Αστυνομία ν. Κύπρος Κυπριανού, Αρ. Υποθ: 14792/12, 7/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ., Αρ. Υποθ: 14792/12 Αστυνομία ν. Κύπρος Κυπριανού, Kατηγορούμενος. Ημερομηνία: 07 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Βάκη για κα. Γιακουμετή Για τον Κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος μετά από ακροαματική διαδικασία βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία του καταρτισμού εγγράφου χωρίς εξουσία, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων και της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία. Συγκεκριμένα κρίθηκε ένοχος στο ότι μεταξύ των ημερομηνιών 01/03/2008 με 26/03/2008, στην Λάρνακα, με σκοπό καταδολίευσης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λάρνακας χωρίς νόμιμη εξουσία είχε καταρτίσει το ακυρωτικό έγγραφο του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ2062/2006, το οποίο είχε υπογράψει, χωρίς να έχει εξουσία, στο όνομα του δικαιούχου Ανδρέα Ιεροδιακόνου. Επιπρόσθετα, μεταξύ των ημερομηνιών 01/11/2006 με 27/03/2008 με ψευδείς παραστάσεις είχε αποσπάσει από τον Ηρόδοτο Αργυρού το ποσό των €49.122,30 και ένα διαμέρισμα στην περιοχή Κάππαρη, όλα συνολικής αξίας €127.717,95 με ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες στο ότι είχε το δικαίωμα πώλησης του διαμερίσματος με αριθμό 2 στην πολυκατοικία FAMAGUSTA GARDENS 27, ALEXANDER 1 ενώ αυτό ανήκε στον Ανδρέα Ιεροδιακόνου, ο οποίος δεν είχε συγκατατεθεί στην πώλησή του και είχε συναλλαχθεί σε ακίνητη περιουσία που ανήκε σε στον Ανδρέα Ιεροδιακόνου χωρίς την άδειά του. Τα γεγονότα όπως έχουν τύχει ευρηματικής απόφανσης στην απόφαση του Δικαστηρίου και ήταν τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος γνωριζόταν με τον κ. Ιεροδιακόνου, Μ.Κ.3 και παραπονούμενο από παλιά, από το
- Το 2006 ο Κατηγορούμενος τον είχε πείσει να αγοράσει διαμέρισμα στο Παραλίμνι και συγκεκριμένα το διαμέρισμα 2, στο FAMAGUSTA GARDENS 27, ALEXANDER
- Είχε υπογραφτεί πωλητήριο έγγραφο, στις 29/11/2006, Τεκμήριο 15 και είχε συμφωνηθεί ως τίμημα πώλησης του συγκεκριμένου διαμερίσματος το ποσό των £50,
- Η συγκεκριμένη συμφωνία είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και είχε λάβει αριθμό ΠΩΕ2026/06 και πληρωνόταν το αντάλλαγμα έναντι αποδείξεων, Τεκμήριο 18, μέχρι και τον Μάιο
- Το συγκεκριμένο πωλητήριο έγγραφο είχε αποσυρθεί, δυο χρόνια μετά, από το Κτηματολόγιο στις 26/03/2008 με σχετική αίτηση η οποία όμως ουδέποτε είχε υπογραφτεί από τον αγοραστή, κ. Ιεροδιακόνου παρόλο που η υπογραφή του είχε πιστοποιηθεί από πιστοποιών υπάλληλο. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα είχε πωληθεί ξανά, στις 27/03/2008, την ημέρα απόσυρσης του πρώτου πωλητηρίου, στον Ηρόδοτο Αργυρού, Τεκμήριο 16, έναντι του ποσού των €111,059,09 πλέον Φ.Π.Α. Το πωλητήριο έγγραφο είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και είχε λάβει τον αριθμό ΠΩΕ583/
- Ένα χρόνο μετά, το 2009, ο κ. Ιεροδιακόνου είχε ανακαλύψει ότι στο δικό του διαμέρισμα διέμενε ο κ. Αργυρού. Μετά την συγκεκριμένη αποκάλυψη ο κ. Ιεροδιακόνου είχε προσπαθήσει να ανακαλύψει τι είχε συμβεί αλλά ο φάκελος που αφορούσε τις συνδιαλλαγές που είχαν γίνει σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο είχε απωλεσθεί από το Κτηματολόγιο και δεν είχε ανευρεθεί μέχρι τις 25/11/2011, Τεκμήριο 23(Α). Σε μια προσπάθεια να διορθωθεί η απάτη είχαν δοθεί στον κ. Ιεροδιακόνου δυο επιταγές με ημερομηνίες 15/09/2009 για το ποσό των €85.000 και 01/10/2009 για το ποσό των €10.000, Τεκμήριο
- Οι συγκεκριμένες επιταγές δεν είχαν τιμηθεί. Για να ικανοποιηθεί ο κ. Ιεροδιακόνου του είχε παραχωρηθεί διαμέρισμα στο συγκρότημα Sunset Apartments, τον Μάιο 2011, το οποίο όμως ανήκει σε κάποιον Άγγελο και δεν μπορεί να του μεταβιβαστεί. Λόγω όλων αυτών των γεγονότων είχε αποφασίσει, τον Σεπτέμβριο 2011, να καταγγείλει τα καταγγείλει την απάτη που είχε γίνει σε βάρος του στην Αστυνομία. Σύμφωνα με το αρχείο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος έχει μια προηγούμενη καταδίκη στην Υπ. Αρ. 46367/86 Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερ. 30/05/1990, στην οποία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της πλαστογραφίας, 6 ετών φυλάκιση για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και 6 ετών φυλάκιση για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στην επιβολή της ποινής είχαν ληφθεί υπόψη άλλες επτά
(7)υποθέσεις που αφορούσαν τα ίδια αδικήματα. Στην συγκεκριμένη υπόθεση είχαν ληφθεί υπόψη οι υποθέσεις: Υπ. Αρ. 16049/87 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, η Υπ. Αρ. 16041/87, 16043/87, 16044/87, 16047/87, 16048/87 Ε. Δ. Λευκωσίας που αφορούσε κλοπή υπό αντιπροσώπου και η Υπ. Αρ. 29306/86 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Προέκυψαν €115 έξοδα στην διαδικασία . Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή αγόρευση στην οποία παρέθεσε τους μετριαστικούς παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την επιβολή της ποινής. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών στην διακρίβωση της ποινικής του ευθύνης αλλά και στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης. Όσο αφορά την καθυστέρηση στην διακρίβωση της ποινικής του ευθύνης υποστήριξε ότι δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη και για αυτό έχει παραβιαστεί το δικαίωμά του για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 6.1 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Επιπρόσθετα ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει υποστεί βλάβη οποιοσδήποτε εκ των Παραπονουμένων αφού ο κ. Ιεροδιακόνου ζει στο διαμέρισμα Β7, στο συγκρότημα SUNSET στο Παραλίμνι. Βρίσκεται στην φυλακή από τις 07/03/2014 εκτίοντας ποινής φυλάκισης στην Υπ. Αρ. 2012/12 Ε.Δ. Αμμοχώστου καθώς και ποινές που του επιβλήθηκαν σε άλλες ποινικές υποθέσεις. Έχει μετανιώσει για τα λάθη και τις παραλήψεις του σε σχέση με την διαχείριση των εταιρειών του. Αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο πρόβλημα υγείας του μικρότερου παιδιού του, υποφέρει από αυτισμό και ισχυρίστηκε ότι λόγω του ότι η μητέρα του είναι από τις Φιλιππίνες και δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα αντιμετωπίζει προβλήματα. Ζήτησε όπως η ποινή που του επιβληθεί συντρέχει με τις υπόλοιπες. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί για τον Κατηγορούμενο καταγράφονται τα ακόλουθα: Είναι ηλικίας 59 ετών, έχει τρία παιδιά ηλικίας 18, 14, και 11 ετών. Είναι διαζευγμένος και το μικρότερο παιδί του το έχει αποκτήσει από δεσμό που διατηρούσε με κοπέλα Φιλιππινέζικης καταγωγής. Δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, λόγω του ότι εκτίει ποινές φυλάκισης. Ο μικρότερος υιός του υποφέρει από αυτισμό και λόγω του ότι η μητέρα του είναι από τις Φιλιππίνες αντιμετωπίζει πρόβλημα συνεννόησης με τους ιατρούς και ο ίδιος είναι το μόνο άτομο που μπορεί να τον φροντίσει. Τα αδικήματα, στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος, είναι αναντίλεκτα σοβαρά αφού τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 7 ετών ο καταρτισμός εγγράφου χωρίς εξουσία, φυλάκισης 10 ετών η πλαστογραφία επίσημου εγγράφου, φυλάκιση 5 ετών η απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και φυλάκιση 4 ετών η δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία. Η προβλεπόμενη από τον νομοθέτη ποινή αποτελεί και τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ.639 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 στην οποία λέχθηκε ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει σαφώς ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας σύμφωνα με τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 482 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200. Η νομολογία σε ότι αφορά την ποινική μεταχείριση δραστών απάτης και ομοειδών αδικημάτων είναι πλούσια, στοιχείο που αποκαλύπτει και τη συχνότητα διάπραξης τους. Σχετική είναι, επίσης, η απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φίλιππος Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505: «Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286).». Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτεί την εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία και την εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει όμως το Δικαστήριο από του να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην απόφαση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Πρόκειται για συμπεριφορά που όχι μόνον πλήττει τις συναλλαγές στον ευαίσθητο τομέα της πώλησης ακινήτων αλλά επίσης εκθέτει την Κύπρο στο εξωτερικό και δεν μπορεί παρά να βρίσκει αντιμέτωπη της τον Νόμο με αυστηρές ποινές. Πρέπει βέβαια να τονίσω ότι η προηγούμενη καταδίκη δεν λαμβάνεται υπόψη για να τιμωρηθεί ξανά ο Κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των οποιονδήποτε προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί σε ένα κατηγορούμενο από το Δικαστήριο. Αυτό, γιατί οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσον είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 όπου λέχθηκε ότι ως γενική αρχή, με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη, ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο. Όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέραν από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Επαναλαμβάνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν δικάζεται ξανά για τα ίδια αδικήματα. Όμως το ποινικό του μητρώο, μειώνει την επιείκεια που θα μπορούσε να του επιδείξει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Έχω εξετάσει τα όσα ο Κατηγορούμενος έχει επικαλεστεί για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Σε σχέση με τη καθυστέρηση, την οποία επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ως έχει νομολογηθεί η πάροδος αρκετού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής. Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη όπως ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην προκειμένη περίπτωση ολοκληρώθηκαν οι έρευνες το 2011 αλλά επειδή υπήρχαν σε εκκρεμότητα και άλλες υποθέσεις του ιδίου χαρακτήρα, εναντίον του Κατηγορούμενου, με το υπό διερεύνηση το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 13/08/12. Η πάροδος ενός έτους από την ολοκλήρωση της ποινικής έρευνας μέχρι την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης υπό τις συνθήκες που είχαν επεξηγηθεί δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολική. Η παρέλευση 4 ετών από την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης μέχρι σήμερα, που το δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης είχε προκληθεί από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε άλλες υποθέσεις τόσο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας καθώς και σε άλλες επαρχίες ενώ είχε και ο ίδιος προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση με αιτήματα αναβολής για να προωθήσει διάφορα δικαστικά διαβήματα. Παρά ταύτα λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Kolthum Imbrahim Abdel Maguid Ismail κ.α. ECLI:CY:AD:2016:D482, Ποιν. Εφ. 228/15 κ.α ημερ. 17/10/2016. Όπως προκύπτει από την Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 η καθυστέρηση λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας και θεραπεύεται με σχετική επιείκεια στην ποινή. Εν πάση περιπτώσει δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή στις συνθήκες του Κατηγορούμενου από τον χρόνο διαπίστωσης του ποινικού αδικήματος μέχρι και σήμερα. Σε ότι δε αφορά τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου ναι μεν θα ληφθούν υπόψη, αλλά θα πρέπει να παρατηρήσω ότι σ' αυτές δεν εντοπίζω οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί ενόψει του ότι δεν έχει εκφράσει οποιαδήποτε μεταμέλεια. Συνεπακόλουθα θα λάβω υπόψη εκείνους του παράγοντες, από αυτούς που ανέφερε ο Κατηγορούμενος στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τα πιο κάτω: -Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου όπως εμφαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τον ίδιο. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει το παιδί του ηλικίας 11 ετών. — Το γεγονός ότι είναι πατέρας 3 παιδιών, με το ένα από αυτά να εξαρτάται οικονομικά από τον ίδιο αφού η μητέρα του παιδιού του αυτού κατάγεται από τις Φιλιππίνες. — Το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα. Ανεξαρτήτως του ότι μέρος της ευθύνης για την καθυστέρηση φέρει και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει αντικειμενικά υπέρ της μείωσης της ποινής που θα του επιβληθεί. Πρέπει όμως να τονίσω ότι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία έχει κριθεί ένοχος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Μετά από αρκετή μελέτη και περίσκεψη κατέληξα ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μου, αν και είναι παράγοντες μετριαστικοί, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα στην οποία προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τέτοιοι είδους αδικήματα. Ως εκ τούτου η κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Συνεπακόλουθα επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην 1ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην 2ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην 5ην κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην 6ην κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της προέκυψαν από τις υπόλοιπες κατηγορίες. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και η έκτισή τους θα αρχίζει μετά από την έκτιση των υπολοίπων ποινών τις οποίες εκτίει ο Κατηγορούμενος οι οποίες του έχουν επιβληθεί σε άλλες υποθέσεις στις οποίες έχει κριθεί ένοχος, σύμφωνα με το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής, ύψους €115- θα καταβληθούν από την Δημοκρατία λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος είναι κατάδικος. (Υπ. ...........) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο