← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίας Παντελίδου Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 14567/17, 28/9/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίας Παντελίδου Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 14567/17, 28/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B138 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: M. ΙΕΡΟΚΗΠΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14567/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- Μαρίας Παντελίδου Ανδρέου Κατηγορούμενη ------------------------------- Παραπομπή στο Κακουργιοδικείο Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Μάρκου Για την Κατηγορούμενη: κ. Αβραάμ Κατηγορούμενη: παρούσα ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 65 κατηγορίες οι οποίες αφορούν:

  1. Κλοπή από αντιπρόσωπο.
  2. Πλαστογραφία.
  3. Κυκλοφορία πλαστών εγγράφων.
  4. Απόκρυψη μητρώων και αρχείων.
  5. Εξασφάλιση εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδεις παραστάσεις.
  6. Τήρηση ψευδών λογαριασμών με σκοπό καταδολίευσης.
  7. Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η κατηγορούμενη παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στη Λεμεσό στις 13.12.
  8. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση της κατηγορούμενης μέχρι την έναρξη της δίκης της στο Κακουργιοδικείο. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου της κατηγορούμενης. Προς υποστήριξη του αιτήματός της η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε:
  9. την πιθανότητα / κίνδυνο μη προσέλευσης της κατηγορούμενης στη δίκη, όπως αυτή προκύπτει από: (α) τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη (β) την πιθανότητα καταδίκης της, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία (γ) το ύψος των ποινών που προβλέπονται από τον Νόμο σε περίπτωση καταδίκης (δ) την πιθανότητα φυγοδικίας της κατηγορούμενης. Αναφέρθηκε και στην πιθανότητα η κατηγορούμενη να διαφύγει με τον άντρα της στην Κούβα σε προγραμματισμένο ταξίδι του ιδίου με τη δουλειά του.
  10. Την πιθανότητα / κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων από την κατηγορούμενη σε περίπτωση που αυτή αφεθεί ελεύθερη. Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων στη θέση ότι μέσα από την κατάθεση της Αστυφύλακας Ανδρέου προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και μέσα από το μαρτυρικό υλικό που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 2 και ειδικότερα στις καταθέσεις Κ.2, Κ.30, Κ7 και Κ.34 υπάρχει ο κίνδυνος κυρίως ψυχολογικής πίεσης σε μάρτυρες να μην προσέλθουν να καταθέσουν κατά τη δίκη. Περαιτέρω ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στην ισχύουσα Νομολογία και στους παράγοντες που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά σε νομολογία η οποία αναλύει το ζήτημα του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης της κατηγορουμένης, μέσα από την από την αντεξέταση της αστυφύλακα Ανδρέου αμφισβήτησε τον οποιο κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων , το ίδιο και στην αγόρευση του ,. Η Θέση του ήταν ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερη, με περιοριστικούς όρους, μέχρι την ημερομηνία της δίκης της. Η κατηγορούμενη ανέφερε έχει δεσμούς με την Κύπρο , είναι παντρεμένη με παιδιά και ότι είναι σε διαθεσιμότητα οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος να επηρεάσει μάρτυρες. Τέλος, εισηγήθηκε ότι η προσωπική ελευθερία της κατηγορούμενης θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της νομολογίας και ότι η πελάτιδα του είναι αθώα μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Ό,τι λέχθηκε είναι καταγραμμένο στο πρακτικό του Δικαστηρίου και έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη που έθεσε στην αγόρευσή του και σε συνδυασμό των υποκειμενικών και αντικειμενικών δεδομένων, να απολύσει την κατηγορούμενη με τους κάτωθι περιοριστικούς όρους:
  11. Με την υπογραφή εγγύησης με αξιόχρεο εγγυητή της κρίσης του Πρωτοκολλητή,
  12. Να παραδώσει στην Αστυνομία το διαβατήριο, την ταυτότητά του και οποιαδήποτε ταξιδιωτικά έγγραφα κατέχει. .
  13. Η Κατηγορούμενη να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό όποτε κρίνει το Δικαστήριο απαραίτητο. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένως τη σχετική Νομολογία,. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157

(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Οικονομίδης V Αστυνομίας, Π.Ε. 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα) εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχει παραπεμθεί η κατηγορούμενη σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Τεκμ. 2). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο καταδίκης της κατηγορούμενης στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Σημειώνω και την απόφαση Μιχάλης Α. Ψύλλας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 201/2007, ημερ. 28.8.2007, όπου επαναλήφθηκε ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων δεν είναι αρκετή και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι. Στην Χ" Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η Νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς ότι η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης, αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερ. 23.4.2008, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Αντρέας Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/7/2015, επανέλαβε την πάγια Νομολογία και συνόψισε τις σχετικές αρχές. Παραθέτω αυτούσιο το παρακάτω απόσπασμα από την απόφασης του Δικαστή Ναθαναήλ: «Οι δύο πλευρές έχουν επιχειρηματολογήσει εμπεριστατωμένα και με παραπομπή σε σχετική νομολογία και, όντως, τα θέματα τα οποία εγείρονται προς επίλυση, είναι λελυμένα προ πολλού. Είναι αξιωματικό, πλέον, ότι ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται, ως θέμα γενικής αρχής, που είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένη και συνάδει με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, να μένει ελεύθερος, εφόσον, όπου τίθενται όροι που συμβάλλουν στην προσέλευση του, αυτός συμμορφώνεται. Είναι η κλασσική υπόθεση Χ″Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45. Το δικαίωμα της ελευθερίας, το οποίο βεβαίως είναι προεξάρχον, είναι συνυφασμένο με την έννοια της δίκαιης δίκης, δύο καλά εμπεδωμένες αρχές που ενυπάρχουν στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ερώτημα, πάντοτε, που τίθεται σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει την κράτηση του ατόμου, κατ΄ εξαίρεση προς τη νομολογιακή αρχή που έχει, ήδη, αναφερθεί και το ερώτημα αυτό, αν θα παραμείνει ή όχι υπό κράτηση, εξετάζεται με αναφορά σε τρεις ουσιώδεις παράγοντες, που έχουν νομολογηθεί και είναι ο κίνδυνος μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμη, η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Αυτά έχουν αναγνωρισθεί σε πάρα πολλές υποθέσεις, αρκεί να αναφερθούν η Χ″Δημητρίου, ανωτέρω, η Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183 και η Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά μπορεί ο καθένας από αυτούς ανεξάρτητα από τον άλλο, να επενεργήσει κατά τρόπο που να δικαιολογεί την κράτηση, κατά περίπτωση, βεβαίως. Σχετικές υποθέσεις είναι η Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 και η Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538.» Πέραν των πιο πάνω αρκετά κατατοπιστικό θεωρώ και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Δημητρίου Χρίστος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 130 η οποία αφορούσε όπως και η παρούσα ζήτημα κράτησης στη βάση του κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. «Το θέμα κράτησης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά κάθε φορά που αυτό τίθεται ενώπιον του. Η νομολογία μας αναγνωρίζει ως θέμα αρχής ότι ένας υπόδικος πρέπει να αφήνεται ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, στις περιπτώσεις που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο να δικαστεί. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά ως ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου (βλ. Άρθρο 11 του Συντάγματος). Σκοπός της κράτησης είναι η εξασφάλιση της παρουσίας του ατόμου στη δίκη του και όχι η τιμωρία του. Το ενδεχόμενο ύπαρξης του κινδύνου μη προσέλευσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος η οποία όμως δεν πρέπει να απομονώνεται. Παρά το γεγονός ότι όσο σοβαρή είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη, η σοβαρότητα του αδικήματος από μόνη της δεν αποτελεί κριτήριο. (β) Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Για σκοπούς διαπίστωσης τέτοιας πιθανότητας, το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του μόνο. Θέματα δεκτότητας μαρτυρίας και αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού εμπίπτουν στην αρμοδιότητα αποκλειστικά του Δικαστηρίου που θα κληθεί να αποφανθεί επί θεμάτων ενοχής και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σε διαδικασία όπως η παρούσα. (γ) Την ποινή η οποία δυνατό να επιβληθεί. (δ) Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση, όπως και την εκδήλωση προθέσεως για το μέλλον. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη, θα πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορουμένου, οι δεσμοί του με την Κύπρο, κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί όμως αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος κράτησης του κατηγορουμένου είναι στοιχείο που έχει ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν πρέπει να αγνοείται. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω και γενικά επί των αρχών στη βάση των οποίων θα πρέπει η επί τούτου διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκείται, παραπέμπουμε ενδεικτικά στις υποθέσεις Ροδοσθένους ν. Αστυνομίας
(1961)Α.Α.Δ. 50, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 139, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 79, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503, Salib v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 49 και Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54.» Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη είναι Κύπρια Πολιτής είναι Κύπρια πολίτης της Δημοκρατίας, και έχουν αναφερθεί από το συνήγορο της δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίοι καθιστούν αδύνατη τη διαφυγή της δίκης τους. Αναφορικά με τον κατηγορούμενη , λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και κρίνω ότι τα όσα αναφέρθησαν δεν μπορούν να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο την υποψία ότι η κατηγορούμενη υπάρχει κίνδυνος να αποφύγει τη δίκη του. Αντίθετα, κρίνω ότι η διαφυγή της κατηγορούμενης από τη Δημοκρατία, με αυτούς τους δεσμούς που αυτή κατέχει, δεν είναι εύκολη, ούτε μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο ότι επειδή δε διαμένει στη γνωστή διεύθυνση διαμονής της θα φυγοδικήσει. Όσον αφορά την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η απόλυση των κατηγορουμένων μπορεί να οδηγήσει σε επηρεασμό μαρτύρων, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι τα όσα ανέφερε η αστυφύλακας Ανδρέου αλλά και οι παραπομπές στις καταθέσεις Κ. 7, 30, ,2, και 34 δεν κρίνονται ικανοποιητικά .Αυτό που πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες και συγκεκριμένα κατά πόσο υπάρχει εύλογα δικαιολογημένος φόβος τέτοιου επηρεασμού. Χρειάζεται να παρουσιασθεί τέτοιου είδους πιθανολόγηση να στηρίζεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της συγκεκριμένης υπόθεσης. Φυσικά το Δικαστήριο δεν αναμένει απόδειξη προσπάθειας επηρεασμού μαρτύρων, αλλά παράθεση μαρτυρίας η οποία αξιολογούμενη σε σχέση με τους κινδύνους καταδεικνύει ότι οι φόβοι της Αστυνομίας είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Σχετικά στοιχεία σαφώς συνιστούν η προσπάθεια ή η εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων. Έχοντας κατά νουν όλα όσα ανέφερα προηγουμένως και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, κρίνω ότι δεν υφίσταται ουδεμία από τις δύο προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνεπώς, έχω οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους. Κατά συνέπεια και λαμβάνοντας υπόψη μου την εισήγηση του συνήγορου της κατηγορουμένης διατάζω όπου η κατηγορούμενη αφεθεί ελευθερη με τους ακόλουθους όρους
(1)Η κατηγορούμενη να υπογράψει εγγύηση €150.000- με έναν ή 2 αξιόχρεους εγγυητές που θα εγκριθούν από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
(2)Ο κατηγορούμενη να παραδώσει στην Αστυνομία το διαβατήριό της και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα κατέχει.
(3)Το όνομα της κατηγορουμένης να αναγραφεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορεύεται (Stop List).
(4)Η κατηγορούμενη να παρουσιάζεται στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, καθημερινά μεταξύ των ωρών .9-12 π.μ.
(5)Να δηλώσει διεύθυνση διαμονής της και εάν αλλάξει η διεύθυνση αυτή να ειδοποιήσει τον Αστυνομικό Σταθμό που θα παρουσιάζεται. (Υπ) .............. Μ.ΙΕΡΟΚΗΠΙΩΤΟΥ Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.