, ότι ο ΜΚ 7 αντέδρασε σε ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δεν διαπέρασε τον θανόντα. Στο σημείο αυτό προφανώς έσφαλλε, άλλωστε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του διαφάνηκε έντονα ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη στο θανόντα. Ενδεικτική είναι η απάντηση που έδωσε γενικά για την αντίληψη του χρόνου και του τι συνέβαινε γύρω του τη δεδομένη στιγμή (πρακτικό της δίκης): «E. Είπετε μας ότι εσταματήσατε το αυτοκίνητο σας, εκατεβήκατε, επήατε προς το θύμα και μετά και από κάποια στιγμή πέρασε τούτο το άσπρο Volkswagen το αυτοκίνητο. Θυμάστε να μας πείτε πόση ώρα πέρασε; A. Ήταν πολλά σύντομα και ο κύριος με το ταξί σύντομα δηλαδή ήρθε ο κύριος με το ταξί, σταμάτησε το άσπρο το αυτοκίνητο, εγώ δεν επολλοεπικοινωνούσα με τους ανθρώπους. Όταν έχασε και τον σφυγμό του απλά προσπάθησα, έγινε ένας διάλογος, εγώ είπα να τηλεφωνήσουν, έπεσαν κόσμος, νεαρές κοπέλες ''εν ο συνάδελφος μου, εν ο γιος μου'' διάφορος κόσμος, πολλά δικός τους άνθρωπος με μηχανή, έγιναν έτσι αυτά, ήταν σύντομο χρονικό διάστημα.» Ευρήματα
  2. Καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα: Διακίνηση και ερμηνεία των Τεκμηρίων
  3. Ο ΜΚ 1 παρέλαβε το κράνος του θανόντα (Τεκμήριο 5) από τη σκηνή και το παρέδωσε στην ΜΚ 12 για επιστημονική ανάλυση στην ΥΠ.ΕΓ.Ε. Αυτή μετά το παρέδωσε στον ΜΚ 3 και ο ΜΚ 3 στον ΜΚ
  4. Ο ΜΚ 11 συνέλεξε φυλλίδια πλαστικού, άσπρου και μαύρου χρώματος, από την αριστερή μπροστινή βάση ανάρτησης, κάτω του οχήματος τα οποία συσκεύασε σε πλαστικό διαφανές κουτί (Τεκμήριο 4) το οποίο παρέδωσε στον ΜΚ
  5. Ο ΜΚ 1 το παρέδωσε στην ΜΚ 12 για επιστημονική ανάλυση στην ΥΠ.ΕΓ.Ε. Αυτή μετά το παρέδωσε στον ΜΚ 3 και ο ΜΚ 3 στον ΜΚ
  6. Ο ΜΚ 11 συνέλεξε επιχρίσματα αίματος από ίχνη αίματος από το αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα, από την εσωτερική πλευρά του αριστερού μπροστινού ελαστικού του οχήματος και από την αριστερή μπροστινή βάση ανάρτησης, κάτω του οχήματος με αρ. εγγραφής TKSH 340 τα οποία συσκεύασε και παρέδωσε στον ΜΚ
  7. Ο ΜΚ 1 συνέλεξε επίσης κατά τη νεκροτομή ένα μπουκαλάκι αίματος του θανόντα. Παρέδωσε τα επιχρίσματα και το μπουκαλάκι στον ΜΚ 5 ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδωσε στην κα. Βάσω Stribley στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Αυτή μετά τα παρέδωσε στον ΜΚ
  8. Τα φυλλίδια του πλαστικού που λήφθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου ταυτίζονται και προέρχονται από το κράνος (Τεκμήριο 5) του θανόντα.
  9. Τα επιχρίσματα αίματος που λήφθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου προέρχονται από τον θανόντα. Αιτία θανάτου
  10. Ο θάνατος του θανόντα προκλήθηκε αφού διαπεράστηκε από τροχό οχήματος που κινείτο με χαμηλή ταχύτητα σε σημείο από το κεφάλι μέχρι την αρχή του θώρακα. Όταν ο θανών διαπεράστηκε ήταν ακόμη ζωντανός και τα τραύματα που υπέστη όταν διαπεράστηκε ήταν θανατηφόρα. Οδός, διαμόρφωση της
  11. Η Αγία Ζώνης έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια με βόρεια κατεύθυνση και μια με νότια. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα η οδός Αγίας Ζώνης συμβάλλεται με δύο παρόδους. Στα ανατολικά με την οδό Αρχιλόχου, στα δυτικά με την Μόδεστου Παντελή. Ο δρόμος χωρίζεται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή εκτός στη συμβολή με την Αρχιλόχου, όπου επιτρέπεται στα οχήματα που κατευθύνονται στην Αρχιλόχου να εισέρχονται στην Αγία Ζώνης. Η ορατότητα στο σημείο σύγκρουσης είναι 200 μ. προς τις δύο κατευθύνσεις. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Από τις φωτ. Τεκμήριο 30 έχω ικανοποιηθεί ότι ο δρόμος αφορά κατοικημένη περιοχή με κόλπους στάθμευσης οχημάτων. Το δυστύχημα
  12. Ο θανών, περί ώρα 00:37, οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΗΤΖ 010 επί της Αγίας Ζώνης με βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, για λόγο που δεν αφορά τον κατηγορούμενο, απώλεσε τον έλεγχο της με αποτέλεσμα να βρεθεί ξαπλωμένος στην άσφαλτο με το κεφάλι του να βρίσκεται στη μέση του δρόμου και το υπόλοιπο του σώμα να τέμνει κάθετα την λωρίδα πορείας των οχημάτων που κινούνταν με βόρεια κατεύθυνση. Τα πόδια του δηλαδή έβλεπαν δυτικά, προς την Μόδεστου Παντελή. Ο θανών φορούσε το κράνος του.
  13. Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής TKSH 340 με βόρεια κατεύθυνση επί της Αγίας Ζώνης. Λίγο μετά τα φώτα της συμβολής με τη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου του Γ', σε σημείο που τελειώνει η διαχωριστική νησίδα, αυξάνοντας ταχύτητα, προσπέρασε το όχημα του ΜΚ 7 το οποίο κινείτο περί των 50 ΧΑΩ. Στο σημείο που προσπέρασε τον ΜΚ 7 ήταν εμφανές στον ΜΚ 7 ότι κάτι υπήρχε στο δρόμο βορειότερα εντός της λωρίδας πορείας του, χωρίς όμως να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ως προς το τι μπορούσε να δει ή τι έβλεπε ο κατηγορούμενος πριν και κατά τη διάρκεια του προσπεράσματος.
  14. Ο κατηγορούμενος, αφού προσπέρασε τον ΜΚ 7, εισήλθε στη λωρίδα πορείας του και ακολούθως κινήθηκε δεξιότερα διαπερνώντας τον θανόντα. Με βάση την επιστημονική μαρτυρία έχω ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος διαπέρασε τον θανόντα με τον αριστερό μπροστινό τροχό του σε σημείο από το κεφάλι μέχρι την αρχή του θώρακα και ότι πέρασε πάνω από το κράνος του θανόντα. Τα σημεία απ' όπου λήφθηκαν επιχρίσματα αίματος, από το αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα, από την εσωτερική πλευρά του αριστερού μπροστινού ελαστικού του οχήματος και από την αριστερή μπροστινή βάση ανάρτησης στο κάτω μέρος του οχήματος και υπολείμματα πλαστικού από το κράνος του θανόντα, από την αριστερή μπροστινή βάση ανάρτησης στο κάτω μέρος του οχήματος, αφορούν την αριστερή μπροστινή πλευρά του οχήματος του κατηγορουμένου. Αυτό σε συνδυασμό με την μαρτυρία της ΜΚ 4, ότι ο θανών διαπεράστηκε από ένα τροχό και της μαρτυρίας του ΜΚ 7 ότι διαπεράστηκε σίγουρα από τον μπροστινό αριστερό τροχό δεν με αφήνουν σε αμφιβολία για το συμπέρασμα μου. Ο θάνατος ήταν απόρροια επομένως της οδήγησης του κατηγορουμένου και όχι της πτώσης του ή διαπεράσματος από άλλο όχημα.
  15. Οι ΜΚ 7 και 8 είδαν εγκαίρως τον θανόντα, αρχικά ως αντικείμενο στο δρόμο, και απέφυγαν και οι δύο τη σύγκρουση μαζί του. Ανίχνευση Αλκοόλης στην εκπνοή του κατηγορουμένου
  16. Ο κατηγορούμενος την επίδικη ημερομηνία και ώρα οδηγούσε ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο, 57 mg% αντί των επιτρεπόμενων
  17. Ο έλεγχος έγινε από μηχάνημα που είχε τη δέουσα πιστοποίηση και το οποίο λειτουργούσε κανονικά.
  18. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ως προς την επίδραση της αλκοόλης στην οδήγηση του κατηγορουμένου ή αν συσχετιζόταν καθόλου με την πρόκληση του δυστυχήματος.
  19. Αλκοόλη είχε καταναλώσει και ο θανών, στο αίμα του οποίου εντοπίστηκε αλκοόλη. Νομική Πτυχή
  20. Το άρθρο 210 ΠΚ, προβλέπει: «
  21. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
  22. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο του θύματος. Η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά δεν πρέπει να ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (βλ. R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088[11]).
  23. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230), δεν ορίζονται όμως από τον ίδιο το νόμο. Οι εν λόγω όροι έχουν ερμηνευθεί όμως από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα αγγλική νομολογία[12]. Το ίδιο ισχύει και για την ερμηνεία του όρου επικίνδυνη[13]. Το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει κατηγορούμενο είτε για απερίσκεπτη είτε για επικίνδυνη οδήγηση (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 239). Στην κυπριακή νομολογία οι όροι «Απερίσκεπτη» και «Επικίνδυνη» ερμηνεύθηκαν, ή καλύτερα διατηρήθηκαν, ως διακριτοί τρόποι διάπραξης του αδικήματος σε αντίθεση με το αγγλικό δίκαιο, που ουδέποτε τα διέκρινε (βλ. R v. Lawrence [1982] 1 AC 510, 524) ακολουθώντας ενιαία εξελικτική πορεία σε συνάρτηση και με τις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν κατά καιρούς. Στην Κύπρο επομένως, διακρίνονται μεταξύ τους ως συμπεριφορές, μη αναγόμενες σε υπαίτια αμέλεια, διαφορετικής υφής, με την απερίσκεπτη συμπεριφορά να κρίνεται πιο σοβαρή από την επικίνδυνη. Απερίσκεπτη και Αλόγιστη Οδήγηση 104. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
  1. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
  2. Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
  3. Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όμως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του αποτελέσματος (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Επικίνδυνη Οδήγηση
  4. Στην επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674).
  1. Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή να δείχνει έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wikinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[14]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
  2. Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney). Αιτιώδης Συνάφεια
  3. Όπως και στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφεαυτής την απερίσκεπτη πράξη ή σφάλμα του κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει κάποια ευθύνη (βλ. Kannas v. Police
(1968)2 CLR 29, 39[15], Stylianou v. Police
(1971)2 CLR 155, 157[16] και R. v. Hennigan
(1971)55 Cr. App. R. 262, 264-265[17]) για την πρόκληση του δυστυχήματος και κατ' επέκταση του θανάτου. Η ευθύνη αυτή έχει περιγραφεί ως ουσιώδης (substantial) (βλ. σχόλια στην Kannas, ανωτέρω) ή ουσιαστική (substantive) (βλ. Gavalas v. Police
(1985)2 CLR 114, 131). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου αλλά αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. Hennigan, ανωτέρω). Στην R. v. L [2011] R.T.R. 19, o Toulson L.J συνόψισε την αγγλική νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως, στη σελ. 240, παρ. 9: «Those authorities establish or recognise these principles: first, the defendant's driving must have played a part not simply in creating the occasion for the fatal accident, i.e. causation in the "but for" sense, but in bringing it about; secondly, no particular degree of contribution is required beyond a negligible one; thirdly, there may be cases in which the judge should rule that the driving is too remote from the later event to have been the cause of it, and should accordingly withdraw the case from the jury.» Σε δική μου ελεύθερη μετάφραση: «Εκείνες οι αυθεντίες καθιερώνουν ή αναγνωρίζουν τις ακόλουθες αρχές: πρώτον, η οδήγηση του κατηγορουμένου πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο όχι απλά στη δημιουργία της περίστασης του θανατηφόρου δυστυχήματος, δηλαδή αιτιώδους συνάφειας εν τη εννοία του «εκτός εάν», αλλά στην πρόκληση της· δεύτερον, δεν απαιτείται συγκεκριμένος βαθμός συνεισφοράς πέραν της ελάχιστης· τρίτον, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις όπου ο δικαστής θα πρέπει να αποφασίσει ότι η οδήγηση ήταν τόσο απομακρυσμένη από το αποτέλεσμα ώστε να ήταν η αιτία του, και θα πρέπει να αποσύρει την υπόθεση από τους ενόρκους.» Συμπεράσματα
  1. Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή την προβληθείσα ενώπιον μου επιχειρηματολογία σε συνάρτηση με τα ευρήματα μου και την παρατεθείσα νομολογία. Με βάση τα όσα προανέφερα, καταλήγω πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι, υπό τις περιστάσεις, ο κατηγορούμενος είναι ένοχος απερίσκεπτης οδήγησης. Κατέληξα στο εν λόγω συμπέρασμα για τους λόγους που αναφέρω στη συνέχεια.
  2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΚ 7 και 8, την οποία δέχθηκα, ήταν ορατό κάποιο εμπόδιο στο δρόμο από κάποια απόσταση. Η ορατότητα γενικά ήταν περί των 200 μ. Στο σημείο που ο κατηγορούμενος προσπέρασε τον ΜΚ 7 το εμπόδιο ήταν ορατό από τον ΜΚ
  3. Αυτό βέβαια δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι όταν ο κατηγορούμενος προσπέρασε από δεξιά και κινείτο παράλληλα του ΜΚ 7 βρισκόταν σε σημείο που η παρουσία του θανόντα στο δρόμο ήταν εμφανής έστω και ως εμπόδιο κάποιας μορφής στο δρόμο. Το γεγονός ότι δεν αντέδρασε έγκαιρα ενώ οι ΜΚ 7 και 8 το έπραξαν με προβλημάτισε ιδιαίτερα. Η εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης είναι ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να βρέθηκε σε αγωνιώδη κατάσταση, μη μπορώντας να αποφύγει τη σύγκρουση.
  4. Σύμφωνα με τη νομολογία, οδηγός που αντιμετωπίζει κίνδυνο που δεν προκάλεσε ο ίδιος οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Αν η ενέργεια άλλου δημιουργήσει δίλημμα ή αγωνιώδη κατάσταση, ο οδηγός δεν θα κριθεί ένοχος αμέλειας, ακόμη και αν έλαβε εσφαλμένο μέτρο, αν λόγω της εγγύτητας του άλλου οχήματος ή πεζού, δεν είχε το χρόνο να λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης (βλ. Κασιέρη ν. Κυριάκου
(1997)1Β ΑΑΔ 1246, σελ. 1253 -1254 και την νομολογία που παρατίθεται). Η ίδια αρχή ισχύει και για ποινικές υποθέσεις (βλ. Δημητρίου v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 190, 194).
  1. Όπως τίθεται η αρχή στην Αγγλική νομολογία, τα αδικήματα της οδήγησης χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή της επικίνδυνης οδήγησης δεν προϋποθέτουν την πρόκληση δυστυχήματος. Αν όμως προκληθεί δυστύχημα δεν εξυπακούεται αμελής ή επικίνδυνη οδήγηση από πλευράς του εμπλεκομένου. Εσφαλμένη ενέργεια υπό την αγωνία της σύγκρουσης δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί το αδίκημα, εάν ο κατηγορούμενος οδηγούσε σωστά προηγουμένως και οι ενέργειες του, πριν η σύγκρουση καταστεί επικείμενη, ήταν αυτές ενός συνετού οδηγού (βλ. Simpson v. Peat [1952] 1 All E.R. 447, 449[18], και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.50 σελ. 427[19]).
  2. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν οδήγησε ως συνετός οδηγός. Επιχείρησε προσπέρασμα σε δρόμο που απαγορευόταν αφού υπήρχε άσπρη συνεχόμενη γραμμή (βλ. κ. 58
(4)(α)[20] των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 189/2008, 19/5/2008).
  1. Το αν προσπέρασμα αυτής της φύσεως θα κριθεί ταυτόχρονα απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή απλή αμέλεια είναι ζήτημα γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση ο δρόμος έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια προς κάθε κατεύθυνση. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Είναι κατοικημένη περιοχή, με κόλπους στάθμευσης. Ο δρόμος φωτίζεται και η ώρα ήταν μεσάνυκτα με αραιή, κίνηση. Την ώρα που προσπέρασε ο κατηγορούμενος δεν υπήρχαν οχήματα μπροστά του οχήματος του ΜΚ 7 ή ερχόμενα από απέναντι. Ο ΜΚ 7 ανέφερε ότι κινείτο με ταχύτητα γύρω στα 50 ΧΑΩ, επομένως κινείτο εντός του ορίου και όχι κατ' ανάγκην αργά, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της περιγραφείσας οδού.
  2. Το τι μπορούσε ή δεν μπορούσε να δει ο κατηγορούμενος όταν ακολουθούσε τον ΜΚ 7 είναι άγνωστο. Ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία ως προς το τι μπορούσε να δει όταν εκτελούσε προσπέρασμα, όταν βρισκόταν δηλαδή στη δεξιά από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Αυτό όμως δεν με αφήνει σε αμφιβολία ως προς το απερίσκεπτο της πράξης του. Προσπέρασμα σε δρόμο όπως τον επίδικο, όπου απαγορεύεται, προϋποθέτει είσοδο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επαναφορά στην λωρίδα κυκλοφορίας του. Δεν αρκεί κάποιος να βεβαιωθεί ότι η λωρίδα πορείας απέναντι είναι καθαρή. Πρέπει να βεβαιωθεί ότι θα μπορεί να επανέλθει με ασφάλεια στην λωρίδα πορείας του, σχεδόν αμέσως, κάτι που θα ήταν αντικειμενικά αδύνατο να γνωρίζει κανείς πριν επιχειρήσει προσπέρασμα. Η εμφάνιση εμποδίου οποιασδήποτε φύσεως, οχήματος ή πεζού, μπροστά από το προπορευόμενο όχημα του ΜΚ 7, ήταν εύλογα προβλεπτή, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και διαμόρφωσης του δρόμου. Είναι ενέργεια την οποία ο μέσος συνετός οδηγός δεν θα επιχειρούσε. Με το εγχείρημα του προσπεράσματος ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του κατά τρόπο που δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο, έστω, και αν δεχθώ ότι οδήγησε χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του σε συγκεκριμένο κίνδυνο και ότι τον ανέλαβε.
  3. Εξετάζοντας αντικειμενικά τα ενώπιον μου δεδομένα καταλήγω, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, στο συμπέρασμα ότι ο λόγος που ήρθε αντιμέτωπος με τον θανόντα, που ήταν πεσμένος στο δρόμο, ήταν απόρροια του δικού του σφάλματος έστω και αν δεν φαίνεται να είχε στρέψει την προσοχή στον συγκεκριμένο κίνδυνο. Αν δεν προσπερνούσε θα παρέμενε πίσω από το όχημα του ΜΚ 7, ο οποίος, όπως δέχθηκα, είχε δει εμπόδιο στο δρόμο και ήταν σε θέση, όπως και το έπραξε, να μην συγκρουστεί με τον θανόντα. Σημειώνω ότι ως προς την υποκειμενική του αντίληψη, το τι ο ίδιος δηλαδή σκεφτόταν, καμία διαπίστωση δεν μπορεί να γίνει από την ενώπιον μου μαρτυρία.
  4. Καταλήγω επομένως ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε απερίσκεπτα και ότι η ενέργεια του ήταν η ουσιαστική αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος και του θανάτου του θανόντα.
  5. Ενόψει της απόφασης μου η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής για προσθήκη κατηγορίας για οδήγηση καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου αλκοόλης είναι άνευ αντικειμένου. Κατάληξη
  6. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ § 210 Criminal Code, Cap.
  7. Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ § 210 ΠΚ, Κεφ.
  8. [1] Τεκμήρια 6, 8Α, 13, 14Β -Δ, Τεκμήριο
  9. Το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. [2] Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών. [3] Μιλιγραμμάρια ανα δεκατόλιτρο. [4] Ο σκοπός κατάθεσης επεκτάθηκε ώστε να καλύπτει και το περιεχόμενο του. [5] Σύμφωνα με οδηγίες μου ημερ. 1/11/
  11. [6] Ο σκοπός κατάθεσης επεκτάθηκε ώστε να καλύπτει και το περιεχόμενο του. [7] Εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου. [8] Υπέδειξε σε φωτογραφία του Google Εarth, Τεκμήριο 33, τους δρόμους. [9] Τα προσόντα του αναφέρονται σε σημείωμα που κατέθεσε ως Τεκμήριο
  12. [10] Τεκμήριο 14Δ,file: ΒΕΤ 5432012 - ch 06_
  13. [11] 'It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best'. [12] Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991. [13] R. v. Gosney
(1971)2 Q.D. 674, R. ν. Evans [1962] 3 All E.R.
  1. [14] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s.
  2. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' [15] 'Secondly, even if the driver of the motor-car were to be blamed to a certain extent for such collision, the appellant was still properly convicted for causing the death of such driver and his passenger. What amounts to "causing" death in the sense of section 210 is to be found laid down in section 211 of Cap. 154, which provides that a person is deemed to have caused the death of another person, although his act is not the immediate or the sole cause of death, and even if his act or omission would not have caused the death unless it had been accompanied by an act or omission of the person killed or of other persons; and on the basis of the facts of this case it cannot be seriously argued that the deaths of the two occupants of the motor-car were not caused, in the sense of section 211, through the careless driving of the appellant. The trial Judge in his judgment referred, in this respect, to the test laid down in R. v. Could (1964, 1 W.L.R. p. 145); in that case it was decided that the driving of the accused should be "a substantial" cause of the death of the deceased but need not be the sole cause of such death. Even if we were to apply such a test in the case before us we would unhesitatingly say that the careless driving of the appellant was a substantial cause of the fatal accident in question.' [16] 'Bearing in mind the evidence of the father of the deceased as well as the manner in which the car collided with the lorry, it appears that the collision did not occur while the father of the deceased was making an effort to drive his car in such a way as to pass between the lorry and the van, in which case the offside of the car would have collided with the offside of the lorry; thus, it could not be said, beyond reasonable doubt, that the position in the road of the lorry of the Appellant was, also, a cause, in the sense of section 210 (see, inter alia, Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, at pp. 38, 39), of the fatal collision.' [17] 'The Court would like to emphasise that there is nothing in the statute which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates. What has happened in the past is that judges have found it convenient to direct the jury in the form that it must be, as in one case it was put, the substantial cause. That case was R. v. Curphey
(1957)41 Cr.App.R. 78, in which Finnemore J. gave a direction in that form to the jury. That, in the opinion of this Court, clearly went too far, and Brabin J. in a later case, R. v. Gould
(1933)47 Cr.App.R. 241, left it to the jury in the form of "a substantial cause." Though the word "substantial" does not appear in the statute, it is clearly a convenient word to use to indicate to the jury that there must be something more than de minimis, and also to avoid possibly having to go into details of legal causation, remoteness and the like. That appears from the further direction of the judge, who in terms said that it must not be remote, and that it must be a real cause as opposed to being a minimal cause. It is perhaps unfortunate that he dealt with the matter in the illustration he gave on the basis of apportioning blame, but when one analyses it, it is quite clear that the direction, if anything, was much too favourable to the appellant. The Court is quite satisfied that even if the appellant was only one-fifth to blame, he was a cause of the death of these two people.' [18] 'Whether the charge is under s 11
(1)or s 12
(1)(αναφορά στο Road Traffic Act 1930), the offence can be committed although no accident takes place. Equally, because an accident does occur it does not follow that a particular person has driven either dangerously or without due care and attention. But if he has, it matters not why he did so. Suppose a driver is confronted with a sudden emergency through no fault of his own. In an endeavour to avert a collision he swerves to his right--it is shown that had he swerved to the left the accident would not have happened. That is being wise after the event, and, if the driver was, in fact, exercising the degree of care and attention which a reasonably prudent driver would exercise, he ought not to be convicted, even though another, and, perhaps, more highly skilled, driver would have acted differently.' [19] 'A wrong action in the agony of the collision will not suffice alone to prove an offence under s.3 (Simpson v Peat above) if the defendant had been driving properly beforehand and his actions prior to the time when the collision became imminent had been those of a prudent driver.' [20] 58. -
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει - (α) Να μην προσπερνά ούτε να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση σε κάθε σημείο που υπάρχει στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή, σχετικό απαγορευτικό σήμα τροχαίας, σε στροφή με ορατότητα μικρότερη των εκατό μέτρων, σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων ή ορίων κοινότητας, όταν προσεγγίζει κυρτή γέφυρα, διάβαση πεζών ή κορυφή ανάβασης ή όταν προσεγγίζει όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε παρέχει δικαίωμα προτεραιότητας σε αυτό·» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.