← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτης Χατζηευσταθίου, Αρ. Υπόθεσης: 4910/14, 1/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτης Χατζηευσταθίου, Αρ. Υπόθεσης: 4910/14, 1/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B129 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4910/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Παναγιώτης Χατζηευσταθίου --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 01.09.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Π.Αβρααμίδης) Για τον κατηγορούμενο : κα. Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες : 1η κατηγορία για κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 3ην Ιουλίου 2013 στο χωριό Πάχνα, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε κατά του Φειδία Αθανασίου από τη Λεμεσό. 2η κατηγορία για μεταφορά επιθετικού όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3

(1)
(2)του Περί Επιθετικών Όπλων Νόμου Κεφ.159, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 3ην Ιουλίου 2013 στο χωριό Πάχνα, της Επαρχίας Λεμεσού, χωρίς νομική εξουσία ή λογική δικαιολογία, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή, στην οδό Αρχ. Κυπριανού, είχε στην κατοχή του επιθετικό όπλο, δηλαδή, μια μεταλλική λαβή. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 4 μάρτυρες, ενώ μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε 3 μάρτυρες υπεράσπισης. Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 10 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου κατέθεσε γραπτώς την τελική της αγόρευση ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα οι συνήγοροι ανέφεραν και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι δεν θα προβεί σε εκτενή παράθεση περίληψης της και θα αρκεστεί σε συνοπτική αναφορά σε αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, ενώ περαιτέρω σημειώνεται ότι, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, θα γίνει αναφορά στη μαρτυρία στα πλαίσια της αξιολόγησης της. - Μ.Κ.1 Αστ.3084 Γιαννάκης Μερακληγιάννη : Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε κατ' αρχήν ότι υπηρετεί στον Σταθμό Γερμασόγειας, ενώ κατά το 2013 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πάχνας. Στη συνέχεια δε αναγνώρισε την κατάθεση του για την υπόθεση, τεκμ.1, την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 03/07/13 μετέβη στην οδό Αρχ. Κυπριανού στην Πάχνα, όπου έξω από το σπίτι του Φειδία και Δημήτρη Αθανασίου εντός της κύριας οδού ήταν σταματημένο εντός του δρόμου το μονοκάμπινο με αρ. εγγραφής ΧV259 με τα κλειδιά στη θέση τους. Στο μέρος βρισκόταν ο Φειδίας Αθανασίου, ο πατέρας του Θανάσης Αθανασίου και ο αδελφός του Δημήτρης και αφού τους ρώτησε τι συνέβη του είπαν ότι τους επιτέθηκε ο αλουπός εννοώντας τον Παναγιώτη Ευσταθίου με μια μεταλλική λάμα, η οποία βρισκόταν στην άκρη του δρόμου και την παρέλαβε. Ακολούθως, με την άδεια του αξιωματικού υπηρεσίας μετέφερε το πιο πάνω όχημα στον αστυνομικό σταθμό όπου παρέδωσε τόσο την λάμα όσο και τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον Αστυφύλακα 1251, ο οποίος ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την μεταλλική λάμα που ανέφερε πιο πάνω ως Τεκμήριο 2, την οποία, ως ανέφερε, παρέλαβε από τον αστυνομικό σταθμό Πάχνας. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος ήρθε στον αστυνομικό σταθμό και κατήγγειλε ότι χτυπήθηκε από τους δυο παραπονούμενους στην παρούσα υπόθεση. Την ημέρα εκείνη όταν επέστρεψε στο σταθμό ήταν εκεί και έδινε κατάθεση, ενώ ακολούθως τον παρέλαβε το ασθενοφόρο. Ανέφερε επίσης ότι ο αστυνομικός σταθμός από το σπίτι του Θανάση όπου έγινε δηλαδή το επίδικο συμβάν απέχει περί τα 300 με 500 μέτρα χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς. Επίσης διευκρίνισε ότι από το σπίτι του Θανάση μέχρι τον αστυνομικό σταθμό ο δρόμος είναι κατηφορικός. Οι παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση, εάν δε κάνει λάθος, έχουν άλλα τρία αδέλφια, δηλαδή είναι σύνολο πέντε. Δεν μπορεί όμως να θυμηθεί την ημέρα που μετέβη εκεί ποια άτομα ήταν. Τα κύρια άτομα όμως τα έχει αναφέρει στην κατάθεση του. Εν σχέση με το Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι του υποδείχθηκε από το Φειδία Αθανασίου και το παρέλαβε από την άκρη του δρόμου. Επίσης, ανέφερε ότι δεν θυμάται σε ποια κατάσταση ήταν ο κατηγορούμενος όταν τον είδε να κάθεται στον αστυνομικό σταθμό. Τον είχε δει στο σταθμό αλλά έφυγε αμέσως μετά τις οδηγίες που έλαβε για να μεταβεί στην οικία του Θανάση όπου βρισκόταν και το αυτοκίνητο. Πήρε το αυτοκίνητο και το έφερε στο σταθμό και εκείνη τη στιγμή είχε φθάσει το ασθενοφόρο και έφευγε ο κατηγορούμενος. - Μ.Κ.2 Φειδίας Αθανασίου : Στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε κατ' αρχήν την κατάθεση του για την υπόθεση ημερ. 4.7.2013, Τεκμήριο 3, την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εις αυτήν αναφέρει ότι ο Ευσταθίου του επιτέθηκε με ένα σίδερο και όχι ο ίδιος σε αυτόν. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ενώ στις 3.7.2013 ήταν σπίτι με τον αδελφό του Δημήτρη στη βεράντα του σπιτιού τους που είναι κοντά στο δρόμο, πέρασε από εκεί ο Ευσταθίου άλλος αλουπός με το μονοκάμπινο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XV259 και μόλις τους είδε σταμάτησε και τους έβλεπε. Τον ρώτησε «τι θέλεις ρε γιατί γυρίζεις στο χωρκό τζιαι κατηγοράς τη μάνα μου» και τότε ο αλουπός άφησε το αυτοκίνητο ξεκινημένο, κατέβηκε κάτω κρατώντας στο χέρι ένα σίδερο περίπου κανένα πόδι που είχε μύτη στην άκρη και έκανε να κινηθεί προς αυτούς λέγοντας του «έλα δα ρε κοπελλούι τζιαι πήρε αέρα ο νους σου». Είπε στο Δημήτρη να πάει πίσω και πήγε προς τον «αλουπό» προσπαθώντας να του πιάσει το σίδερο και στην προσπάθεια του αυτή έπεσαν και οι δύο χαμέ μέσα στο δρόμο. Ενώ ήταν χαμέ ήρθε ο παππούς του και τον τράβηξε πίσω ενώ ταυτόχρονα άρπαξε το σίδερο και του είπε «μεν ξανά πεις τίποτε για τη μάνα μου ρε». Ο Ευσταθίου έφυγε περπατητός αφήνοντας το αυτοκίνητο στο μέρος και του είπε «έννα σε σάσω καλά ρε κοπελλούι». Τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του που άρχισε κλάμα φοβήθηκαν που ερχόταν προς το μέρος τους με το σίδερο. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως το σίδερο που κρατούσε ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αρχικά σταμάτησε μπροστά από το σπίτι του, καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο και τον κοίταζε. Ο ίδιος ήταν μέσα στην αυλή του σπιτιού του και συγκεκριμένα στο καντζιέλλιν το οποίο είχε απόσταση από το αυτοκίνητο πέντε μέτρα. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος τις προηγούμενες μέρες καθόταν και τους κατηγορούσε στο καφενείο. Συγκεκριμένα, καθόταν ακριβώς πίσω του και δύο μέρες πριν γίνει το συμβάν στο σπίτι του το σίδερο το συγκεκριμένο το τράβηξε και χτύπησε του μικρού Πανίκου Γενεθλίου. Ερωτώμενος δε για το κατά πόσο έχει άλλες υποθέσεις στην Αστυνομία εκτός της παρούσας είπε ότι έχει ακόμη μια πάλι για «καφκά» με άλλο πρόσωπο το 2009, αλλά τελείωσε. Στην υπόθεση αυτή καταδικάστηκε και δεν έχει άλλη καταδίκη. Στη συνέχεια, αφού επανέλαβε ότι τον άκουσε ο ίδιος προσωπικά στον καφενέ να τους κατηγορά, ανέφερε ότι έλεγε πως είναι κλέφτες και τους έβριζε. Συγκεκριμένα, έβριζε τη μάνα του. Και αυτό γιατί κάνει παρέα με την πρώην νύφη του. Σε υποβολή ότι ουδέποτε άκουσε τον κατηγορούμενο να τους κατηγορά, απάντησε ότι τον άκουσε και είπε ότι δεν ανέφερε αυτό το γεγονός στην κατάθεση του γιατί ο αστυνομικός τον ρώτησε τι έγινε εκείνη τη μέρα και όχι τι έγινε πριν μια εβδομάδα. Όταν του υποβλήθηκε περαιτέρω ότι είχε την ευκαιρία να εξηγήσει αφού από μόνος του ανέφερε ότι τον ρώτησε γιατί λαλεί για τη μάνα του ανέφερε ότι δεν το είπε. Σε περαιτέρω υποβολές επέμενε ότι ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο με το σίδερο εκείνη τη μέρα έτσι απλά όταν του είπε τη φράση που αναφέρει στην κατάθεση του. Είπε ακόμη ότι εκείνη τη μέρα ο κατηγορούμενος δεν κρατούσε μπαστούνι και πρόσθεσε ότι ποτέ του δεν κρατούσε μπαστούνι ούτε στο χωριό παρά μόνο όταν έρθει στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Αρνήθηκε ότι χτύπησαν δύο άτομα ένα ανυπεράσπιστο γέρο που δεν μπορούσε καλά - καλά να περπατήσει και επανέλαβε ότι έπεσε κάτω στην προσπάθεια του ιδίου να πιάσει το σίδερο. Αυτό έγινε όταν ο κατηγορούμενος πήγε να τον χτυπήσει. Ήταν η θέση του επίσης ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε χτυπημένος επειδή ακριβώς έπεσε την ώρα που του τραβούσε το σίδερο. Αρνήθηκε ότι εκείνη τη μέρα μαζί με τον αδελφό του τον Κυριάκο και όχι τον Δημήτρη, που παρουσιάζεται ως παραπονούμενος, χτύπησαν τον κατηγορούμενο και επειδή ο Κυριάκος ήταν ανήλικος παραποίησαν τα γεγονότα. Ο Κυριάκος είπε ήταν στη φάρμα. Τέλος, αρνήθηκε ότι εκείνη τη μέρα του έκοψαν το δρόμο με το αυτοκίνητο και ότι αφού πήγε δίπλα στον κατηγορούμενο του είπε «έννα ξανά πεις για τη μάνα μου;», άρχισε να τον χτυπά ενώ βρισκόταν στη θέση του οδηγού με ένα μεγάλο ξύλο. Επίσης αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος του είπε «εγώ ορκίζομαι δεν είπα τίποτε για τη μάνα σας», όπως επίσης ότι ο κατηγορούμενος βρήκε την ευκαιρία, όταν ήρθε ο παππούς του και τον τράβηξε, να βγει από το αυτοκίνητο και να πάει περπατητός στην Αστυνομία. Ακόμη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έφυγε περπατητός από το συμβάν και έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μαζί του. - Μ.Κ.3 Φυλακτής Ρούμπας (πρώην Αστ.1251) : Ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του καταρχήν είπε ότι αφυπηρέτησε από την Αστυνομία το 2015 ενώ στη συνέχεια αναγνώρισε την κατάθεση του, Τεκμήριο 4, την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εις αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Πάχνας και ότι την 3.7.2013, ο Αστυφύλακας 3084 (Μ.Κ.1 πιο πάνω) του παρέδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XV259 και την μεταλλική λαβή, την οποία έθεσε υπό τη φύλαξη του. Στις 18.7.2013, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και την ίδια μέρα τον κατηγόρησε γραπτώς. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως τη λάμα που αναφέρει στην κατάθεση του και προέβη σε κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου ημερομηνίας 18.7.2013 ως Τεκμήριο 5 και της γραπτής κατηγορίας ίδιας ημερομηνίας ως Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, κατέθεσε την κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 3.7.2013 ως Τεκμήριο
  3. Ακολούθως αναγνώρισε την ανακριτική κατάθεση του Φειδία Αθανασίου, Τεκμήριο 3, η οποία λήφθηκε από τον ίδιο. Ως προς το πρόσωπο δε που αναφέρει ο Αθανασίου ως Παναγιώτη Ευσταθίου «αλουπό» είπε ότι είναι ο κατηγορούμενος. Επιπλέον ανέφερε ότι υπηρέτησε στον αστυνομικό σταθμό Πάχνας οκτώ ή εννέα χρόνια, γνωρίζει τους κατοίκους της Πάχνας και ως προς το ότι ο κατηγορούμενος αποκαλείται «αλουπός» είπε ότι με κάθε σεβασμό στην ηλικία του, νομίζει ότι είναι λόγω της ύπουλης συμπεριφοράς του. Τέλος, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την ανακριτική κατάθεση του Δημήτρη Αθανασίου ημερομηνίας 4.7.2013 ως Τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση του και αφού προηγουμένως ανέφερε ότι ο Φειδίας Αθανασίου παραπονούμενος έχει και άλλα αδέλφια, αρνήθηκε ότι το όνομα Δημήτρης στην κατάθεση του κατηγορούμενου το υπόβαλε ο ίδιος και όταν του υποβλήθηκε ότι στο επεισόδιο με το Φειδία δεν ήταν ο Δημήτρης αλλά ο μικρότερος αδελφός του και ότι τον παραπλάνησε ως προς το πρόσωπο αυτό, είπε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να παραπλανήσει. Ακολούθως αρνήθηκε ότι η αναφορά του στο παρατσούκλι «αλουπός» και σε ύπουλη συμπεριφορά δείχνει ότι είναι εμπαθής και προκατειλημμένος με τον κατηγορούμενο. Ακόμη ανέφερε ότι μέσα στα οκτώ χρόνια που υπηρετούσε στην Πάχνα ο Φειδίας Αθανασίου γνωρίζει ότι είχε κάποιες υποθέσεις εναντίον του αλλά δεν θυμάται τι είδους υποθέσεις. Ήταν νεαροί, πάνω στις μοτορούες και έκαμναν πελλάρες όπως οι μικροί στο χωριό. Ο Φειδίας Αθανασίου ήταν ναι ζωηρό παιδί, προκαλούσαν φασαρίες και πήγαιναν τακτικά ως Αστυνομία στο σπίτι τους για να δει τους γονιούς του αλλά δεν θυμάται να είχε υπόθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Όμως λόγω παραπόνων που έκαναν διάφοροι για τις μοτορούες και ανησυχίες στο χωριό επισκεπτόταν τακτικά το σπίτι του. Την ημέρα εκείνη, δηλαδή 3.7.2013, που έπιασε κατάθεση του κατηγορούμενου, θυμάται ότι ο κατηγορούμενος ήρθε μόνος του στο σταθμό και μετά ήρθε μαζί του κάποιος αδελφότεχνος ή συγγενής του. Δεν ξέρει όμως εάν ήρθε με αυτοκίνητο ή με τα πόδια. Όταν τον είδε νομίζει ότι είχε μια εκδορά στο χέρι του και κάποια αίματα στο χέρι, αν θυμάται καλά. Ήταν ματωμένος πάντως. Δεν θυμάται τίποτε άλλο. Ούτε εάν είχε μώλωπες στο δεξιό βραχίονα και εάν ήταν ολόμαυρος. Του έδωσε παραπεμπτικό για να επισκεφθεί το γιατρό. Ως προς τη διαφορά στις ημερομηνίες μεταξύ της πρώτης κατάθεσης του της ανοιχτής ημερομηνίας 3.7.2013 και της ανακριτικής 18.7.2013, ανέφερε ότι η διαφορά οφείλεται στο ότι τον καλούσε και δεν ερχόταν και είπε περαιτέρω ότι μπορεί να ήταν στο Νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε όμως μετά που βγήκε του είπε να έρθει και αρνείτο. Τέλος, ανέφερε ότι ο εδώ κατηγορούμενος υπέβαλε καταγγελία εναντίον των αδελφών Αθανασίου, οι οποίοι συνελήφθησαν δυνάμει ενταλμάτων σύλληψης, χωρίς όμως να θυμάται λεπτομέρειες αναφορικά με την εκτέλεση των ενταλμάτων και πότε είναι ακριβώς η σύλληψη. Είναι αλήθεια όμως ότι τους γύρεψε και δεν τους βρήκε αλλά δεν ξέρει πού ήταν. - Μ.Κ.4 Δημήτρης Αθανασίου : Καταρχήν συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 8 είναι η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Στη συνέχεια δε προέβη σε ανάγνωση της ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 3.7.2013 μαζί με τον αδελφό του Φειδία κάθονταν έξω στη βεράντα κοντά στο δρόμο εκεί όπου διαμένουν. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από το δρόμο ο Παναγιώτης ο «αλουπός» με το αυτοκίνητο του και σταμάτησε και τους έβλεπε. Τότε ο Φειδίας του είπε γιατί κατηγορά τη μάνα του και ο «αλουπός» κατέβηκε από το αυτοκίνητο κρατώντας στο χέρι του ένα σίδερο μυτερό και λέγοντας του «έλα δα ρε κοπελούι». Ο «αλουπός» κινήθηκε προς το Φειδία και αυτός προσπάθησε να του πιάσει το σίδερο για να μην τον χτυπήσει. Ο ίδιος φοβήθηκε και φώναξε του παππού του και της γιαγιάς του. Είδε τον «αλουπό» να προσπαθεί να χτυπήσει του Φειδία και πιάστηκαν στα χέρια και τότε ήρθε ο παππούς του και τράβησε το Φειδία πίσω. Ο «αλουπός» έφυγε πεζός από το μέρος και άφησε το αυτοκίνητο μέσα στη μέση του δρόμου. Ούτε ο ίδιος ούτε ο Φειδίας δεν χτύπησαν πάνω στο αυτοκίνητο του «αλουπού». Ο ίδιος δεν χτύπησε του «αλουπού», αλλά τραβούσε πίσω το Φειδία για να σταματήσει το κακό. Ο μάρτυρας στη συνέχεια αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον Παναγιώτη τον «αλουπό» που αναφέρει στην κατάθεση του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι έχει ένα μικρότερο αδελφό επ' ονόματι Κυριάκος Αθανασίου, ο οποίος το 2013 ήταν δεκατεσσάρων - δεκαπέντε χρόνων. Την ώρα που έγινε το συμβάν δεν είδε τον Κυριάκο εκεί και αρνήθηκε ότι στο περιστατικό αυτό παρών ήταν ο αδελφός του και όχι ο ίδιος. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή ότι ο αδελφός του ο Φειδίας έκοψε το δρόμο του κατηγορούμενου και του επιτέθηκε με βία και πως ο Φειδίας και ο μικρός του αδελφός χτύπησαν τον κατηγορούμενο και του προκάλεσαν πολλούς μώλωπες. Αρνήθηκε επίσης ότι χτύπησαν τον κατηγορούμενο με ένα μεγάλο ξύλο το οποίο στη συνέχεια εξαφάνισαν. Είπε επίσης ότι ο αδελφός του ο Φειδίας έπιασε το σίδερο από τα χέρια του κατηγορούμενου και όχι από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Αρνήθηκε ακόμη ότι ο αδελφός του άρπαξε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο και δεν άφηνε τον κατηγορούμενο να φύγει. Ακολούθως ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει άλλες υποθέσεις για Δικαστήριο ενώ ο Φειδίας δεν γνωρίζει εάν έχει υποθέσεις παρόμοιας φύσης στο Δικαστήριο. Τέλος, σε περαιτέρω ερωτήσεις και υποβολές επανέλαβε τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος κατέβηκε πρώτος από το αυτοκίνητο και επιτέθηκε. Ερωτώμενος τι είπε ο Φειδίας στον κατηγορούμενο απάντησε ότι δεν θυμάται ακριβώς διότι πέρασαν τέσσερα χρόνια. - Ο κατηγορούμενος : Στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε αρχικά ότι με τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν είχε να κάνει τίποτε. Όπως κάθε μέρα, ξεκίνησε να πάει στο καφενείο και στο δρόμο μόλις κόντεψε στο σπίτι τους είδε το αυτοκίνητο στα 25-30 μέτρα περίπου, που έρχετουν κατά πάνω του και σταμάτησε. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο ο Φειδίας και ο αδελφός του ο μικρός ο Δημήτρης που οδήγαν το αυτοκίνητο και ο Φειδίας χτύπησε την πόρτα, έσπασε το γυαλί της πόρτας, άνοιξε την πόρτα και άρχισε να τον χτυπά μέσα στο αυτοκίνητο στη δεξιά πάντα, στο πόδι, στο χέρι και την κοιλιά. Τον χτυπούσε με μια βέρκα που βαστούν οι τσοπάνιδες. Ο ίδιος τους φώναζε «Τι σας έκαμα; Γιατί με δέρνετε;» και του είπε «Θα ξαναπείς για τη μάμα μας;». Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν είπε ο ίδιος τίποτε για τη μάμα τους, ενώ περαιτέρω διευκρίνισε ότι μαζί με το Φειδία δεν ήταν ο Δημήτρης αλλά ο μικρός ο Κυριάκος. Δεν ήξερε τα ονόματα τους όμως έμαθε ύστερα ότι ήταν ο Κυριάκος. Επιπλέον ανέφερε ότι η λάμα που είναι τεκμήριο ήταν δίπλα του στο κάθισμα διότι το αυτοκίνητο του έχει κασιούν και το κάγκελο το πισινό δεν έβγαινε και χρησιμοποιούσε τη λάμα για να βάλλει πράγματα μέσα εάν το χρειαζόταν. Επίσης είπε ότι ο Κυριάκος έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ενώ του τα ζήτησε δεν του τα έδινε και του έδωσε μπουνιές σαν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Ακολούθως, πήγε στην Αστυνομία με τα πόδια, η οποία είναι περίπου στα 600 μέτρα και ανέφερε ότι ενώ πήγαινε έτρεμε διότι πρήστηκε το χέρι του και δεν μπορούσε να πιάσει και δημιουργήθηκε και ένα κουβάρι στην κοιλιά του. Του έπιασαν κατάθεση και ειδοποίησαν ασθενοφόρο. Ο αστυνομικός τον ρώτησε τα ονόματα αλλά όμως μόνο τον Φειδία ήξερε και δεν ήξερε τα ονόματα των άλλων. Αναφέρει στη συνέχεια ότι όταν βγήκε από το Νοσοκομείο και του πήρε κατάθεση ο αστυνομικός λέγοντας του ότι βαστούσε το σίδερο και τους έτρεχε ξοπίσω και τον ρώτησε εάν παραδέχεται του ανέφερε ότι δεν παραδέχεται έτσι πράγματα και καμία σχέση έχει ο ισχυρισμός ότι σταμάτησε έξω από το σπίτι τους, έπιασε σίδερο και τους έτρεχε ξοπίσω. Δεν υπάρχει λογική. Ο μάρτυρας επίσης αναγνώρισε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 9
(1)-
(10), οι οποίες τον δείχνουν χτυπημένο και τις οποίες, όπως ανέφερε, έβγαλε ο εγγονός του. Καθώς επίσης και το ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου, Τεκμήριο 10. Τέλος, επανέλαβε ότι δεν είχε κανένα λόγο να επιτεθεί την επίδικη μέρα στους συγκεκριμένους ανθρώπους. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι περνούσε καθημερινά από το σπίτι των παραπονουμένων και η μητέρα τους, την οποία γνώριζε, κάποτε ήταν έξω στο δρόμο και τον χαιρετούσε όπως και ο ίδιος την χαιρετούσε. Το ίδιο συνέβαινε και με τον παπά τους. Η μάμα τους διευκρίνισε είναι φίλη της πρώην νύφης του, δηλαδή της πρώην γυναίκας του γιου του. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη συμπεριφορά της πρώην νύφης του η οποία τον έβριζε και του δημιουργούσε προβλήματα και περιέγραψε τις σχέσεις τους ως καθόλου καλές. Τον ενοχλούσε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και του δημιουργούσε φασαρίες αλλά δεν το λάμβανε υπόψη του. Επίσης ανέφερε ότι δεν τον ενοχλούσε η σχέση της πρώην νύφης του με τη μάνα των παραπονουμένων. Είπε ακόμη ότι δεν μίλησε σε κανένα για τη σχέση της πρώην νύφης του με την μάνα των παραπονουμένων, ούτε την ανέφερε ποτέ του, για να καταλήξει να πει ότι δεν είχε κάτι με τους παραπονούμενους. Σε περαιτέρω ερωτήσεις ο κατηγορούμενος επανέλαβε τη θέση του για το πως ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα τη συγκεκριμένη ημέρα και επίσης ως προς την λάμα, Τεκμήριο 2, διευκρίνισε ότι την ήθελε γιατί την χρησιμοποιούσε να βγάζει το σίδερο που κρατούσε τα κάγκελα επειδή ήταν πολύ σφιχτό και με το σίδερο αυτό χτυπούσε για να βγάλει το σίδερο. Επιπρόσθετα εξήγησε ότι τη λάμα αυτή πριν κατέβει από το αυτοκίνητο την έπιασε ο Φειδίας και την πέταξε και επανέλαβε ότι πήγε στην αστυνομία με τα πόδια και ότι έδωσε κατάθεση. Ως προς την αναφορά του στην κατάθεση στο όνομα του Δημήτρη, είπε και πάλι ότι δεν ήξερε τα ονόματα των αδελφιών του Φειδία και όταν του είπε ο αστυνομικός εάν ήταν ο Δημήτρης απάντησε καταφατικά. Όμως δεν ήξερε τα ονόματα τους. Στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι επί τόπου στη σκηνή είχε ακούσει τον παππού τους να φωνάζει το όνομα του Κυριάκου, δεν το ανέφερε όμως στην Αστυνομία διότι από το ξύλο που έφαγε δεν μπορούσε να δώσει κατάθεση. Έτρεμε όπως το πουλί. Λέγοντας ότι ο Φειδίας τον έδερε με τη βέρκα και ο άλλος ο οποίος του έπιασε τα κλειδιά του έδωσε δύο μπουνιές στο πρόσωπο, είπε ότι δεν ανέφερε αυτό στην Αστυνομία διότι δεν είχε έτσι κουράγιο να δώσει λεπτομέρειες. Συνέχισε δε λέγοντας ότι όταν πήγε στο Νοσοκομείο έχανε τις αισθήσεις του και έπεφτε χαμέ. Κατά την ημέρα του επεισοδίου ανέφερε ότι δεν κρατούσε μπαστούνι, μετά όμως το ξύλο που έφαγε έπιασε μπαστούνι και στον τρίτο χρόνο έπιασε και δεύτερο μπαστούνι. Είναι γεγονός αναφέρεται εδώ ότι ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε επί μακρόν εν σχέση με διάφορα ζητήματα και έδωσε τις απαντήσεις του οι οποίες είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά. Δεν χρειάζεται θεωρώ να αναφέρω τίποτε περισσότερο πέραν του ότι επέμεινε μέχρι τέλους για τη θέση του η οποία προαναφέρθηκε ως προς την εξέλιξη των πραγμάτων την επίδικη μέρα και όπως είναι φυσικό αρνήθηκε τις σχετικές υποβολές που πηγάζουν αντίθετα μέσα από τη θέση των παραπονουμένων για το τί επισυνέβη τη συγκεκριμένη μέρα. - Μ.Υ.1 Δημήτρης Γενεθλίου : Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι παππούς του και πως οι φωτογραφίες Τεκμήριο 9 είναι αυτές που έβγαλε του παππού του τη νύχτα που τον πήραν στις πρώτες βοήθειες μετά που τον έδεραν. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στο περιστατικό και πως ο ίδιος έμαθε γύρω στις 8:00 - 8:30 το βράδυ ότι ο Φειδίας με τον αδελφό του το Δημήτρη τον σταμάτησαν μέσα στο δρόμο και του κτύπησαν με τη βέρκα. Ο κατηγορούμενος εξ όσων γνωρίζει δεν είχε οποιαδήποτε προβλήματα με τους παραπονούμενους, αλλά ούτε και με οποιουσδήποτε άλλους χωριανούς. Ως προς τη λήψη των φωτογραφιών ανέφερε ότι τις έβγαλε εκείνη τη νύχτα στις Πρώτες Βοήθειες και ακολούθως πήγε σε φωτογράφο με το κινητό του τηλέφωνο ο οποίος ένωσε το πάνω σε ένα μηχάνημα και εμφάνισε τις φωτογραφίες στην παρουσία του. Όταν φωτογράφιζε τον παππού του ήταν εκεί μια γιάτρενα χωριανή τους, η Δωρούλα Πηλαβάκη και ο πατέρας του, στη συνέχεια όμως διευκρίνισε ότι η εν λόγω γιατρός ήταν εκεί τυχαία και είδε τον παππού του, μάλιστα φαίνεται και στις φωτογραφίες. Κατά την αντεξέταση του είπε μεταξύ άλλων ότι τις φωτογραφίες Τεκμήριο 9 τις έβγαλε σε δύο διαφορετικές μέρες και είπε συγκεκριμένα ότι οι φωτογραφίες Τεκμήριο 9
(5), 9
(6), 9
(8), 9
(9)και 9
(10)βγήκαν τη νύχτα στις Πρώτες Βοήθειες και τη μεθεπόμενη μέρα, 2 μέρες δηλαδή μετά, που ήταν πιο μαύρα τα κοστόματα και φαίνονταν καλύτερα, βγήκαν οι υπόλοιπες φωτογραφίες. - Μ.Υ.2 Γενέθλιος Γενεθλίου : Είναι γιός του κατηγορούμενου. Στις 03/07/13 όταν έμαθε για το επεισόδιο πήγε στο Νοσοκομείο και βρήκε τον πατέρα τους στις Πρώτες Βοήθειες κτυπημένο σε όλη του τη δεξιά πλευρά. Τον ρώτησε τι έγινε και αυτός του ανέφερε πως εξελίχθηκαν τα πράγματα. Αναφέρθηκε δε σε συνομιλία του με τον Λοχία της Αστυνομίας που ήταν εκεί και σε δικές του ενέργειες, μέχρι που πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εν σχέση με τα πρόσωπα που κτύπησαν τον πατέρα του. Όσον αφορά το σίδερο που είχε στο αυτοκίνητο ο πατέρας του είπε ότι το γνωρίζει πολύ καλά διότι το χρησιμοποιεί και ο ίδιος για να αφαιρεί το πισινό κάγκελο που βαστά τα 2 άλλα κάγκελα του αυτοκινήτου. Το όχημα που οδηγούσε ο πατέρας του, Mitsubishi μονοκάμπινο, το είδε την επομένη που πήγε να το παραλάβει από το χωριό και ήταν σπασμένος ο θώρακας της πόρτας του οδηγού και είχε και άλλα κτυπήματα τα οποία περιέγραψε. Το μόνο που έκαναν ήταν να αλλάξουν το θώρακα και δεν διόρθωσαν τα υπόλοιπα μέχρι να γίνει η δίκη. Η Αστυνομία ανέφερε δεν φωτογράφησε το αυτοκίνητο. Ανέφερε ακόμη ότι εκεί στις Πρώτες Βοήθειες είχε 2 γιατρούς. Η μια ήταν επί καθήκον και υπήρχε και άλλη μία γιατρός εκεί που τυγχάνει να είναι χωριανή του, επ' ονόματι Θεοδώρα Πηλαβάκη. Αναφέρθηκε δε στο τι λέχθηκε με την Πηλαβάκη, η οποία χαρακτήρισε καθάρματα αυτούς που κτύπησαν τον κατηγορούμενο αφού κτύπησαν και τον αδελφό της στο χωριό. Μίλησε και με τους δύο για να έρθουν μάρτυρες αλλά δήλωσαν ότι φοβούνται. Στην αντεξέταση του είπε κατ' αρχήν ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο και αντεξετάστηκε περαιτέρω επί των όσων ανέφερε πιο πάνω, δίδοντας λεπτομέρειες για το πως πληροφορήθηκε τον τραυματισμό του πατέρα του και τι του λέχθηκε, τη μετάβαση του στο Νοσοκομείο και την κατάσταση που βρήκε τον πατέρα του αλλά και ποιους βρήκε εκεί, ως επίσης για το τι ακριβώς του ανέφερε ο πατέρας του ότι επισυνέβη. Ως προς το σίδερο στο οποίο αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του και το οποίο συμφώνησε ότι το έχει ο πατέρας του πάντα στο αυτοκίνητο, είπε ότι πρόκειται για ένα κομμάτι μεταλλική λάμα 30-40 εκατοστά περίπου και με πλάτος 3-4 εκατοστά. Επανέλαβε δε την χρήση του και από τον ίδιο. Ακόμη αναφέρθηκε στις ζημιές του αυτοκινήτου οι οποίες προκλήθηκαν όπως ανέφερε εκείνη την ημέρα του επεισοδίου από τα κτυπήματα. Τέλος έδωσε τις απαντήσεις του σε διάφορες υποβολές που του έγιναν. - Μ.Υ.3 Ελένη Κουτσοφτή : Είναι Υπαστυνόμος και είναι υπεύθυνη του Εγκληματολογικού Αρχείου του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας. Μεταξύ άλλων καθηκόντων, στο Εγκληματολογικό Αρχείο, καταχωρούνται οι καταδίκες του Δικαστηρίου. Άρα έχει πρόσβαση εις τα αρχεία του ποινικού μητρώου του κάθε πολίτη και είναι σε θέση να καταθέτει προς τούτο σε σχέση με το μητρώο οποιουδήποτε πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, οποιουδήποτε έχει ποινικό μητρώο στην Κυπριακή Δημοκρατία. Έχει κληθεί στο Δικαστήριο για να καταθέσει σχετικά με το ποινικό μητρώο του Φειδία Αθανασίου ο οποίος εις την παρούσα υπόθεση 4910/14, είναι ένας εκ των παραπονούμενων. Ανέφερε δε ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει ποινικές καταδίκες εν ισχύ. Δεν έχει πρόσβαση και δεν μπορεί να καταθέσει ποιες υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίων και δεν έχουν τελειώσει ακόμα εναντίον του Φειδία Αθανασίου. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). - Μ.Κ.1 Αστ.3084 Γιαννάκης Μερακληγιάννη : Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις δικές του ενέργειες για την υπόθεση και δεν προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία του κανένας λόγος για να μην γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του. Το γεγονός σημειώνεται ότι δεν θυμόταν συγκεκριμένες λεπτομέρειες που ερωτήθηκε στην αντεξέταση του ευθέως αναφέρω ότι ουδόλως επηρεάζει την κατάληξη του Δικαστηρίου αφού ήταν λογικό να μην θυμάται για παράδειγμα αν υπήρχαν άλλα άτομα στη σκηνή, πέραν των όσων αναφέρει στην κατάθεση του, λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από το συμβάν, αλλά και σε τι κατάσταση ήταν ο κατηγορούμενος αφού ενώ τον είχε δει στο σταθμό έλαβε οδηγίες και έφυγε αμέσως για τη σκηνή του συμβάντος και όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος έφευγε με το ασθενοφόρο. Εν πάση περιπτώσει ως προς τις δικές του ενέργειες ήταν σαφής και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. - Μ.Κ.2 Φειδίας Αθανασίου : Η όλη θέση του μάρτυρα στερείται λογικής και απορρίπτεται, ενώ θεωρώ πως μέσα από τη μαρτυρία του και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του ΜΚ4 αλλά και άλλη αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει πως προφανώς δεν είπε την αλήθεια. Συγκεκριμένα δεν βλέπω καμία λογική στη θέση ότι ο κατηγορούμενος, ηλικίας 73 ετών τον επίδικο χρόνο με βάση το κατηγορητήριο, ενώ περνούσε με το αυτοκίνητο του από το σπίτι τους, σταμάτησε έτσι απλά, χωρίς λόγο και τους κοίταζε. Είναι προφανέστατα ο ίδιος ο μάρτυρας που είχε πρόβλημα με τον κατηγορούμενο ενόψει των όσων ανέφερε και όχι0 το αντίθετο. Παρεμβάλλω σχετικά ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε τίποτε απολύτως που να δικαιολογεί έστω το σταμάτημα του αυτοκινήτου μπροστά από το σπίτι του και την αναφερθείσα συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο, ότι τους κοίταζε δηλαδή. Ούτε βεβαίως δέχομαι όσα ανέφερε ο μάρτυρας για το τι επακολούθησε, για τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν με έπεισε. Ας σημειωθεί δε εδώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε ότι πήγε προς τον κατηγορούμενο για να του πιάσει το σίδερο, ενώ ο ΜΚ4 αναφέρει αντίθετα ότι ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς τον ΜΚ1. Επίσης αναφέρεται ότι η θέση του ΜΚ1 καταρρίπτεται από τη μαρτυρία που παρουσίασε η Υπεράσπιση και η οποία όπως φαίνεται πιο κάτω γίνεται αποδεκτή. Συγκεκριμένα τόσο από την κατάσταση του κατηγορούμενου σωματικά όπως τούτη επιμαρτυρείται από τις φωτογραφίες τεκμ.9
(1)-
(10)και το ιατρικό πιστοποιητικό τεκμ.10, που δεν συνάδει λογικά με απλό πέσιμο όπως ισχυρίστηκε ο ΜΚ1, όσο και από το σπασμένο γυαλί της θέσης του οδηγού του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και γενικότερα τα κτυπήματα στο αυτοκίνητο, κάτι που σαφώς δεν δικαιολογείται με βάση την εκδοχή του ΜΚ
  1. Ακόμη αναφέρω εδώ : - τη θέση του ΜΚ1 περί φόβου του ίδιου και του ΜΚ4, καθώς επίσης ότι ο τελευταίος έκλαιε, τα οποία δεν επιβεβαιώνει ο τελευταίος. - τη θέση του στην κυρίως εξέταση του ότι ήταν σπίτι με τον αδελφό του Δημήτρη στη βεράντα του σπιτιού τους όταν πέρασε ο κατηγορούμενος, ενώ στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν μέσα στην αυλή του σπιτιού του και συγκεκριμένα στο καντζιέλλιν. - τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος φεύγοντας περπατητός από τη σκηνή πήρε μαζί του τα κλειδιά του αυτοκινήτου, κάτι που σαφώς δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος εντόπισε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στη θέση τους. - περιέργως δεν ανέφερε τίποτε στην Αστυνομία για το ότι άκουσε τον κατηγορούμενο στον καφενέ 2 μέρες προηγουμένως να τους κατηγορά, λέγοντας τους μάλιστα κλέφτες και βρίζοντας τη μάνα του. Όμως το πιο περίεργο, που σαφώς δημιουργεί ερωτηματικά και αμφιβολίες για τη θέση του αυτή, είναι πως και δεν αντέδρασε τόσο έντονα όταν άκουσε με τα ίδια του τα αυτιά να λέγει ο κατηγορούμενος αυτά τα πράγματα και ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο, που σταμάτησε έτσι απλά έξω από το σπίτι του και τον κοίταζε κατά τον ίδιο, δύο μέρες μετά. Δεν υπάρχει καμία λογική. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. - Μ.Κ.3 Φυλακτής Ρούμπας (πρώην Αστ.1251) : Πρόκειται για τον εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος αναφέρθηκε στις ενέργειες του. Δεν είχε κανένα λόγο να μην πει την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει η αξιοπιστία του ουδόλως έχει κλονιστεί εκ της αντεξέτασης του, η όλη παρουσία του δε στο εδώλιο του μάρτυρα και οι απαντήσεις του δεν αφήνουν οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι αυτός κατέθεσε την αλήθεια. Παρεμβάλλω συναφώς ότι οι υποβολές περί παραπλάνησης του κατηγορούμενου όταν έδιδε κατάθεση αναφορικά με το όνομα του Δημήτρη και περαιτέρω ότι είναι εμπαθής και προκατειλημμένος με τον κατηγορούμενο δεν γίνονται αποδεκτές. Αυτά τα θέματα σημειώνω έχουν τεθεί γενικά και αόριστα, χωρίς ουσιαστικό υπόβαθρο και εν τέλει κατά την κρίση μου παρέμειναν μετέωρα και έκθετα σε απόρριψη. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. - Μ.Κ.4 Δημήτρης Αθανασίου : Η έλλειψη λογικής της όλης θέσης που προώθησε, οι αντιφάσεις με τον ΜΚ2 και το γεγονός ότι η εκδοχή του δεν συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία είναι τα κύρια στοιχεία που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω όσα σχετικά ανέφερα πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης του ΜΚ
  2. Συν αναφέρω ότι ο μάρτυρας αυτός με τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις, άλλες φορές μονολεκτικά και άλλες με λίγες λέξεις, χωρίς φυσικότητα, αλλά και με τις απαντήσεις του δεν έπεισε το Δικαστήριο. Παρατήρησα δε ότι η όλη προσπάθεια του επικεντρώθηκε στο να υποστηρίξει την θέση του ΜΚ2, κατά ένα γενικό και μη πειστικό τρόπο επαναλαμβάνω, παρά να είναι ειλικρινής. Εν πάση περιπτώσει έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω αναφέρω καταληκτικά ότι η θέση του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή δεν ήταν ο συγκεκριμένος μάρτυρας παρών στο επεισόδιο με τον ΜΚ2, αλλά ο μικρότερος αδελφός του, δεν μπορεί να αποκλειστεί. - Ο κατηγορούμενος : Μέσα από τη μελέτη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου προκύπτει σαφώς κάποια σύγχυση αλλά και αντιφάσεις. Έχοντας όμως παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τον κατηγορούμενο ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του και έχοντας μελετήσει σφαιρικά τη μαρτυρία του, έχω καταλήξει πως δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα επίδικα γεγονότα που να είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Η ουσία της μαρτυρίας του παρέμεινε αναλλοίωτη, συνάδει με την λογική και υποστηρίζεται προσθέτω τόσο από την πραγματική μαρτυρία (ήτοι τις φωτογραφίες τεκμ.9) όσο και από το ιατρικό πιστοποιητικό τεκμ.10 και τη μαρτυρία των ΜΥ1 &
  3. Με βάση αυτά καταλήγω να την κάνω αποδεκτή. - Μ.Υ.1 Δημήτρης Γενεθλίου : Ο μάρτυρας αυτός έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε άμεσα, με σαφήνεια και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι κατέθεσε ειλικρινά όσα ο ίδιος γνώριζε και για τις δικές του ενέργειες. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του. - Μ.Υ.2 Γενέθλιος Γενεθλίου : Έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του και έχοντας μελετήσει προσεκτικά τη μαρτυρία του, καταλήγω να αποδεχτώ τη μαρτυρία του. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια όσα ο ίδιος γνώριζε. - Μ.Υ.3 Ελένη Κουτσοφτή : Κλήθηκε ως εκ της θέσης της για να καταθέσει μόνον κατά πόσο ο ΜΚ2 βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και έδωσε αρνητική απάντηση. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι σαφές ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου πηγάζουν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία. Η απόρριψη δε της μαρτυρίας των ΜΚ2 & 4 και αντίθετα η αποδοχή της μαρτυρίας του κατηγορούμενου ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα την επίδικη ημέρα, οδηγούν βέβαια στο συμπέρασμα ότι η 1η κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς άλλο αφού σε καμία περίπτωση δεν επιτέθηκε ο κατηγορούμενος στους παραπονούμενους αλλά το αντίθετο συνέβη. Ως προς την 2η κατηγορία σημειώνω τα εξής. Το άρθρο 3
(1)του Κεφ.159 προνοεί τα εξής : " 3.-
(1)Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου. " Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 δε του πιο πάνω Νόμου δίδεται η ερμηνεία των όρων «δημόσιος χώρος» και «επιθετικό όπλο» ως εξής: «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνεται οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο. «επιθετικό όπλο» σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό. Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου 3
(1)συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να έχει μαζί του,
  2. Σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο,
  3. Επιθετικό όπλο. Αποτελεί δε υπεράσπιση αν ο κατηγορούμενος έχει το επιθετικό όπλο με νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία. Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 1 του αγγλικού Prevention of Crime Act 1953, ανάλυση του οποίου γίνεται στο σύγγραμμα Archbold 2003 παρ. 24-106 - 24 -
  4. Όσον αφορά την έννοια του «έχει μαζί του» στο πιο πάνω σύγγραμμα, σημαίνει εν γνώσει του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο. Περαιτέρω η φράση «έχει μαζί του» διακρίνεται από την κατοχή και ουσιαστικά απαιτεί απόδειξη στενότερης επαφής με το αντικείμενο από την απλή κατοχή. Στο ίδιο σύγγραμμα προσδιορίζονται τρεις κατηγορίες επιθετικών όπλων. Εκείνα που έχουν κατασκευαστεί για τη χρήση και πρόκληση τραυματισμού. Εκείνα που είναι προσαρμοσμένα για ένα τέτοιο σκοπό και τέλος εκείνα που δεν έχουν κατασκευαστεί ή προσαρμοστεί γι΄ αυτό το σκοπό με την πρόθεση να προκαλέσει τραυματισμό. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε το όπλο μαζί του με σκοπό την πρόκληση ζημιάς. Βλ. Davis v. Alexander 54 Cr. Ap. R. 398 DC. Στην παρούσα υπόθεση η μεταλλική λάμα τεκμ.2, την οποία ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι είχε εντός του αυτοκινήτου του, δεν είναι αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Με δεδομένη δε την εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος για την μεταφορά της λάμας στο αυτοκίνητο του, δηλαδή για να μπορεί να κτυπά το σίδερο πίσω στην κάσια του αυτοκινήτου που κρατά τα κάγκελα επειδή ήταν πολύ σφιχτό και να μπορεί να το βγάζει, κάτι που επιβεβαιώνει ο ΜΥ2, σε συνάρτηση με το ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι προόριζε τη λάμα για την πρόκληση ζημιάς καθώς και ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη μέρα δεν πήρε τη λάμα για να κτυπήσει κάποιον αλλά ο ΜΚ2 την πήρε από τη θέση που βρισκόταν στο αυτοκίνητο και την πέταξε, συνεπάγεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη στην προκειμένη περίπτωση επιθετικού όπλου. Περαιτέρω όμως αναφέρονται και τα εξής. Επαναλαμβάνω ότι η μεταλλική λάμα βρισκόταν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος επί της οδού Αρχ.Κυπριανού και ότι εντοπίστηκε από την Αστυνομία στον δρόμο επειδή, με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ο ΜΚ2 την πήρε από το αυτοκίνητο και την πέταξε εκεί. Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)του Κεφ.159 ότι το επιθετικό όπλο πρέπει να το έχει μαζί του σε δημόσιο χώρο και αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος ο κατηγορούμενος να έχει μαζί του το επιθετικό όπλο. Ενόψει του γεγονότος ότι η φράση το να το έχει μαζί του αποτελεί μια στενότερη επαφή, ως ανωτέρω έχει εξηγηθεί, από την απλή κατοχή, καταλήγω ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε τη λάμα στο αυτοκίνητο, ακόμη και αν θεωρούσαμε ότι πρόκειται για επιθετικό όπλο εν τη εννοία του Νόμου (που δεν είναι) και εφόσον δεν την είχε μαζί του όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο σε δημόσιο χώρο δηλ. στην πιο πάνω οδό, δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3
(1)του πιο πάνω νόμου. Συνεπάγεται πως και η 2η κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί. Συνοψίζοντας καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος συνεπώς απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Κοινή επίθεση / Μεταφορά επιθετικού όπλου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.