Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεωργία Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 8176/15, 5/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8176/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Γεωργία Παναγιώτου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 05.09.2017 Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Π. Αβρααμίδης μαζί με κα Χ.Αυγουστή, η οποία και χειρίζεται την υπόθεση Για την κατηγορούμενη : κα. Ι. Αδάμου Κατηγορούμενη : παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη στην παρούσα αντιμετωπίζει μία κατηγορία για κλεπταποδοχή κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη μεταξύ της 29ης Μαίου 2013 και της 6ης Ιουνίου 2013 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, κατακράτησε περιουσία, δηλαδή, μια τηλεόραση μάρκας LG19", με S/N 912MDH4A330, περιουσία του Σπύρου Καραμανίδη από τη Λεμεσό, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες και στα πλαίσια της μαρτυρίας τους κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια, ενώ να σημειωθεί οι καταθέσεις άλλων προσώπων κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στην κατηγορία που αναφέρεται ανωτέρω, η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτες συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι δεν θα προβεί σε εκτενή παράθεση περίληψης της και θα αρκεστεί σε συνοπτική αναφορά σε αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Εκ συμφώνου κατατεθείσα - Κατάθεση Αστ. 2061 Δ. Σαζού, ημερομηνίας 10/08/13 (κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, μαζί με το παραδεκτό γεγονός ότι οι φωτογραφίες στις οποίες αναφέρεται είναι το τεκμήριο 3) Τεκμήριο 4 : Αναφέρει ότι στις 07/06/2013 στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του Αστ.1100 φωτογράφησε μια τηλεόραση μάρκας LG του Σπύρου Καραμανίδη και ακολούθως εξηγεί τις ενέργειες του με βάση τις οποίες προέκυψε το τεκμήριο
- - Κατάθεση Σπύρου Καραμανίδη, ημερομηνίας 30/05/2013 (κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 5 : Αναφέρει ότι είναι ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου με την επωνυμία Μajor Bet που βρίσκεται στον Ύψωνα και το οποίο διαρρήχθηκε στις 30/5/
- Αναφέρει δε ότι από έλεγχο που διενήργησε κλάπησαν από αυτό πέντε τηλεοράσεις. Συγκεκραμένα δύο τηλεοράσεις μάρκας LG 19 ιντζών συνολικής αξίας €200 και 3 τηλεοράσεις μάρκας LG 32 ιντζών συνολικής αξίας €
- - Συμπληρωματική Κατάθεση Σπύρου Καραμανίδη, ημερομηνίας 07/06/2013 (κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 6: Εις αυτήν αναφέρει ότι αναφορικά με τις δύο τηλεοράσεις 19 ιντζών που ανέφερε πιο πάνω η αξία τους είναι €100 η κάθε μια και ο άλλες τρεις τηλεοράσεις €200 η κάθε μια. Επίσης αναφέρεται στην παραλαβή των τριών από τις πέντε τηλεοράσεις που έχουν κλαπεί. Δηλαδή, οι αναφερόμενες δύο 19 ιντζών και μία 32 ιντζών. - Κατάθεση Αστ. 1944 Στ. Περικλέους, (κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 7: Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι απεσπασμένη στο κλιμάκιο διαρρήξεων του ΤΑΕ. Αναφέρει ότι στις 30/05/13 μετέβη στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία Major Bet κατόπιν καταγγελίας του Σπύρου Καραμανίδη ότι μεταξύ των ημερομηνιών 29-30/05/13 διαρρήχθηκε το πρακτορείο του και κλάπηκαν από μέσα συνολικά πέντε τηλεοράσεις, δύο μάρκας LG 19 ιντζών και τρεις μάρκας LG 32 ιντζών. Όλες οι τηλεοράσεις είναι χρώματος μαύρου. Από περαιτέρω εξετάσεις που διενήργησε διαπιστώθηκε ότι η κύρια είσοδος του πρακτορείου ήταν παραβιασμένη με αιχμηρό αντικείμενο. Ακολούθως έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο και για όλες τις ενέργειες της ενημέρωσε τον ανακριτή της υπόθεσης Αστ.
- Δια ζώσης Μ.Κ.1 Αστ. 1100 Κωνσταντίνος Πολυκάρπου Κατ' αρχήν αναγνώρισε την κατάθεσή του για την υπόθεση (τεκμ.1), την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εις αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι τοποθετημένος στο κλιμάκιο διαρρήξεων του ΤΑΕ. Αναφέρεται δε στην καταγγελία του Σπύρου Καραμανίδη για την διάρρηξη του πρακτορείου του και σε επίσκεψη των μελών του κλιμακίου διαρρήξεων του ΤΑΕ όπου διαπιστώθηκε η παραβίαση της εισόδου με αιχμηρό αντικείμενο. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψε μαρτυρία εναντίον των Μάριου Χριστοφίδη και Ραφαήλ Λουκά οι οποίοι συνελήφθηκαν δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης και τέθηκαν υπό κράτηση. Στις 5/6/13 ο Μάριος Χριστοφίδης του ζήτησε να μεταβεί στο χώρο των κρατητηρίων της ΑΔΕ Λεμεσού και του ανέφερε ότι μια από τις τηλεοράσεις που έκλεψε από το πρακτορείο με την ονομασία Major Bet την πώλησε στην Γεωργία Παναγιώτου από το Πολεμίδια και από τις εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για την κατηγορούμενη. Στις 6/6/13 ενημερώθηκε από τον Αστ. 4885 Θ. Σοφοκλέους ότι μετέβηκε στη διεύθυνση διαμονής της Γεωργίας Παναγιώτου και με την γραπτή της συγκατάθεση ερευνήθηκε η οικία της όπου εντοπίστηκε η κλοπιμαία τηλεόραση μάρκας LG 19 ιντζών χρώματος μαύρου με συριακό αριθμό 912ΜDH4A330 αξίας €
- Στις 7/6/13 ο Αστ. 2061 Δ. Σαζός του κλάδου φωτογράφων και αποτυπωμάτων του ΤΑΕ Λεμεσού φωτογράφησε την τηλεόραση και του παρέδωσε το φωτογραφικό υλικό ενώ την ίδια μέρα κάλεσε τον παραπονούμενο Σπύρο Καραμανίδη όπου του υπέδειξε την τηλεόραση και αφού την αναγνώρισε την παρέλαβε υπογράφοντας σχετικό έντυπο παράδοσης παραλαβής τεκμηρίων. Ακολούθως ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου : - Το ημερολόγιο ενεργείας που έκαμε εν σχέση με την παρούσα υπόθεση όταν τον κάλεσε ο Μάριος Χριστοφή για να του αναφέρει την πληροφορία που ανέφερε στην κατάθεση του, τεκμήριο
- - Το φωτογραφικό υλικό που του παρέδωσε ο αστυφύλακας 2061 Δημήτρης Σαζός και αφορά την κλοπιμαία τηλεόραση την οποία ανέφερε στην κατάθεση του, τεκμήριο
- Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και οι ενέργειες που έκαμε ως αναφέρονται στην κατάθεση του, ήταν η παραλαβή του φωτογραφικού υλικού και η παράδοση του Τεκμηρίου στον παραπονούμενο, αφού προηγουμένως το αναγνώρισε. Δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν έκανε οποιαδήποτε έρευνα αναφορικά με το αν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση του Μάριου Χριστοφίδη με την κατηγορούμενη και δεν ξέρει αν γνωρίζονταν από πριν. Ούτε και ξέρει πώς έτυχε να πωλήσει ο Μάριος Χριστοφίδης την τηλεόραση στην κατηγορούμενη. Το μόνο που του ανέφερε (ο Μάριος Χριστοφίδης) είναι ότι πώλησε τη συγκεκριμένη τηλεόραση στην κατηγορούμενη και δεν θυμάται αν του ανέφερε για ποιο ποσό. Επίσης είπε ότι δεν του ανέφερε αν είπε στην κατηγορούμενη όταν της την πώλησε ότι ήταν κλοπιμαία. Μ.Κ.2 Α/Αστ. 2532 Αναστάσιος Παναγίδης Καταρχήν στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την κατάθεση που έχει δώσει για την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 8) την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 6/6/13 κατέγραψε τη θεληματική κατάθεση της Γεωργίας Παναγιώτου - κατηγορούμενης και στη συνέχεια της ίδιας μέρας την κατηγόρησε γραπτώς και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο του έδωσε μια απάντηση την οποία έγραψε, της την ανέγνωσε και ως ορθή την υπόγραψε στην παρουσία του. Για τις ενέργειες του ενημέρωσε σχετικά τον ανακριτή της υπόθεσης Αστ.
- Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τη θεληματική κατάθεση της κατηγορούμενης ημερ. 6/6/13 (Τεκμήριο 9) και την γραπτή κατηγορία της κατηγορούμενης ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 10). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πέραν της λήψης της κατάθεσης και της γραπτής κατηγορίας δεν προέβη ο ίδιος σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εν σχέση με την υπόθεση. Μ.Κ.3 Αστ. 4885 Θεόδωρος Σοφοκλέους Στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε αρχικά την κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση (τεκμ.11) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και είναι τοποθετημένος στο ΤΑΕ. Στα πλαίσια διερεύνησης υποθέσεων που αφορούσαν διαρρήξεις κτιρίων στις 5/6/13 μετέβηκαν με τον Λοχ.1302 στην κατοικία της Γεωργίας Παναγιώτου μετά από πληροφορία ότι πιθανόν να αγόρασε μία τηλεόραση που αποτελεί προϊόν από την πιο πάνω διάρρηξη και με τη γραπτή της συγκατάθεση ερεύνησαν την κατοικία της όπου εντόπισαν στο υπνοδωμάτιο της μία τηλεόραση LG 19 ιντζών χρώματος μαύρου με S/N 912MDH4A330 η οποία αποτελούσε μέρος της κλαπείσας περιουσίας του πρακτορείου και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε «δεν ήξερα τίποτε». Στη συνέχεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη γραπτή συγκατάθεση της Γεωργίας Παναγιώτου ημερ. 6/6/13 για έρευνα της οικίας της ως Τεκμήριο 12, αναφέροντας ότι την εκτέλεσε ο ίδιος, καθώς επίσης και την απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων ημερ. 7/6/13 τα οποία έδωσε στον παραπονούμενο ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω αναγνώρισε στις φωτογραφίες Τεκμήριο 3 την τηλεόραση που εντοπίστηκε στην οικία της κατηγορούμενης. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι το μόνο που έκανε εν σχέση με την υπόθεση ήταν να ερευνήσει το σπίτι της κατηγορούμενης και συμφώνησε ακόμη ότι η κατηγορούμενη δεν προέβαλε κάποια αντίσταση αλλά αντίθετα έδωσε αμέσως τη συγκατάθεση της για την έρευνα που διενήργησε. H κατηγορούμενη ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: «Όπως είχα πει στην κατάθεση μου τούτη είναι η αλήθεια, αγόρασα την τηλεόραση, το είπα, δεν ήξερα ότι ήταν κλεπταποδοχή, κλοπιμαία. Δεν το ήξερα. Δεν θα το έκανα, αν ήξερα έτσι πράγμα.» Όσον αφορά την επιλογή της αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (Rv. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Όσον αφορά τους μάρτυρες κατηγορίας 1, 2 και 3 σημειώνω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία τους, μη εντοπίζοντας οτιδήποτε που θα μπορούσε να συνηγορήσει στο αντίθετο. Έδωσαν σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις ως προς τις ενέργειες τους και μέσα από τη μαρτυρία τους σημειώνω δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία εν σχέση με την αξιοπιστία τους. Ενήργησαν θεωρώ αντικειμενικά στα πλαίσια των καθηκόντων τους και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Όσον αφορά τη μαρτυρία ή και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους (τεκμ. 4, 5, 6 & 7) δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο παρά μόνον ότι γίνονται αποδεκτά. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης αναφέρω έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της ότι δεν μπορώ να δώσω κάποια αξία σε αυτή, πέραν του ότι αγόρασε την τηλεόραση που είναι κοινά αποδεκτό, διότι το αν ήταν κλεπταποδοχή και αν γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία είναι αυτό που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω ή και αφορά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Η κατάθεση της κατηγορούμενης, στον βαθμό που περιέχει παραδοχές, αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία εναντίον της νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για τη θεληματικότητα αυτής και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Sfongaras 22 C.L.R.
- Η κατάθεση της κατηγορούμενης κατατέθηκε χωρίς ένσταση ενώ σημειώνω ότι η κατηγορούμενη έχει υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης της όπως φαίνεται πιο πάνω με την ανώμοτη της δήλωση. Επομένως θεωρώ ότι αυτή είναι θεληματική και αποτελεί μαρτυρία εναντίον της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή αναφέρεται ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής:
- Μεταξύ 29/05/13 και 30/05/13 διαρρήχθηκε το πρακτορείο στοιχημάτων του Σπύρου Καραμανίδη με την ονομασία Major Bet και από αυτό κλάπηκαν 5 τηλεοράσεις, εκ των οποίων μια ήταν η επίδικη που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος.
- Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψε μαρτυρία εναντίον των Μάριου Χριστοφίδη και Ραφαήλ Λουκά οι οποίοι συνελήφθησαν δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης και τέθηκαν υπό κράτηση.
- Στις 5/6/13 ο Μάριος Χριστοφίδης ζήτησε από τον ΜΚ1 να μεταβεί στο χώρο των κρατητηρίων της ΑΔΕ Λεμεσού και του ανέφερε ότι μια από τις τηλεοράσεις που έκλεψε από το πρακτορείο με την ονομασία Major Bet την πώλησε στην κατηγορούμενη.
- Την ίδια μέρα δηλαδή στις 5/6/13 ο ΜΚ3 μετέβη με τον Λοχ.1302 στην κατοικία της κατηγορούμενης και με τη γραπτή της συγκατάθεση ερεύνησαν την κατοικία της όπου εντόπισαν στο υπνοδωμάτιο της μία τηλεόραση LG 19 ιντζών χρώματος μαύρου με S/N 912MDH4A330, αξίας €100.-, η οποία αποτελούσε μέρος της κλαπείσας περιουσίας του πρακτορείου πιο πάνω και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε «δεν ήξερα τίποτε».
- Η κατηγορούμενη στις 6/6/13 έδωσε θεληματική κατάθεση, ενώ την ίδια μέρα κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε ότι δεν ήξερε ότι ήταν κλοπιμαία. Πρόσθεσε δε ότι την ξεγέλασαν ότι ήταν από το πρακτορείο κάποιου που έκλεισε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Tο άρθρο 306 του Κεφ.154 προνοεί τα εξής: «
- Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων. » Από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής είναι: · Η από τον κατηγορούμενο αποδοχή ή κατακράτηση περιουσίας. · Η περιουσία αυτή να είναι προϊόν κλοπής ή να αποκτήθηκε κάτω από περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Η αποτυχία απόδειξης κλοπής της περιουσίας συνεπάγεται μοιραία, αποτυχία απόδειξης κατηγορίας για κλεπταποδοχή (Βλ. R. v. Matthews 34 Cr. App. R. 55 & R. v. Johnson, 6 Cr. App. R. 218). · Η γνώση του κατηγορουμένου ότι η περιουσία αυτή αποτελεί προϊόν κλοπής ή ότι αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα συστατικά του αδικήματος. Το πρώτο στοιχείο της κατοχής της επίδικης τηλεόρασης από την κατηγορούμενη είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση. Όσον αφορά το γεγονός ότι η τηλεόραση ήταν κλοπιμαία, παραπέμπω στην μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και με βάση την οποία προκύπτει ότι ένα εκ των προσώπων που συνελήφθησαν ως δράστες της διάρρηξης και κλοπής στο πρακτορείο ανέφερε ότι μια εκ των τηλεοράσεων που έκλεψε πωλήθηκε στην κατηγορούμενη, ενώ περαιτέρω ο ιδιοκτήτης της τηλεόρασης την αναγνώρισε ως μια από αυτές που εκλάπησαν από το πρακτορείο του. Απομένει η εξέταση του τρίτου συστατικού στοιχείου, δηλαδή του κατά πόσον η κατηγορούμενη γνώριζε ότι η τηλεόραση ήταν κλοπιμαία. Το στοιχείο της γνώσης ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος, έχει απασχολήσει επί μακρόν την Αγγλική όσον και την δική μας Νομολογία. Η αναφορά στις Αγγλικές αποφάσεις γίνεται γιατί το άρθρο 306 του δικού μας Ποινικού Κώδικα, είναι παρόμοιο με το καταργηθέν άρθρο 33
(1)του Larceny Act 1916 της Αγγλίας με τη διαφορά πως στο δικό μας άρθρο περιλαμβάνεται και η κατακράτηση της περιουσίας. Ως προς την απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea), η Αγγλική διάταξη ταυτιζόταν με την δική μας αφού και εκεί χρησιμοποιείται η λέξη "knowing". Η θέση του Criminal Law Revision Committee όπως περιγράφεται στο σύγγραμμα Smith & Hogan Criminal Law, 4η έκδοση, σελ. 613 ήταν πως η τότε υφιστάμενη Αγγλική νομοθεσία έπρεπε να βελτιωθεί. Το 1968 θεσπίστηκε στην Αγγλία ο νόμος Theft Act 1968, του οποίου το άρθρο 22
(1)αναφέρει τα πιο κάτω: "a person handles stolen goods if (otherwise than in the course of steeling) knowing or believing them to be stolen goods he dishonestly receives the goods ..". Προκύπτει ότι στόχος του Άγγλου νομοθέτη με την πιο πάνω τροποποίηση ήταν να συμπεριλάβει στο πνεύμα του Νόμου την έννοια της εθελοτυφλίας "willful blindness", πράγμα που όμως σύμφωνα με τους συγγραφείς του προαναφερθέντος συγγράμματος, απέτυχε να πράξει. Έτσι στην υπόθεση Ηall
(1985)81 Cr.App.R.260, τονίστηκε ότι η υποψία (suspicion) δεν μπορεί να εξισώνεται με την πίστη (belief) και πως μόνο η άμεση πληροφόρηση στοιχειοθετεί βεβαιότητα ως προς την γνώση ενώ η συμπερασματική βεβαιότητα, αποτελεί απλά ισχυρή υποψία η οποία όμως δεν αρκεί για τους σκοπούς απόδειξης του αδικήματος του πιο πάνω άρθρου. Το θέμα πραγματεύεται και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 όπου στην σελ. 322 παρ. B4.141, με παραπομπή σε Αγγλική Νομολογία, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: . . . it must be proved that the defendant was aware of the theft or that he believed the goods to be stolen. Suspicion that they were stolen, even coupled with the fact that he shut his eyes to the circumstances, is not enough, although these matters may be taken into account . . . in deciding whether or not the necessary knowledge or belief existed. This is certainly preferable to the definition attempted in Hall, but the definition of belief remains imprecise. Does belief on balance of probabilities suffice, or must the defendant have felt sure of it, beyond reasonable doubt? In Forsyth, the Court of Appeal merely observed, rather unhelpfully, that 'between suspicion and belief there may be a range of awareness' and it would therefore be safer to assume that the stricter concept of belief applies. In other words, a person believes that goods are stolen only if he harbours no serious or substantial doubt as to that fact. A person who is invited to deal with goods which he suspects may be stolen and who deliberately asks no questions might sometimes be considered dishonest, but is not guilty of handling. Dealers in second-hand goods know that from time to time they may be offered goods which turn out to be stolen, but cannot cross-examine their suppliers every time they buy. On the other hand, a person who has already concluded that the goods he is being offered must be stolen (for example, because the serial number has been removed from the car stereo he is being offered for a knock-down price by the man in the pub, and he knows that there is no other explanation for it) cannot set up his failure to ask questions as a defence. He is in fact only pretending to be blind to the truth. See Griffiths
(1974)60 Cr App R
- See also F3.
- Στην Ινδία όπου το όπου το ποινικό δίκαιο προσομοιάζει με το δικό μας, το αδίκημα διέπεται από το άρθρο 411 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα και είναι ευρύτερο αφού διαζευκτικά της γνώσης (knowledge), μπορεί να στοιχειοθετηθεί επίσης αν αποδειχθεί πως υπήρχε λόγος για τον κατηγορούμενο να πιστεύει ότι πρόκειται για κλοπιμαία περιουσία (having reason to believe the same to be stolen property). Η φράση "knowing or having reason to believe" ερμηνεύεται στο σύγγραμμα Penal Code of India του Gour, 4ος Τόμος στη σελίδα 3406 ως ακολούθως: "These words are stronger than the words "suspect" and involve the necessity of showing that the circumstances were such that a reasonable man must have felt convinced in his mind that the property with which he has dealing must be stolen property". Στη σελ. 3419 αναφέρεται πως τόσο η λέξη "knowledge" όπως και η λέξη "belief" χρησιμοποιούνται ejusdem generis και αμφότερες υπονοούν την ύπαρξη και παρουσία των γεγονότων και των συνθηκών εκείνων από τις οποίες ο κατηγορούμενος είτε αντιλήφθηκε είτε έπρεπε να είχε αντιληφθεί την ιδιότητα της περιουσίας ως κλαπείσας. Γίνεται επίσης αναφορά σε Ινδική Νομολογία στην οποία αναφέρεται ότι: "The knowledge charged in the indictment need not be such knowledge as would be acquired if the prisoner had actually seen the lead stolen: it is sufficient if you think the circumstances accompanying the transaction were such as to make the prisoner believe that it had been stolen". Αναφέρεται περαιτέρω πως: "The word "knowledge" in this connection means merely mental cognition and not visual perception. It merely implies that the receiver had such facts brought to his notice as could not but have led him to believe that the property was stolen and could not have been honestly obtained. Consequently, both knowledge and belief imply the presence of certain facts from which the accused might have drawn the inevitable conclusion". Στην δική μας νομολογία, το στοιχείο της γνώσης ως συστατικό στοιχείο ενός αδικήματος, ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου και μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν την γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς το στοιχείο της γνώσης τότε αυτός πρέπει να αθωωθεί (βλ. Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104, 115). Στην υπόθεση Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 258,268 που αφορούσε το αδίκημα της κλεπταποδοχής, τονίστηκε ότι ως θέμα αρχής η αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους, μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Το βάρος απόδειξης της γνώσης του κατηγορούμενου, παραμένει στην κατηγορούσα αρχή και αυτή αποδεικνύεται είτε άμεσα είτε με περιστατική μαρτυρία. Η περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποκλείει κάθε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής. Τα περιστατικά δηλαδή πρέπει να συνηγορούν μόνο υπέρ της ενοχής και να είναι ασυμβίβαστα με την πιθανότητα κάθε άλλου ενδεχόμενου. Στην υπόθεση Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69, 70 αφού επισημαίνεται ότι η γνώση είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλεπταποδοχής, αναφέρονται τα πιο κάτω: ".the prisoner was in recent possession of a stolen article and it was open to him to rebut the inference of guilty knowledge by an explanation which, even if it was not believed, might reasonably be true". Γίνεται δηλαδή επίκληση του τεκμηρίου της ένοχης γνώσης όπως εξηγείται στο σύγγραμμα "H Απόδειξη", του Γ. Κακογιάννη, σελ. 58, παρ. 4-25. Επίσης στην υπόθεση Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75, αναφέρεται πως σε περιπτώσεις κλεπταποδοχής, όταν αποδεικνύεται κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας τότε τεκμαίρεται πως ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα προϊόντα ήταν αποτέλεσμα κλοπής εκτός αν υπάρχει μαρτυρία περί του αντιθέτου. Αυτό όμως δεν καταδεικνύεται ως νομικό δόγμα αλλά ως ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία για να καταδειχθεί κατά πόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα. Στην υπόθεση αυτή γίνεται μνεία στην Αγγλική απόφαση D.P.P. v. Nieser
(1959)1 Q.B. 254 όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: ". where property has been stolen and there is nothing in the circumstances to point to the accused's having himself committed the crime of stealing, the proper inference from its being found in his possession may be that he received the property, knowing, not merely that it had been unlawfully obtained, but knowing that it had been stolen. Such inference is justified by the fact that by far the commonest way in which property is unlawfully obtained is by stealing". Σχετική ως προς την απόδειξη της γνώσης ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος είναι και η πρόσφατη απόφαση Keneth Nwafor Chima v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 455. Στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι το αντικείμενο που παρέλαβε μέσω μεταφορικής εταιρείας, περιείχε ναρκωτικά. Το κακουργιοδικείο δεν αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς, παραπέμποντας σε περιστατική μαρτυρία που απεδείκνυε την γνώση του για το περιεχόμενο του δέματος. Ως τέτοια θεωρήθηκε ο χώρος που τοποθετήθηκε το δέμα, οι αντιδράσεις του με τις δηλώσεις του, τα ψέματα που είπε στην αστυνομία αλλά και η δήλωση του ότι το κλειδωμένο δωμάτιο δεν ήταν δικό του και ότι δεν είχε τα κλειδιά. Ιδιαίτερα τα ψέματα, κρίθηκε ότι ήσαν ηθελημένα, αναφέρονταν σε ουσιώδη ζητήματα και στόχευαν με επίγνωση ενοχής να αποσυνδέσουν τον κατηγορούμενο από τα ναρκωτικά. Η πιο πάνω προσέγγιση του κακουργιοδικείου, έγινε δεκτή από το Εφετείο. Από την πιο πάνω ανάλυση αλλά κυρίως από την εξέταση της Κυπριακής νομολογίας, προκύπτει ότι οι εφαρμοστέες στην Κύπρο αρχές επί του θέματος είναι οι ακόλουθες: - Όπου δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία περί της γνώσης του κατηγορουμένου ότι το υλικό που κατέχει είναι κλοπιμαίο, η γνώση αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία. - Ελλείψει δυνατότητας εισχώρησης στο μυαλό ενός κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί επακριβώς τι γνώριζε, το Δικαστήριο με βάση το ενώπιον του υλικό, μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα γνώσης, λαμβάνοντας υπόψη τη νοητική ικανότητα του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, την πείρα του στη ζωή, την ικανότητα του να αντιληφθεί και να εκτιμήσει καταστάσεις αλλά και του τρόπου που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης. - Η περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποκλείει κάθε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία ως προς το στοιχείο της γνώσης τότε αυτός πρέπει να αθωωθεί. - Η περιστατική μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα και συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση και από τις οποίες ο κατηγορούμενος είτε αντιλήφθηκε είτε έπρεπε να είχε αντιληφθεί την ιδιότητα της περιουσίας ως κλαπείσας. - Στοιχεία όπως κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας και αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους, μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας και έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την αποδεκτή μαρτυρία, κρίνω ότι η αστυνομία δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι την γνώση της κατηγορουμένης ότι η επίδικη τηλεόραση ήταν κλοπιμαία. Οι συνθήκες θεωρώ κάτω από τις οποίες η κατηγορούμενη παραδέχθηκε την αγορά της τηλεόρασης δεν αποτελούν περιστατική μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει την γνώση ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Κατά την κρίση μου όμως οι συνθήκες αυτές αποτελούν περιστατική μαρτυρία που τείνει να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι η τηλεόραση αυτή ήταν κλοπιμαία. Της είπε, ανέφερε, ο ανιψιός της ότι ένας γνωστός κάποιου φίλου της πουλά φθηνές τηλεοράσεις γιατί έκλεισε το καζίνο του θείου του και αυτή του είπε ότι θέλει να αγοράσει. Ξαφνικά εμφανίζεται μετά από 2-3 μέρες στο σπίτι της ένας άγνωστος της νεαρός που της έφερε μια τηλεόραση, την επίδικη δηλαδή και του έδωσε €50.- για την αγορά της. Και ενώ της είχε πει ο ανιψιός της την προέλευση της τηλεόρασης αυτή αναφέρει ότι ρώτησε τον νεαρό αυτό που την βρήκε, για να λάβει απάντηση ότι τις πουλά ο θείος του που έκλεισε το πρακτορείο όσα-όσα. Σημειωτέον ότι όπως αναφέρει στην κατάθεση της η τηλεόραση δεν είχε σύρματα και χρειάστηκε να αγοράσει, ξοδεύοντας ποσό €30-40, σχεδόν δηλαδή όσα στοίχισε και η τηλεόραση. Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η τηλεόραση ως προανέφερα, σε συνάρτηση με το ότι επρόκειτο για ένα εντελώς άγνωστο για την ίδια πρόσωπο και η πώληση της τηλεόρασης χωρίς κανένα συνοδευτικό έγγραφο ή απόδειξη, συν ότι ρώτησε ξανά τον νεαρό αυτό την προέλευση της τηλεόρασης παρά την εξήγηση που της είχε δοθεί από τον ανιψιό της, καταδεικνύουν προφανέστατα την υποψία της. Υπό τις περιστάσεις δε θεωρώ ότι το γεγονός ότι η τηλεόραση αγοράστηκε για ποσό €50.-, ενώ η αξία της είναι €100.- δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση ενόψει των ανωτέρω μεγάλη σημασία. Έχοντας αυτά υπόψη παρατηρώ πως δεν έχει μεν αποδειχθεί η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, όμως έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της παράνομης κατοχής του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα που είναι (α) η κατοχή κινητής περιουσίας και (β) η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι είναι κλοπιμαία (βλ. Ποινική Έφεση Αρ. 242/12, CZARI FERENCZ ν. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ημερ.03 Ιουλίου 2014). Η κατηγορούμενη δε απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) ότι απέκτησε νόμιμα την περιουσία (βλ.αρ.309). Τίθεται συνεπώς θέμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 έχει ως εξής: « Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. » Για την άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 85
(4)του Κεφ. 155 θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις (βλ. και σύγγραμμα των κ.κ.Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus σελ. 75): Στο τέλος της Δίκης το Δικαστήριο να είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχθεί με μαρτυρία, η διάπραξη αδικήματος από τον Κατηγορούμενο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Ο Κατηγορούμενος να μη μπορεί να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Ο Κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Με άλλα λόγια, η ποινή που προβλέπεται από το Νόμο για το αδίκημα που προστίθεται στο κατηγορητήριο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ποινή που προβλέπεται για το αρχικό αδίκημα. 4. Ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Σχετικές με την εφαρμογή του άρθρου 85.4 του Ποινικού Κώδικα, είναι και οι υποθέσεις Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας 24 CLR 192, Φορής ν. Δημοκρατίας
(1980)1 ΑΑΔ 152, 177 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, 466 στις οποίες επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τροποποίηση του κατηγορητηρίου αφού:
- Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και έχουν αποδειχθεί οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος.
- Δεν είναι δυνατή η καταδίκη της Κατηγορούμενης για το αδίκημα αυτό χωρίς προηγούμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
- Η ποινή για το αδίκημα αυτό είναι χαμηλότερη.
- Καμία δυσμένεια δεν θα προκληθεί στην Κατηγορούμενη. Ας σημειωθεί ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου περί πλήρωσης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας προκύπτει κυρίως στη βάση της δικής της θεληματικής κατάθεσης. Ενόψει των ανωτέρω, τροποποιώ το κατηγορητήριο, με την προσθήκη 2ης κατηγορίας ως εξής : " Έκθεση Αδικήματος Αρ. Κατηγορίας 2 Παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Λεπτομέρειες αδικήματος Η κατηγορούμενη στις 06/06/2013 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή της μία τηλεόραση μάρκας LG19'' με S/N 912MDH4A330 για την οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. " Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Αστυνομία απέτυχε να αποδείξει την 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται από την κατηγορία αυτή. Στη βάση δε των όσων έχουν αναφερθεί βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η 2η κατηγορία, εις την οποία και την κρίνω ένοχη. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Κλεπταποδοχή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο