ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΑΛΛΗΣ ν. WALLABIES NETWORK TRADING LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 13116/16, 2/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 13116/16 ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΑΛΛΗΣ Παραπονούμενος -εναντίον-
- WALLABIES NETWORK TRADING LTD
- ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΥΓΟΛΟΥΠΗ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενο: κ. Κ. Τούμπας Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Μ. Νεοκλέους με κ. Γεωργιάδη Κατηγορούμενος 2: παρών --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζουν επτά
(7)συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν, στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (1η και 2η κατηγορία), στο αδίκημα της απάτης (3η και 4η κατηγορία), στο αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις (5η και 6η κατηγορία) και στο αδίκημα της συνομωσίας για διάπραξη πλημμελήματος (καταδολίευση) (7η κατηγορία). Τις κατηγορίες 1-6, οι κατηγορούμενοι τις αντιμετωπίζουν χωριστά, με τον κατηγορούμενο 2 να διώκεται τόσο ως αυτουργός όσο και ως συνεργός στη διάπραξη των αδικημάτων, ενώ την 7η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι την αντιμετωπίζουν από κοινού. Οι λεπτομέρειες επί των οποίων εδράζονται όλες οι κατηγορίες, είναι στην ουσία τους κοινές και αφορούν σε μία επιταγή που εκδόθηκε την 1/9/14, για το ποσό των €7200 «...η οποία επιταγή, αφού παρουσιάστηκε από τον παραπονούμενο στην Τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε, με την ένδειξη «Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΙΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΜΑΣ» κατά το χρόνο παρουσίασης της στην τράπεζα και μέχρι σήμερα παραμένει η επιταγή ανεξόφλητη.» Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1-6, αυτό που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους είναι ότι: «...κατά ή περί την 1/9/2014 στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις, εσκεμμένα και με σκοπό την εξαπάτηση/καταδολίευση του παραπονούμενου, εξέδωσε προς όφελος και/ή εις διαταγή και/ή επ΄ ονόματι του Μιχαλάκη Καλλή, από τη Λεμεσό, την επιταγή υπ΄ αριθμό 93077200, με αρ. λογαριασμού, 214-01-492693-01, πληρωτέα την 8/9/2014 επί της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ στη Λεμεσό, για το ποσό των €7.200, έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος...» η μεν κατηγορούμενη 1: «...γνωρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής και/ή γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε το δικαίωμα υπογραφής της εν λόγω επιταγής,...» ο δε κατηγορούμενος 2: «...αφού πρώτα με ψευδείς παραστάσεις παρουσίασε τον εαυτό του ως διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας και/ή ως το πρόσωπο που είχε το δικαίωμα να υπογράψει την εν λόγω επιταγή εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 7ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι προέβησαν από κοινού στις πιο πάνω ενέργειες, ενεργώντας στα πλαίσια κατ' ισχυρισμό «συνομωσίας προς καταδολίευση» του παραπονούμενου. Από πλευράς παραπονούμενου, κατέθεσε ο Σ. Χονδροκούκης ως ΜΚ1 και ο παραπονούμενος ως ΜΚ2, ενώ από πλευράς υπεράσπισης, κατέθεσε ενόρκως, ως ήταν δικαίωμά του, μόνο ο κατηγορούμενος
- Η κατηγορούμενη 1 επέλεξε, ως ήταν επίσης δικαίωμα της, να τηρήσει σιωπή. Τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, με τη σύμφωνο γνώμη των συνηγόρων αλλά και των κατηγορουμένων, δηλώθηκαν τόσο γραπτώς (Κατάλογος Τεκμήριο Α) όσο και προφορικά, τα εξής παραδεκτά γεγονότα: Α. Ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επίδικη επιταγή στην παρουσία του παραπονούμενου και του την παρέδωσε. Β. Κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης της επιταγής, ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν διευθυντής της εταιρείας. Γ. Η Συμφωνία ήταν να δοθεί μια επιταγή της κατηγορουμένης 1 την οποία θα υπέγραφε ο κατηγορούμενος 2 στον παραπονούμενο και ως αντάλλαγμα ο παραπονούμενος θα έδινε σε μετρητά το ποσό των €7.
- Δ. Ο παραπονούμενος πήρε την επίδικη επιταγή στην Τράπεζα (Σ.Π.Ε. Τροόδους Λτδ) για εξαργύρωση την 8/9/14 και μετά από δύο μέρες, ήτοι την 10/9/14 η επιταγή επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη που αναγράφεται στην εν λόγω επιταγή, ήτοι «Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΙΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΜΑΣ». Ε. Η επίμαχη επιταγή εκδόθηκε από το μπλοκ επιταγών της κατηγορουμένης 1 Στ. Από τις 16/4/09 μέχρι και τις 28/9/16 τουλάχιστο, διευθυντής της κατηγορούμενης 1 είναι η κα Μυρούλα Μαρνέρου. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα Σημειώνω εδώ ότι, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των πλευρών, για το οποίο επίσης κάνω ανάλογο εύρημα, ότι ο παραπονούμενος, όντως «δάνεισε» στον κατηγορούμενο κάποια χρήματα καθώς και ότι είναι στα πλαίσια αυτού του «δανεισμού», που ο τελευταίος, υπέγραψε και παρέδωσε την επίμαχη επιταγή η οποία κατατέθηκε στη διαδικασία, ως Τεκμήριο
- Κοινό έδαφος συνιστά επίσης και το γεγονός ότι, η επίμαχη επιταγή, δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα ένεκα του ότι η υπογραφή που έφερε, ήταν διαφορετική από τις υπογραφές των προσώπων που είχαν δώσει δείγμα στην Τράπεζα, ως πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να εκδίδουν επιταγές της κατηγορουμένης
- Και γι' αυτό γεγονός, κάμνω ανάλογο εύρημα. Η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία καθώς και τα επίμαχα σημεία που αποτέλεσαν αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, περιστράφηκαν ουσιαστικά γύρω από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκαν χρήματα στον κατηγορούμενο 2 από τον παραπονούμενο, καθώς και το τι επακολούθησε του δανεισμού. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 - Σπύρος Χονδροκούκης Ο ΜΚ1, η κυρίως εξέταση του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), ανέφερε ότι γνωρίζει αμφότερους παραπονούμενο και κατηγορούμενο 2, για αρκετά χρόνια. Τον κατηγορούμενο 2 τον γνωρίζει από το χώρο του μπιλιάρδου, άθλημα με το οποίο ασχολούνταν και οι δύο τους, ενώ τον παραπονούμενο, ο οποίος «μεταξύ άλλων διατηρεί μάνδρα αυτοκινήτων», τον γνωρίζει «από δουλειές σε πρακτορεία στοιχημάτων» και από τις «πολλές χρηματικές συναλλαγές που είχε μαζί του στο παρελθόν». Σύμφωνα με την εκδοχή που πρόβαλε ο μάρτυρας στο Έγγραφο Α, κατά την 1/9/14, πριν το μεσημέρι, συναντήθηκε με τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο 2, σε γνωστό καφεστιατόριο στη Λεμεσό, όπου και σύστησε, για πρώτη φορά, τον ένα στον άλλο. (βλ. παρ.2) Σύμφωνα πάντα με το ΜΚ1, «κατά τον πιο πάνω τόπο και ημερομηνία» (βλ. παρ.4), ο κατηγορούμενος 2, του ζήτησε αν μπορούσε να τον δανείσει σε μετρητά, το ποσό των €
- Σε αντάλλαγμα, ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με το ΜΚ1, θα του έδινε μια επιταγή της εταιρείας του, την οποία θα εξέδιδε και θα υπέγραφε ως διευθυντής εκείνη την ημέρα, με ημερομηνία πληρωμής όμως την 8/9/14, διότι «όπως μου ανέφερε, ήθελε περίπου μια εβδομάδα η Εταιρεία του να «μαζέψει» το εν λόγω ποσό». Επειδή όμως, σύμφωνα πάντα με το ΜΚ1, ο ίδιος τότε ήταν άνεργος και δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 ότι, ίσως να μπορούσε να τον βοηθήσει ο παραπονούμενος. Ακολούθως, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι ζήτησε από τον παραπονούμενο «...την 1/9/14 στο καφεστιατόριο...» (βλ. παρ.5), αν μπορεί να βοηθήσει οικονομικά τον κατηγορούμενο 2, στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας που είχε προηγουμένως προταθεί στον ίδιο, ήτοι με αντάλλαγμα επιταγή της εταιρείας του κατηγορούμενου
- Ο παραπονούμενος, σύμφωνα με το ΜΚ1 αρνήθηκε, αναφέροντας του ότι «εγώ δεν κάνω έτσι δουλειές και δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο». Σύμφωνα με το μάρτυρα, αυτός, ζήτησε από τον παραπονούμενο να το ξανασκεφτεί, αναφέροντας του ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν προσωπικός του φίλος, ότι είχε μια σοβαρή εταιρεία μεταφορών (courier) της οποίας ήταν διευθυντής και ότι η σύζυγος του είχε μεγάλη οικονομική δυνατότητα, πληροφορίες τις οποίες έμαθε στο παρελθόν, τόσο από τον κατηγορούμενο 2 όσο και από τρίτους. Ο παραπονούμενος τότε, σύμφωνα με το μάρτυρα, αφού ξανασκέφτηκε το όλο θέμα υπό το φως και των όσων του είχε αναφέρει ο ΜΚ1, δέχτηκε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο
- Ακολούθως ο ΜΚ1, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του ιδίου, «κανόνισε» συνάντηση μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου 2, αργότερα την ίδια μέρα, στο γραφείο του πρώτου στη Λεμεσό. Στην εν λόγω συνάντηση, ο ΜΚ1 δεν παρευρέθηκε, ενημερώθηκε όμως αργότερα από τον παραπονούμενο τηλεφωνικά και του το επιβεβαίωσε στη συνέχεια και ο κατηγορούμενος 2, ότι η συμφωνία προχώρησε ως είχε αρχικά συζητηθεί και ότι ο πρώτος, δάνεισε στο δεύτερο, ποσό €7200, με αντάλλαγμα, μία μεταχρονολογημένη επιταγή της κατηγορουμένης 1, την οποία ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε, ως εξουσιοδοτημένος διευθυντής της. Περί τις 10/9/14, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί του ο παραπονούμενος, ο οποίος του ζητούσε εξηγήσεις επειδή η επίμαχη επιταγή, δεν κατέστη δυνατό να τιμηθεί, εφόσον δεν είχε υπογραφεί από εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο. Αυτός τότε, έκπληκτος με το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του ανέφερε ότι ήθελε χρόνο για να διευθετήσει την οφειλή και ότι η σύζυγος του, η οποία ήταν διευθύντρια της εταιρείας, γνώριζε για την οφειλή και ότι θα μεριμνούσε για τη διευθέτηση της. Παρά τις εν λόγω διαβεβαιώσεις του, ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με το μάρτυρα, δεν διευθέτησε την οφειλή του, με αποτέλεσμα, ο παραπονούμενος να απαιτεί από τον ίδιο το μάρτυρα, άμεσα τα λεφτά του. Παρ' όλες τις μετέπειτα προσπάθειες του να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο 2, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτό δεν κατέστη δυνατό, εξ' όσων δε πληροφορήθηκε από τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 2, παρά το χρόνο που του δόθηκε, αυτός, μέχρι σήμερα, δεν έχει εξοφλήσει την οφειλή του. Παραπονούμενος - ΜΚ2 Μέρος της κύριας εξέτασης του παραπονούμενου - ΜΚ2, έλαβε επίσης τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), η ουσία της οποίας κινήθηκε πάνω στις ίδιες γραμμές με τη γραπτή δήλωση του ΜΚ
- Συνοψίζω τη δήλωση του. Είναι επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στην Κύπρο και στο εξωτερικό και «μεταξύ άλλων διατηρεί μάντρα αυτοκινήτων στη Λεμεσό». Την 1/9/14, πριν το μεσημέρι, σε καφεστιατόριο της Λεμεσού, ο ΜΚ1, τον οποίο γνώριζε για 20 χρόνια σχεδόν και με τον οποίο είχε «πάρα πολλές χρηματικές συναλλαγές στο παρελθόν», του σύστησε για πρώτη φορά, τον κατηγορούμενο 2, παρουσιάζοντας του τον ως, «Διευθυντή της Κατηγορουμένης 1, η οποία ασχολείται με μεταφορά δεμάτων/πακέτων (courier)» (βλ. παρ. 2 και 3) Κατά την εν λόγω συνάντηση, ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν φίλος του και ότι χρειαζόταν οικονομική βοήθεια. Του ζήτησε ακολούθως να βοηθήσει οικονομικά τον κατηγορούμενο 2, δανείζοντας του το ποσό των €7200, με αντάλλαγμα μια επιταγή της κατηγορούμενης 1 για το ίδιο ποσό. Αυτός αρχικά αρνήθηκε, λέγοντας στο ΜΚ1 ότι «δεν κάνω έτσι δουλειές...», όταν όμως ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν προσωπικός του φίλος και ότι είχε μια σοβαρή εταιρεία και ότι η σύζυγος του είχε μεγάλη οικονομική δυνατότητα, δέχτηκε να συζητήσει το θέμα με τον κατηγορούμενο
- Ως εκ τούτου, ο ΜΚ1, τους «κανόνισε ραντεβού», το απόγευμα της ίδιας μέρας, στο γραφείο του παραπονούμενου στη Λεμεσό. (βλ. παρ.4) Στην εν λόγω συνάντηση, στην οποία παρευρέθηκαν μόνο ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 2, συμφωνήθηκε μεταξύ τους όπως ο τελευταίος, υπογράψει και παραδώσει στον παραπονούμενο, την επίμαχη επιταγή της κατηγορουμένης 1, για το ποσό των €7200 και σε αντάλλαγμα ο παραπονούμενος θα του δώσει το εν λόγω ποσό σε μετρητά. Συμφώνησαν επίσης ότι, την επιταγή θα την κρατούσε ο παραπονούμενος για μία εβδομάδα, ήτοι μέχρι την 8/9/14, εφόσον τόσος ήταν ο χρόνος που ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι χρειαζόταν η εταιρεία του να «μαζέψει» το ποσό. «...εάν ο κατηγορούμενος 2 εξοφλούσε το δάνειο εντός της μια εβδομάδας, θα του επέστρεφα την επιταγή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα κατέθετα την επιταγή, για να λάβω τα χρήματα μου». (βλ. παρ. 5) Ο παραπονούμενος, σύμφωνα με την εκδοχή του, πείστηκε και έδωσε το επίμαχο ποσό, αφενός διότι ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι, η κατηγορούμενη 1 είχε μια πολύ κερδοφόρα επιχείρηση και ότι διευθυντές της, ήταν ίδιος και η σύζυγος του, η οποία επίσης γνώριζε για το «δανεισμό» και αφ' ετέρου διότι, του παρουσίασε την επίμαχη επιταγή της κατηγορουμένης 1, να είναι και έγκυρη και νόμιμη αλλά και καλή για αξία. Πρόσθετα όμως, πείσθηκε όπως ανέφερε, να δώσει το επίμαχο ποσό και διότι ο κατηγορούμενος 2 του είχε «διαμηνύσει» ότι, στο μέλλον, για τις δραστηριότητες της κατηγορουμένης 1, θα αγόραζε αυτοκίνητα από τη μάνδρα του. (βλ. παρ.5, 6, 7 και 8). Την επίμαχη επιταγή, ανέφερε ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος 2 την υπέγραψε μπροστά του, αναγράφοντας μόνο το ποσό των €7200, αριθμητικά και ολογράφως και αφήνοντας την ημερομηνία και το όνομα του δικαιούχου κενά. Για την «επιτυχή» ολοκλήρωση της «συμφωνίας δανεισμού», ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ενημέρωσε αργότερα και τον ΜΚ1, όταν ο τελευταίος του τηλεφώνησε να μάθει τι είχε γίνει. (βλ. παρ.10). Όταν παρήλθε η προθεσμία της μιας εβδομάδας και ο κατηγορούμενος 2 δεν εξόφλησε το χρέος του, ο παραπονούμενος, αφού συμπλήρωσε το όνομα του και την ημερομηνία στην επιταγή, επιχείρησε να την εξαργυρώσει οπόταν και πληροφορήθηκε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό. Οι λόγοι αναγράφονταν στην επιταγή. Αμέσως, επικοινώνησε με το ΜΚ1 και ζήτησε και εξηγήσεις αλλά και τα λεφτά του. Ο τελευταίος, του ανέφερε ότι επικοινώνησε με το κατηγορούμενο 2, ο οποίος του είχε αναφέρει ότι ήθελε πίστωση χρόνου, για να διευθετήσει την οφειλή και ότι η σύζυγος του, η άλλη διευθύντρια δηλαδή, γνώριζε για το χρέος και θα φρόντιζε όπως αυτό εξοφληθεί. Δέχτηκε και έδωσε στον κατηγορούμενο 2 χρόνο, πλην όμως, μετά πάροδο ενός μηνός, το χρέος εξακολουθούσε να υφίσταται. Επικοινώνησε εκ νέου με τον ΜΚ1 και ζήτησε άμεσα τα χρήματα του. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του ΜΚι, ο κατηγορούμενος 2, δεν μπορούσε να εντοπιστεί και μη έχοντας άλλη επιλογή, παραπονούμενο, περί τον Ιανουάριο 2016, αποτάθηκε στους νυν δικηγόρους του για βοήθεια. Αφού οι τελευταίοι διεξήγαγαν έρευνα στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την εταιρική δομή της κατηγορουμένης 1 και διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν διευθυντής της κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του, να προχωρήσουν με νομικά μέτρα εναντίον και των δύο κατηγορουμένων εξ' ου και η παρούσα υπόθεση. Πέραν της γραπτής δήλωσης του, ως ανέφερα ανωτέρω, ο παραπονούμενος κατέθεσε και προφορικά κατά την κυρίως εξέταση του. Κατά την εν λόγω μαρτυρία του, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι η πρώτη επαφή που είχε με τον κατηγορούμενο 2, ήταν κατά τη συνάντηση που τους κανόνισε ο ΜΚ1 στο γραφείο του στη Λεμεσό, την 1/9/
- Ο τρόπος που διευθετήθηκε αυτή η «πρώτη επαφή», ανέφερε ο παραπονούμενος, ήταν κατόπιν τηλεφωνήματος που δέχτηκε από τον ΜΚ1 την 1/9/14, ο οποίος του ζήτησε να βοηθήσει κάποιο φίλο του, τον οποίο όμως ο ίδιος δεν γνώριζε: «...Ουσιαστικά να δώσω λεφτά σε κάποιο που ήταν πολύ καλός φίλος του (ΜΚ1) και ως ενδιάμεσο άτομο ο Σπύρος, αφού διατηρούσε άριστες σχέσεις μαζί μου και με τον κατηγορούμενο 2, με παρότρυνε να δώσω ένα ποσό ως βοήθημα αφού ήταν φίλος του». Αναφορικά με την επίμαχη συμφωνία, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι: «Η συμφωνία μέσω του Σπύρου (ΜΚ1) ήταν ότι θα μου εκδώσει (ο κατηγορούμενος 2) μια επιταγή €7200, θα του δώσω το ποσό και θα μου το φέρει σε μια βδομάδα» Ως προς το τι έγινε στη συνάντηση: «Εδέχτηκα να δώσω τα λεφτά ως χάρη για το Σπύρο διότι δεν τον εγνώριζα (τον κατηγορούμενο 2)... του έδωσα τα λεφτά και πήρα μία επιταγή που είτε θα την άλλασσα σε μια βδομάδα είτε θα με πλήρωνε ο κύριος» Ως προς το ποια ήταν η «παράσταση» που τον έπεισε: «...το ότι φαινομενικά φαινόταν ένας επιχειρηματίας, ότι υπήρχε αυτή η εταιρεία και από διαβεβαιώσεις του Σπύρου και του ιδίου ότι είναι διευθυντής...Εγώ περισσότερο έδωσα τα λεφτά λόγω του Σπύρου, γι' αυτό έδωσα τα λεφτά, σαν χάρη στον Σπύρο». Κατηγορούμενος 2 Κατά την ένορκη μαρτυρία του, ο κατηγορούμενος 2, δέχτηκε ότι όντως συνάντησε τον παραπονούμενο μέσω του ΜΚ1, περί το 2014 και ότι σκοπός της συνάντησης ήταν να δανειστεί χρήματα. Δέχτηκε επίσης ότι, όντως συμφώνησε με τον παραπονούμενο, όπως ο τελευταίος, του δώσει δανεικά και ότι αυτός όντως το δάνεισε. Ισχυρίστηκε όμως ο κατηγορούμενος 2 ότι, η εν λόγω συνάντηση και δανεισμός, έλαβαν χώρα περί τα μέσα Απριλίου 2014 και ότι το συμφωνηθέν ποσό του δανεισμού, ήταν €6000 και όχι €
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, αυτός ζήτησε από τον παραπονούμενο να τον δανείσει €6000 και ο τελευταίος αποδέχτηκε, επιβάλλοντας του όρο όμως, ότι το ποσό που θα του επέστρεφε ο κατηγορούμενος 2, θα ήταν αυξημένο κατά 25% περίπου και συγκεκριμένα €
- Επίσης ο παραπονούμενος, του επέβαλε όρο όπως, μέχρι να καταβληθεί το «κεφάλαιο» ήτοι οι €7200, το δάνειο θα έφερε μηνιαίο τόκο περί τα €1500 πληρωτέο κάθε 24η μέρα του μήνα. Ως «ενέχυρο» για το δάνειο, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ,ο παραπονούμενος του ζήτησε μία επιταγή για το ποσό των €7200 και δύο αυτοκίνητα, ένα Ford Connect High Roof με αρ. ΚΖS 363 και ένα Opel Astra Van με αρ. εγγραφής ΗΗΚ 14 και τα δύο, ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης 1 (βλ. Τεκμήριο 2). Επειδή τότε, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, αυτός είχε άμεση ανάγκη να εξασφαλίσει χρήματα αφού αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα και δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δάνειο από Τράπεζες, αναγκάστηκε να αποδεχτεί τους όρους του παραπονούμενου. Δεν ήταν όμως εγγεγραμμένος διευθυντής της κατηγορούμενης 1, η οποία ανήκε στη σύζυγο του, ούτε ήταν εξουσιοδοτημένος να εκδίδει επιταγές της. Είχε όμως υπεύθυνη θέση στην εταιρεία, γνώριζε που φυλασσόταν το μπλοκ επιταγών της και είχε υπό την ευθύνη του τη διαχείριση των οχημάτων της εταιρείας, αφού γνώριζε και από μηχανολογικά θέματα. Εφόσον δεν είχε άλλο τρόπο να εξασφαλίσει χρήματα και γνώριζε ότι μόνο αν ικανοποιούσε τους όρους του παραπονούμενου, θα κατάφερνε να εξασφαλίσει τα χρήματα που χρειαζόταν, παρουσίασε τον εαυτό του ως διευθυντή της εταιρείας, πήρε το μπλοκ επιταγών από το γραφείο, υπέγραψε την επίμαχη επιταγή χωρίς να ήταν εξουσιοδοτημένος προς τούτο, καταγράφοντας μόνο το συνολικό ποσό των €7200 και την παρέδωσε στον παραπονούμενο ο οποίος με τη σειρά τού, του έδωσε τις €6000 σε μετρητά. Όσον αφορά τα δύο αυτοκίνητα, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι, ο παραπονούμενος του έδωσε δύο λευκά έντυπα μεταβίβασης για να τα συμπληρώσει και να του τα επιστρέψει, όμως μέχρι και το Σεπτέμβριο 14, δεν το έπραξε. Αρχικά και για τους πρώτους δύο μήνες, ο κατηγορούμενος 2, ανέφερε ότι κατέβαλλε τη μηνιαία «δόση του τόκου» στον παραπονούμενο. Στη συνέχεια, ζήτησε από τον τελευταίο όπως αντί να καταβάλλει τη μηνιαία δόση στις 24 κάθε μήνα, να την καταβάλλει την 1η του επόμενου μήνα, ούτως ώστε να προλαβαίνει να λαμβάνει το μισθό του από την εταιρεία. Ο παραπονούμενος δέχτηκε και η δόση, από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο 2014 (4 μήνες), καταβάλλετο κανονικά. Ζήτησε επίσης από τον παραπονούμενο όπως του μειώσει τη «μηνιαία δόση». Ο τελευταίος δέχτηκε, υπό τον όρο όμως ότι, θα του μεταβιβάζονταν τα δύο προαναφερόμενα οχήματα. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι, μη έχοντας άλλη επιλογή, αφού πρώτα «φρόντισε να καλύψει» τα μητρώα της εταιρείας, δηλώνοντας ότι τα εν λόγω οχήματα παρουσίαζαν μηχανική βλάβη η οποία ήταν ασύμφορη να επιδιορθωθεί και «χωρίς να πάρει μυρωδιά κανένας», διευθέτησε την μεταβίβαση τους στον παραπονούμενο και του τα παρέδωσε στη μάνδρα του περί το Σεπτέμβρη 2014 οπόταν και η δόση μειώθηκε. Λίγες μέρες αργότερα, πληροφορήθηκε ότι ο παραπονούμενος προέβη σε κατάθεση της επίμαχης επιταγής και ότι, ως ήταν αναμενόμενο, αυτή δεν τιμήθηκε. Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο 2, εφόσον παρήλθε αρκετός χρόνος και δεν μπορούσε να κάνει πληρωμές στον παραπονούμενο, επικοινώνησαν μαζί του αρκετές φορές, τόσο ο παραπονούμενος όσο και τρίτα πρόσωπα, τα οποία του ανέφεραν ότι ενεργούσαν για λογαριασμό του τελευταίου και τα οποία επιδίωκαν την είσπραξη της οφειλής προς τον παραπονούμενο, πιέζοντας τον να πληρώσει και προειδοποιώντας τον ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχτούν καμία δικαιολογία ή παράταση. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η πίεση που του ασκείτο ήταν μέσω τηλεφώνου και τα πρόσωπα που του τηλεφωνούσαν, του υποδείκνυαν σε κάποιες περιπτώσεις ότι, αν δε συμμορφωθεί με τις υποδείξεις τους να πληρώσει, «κάτι άλλο μπορούσε να γίνει». Σε μια περίπτωση ανέφερε, του λέχθηκε ότι «μπορεί να χρειαστεί εκείνος και η οικογένεια του να μεταναστεύσουν», κάτι που του προκάλεσε φόβο, όχι για τον ίδιο, αλλά για την οικογένεια του. Σε ένα από τα τηλεφωνήματα, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, είπε στα εν λόγω πρόσωπα, ότι ο μικρός του γιος είχε τραυματιστεί σοβαρά σε ατύχημα και νοσηλεύετο στο Νοσοκομείο ενώ η σύζυγος του, η οποία ήταν τότε 6 μηνών έγκυος, είχε πληροφορηθεί για την επιταγή και ως αποτέλεσμα, ο γάμος του αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε και πίστωση χρόνου αλλά και κάποια διευκόλυνση στην πληρωμή. Ακολούθως, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, «...πρώτη φορά έδειξαν επιείκεια στις καταστάσεις μου» οπόταν και συμφώνησε με κάποιο υπάλληλο του παραπονούμενου, όπως καταβάλλει €1000 το μήνα όπως και έπραξε για τους επόμενους δύο μήνες. Λίγες μέρες αργότερα, εντόπισε σε κάποιο δρόμο στη Λεμεσό, το ένα από τα δύο οχήματα που είχε δώσει ως «ενέχυρο». Μη γνωρίζοντας το λόγο που το όχημα δεν ήταν στη μάνδρα του παραπονούμενου, εφόσον θα το έπαιρνε πίσω όταν εξοφλούσε το χρέος του, αποτάθηκε για εξηγήσεις στο γραφείο του τελευταίου. Εκεί ενημερώθηκε από κάποιο υπάλληλο του παραπονούμενου ότι, επειδή τα δύο οχήματα που τους είχε δώσει, δεν άξιζαν πολλά χρήματα, πωλήθηκαν και τα δύο σε τρίτα πρόσωπα και τα λεφτά που εισπράχθηκαν, πιστώθηκαν έναντι του χρέους του. Αυτός τότε, θεωρώντας ότι με την πώληση των αυτοκινήτων αλλά και τα χρήματα που είχε δώσει μέχρι τότε, είχε καταβάλει περί τις €9000 προς τον παραπονούμενο, αποφάσισε να σταματήσει τις πληρωμές, όπως και έκαμε περί το Μάρτη - Απρίλη
- Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, αν δεν είχε εξοφλήσει με το παραπάνω το αρχικό χρέος του, είχε τουλάχιστο καλύψει ένα μεγάλο μέρος του. Τέλος, ο κατηγορούμενος, θεωρεί ότι άδικα διώκεται στην παρούσα υπόθεση και ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αυτός προσπαθούσε απεγνωσμένα να δώσει ένα τέλος στο όλο θέμα και να «ξεμπλέξει» από την άσχημη κατάσταση στην οποία περιπλέχτηκε. Όσον αφορά τη μαρτυρία όλων μαρτύρων κατά την αντεξέταση τους από τους αντίστοιχους ευπαίδευτους συνηγόρους, αναφορά σε πτυχές της αντεξέτασης κάνω πιο κάτω στην απόφαση μου, στα πλαίσα αξιολόγησης της μαρτυρίας. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2, αμφότεροι οι συνήγοροι των εμπλεκομένων, προέβησαν σε γραπτές τελικές αγορεύσεις (Έγγραφα ΤΑ1 και ΤΑ2 αντίστοιχα). Αμφότεροι οι συνήγοροι, υποστήριξαν το αξιόπιστο των μαρτύρων της πλευράς που εκπροσωπούν, έναντι της μαρτυρίας της άλλης πλευράς, την οποία κάλεσαν το Δικαστήριο να την απορρίψει ως αναξιόπιστη. Υποστήριξαν οι συνήγοροι, ο μεν συνήγορος για τον παραπονούμενο ότι, στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς του πελάτη του, αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες, ο δε συνήγορος των τελευταίων ότι ουδόλως αποδείχτηκε κάτι τέτοιο. Προς υποστήριξη των θέσεων τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με παρέπεμψαν μεταξύ άλλων και σε αποφάσεις που εξέδωσα στο παρελθόν και στις οποίες είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ σε βάθος, τόσο με τη νομική πτυχή των υπό κρίση αδικημάτων όσο και με διάφορα θέματα που είχαν εγερθεί σε εκείνες τις υποθέσεις, πλείστα των οποίων εγείρονται και στην παρούσα. Πιο κάτω στην απόφαση μου, παραθέτω τα σχετικά αποσπάσματα. Εξέτασα τις εμπεριστατωμένες θέσεις που υποβλήθηκαν από εκατέρωθεν τους συνηγόρους, η πλήρης επιχειρηματολογία των οποίων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των συνηγόρων κάνω, πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω όμως σκόπιμο, όπως σε αυτό το σημείο, ασχοληθώ με την εισήγηση του κ. Νεοκλέους, εισήγηση η οποία τέθηκε για πρώτη φορά στην υπόθεση κατά την τελική αγόρευση του συνηγόρου, ότι με τον τρόπο που είναι διατυπωμένες οι κατηγορίες, παρατηρείται πολλαπλότητα, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη της υπόθεσης. Κατ' αρχή, σημειώνω ότι το θέμα της πολλαπλότητας κατηγορητηρίου, αφορά στην πάγια νομολογιακή αρχή που δεν επιτρέπει την συμπερίληψη σε μία κατηγορία, πέραν του ενός αδικήματος κάτι το οποίο δεν διαπιστώνω να γίνεται στην παρούσα υπόθεση. Το να προβάλλονται διάφοροι τρόποι διάπραξης του ίδιου αδικήματος δεν θεωρείται πολλαπλότητα έστω και αν οι τρόποι αυτοί προβάλλονται διαζευκτικά (βλ. Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486). Ούτε όμως συνιστά πολλαπλότητα, το να διώκεται ένας κατηγορούμενος ως αυτουργός, στη βάση ισχυριζόμενης συνέργειας του, αφού η απόδειξη της «συνέργειας» τον καθιστά και εκείνον αυτουργό (βλ. αρ.20 Κεφ.154). Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κανόνας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη δίκαιη δίκη και αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο δεν θα έλθει αντιμέτωπο με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως έτσι ώστε να μην γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να στερηθεί της δυνατότητας να υπερασπίσει κατάλληλα τον εαυτό του. Ένσταση επί πολλαπλότητας βέβαια μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, όμως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδειχτεί ο δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα του κατηγορούμενου προσώπου (βλ. επίσης Σ.Π. ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2014:B426, Ποιν.Εφ. 207/2013, 25/6/2014) Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να προέκυψε τέτοιος δυσμενής επηρεασμός στους κατηγορούμενους, ως για πρώτη φορά προβλήθηκε στην τελική αγόρευση του συνηγόρου τους. Αντίθετα, οι κατηγορούμενοι, όχι μόνο αντεξέτασαν, μέσω του συνηγόρου τους, όλους τους μάρτυρες του παραπονούμενου αλλά υπέβαλαν και τις δικές τους συγκεκριμένες θέσεις, τόσο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων από τον συνήγορο τους όσο και με τη προσκόμιση μαρτυρίας από μέρους τους. Πέραν τούτου όμως, ούτε κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως υπεβλήθη οποιοδήποτε τέτοιο θέμα από την υπεράσπιση, έστω και αν ρωτήθηκε ο συνήγορος ρητά από το Δικαστήριο, κατά πόσο επιθυμούσε να εγείρει οποιοδήποτε θέμα στο στάδιο εκείνο. Ως εκ των πιο πάνω, η εν λόγω εισήγηση κρίνεται αβάσιμη και ως τέτοια απορρίπτεται. Δεν έχω παραγνωρίσει ότι, στην αγόρευση του, ο κ. Νεοκλέους θίγει ακόμη ένα σημείο ήτοι ότι, η 1η και 2η κατηγορία, εδράζονται στο αρ.297 Κεφ.154, το οποίο όμως αφορά σε ερμηνευτική διάταξη και όχι σε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα και δη στο αδίκημα του αρ.298 Κεφ.154 - εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι το θέμα αυτό ηγέρθη για πρώτη φορά από την υπεράσπιση, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, καθώς επίσης και ότι η ακροαματική διαδικασία, προχώρησε υπό την κοινή αντίληψη των εμπλεκομένων, ότι πρόκειται για κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα του αρ.298, έτσι θα προσεγγίσω και εγώ τις υπό αναφορά κατηγορίες. Ενόψει του περιορισμού των επιδίκων θεμάτων αλλά και της φύσης των υπό κρίση αδικημάτων, θεωρώ ορθό όπως, προτού προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, παραθέσω τη σχετική νομική πτυχή. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)[1]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Α. Συνομωσία Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόδειξη της «συνομωσίας» τελεί υπό την άμεση προϋπόθεση απόδειξης «συμφωνίας» μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Αν και η απόδειξη αυτής της συμφωνίας είναι από μόνη της αρκετή για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν αρκεί. Το αν εν τέλει οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο, εφόσον κατέληξαν σε συμφωνία. Το mens rea της συνομωσίας βέβαια δεν είναι άλλο από την πρόθεση του προσώπου που συνάπτει τη συμφωνία, να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη συμφωνηθείσα «δράση», για την προώθηση του προτιθέμενου και συμφωνημένου αξιόποινου σκοπού. Για τα πιο πάνω σχετικές είναι οι Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL καθώς και Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4. Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373.» Β. Εξασφάλιση Χρημάτων και/ή Πίστωσης με Ψευδείς Παραστάσεις και Απάτη Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι κατηγορούμενοι, πέραν της 7ης κατηγορίας που αφορά σε κατ' ισχυρισμό συνομωσία τους, αντιμετωπίζουν άλλες έξι κατηγορίες. Δύο για «απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις» (αρ.298 και 297 Κεφ.154), δύο για «απόσπαση χρημάτων με απάτη» (αρ.300 Κεφ.154) και δύο για «εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις» (αρ. 301(α) Κεφ.154). Είναι έμμεσα η εισήγηση της υπεράσπισης ότι η ύπαρξη αυτών των φαινομενικά αντιφατικών, κατηγοριών στο ίδιο κατηγορητήριο, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της υπόθεσης στο σύνολο της αφού μόνο μία εξ' αυτών θα μπορούσε να ισχύει. Η εισήγηση, αν και δεν είναι εντελώς λανθασμένη, δεν οδηγεί στο αποτέλεσμα που εισηγείται ο κ. Νεοκλέους και εξηγώ. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσα πρόσφατα στην υπόθεση Κώστας Θεμιστοκλέους ν. Ανδρέα Καρυκίδη, Αρ. Υπόθεσης: 1647/15, 23/12/2016 «Όσον αφορά τα αδικήματα του αρ. 298 και 301(α), κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνω ότι τα δύο αυτά αδικήματα του Κεφ.154 έχουν τις ρίζες τους στην αγγλική νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο θέσπισης του κυπριακού Ποινικού Κώδικα. Το μεν αδίκημα του αρ.298 ήταν το τότε αδίκημα του S.32
(1)Larceny Act 1916 - obtaining goods by false pretences - ενώ το δε αρ.301(α), ήταν το τότε αδίκημα του S.13
(1)Debtors Act 1869 - obtaining credit by false pretences or by fraud other than false pretences. Το τελευταίο αυτό αδίκημα χωριζόταν σε δύο κατηγορίες, ήτοι της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και την εξασφάλιση πίστωσης με δόλιο τρόπο άλλο από ψευδείς παραστάσεις (fraud other than false pretences). Οι δύο αυτές κατηγορίες, αν και αφορώσες το ίδιο αδίκημα, εντούτοις κρίθηκε ότι ήταν πιο επιθυμητό να μην αποτελούν μέρος μιας κοινής κατηγορίας αλλά αντίθετα να υπάρχουν στο κατηγορητήριο ως ξεχωριστές κατηγορίες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.3692). Η ίδια όμως διαφορά που παρατηρείται στο S.13
(1), διαπιστώνεται και στο αρ.301(α) Κεφ.154 το οποίο ποινικοποιεί την «εξασφάλιση πίστωσης με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο». Αναφέρω αυτά για σκοπούς πληρότητας και μόνο εφόσον στην παρούσα περίπτωση και οι δύο κατηγορίες, αντικείμενο του κατηγορητηρίου, αφορούν σε «ψευδείς παραστάσεις». Προτού προχωρήσω με τις διαφορές μεταξύ του αδικήματος του αρ.298 και του αρ.301(α), διότι παρά τα κοινά τους γνωρίσματα, περί διαφορετικών αδικημάτων πρόκειται, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την παρ.1936 του συγγράματος Αrchbold ανωτέρω (σελ. 703), αναφορικά με κατηγορητήριο που καταχωρείται στη βάση και του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και του αδικήματος της εξασφάλισης πίστωσης, απόσπασμα το οποίο απαντά άμεσα και καταρρίπτει την προαναφερόμενη εισήγηση της υπεράσπισης αναφορικά με την ταυτόχρονη ύπαρξη κατηγοριών για το κάθε αδίκημα: «It is common ground to include a count for obtaining credit under false pretences or by means of fraud other than false pretences, where there is any doubt as to which offence has been committed; but where this is done care should be taken that the verdict shows on which count the prisoner is found guilty, as he cannot be guilty on more than one count in respect of the same transaction and the punishment is different. Where there is a general verdict on such an indictment, the Court of Criminal Appeal may in a proper case treat the conviction as if it had been upon the lesser of charges. See R v Johnston, 9 Cr.App.R 262; R v Smith, 11 Cr.App.R. 81. The court is not, however, obliged to affirm the conviction of the lesser offence only. Regard must be had to the realities of the matter and it may be proper to affirm the conviction of the offence of which the evidence is the clearest, although it is not the lesser offence: R v Dawson [1960] 1 W.L.R. 163.». Σχετική είναι επίσης και η παρ.3696 του ίδιου συγγράμματος. ΑΡ. 298 ΚΕΦ.154 - ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Το άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα εξής σε σχέση με τον ορισμό της «ψευδούς παράστασης»: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα RUSSEL ON CRIME τόμος 2, είναι άκρως κατατοπιστικό. Το παραθέτω σε μετάφραση από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). «Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου ″ψευδής παράσταση″ παραπέμπομε στον τόμο 2 RUSSEL ON CRIME σ.σ. 1171 - 1184 όπου με αναφορά σε μία πληθώρα από αποφάσεις γίνεται εκτενής πάνω στο θέμα αυτό συζήτηση της οποίας τα κύρια σημεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: (Η μετάφραση είναι του Δικαστηρίου). «Για να εμπίπτει η υπόθεση στα πλαίσια του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει ψευδής παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν εμπίπτει στα πλαίσια του Νόμου. ..... Χρειάζεται προσεκτική διατύπωση του κατηγορητηρίου ώστε να διατυπωθούν τα γεγονότα της ισχυριζόμενης παράστασης, γεγονότα που αφορούν το παρόν ή το παρελθόν κατά το χρόνο της παράστασης. ...... Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση με βάση τον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση (false pretence). ...... Ψευδής παράσταση συνίσταται σε ψευδή παράσταση με λόγια ή γραπτώς ή με συμπεριφορά ότι κάποιο γεγονός υπάρχει ή υπήρχε. ....... Υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση να τηρηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Όχι μόνο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβεί σε δήλωση για την οποία δεν πιστεύει ότι είναι αληθής αλλά επιπρόσθετα η δήλωση θα πρέπει να είναι στην πραγματικότητα ψευδής... Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όταν ο κατηγορούμενος (prisoner) προέβη στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση με την εν λόγω ψευδή παράσταση να αποσπάσει τα εμπορεύματα, αντικείμενο του κατηγορητηρίου ......∙ ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η ψευδής παράσταση, εφόσον αυτή λειτουργεί ώστε να πείσει τον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το περιουσιακό στοιχείο στον παραβάτη (to transfer the property in the goods of the offender .) Η Διωκτική Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα αντικείμενα αποσπάσθησαν συνεπεία των ψευδών παραστάσεων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Όπου πρόσωπο προβαίνει σε παραστάσεις γεγονότος τις οποίες γνωρίζει ότι είναι αναληθείς με σκοπό να πείσει τρίτα άτομα να του καταθέσουν χρήματα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κατέθεταν αν δεν πίστευαν ότι οι δηλώσεις του είναι αληθείς και όπου το πρόσωπο αυτό πρόθεση έχει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για διαφορετικό σκοπό από το σκοπό που ο ίδιος γνωρίζει ότι οι καταθέτες αντιλήφθησαν από τη δήλωση του ότι θα τα χρησιμοποιήσει, τότε έχουμε πρόθεση εξαπάτησης παρόλο που δυνατό να προτίθεται να δώσει πίσω τα χρήματα, αν έχει τέτοια δυνατότητα και παρόλο που δυνατό γνήσια να πιστεύει, και ακόμα να έχει καλό λόγο να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να τα δώσει πίσω. Η πρόθεση εξαπάτησης είναι αναγκαίο συστατικό για το αδίκημα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις περιουσιακού στοιχείου (chattel), χρημάτων ή αξιόγραφου αν και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπου αποσπώνται χρήματα με ψευδείς παραστάσεις υπάρχει εκ πρώτης όψεως πρόθεση εξαπάτησης». (Για τα πιο πάνω βλ. επίσης Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 που αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." (έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και R. V. Williams
(1836)7 C. AND P. Σελ. 354). ΑΡ. 301(α) ΚΕΦ.154 - ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Το αρ. 301(α) αναφέρει τα ακόλουθα: Όποιος (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο . είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Στην παρ. 3603 του Αrchbold ανωτέρω, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος: «There are three elements.
(1)there must be the incurring of a debt or liability;
(2)there must be an obtaining of credit; and
(3)there must be fraud; the conjuction of these three ingredients makes the offence: R v Jones [1898] 1 Q.B. 119, 124. . In R. v. Muirhead, 1 Cr.App.R. 189.the Court held that to warrant a conviction an intention to defraud must be proved.» ...Η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων έγκειται στο actus reus τους αφού για το μεν αδίκημα του αρ.298 απαιτείται να αποδειχθεί η «απόκτηση/απόσπαση» των αγαθών ή των χρημάτων (βλ.The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, και την παραπομπή που γίνεται στην αγγλική αυθεντία R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704 καθώς και την παρ. 1936 του Αrchbold), ενώ για το αδίκημα του αρ.301(α), απαιτείται η απόδειξη «εξασφάλισης πίστωσης από τον ίδιο τον κατηγορούμενο», με τη δημιουργία «χρέους» προς το θύμα. (βλ. Αrchbold παρ.3606 ανωτέρω και παρ. 3694 - «...it must be proved that he obtained such credit for himself: R. v. Hamer [1954] Crim. L.R. 209, Stable J.» Προχωρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του Αrchbold και παραθέτουν διάφορες περιπτώσεις όπου ενδεχομένως να «υπερτερεί» το ένα αδίκημα έναντι του άλλου και καταλήγουν στο εξής συμπερασμα: «Obtaining credit connotes the obtaining of credit in respect of the payment or repayment of money and has no wider meaning. obtaining a sum of money by way of loan amounts to the obtaining of credit: R v Pryce
(1949)34 Cr. App.R.
- See also R. v. Laker, 34 Cr.App.R. 36.» (Παρ. 3684) «...Obtaining a loan is obtaining credit within this section: R v Mayor of London and Salomon, Q.B.D. 28 L.J.Newsp. 879; R v Carpenter, 22 Cox 618; 76 J.P.
- » (Παρ. 3694).» ΑΠΑΤΗ - ΑΡ.300 ΚΕΦ.154 Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσα στην υπόθεση C P COLLECTION D' ART LTD κ.α. ν. BARZYK κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8690/15, 3/11/2016: «Το αδίκημα της απάτης που προνοείται στο αρ.300 του Κεφ.154 ή καλύτερα το αδίκημα του «cheating» όπως το αδίκημα αναφέρεται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Κεφ.154, είναι ουσιαστικά το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο, αντίθετα με την Αγγλία, κωδικοποιήθηκε, με το αρ.300 του Κεφ.154 οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω αυτούσιο και το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου: «Cheating - Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years. Σημειώνω ότι μέχρι το 2006 που τροποποιήθηκε, το αδίκημα του αρ.300 θεωρείτο πλημμέλημα, όπως άλλωστε ήταν και στο κοινοδίκαιο. Η εν λόγω τροποποίηση όμως περιορίστηκε αποκλειστικά στην αναγωγή του σε κακούργημα και τίποτα περισσότερο με τις υπόλοιπες πρόνοιες του να παραμένουν αναλλοίωτες. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης. (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins. Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω) Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενο» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημέλλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-
- Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).»[2] Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του.[3] Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.154.» Από όλα τα πιο πάνω, συνάγεται ότι και τα τρία αδικήματα, έχουν κοινό, το mens rea ήτοι την «πρόθεση καταδολίευσης» καθώς και μέρος του actus reus ήτοι το συστατικό στοιχείο της παρακίνησης (inducement). Αποτυχία απόδειξης οποιουδήποτε εξ' αυτών των στοιχείων, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, οδηγεί αναπόφευκτα, στην αθώωση και απαλλαγή των κατηγορουμένων. Ως προς το mens rea, ήτοι «την πρόθεση καταδολίευσης» του θύματος, ο όρος «fraudulently» και «intent to defraud» στις επίμαχες πρόνοιες, σημαίνει μόνο "σκόπιμα και εκ προθέσεως", δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Οι αγγλικές αποφάσεις συνεπώς, αναφορικά με την έννοια του όρου "ανεντιμότητα" - dishonesty - στο Theft Act του 1968 δεν σχετίζονται άμεσα κατά την ερμηνεία του Κυπριακού Νόμου. (βλ. Ανδρονίκου ανωτέρω και η αναφορά που εν λόγω αυθεντία κάμνει στις υποθέσεις Charalambos Soteriou (Pambos) v. Republic
(1962)CLR 188, Platritis v. Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και cf. Zissimides v. Republic
(1978)2. C.L.R. 382) Για την πρόθεση αυτή του κατηγορούμενου και τη συναφή παρακίνηση του θύματος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση GEORGHIOU ν. REPUBLIC,
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, εξετάζοντας τους όρους αυτούς στα πλαίσια του αδικήματος της πλαστογραφίας, υιοθέτησε με επιδοκιμασία το λόγο της Welham ανωτέρω, και ανέφερε τα εξής: «Πρόθεση καταδολιεύσεως ... δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως πρόκλησης βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα...αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται ...μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως...Η πιθανότητα βλάβης...είναι αρκετή...Αν σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθοριστεί προηγουμένως, τότε διαπράτετται το αδίκημα...» Ο λόγος της GEORGHIOU, έχει κριθεί από μεταγενέστερη νομολογία, να τυγχάνει καθολικής εφαρμογής στα αδικήματα που απαιτούν την απόδειξη τέτοιας πρόθεσης και παρακίνησης από πλευράς κατηγορούμενου. (βλ. Ευθυμίου και Ιωάννου ανωτέρω καθώς και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486). Ως προς την παρακίνηση του θύματος (Inducement), για σκοπούς στοιχειοθέτησης των αδικημάτων, είναι αρκετό να καταδειχθεί, είτε με άμεση (direct) μαρτυρία εκεί όπου υπάρχει, τέτοια μαρτυρία είτε με περιστατική μαρτυρία ως προς τις περιβάλλουσες συνθήκες της «συναλλαγής», εκεί όπου απουσιάζει η άμεση μαρτυρία, ότι η παράσταση, που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, επενέργησε στο μυαλό του θύματος, ως ο μόνος και ουσιώδης λόγος, για να πειστεί το θύμα να ενεργήσει προς «ζημιά» του, παρόλο που μπορεί να καταδειχτεί από τη μαρτυρία, ότι και άλλα θέματα, που δεν αναφέρονται στο κατηγορητήριο, σε κάποιο βαθμό επενέργησαν κατά πειστικό τρόπο στο μυαλό του θύματος. «Its is sufficient if the actual substantial pretence, which was the main inducement to part with the money.is proved» και «proof that the false pretence operated on the mind of the prosecutor need not in every case be afforded by the direct evidence of a witness to that effect, if the facts are such that the alleged false pretence is the only reason which could be suggested as having been the operative inducement» (βλ. Archbold par. 1944 και 1960 - έμφαση δική μου). Αν τα πιο πάνω στοιχεία της «πρόθεσης» και της «παρακίνησης» αποδειχτούν στον απαιτούμενο βαθμό, τότε η απόδειξη περαιτέρω, της «απόσπασης χρημάτων » (obtaining) ή της «εξασφάλισης πίστωσης», των «ψευδών παραστάσεων» ή της «χρήσης απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών», θα οδηγήσει και στο συμπέρασμα του ποιο είναι το συγκεκριμένο αδίκημα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος. Στην παρούσα υπόθεση, πρόσθετα των πιο πάνω ευρημάτων μου, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτει να συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι, ο κατηγορούμενος 2, παρουσίασε τον εαυτό του ως διευθυντή της κατηγορουμένης 1, εξουσιοδοτημένο να υπογράφει και να εκδίδει εκ μέρους της επιταγές, ως μία τέτοια επιταγή ήταν η επίμαχη, χωρίς όμως να είναι τέτοιος διευθυντής και χωρίς η κατηγορούμενη 1 να του έχει δώσει ποτέ τέτοια εξουσιοδότηση. Για τα εν λόγω γεγονότα προβαίνω σε περαιτέρω ευρήματα Αυτό επομένως που προκύπτει ως επίδικο θέμα, είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες, ο παραπονούμενος έδωσε και ο κατηγορούμενος 2 έλαβε, χρήματα. Για το θέμα αυτό, προβλήθηκαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Από τη μια, η εκδοχή του παραπονούμενου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ήταν ένας αθώος επιχειρηματίας που παρακινήθηκε από τις παραστάσεις του παραπονούμενου και ενήργησε προς ζημιά του, ενέργεια στην οποία ουδέποτε θα προέβαινε, αν δεν τον έπειθε ο κατηγορούμενος 2, με τα λόγια και τη συμπεριφορά του και από την άλλη, η εκδοχή του κατηγορούμενου 2, η οποία αποδίδει ενέργειες αδίστακτης «τοκογλυφίας» στον παραπονούμενο, ο οποίος ουσιαστικά εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος 2 και χωρίς δισταγμό, τον «αφαίμαξε» οικονομικά. Με γνώμονα τις δύο αυτές εκδοχές, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της πλευράς του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου 2, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι κατηγορούμενοι υπέχουν οποιαδήποτε υποχρέωση ή βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους αφού σε κάθε περίπτωση, είναι η Κατηγορούσα Αρχή που φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής των κατηγορουμένων και όχι οι κατηγορούμενοι την αθωότητα τους (βλ. σχ. Charitonos a.ο v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Οι ΜΚ1 και ο παραπονούμενος αντίστοιχα, παρουσίασαν θεωρώ, αμφιταλάντευση στις θέσεις τους, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η επίμαχη συνάντηση του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενο
- Ενώ οι θέσεις και των δύο τους στη γραπτή δήλωση που υιοθέτησαν ως μέρος της μαρτυρίας τους, ήταν σαφείς και ξεκάθαρες, κατά την προφορική τους μαρτυρία, η εικόνα θόλωσε. Και οι δύο τους, στις γραπτές δηλώσεις που υιοθέτησαν αντίστοιχα ως μέρος της μαρτυρίας τους, τοποθετούν ρητά, την «πρώτη επαφή» που έγινε μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου 2, να λαμβάνει χώρα «πριν το μεσημέρι της 1/9/14», σε «καφεστιατόριο της Λεμεσού», σε συνάντηση που παρευρέθηκαν και οι τρεις τους. Μάλιστα δε, και οι δύο τους, ΜΚ1 και παραπονούμενος, αναφέρουν στις αντίστοιχες δηλώσεις τους ότι, είναι στη συνάντηση αυτή που γνωρίστηκαν για πρώτη φορά ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 2 και ότι τότε ήταν και που έγινε η «αρχική προσέγγιση» του παραπονούμενου από το ΜΚ1, για εξασφάλιση του επίμαχου δανείου. Οι επί του προκειμένου θέσεις τους επομένως, υπονοούν ότι η αρχική συζήτηση, έγινε στο καφεστιατόριο και στην παρουσία και των τριών τους, ενώ η συνάντηση που έλαβε χώρα αργότερα την ίδια μέρα, στο γραφείο του παραπονούμενου και στην απουσία του ΜΚ1, και κατά την οποία δόθηκαν τα χρήματα, ήταν ουσιαστικά μια δεύτερη συνάντηση, η οποία είχε διευθετηθεί προηγουμένως στο καφεστιατόριο όταν ήταν και οι τρεις μαζί. Τα όσα δε έλαβαν χώρα στη δεύτερη αυτή συνάντηση, σύμφωνα με την εκδοχή στις γρπατές δηλώσεις, ήταν ουσιαστικά τα όσα συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν προηγουμένως στο καφεστιατόριο (βλ. παρ. 2 και 4 Έγγραφο Α και παρ. 2 και 4 Έγγραφο Β). Κατά την προφορική τους μαρτυρία όμως, τόσο ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του, όσο και ο παραπονούμενος κατά το προφορικό μέρος της κυρίως εξέτασης του, πρόβαλαν μια διαφορετική εκδοχή γεγονότων. Και οι δύο τους, ανέφεραν κατηγορηματικά ότι, ουσιαστικά μόνο μία φορά παραπονούμενος και κατηγορούμενος 2 συναντήθηκαν ήτοι στο γραφείο του πρώτου, την 1/9/14 και στην απουσία του ΜΚ
- Ανέφεραν δε, ότι είναι σε αυτή την «συνάντηση» που έγινε και η επίμαχη συμφωνία και δόθηκαν τα χρήματα. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο παραπονούμενος, πριν την συνάντηση αυτή, παραπονούμενος και κατηγορούμενος 2, ούτε γνώριζαν ο ένας τον άλλο αλλά ούτε και είχαν ποτέ συναντηθεί για το συγκεκριμένο θέμα, ενώ η «αρχική προσέγγιση» του παραπονούμενου από το ΜΚ1, έγινε μέσω τηλεφώνου. Υποστήριξαν περαιτέρω ότι, είναι στα πλαίσια αυτού του τηλεφωνήματος του ΜΚ1 προς τον παραπονούμενο, που ο πρώτος, αφενός ζήτησε από τον παραπονούμενο να «του κάνει τη χάρη» και να βοηθήσει τον κατηγορούμενο 2 και αφετέρου, αφού του ανέλυσε τους όρους της «συμφωνίας», τον «παρότρυνε» να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο 2 και να του δανείσει τα χρήματα που ήθελε. Μάλιστα δε, ο ΜΚ1, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν γνώριζε καν αν οι δύο τους εν τέλει συναντήθηκαν. Οι εν λόγω παραλλαγές στη μαρτυρία αμφότερων των ΜΚ1 και παραπονούμενου, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επουσιώδεις, αν οι περιβάλλουσες του δανεισμού συνθήκες, δεν καθίσταντο από την υπεράσπιση, ουσιώδες ζήτημα και αν η μετέπειτα μαρτυρία παραπονούμενου και ΜΚ1, δεν παρουσίαζε περαιτέρω αμφιταλαντεύσεις επί ουσιωδών θεμάτων, όπως είναι το θέμα της ισχυριζόμενης «παρακίνησης» του παραπονούμενου», ως κατωτέρω εξηγώ. Στις αντίστοιχες γραπτές δηλώσεις τους, ο ΜΚ1 και ιδιαίτερα ο παραπονούμενος, υποστήριξαν ρητά ότι, αυτό που «έπεισε» τον παραπονούμενο να δώσει χρήματα στον κατηγορούμενο 2, ήταν οι παραστάσεις του τελευταίου ως προς την διευθυντική του ιδιότητα στην κατηγορουμένη 1, αποφεύγοντας και οι δύο να αναφερθούν στο ρόλο που διαδραμάτισε η μεταξύ τους «φιλική και επαγγελματική» σχέση (βλ.παρ. 5 και 6 Έγγραφο Α και παρ.5-8 Έγγραφο Β). Στην προφορική τους μαρτυρία όμως, η «φιλική και επαγγελματική» μεταξύ τους σχέση, προβλήθηκε και από τους δύο, ως καθοριστικός παράγοντας για το δανεισμό. Αντεξέταση ΜΚ1 22/6/17 «...για μένα έκαμε αυτή τη χάρη, για μένα έδωσε τα λεφτά» Κυρίως Εξέταση Παραπονούμενου 22/6/17 «..(Εδέχτηκα) ουσιαστικά να δώσω λεφτά σε κάποιο που ήταν πολύ καλός φίλος του (ΜΚ1) και ως ενδιάμεσο άτομο ο Σπύρος, αφού διατηρούσε άριστες σχέσεις μαζί μου και με τον κατηγορούμενο 2, με παρότρυνε να δώσω ένα ποσό ως βοήθημα αφού ήταν φίλος του». «Η συμφωνία μέσω του Σπύρου (ΜΚ1) ήταν ότι θα μου εκδώσει (ο κατηγορούμενος 2) μια επιταγή €7200, θα του δώσω το ποσό και θα μου το φέρει σε μια βδομάδα» «...Εδέχτηκα να δώσω τα λεφτά ως χάρη για το Σπύρο διότι δεν τον εγνώριζα (τον κατηγορούμενο 2)» «...το ότι φαινομενικά φαινόταν ένας επιχειρηματίας, ότι υπήρχε αυτή η εταιρεία και από διαβεβαιώσεις του Σπύρου και του ιδίου ότι είναι διευθυντής...Εγώ περισσότερο έδωσα τα λεφτά λόγω του Σπύρου, γι' αυτό έδωσα τα λεφτά, σαν χάρη στον Σπύρο». Θα πρέπει όμως εδώ να αναφέρω ότι ο παραπονούμενος, κατά την αντεξέταση του, η οποία να σημειωθεί έλαβε χώρα μετά από σύντομη διακοπή της διαδικασίας, επιχείρησε να «επανέλθει» στις ρητές γραμμές της δήλωσης του. Η προσπάθεια του αυτή ήταν φανερή: «Ερ. Είχατε αναφέρει ότι ένας από τους λόγους που έχετε δώσει το χρηματικό ποσό των €7200 στον κατηγορούμενο 2, ήταν η διαβεβαίωση του κυρίου Σπύρου, ότι ήταν επιχειρηματίας και Διευθυντής της συγκεκριμένης εταιρείας που πήγαινε καλά έτσι; Απ. Εκ πρώτης όψεως ήταν ο Σπύρος το ενδιάμεσο άτομο το οποίο με παρότρυνε να δώσω λεφτά στον κύριο. Εγώ ήμουν αρνητικός στην αρχή, μετά που με έπεισε ο κύριος και μου απόδειξε ότι (ήταν διευθυντής), που ήταν τα γραφεία του πάνω στη Μακεδονίας στο δεύτερο όροφο τα γραφεία του κυρίου, ότι είναι ένας ευυπόληπτος επιχειρηματίας, με έπεισε και εμένα ότι σωστά έδωσα τα λεφτά. Δηλαδή πράγματι θα έκαμνα τη βοήθεια» Τέλος, θα πρέπει να σημειώσω εδώ και τις «παραλλαγές» στις εκδοχές και των δύο μαρτύρων, αναφορικά με διάφορα άλλα σχετικά θέματα όπως: Α. Ο χρόνος αλλά και ο τρόπος που ο ΜΚ1 ζήτησε από τον παραπονούμενο να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και του «παρότρυνε» να δανείσει τα χρήματα. Στη δήλωση του, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι η χάρη «ζητήθηκε», κατ' ιδίαν από τον παραπονούμενο την 1/9/14, στο καφεστιατόριο στη Λεμεσό. Αυτό αναφέρει και ο παραπονούμενος στη δική του δήλωση. Στην αντεξέταση του όμως, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, τη «χάρη» τη ζήτησε μέσω τηλεφώνου, το καλοκαίρι του 2014 και συγκεκριμένα, σε κάποια στιγμή μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 2014 πλην όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς, λόγω του ότι παρήλθαν τρία χρόνια από τότε. Το ότι είναι μέσω τηλεφώνου που ζητήθηκε η «χάρη», το υποστήριξε στη συνέχεια και ο παραπονούμενος. Β. Το θέμα της συζύγου του κατηγορούμενου 2 Στα αρχικά στάδια της μαρτυρίας τους, τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο παραπονούμενος, έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση, στην ιδιότητα αλλά και οικονομική δυνατότητα της συζύγου του κατηγορούμενου 1, ως η κατ΄ ισχυρισμό παράσταση του κατηγορούμενου 2, η οποία συνέβαλε στο να πειστεί ο παραπονούμενος. Κατά την αντεξέταση τους όμως, ο μεν ΜΚ1 δεν ήταν σίγουρος αν τελικά γνώριζε πριν το δανεισμό, ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου 2 ήταν ιδιοκτήτρια ή διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 ή αν απλά γνώριζε ότι, ήταν οικονομικά εύρωστη, ο δε παραπονούμενος, κατά την αρχή της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι αν και δεν βασίστηκε στις παραστάσεις του κατηγορούμενου 2 ως προς το θέμα αυτό, εντούτοις, οι εν λόγω παραστάσεις επενέργησαν στο να σχηματίσει την εικόνα που ο κατηγορούμενος 2 προσπαθούσε να του παρουσιάσει. Προς το τέλος της αντεξέτασης του όμως, ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος 2 όντως του είχε αναφέρει ότι η σύζυγος του ήταν διευθύντρια της κατηγορουμένης
- Γ. Η «σχέση» παραπονούμενου και ΜΚ1 Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, το ΜΚ1 τον γνωρίζει για αρκετά χρόνια και μαζί του είχε «πάρα πολλές χρηματικές συναλλαγές». Αντεξεταζόμενος ως προς το αν οι εν λόγω «συναλλαγές», αφορούσαν σε δανεισμό χρημάτων, αφού είχε δηλώσει ότι, ουδέποτε στο παρελθόν προέβη σε παρόμοιους δανεισμούς χρημάτων «αφού δεν κάμνει έτσι δουλειές», ο παραπονούμενος δήλωσε λακωνικά ότι δάνεισε τον ΜΚ1 πολλές φορές, «για επαγγελματικούς και άλλους λόγους». Την απάντηση του αυτή, την οποία επανέλαβε με έντονο και ενοχλημένο μάλιστα ύφος, όταν ο συνήγορος επιχείρησε να ζητήσει διευκρινήσεις ως προς το τι εννοούσε με την εν λόγω αναφορά. Ο συνήγορος επέμενε οπόταν και ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι, είχε δανείσει τον ΜΚ1 αρκετές φορές στο παρελθόν «για στοιχήματα και άλλες δουλειές». Από πλευράς του, ο ΜΚ1, κατά πανομοιότυπο με τον παραπονούμενο τρόπο, ανέφερε στη δήλωση του ότι, τον παραπονούμενο, τον γνωρίζει ως επιχειρηματία που «μεταξύ άλλων διατηρεί μάνδρα αυτοκινήτων στη Λεμεσό» και με τον οποίο είχε «πάρα πολλές χρηματικές συναλλαγές». Αντεξεταζόμενος επί τούτων των θέσεων του, ο μάρτυρας εξήγησε ότι τον παραπονούμενο, τον γνωρίζει από «δουλειές σε πρακτορεία στοιχημάτων» και ότι αρκετές φορές στο παρελθόν «έτυχε ο ένας να δανείσει τον άλλο». Αυτή όμως είναι και η εικόνα της «σχέσης», που αμφότεροι οι ΜΚ1 και παραπονούμενος, παρουσίασαν να είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, για να υποστηρίξουν ότι, ο πρώτος, εισηγήθηκε τον δεύτερο, ως φίλο του που θα μπορούσε να βοηθήσει οικονομικά τον κατηγορούμενο
- Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, καθίσταται αδύνατο, κατά την κρίση μου, να προσδιοριστεί με ασφάλεια και στον απαιτούμενο βαθμό, κάτω από ποιες συνθήκες ο κατηγορούμενος προσέγγισε το παραπονούμενο για να τον δανείσει χρήματα καθώς και το τι πραγματικά είχε στο μυαλό του ο παραπονούμενος όταν αποφάσισε τελικά να δανείσει χρήματα στον κατηγορούμενο
- Τα πιο πάνω, δημιουργούν στο μυαλό μου αμφιβολία, ως προς το τι πραγματικά έγινε κατά την επίμαχη ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, αν όντως κάτι έγινε εκείνη την ημερομηνία, ως επίσης και στο κατά πόσο πραγματικά ο παραπονούμενος επηρεάστηκε από τις παραστάσεις του κατηγορούμενου 2, αν όντως επηρεάστηκε από αυτές και δεν επηρεάστηκε από τις παραστάσεις του ΜΚ1 ή ακόμα και από τις προσωπικές αντιλήψεις του ιδίου. Η πιο πάνω κατάληξη μου, αναπόφευκτα καθιστά αχρείαστη και περιττή την ενασχόληση με την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 αν και η εκδοχή του ως προς την επίμαχη συμφωνία, φαίνεται να προσκρούει στα παραδεκτά γεγονότα που αυτός συμφώνησε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς και ειδικότερα στο ότι «η συμφωνία ήταν να δοθεί μια επιταγή της κατηγορουμένης 1 την οποία θα υπέγραφε ο κατηγορούμενος 2 στον παραπονούμενο και ως αντάλλαγμα ο παραπονούμενος θα έδινε σε μετρητά το ποσό των €7.200». Το θέμα όμως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατηγορίες 1-6 Έχοντας εξετάσει με μεγάλη προσοχή την μαρτυρία που έχει προσαχθεί και έχοντας κατά νου τη νομική θέση που διέπει το βάρος απόδειξης, τόσο σε σχέση με τα υπό κρίση αδικήματα όσο και σε σχέση με μια ποινική υπόθεση γενικότερα, κρίνω πως τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την μαρτυρία και εκδοχή του παραπονούμενου, δημιουργούν τέτοια σοβαρά ερωτήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και δη ως προς ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, ήτοι σε σχέση με το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της παρακίνησης (inducement), ώστε να μην μπορεί να θεμελιωθεί η καταδίκη ουδενός εκ των κατηγορουμένων, σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες 1-6, χωρίς να πλανάται τουλάχιστο μια υποβόσκουσα αμφιβολία για την ενοχή τους. Το πώς επομένως, οι παραστάσεις του κατηγορούμενου 2, επενέργησαν στο μυαλό του παραπονούμενου, ως οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, λεπτομέρειες οι οποίες αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776 και Archbold par. 1944 και 1960 ανωτέρω), η πλευρά του παραπονούμενου απέτυχε να το αποδείξει. Επισημαίνω ότι, ούτε η άμεση μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου αλλά ούτε και η περιστατική, υποστηρίζουν τα όσα αναφέρονται στο κατηγορητήριο για το θέμα αυτό. (βλ. Archbold par.1944 και 1960 ανωτέρω) Υπενθυμίζω ότι δεν εναπόκειται στην υπεράσπιση να αποδείξει την αθωότητα των κατηγορουμένων αλλά στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την ενοχή τους. Αν μετά από την εξέταση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο διατηρεί εύλογες ή υποβόσκουσες αμφιβολίες για την ενοχή των κατηγορουμένων, οι τελευταίοι δικαιούνται να τύχουν του ευεργετήματος της αμφιβολίας, έστω και αν οι εξηγήσεις τους και οι θέσεις της υπεράσπισης γενικότερα δεν έχουν γίνει δεκτές (Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40). Επομένως θα δώσω στους κατηγορούμενους το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί κατά τη μαρτυρία του ότι, παρουσίασε τον εαυτό του ως διευθυντή γιατί «μόνο έτσι» θα εξασφάλιζε τα χρήματα και ότι με αυτή την παραδοχή, έστω και αν δεν αποδείχτηκε η «παρακίνηση» του παραπονούμενου, θα μπορούσε να βρεθεί ένοχος για απόπειρα διάπραξης των αδικημάτων με τα οποία κατηγορείται (βλ. Archbold ανωτέρω παρ. 1941 - Conviction for attempt where prosecutor not deceived). Η επί του προκειμένου παραδοχή του όμως, δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένη από το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου δύναται να χρησιμοποιηθεί. Στην παρούσα περίπτωση, έχω ήδη καταλήξει ότι διατηρώ αμφιβολία ως προς το τι πραγματικά έγινε κατά την επίμαχη ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, αν όντως κάτι έγινε εκείνη την ημερομηνία ως επίσης και ως προς το ποιες ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος, ενήργησε με τον τρόπο που ανέφερε ότι ενήργησε, στοιχεία άμεσα συνδεδεμένα με το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης, που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί, τόσο το πλήρες αδίκημα όσο και η απόπειρα του (βλ. Welham ανωτέρω). Υπενθυμίζω ότι, μία από τις εκδοχές της πλευράς του παραπονούμενου, ήταν ότι οι επίμαχες παραστάσεις, έγιναν στον ΜΚ1, με σκοπό την εξασφάλιση χρημάτων από αυτόν και πριν καν εμπλακεί ο παραπονούμενος στην υπόθεση και ότι η επίμαχη συμφωνία, που έγινε στη συνέχεια, έγινε «μέσω» του ΜΚ1 και στη βάση των όσων αυτός παρέστησε στον παραπονούμενο. Δεν μπορεί επομένως θεωρώ, υπό αυτές τις περιστάσεις, να τύχουν εφαρμογής, οι πρόνοιες του αρ. 85
(2)Κεφ.
- Οι κατηγορίες 1-6 επομένως θα πρέπει να απορριφθούν και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να αθωωθούν και απαλλαχτούν από τις εν λόγω κατηγορίες. Πρόσθετα των πιο πάνω, η υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 1, θα πρέπει να απορριφθεί και για το λόγο ότι, καμία μαρτυρία υπάρχει προς απόδειξη των όσων της καταλογίζονται προσωπικά στο κατηγορητήριο. Η όλη εκδοχή της πλευράς του παραπονούμενου, περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες που κατ' ισχυρισμό έκανε ο κατηγορούμενος 2 και βασίστηκε θεμελιωδώς, στη θέση ότι ο τελευταίος, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ενεργούσε χωρίς την άδεια και εξουσιοδότηση της κατηγορουμένης 1 και αποκλειστικά για λογαριασμό του ιδίου. Συνεπώς και γι' αυτό το λόγο, η κατηγορούμενη 1 θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί από τις κατηγορίες 1, 3 και
- Κατηγορία 7 Αναφορικά με την κατηγορία της συνομωσίας, την οποία αντιμετωπίζουν από κοινού οι κατηγορούμενοι, στη βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό, η ύπαρξη της «συμφωνίας» που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το υπό κρίση αδίκημα (βλ. Gani ανωτέρω). Επαναλαμβάνω ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα μου αλλά και τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε την οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή άδεια της κατηγορούμενης 1 για να δανειστεί οποιαδήποτε χρήματα από τον παραπονούμενο ούτε και προέβη σε τέτοιο δανεισμό, εκ μέρους της κατηγορουμένης
- Κρίνω συνεπώς ότι και γι' αυτή την κατηγορία, η πλευρά του παραπονούμενου, απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων στον απαιτούμενο βαθμό. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι η πλευρά του παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και συνεπώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Katharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και της φύσης του αδικήματος. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη μου τους λόγους για τους οποίους αποφάσισα να αθωώσω τον κατηγορούμενο καθώς και ότι αυτός όντως δανείστηκε χρήματα από τον παραπονούμενο, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα εναντίον του παραπονούμενου και υπέρ των αθωωθέντων κατηγορουμένων και διατάσσω όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Π.,Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδεις Παραστάσεις - Απατη [1] Οδυσσέα
(1999)υπό Πική Δ. ως ήταν τότε: «∆εν αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγµάτευση κάθε επιχειρήµατος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήµατος συναρτάται µε την επίδραση που µπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεµάτων.» [2] Απόσπασμα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση Δημοκρατία ν Αντρέα Θ. Σοφοκλέους και Ευθυμίας Σοφοκλέους, Αρ. Υποθ. 3070/08, 27 Μαίου 2009 [3] Αρ.36 Κεφ.148. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο