← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2475/14, 1/9/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2475/14, 1/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B130 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2475/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 1 Σεπτεμβρίου,

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Μιχαηλίδης και κα. Κ. Μιχαηλίδου. Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η
  2. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες.
  3. Η 1η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 3/11/2012, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής VF 572, στη συμβολή των οδών Νίκαιας και Συνεργατισμού, στη Λεμεσό, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα.
  4. Οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν οδήγηση κατά τον ίδιο χρόνο και του ιδίου οχήματος χωρίς ασφάλιση[1] και χωρίς άδεια κυκλοφορίας (ληγμένης στις 30/6/2012)[2]. Οι κατηγορίες 2 και 3 είναι παραδεκτές, η κατηγορία 1 μη παραδεκτή.
  5. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε ως μάρτυρες τον Αστ. 3160, Α. Χαραλάμπους (ΜΚ 1), την Λοχ. 1106, Σ. Ιωάννου (ΜΚ 2) και την κα. Αλίκη Τρύφωνος (ΜΚ 3). Κατατέθηκαν συνολικά 9 Τεκμήρια.
  6. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και αποτέλεσαν κοινές θέσεις τα ακόλουθα:

(1)Στις 3/11/2012, περί ώρα 18:00, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής VF 572 στην Λεωφόρο Νίκαιας με βόρεια κατεύθυνση.
(2)Η Λεωφόρος Νίκαιας σε κάποιο σημείο, ανατολικά, ενώνεται με την οδό Συνεργατισμού.
(3)Η ΜΚ 3 περί ώρα 18:00, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KSG 691 στην οδό Συνεργατισμού με δυτική κατεύθυνση.
(4)Το όχημα του κατηγορουμένου και της ΜΚ 3 συγκρούστηκαν. Το ακριβές σημείο και οι λόγοι είναι επίδικα.
  1. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 3/11/2012, περί ώρα 18:00, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής VF 572, στην οδό Νίκαιας, ενώ έστριβε δεξιά στην οδό Συνεργατισμού, συγκρούστηκε με το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. KSG 691 που οδηγείτο από την ΜΚ 3 επί της οδού Νίκαιας.
  2. Η Υπεράσπιση προέβαλε τη θέση ότι ήταν το όχημα της ΜΚ 3 που συγκρούστηκε με το όχημα του κατηγορουμένου παραλείποντας να σταματήσει στο αλτ. Αμφισβητεί το σημείο σύγκρουσης που υπεδείχθη από τον ΜΚ
  3. Η μαρτυρία του Αστ. 3160, Α. Χαραλάμπους (ΜΚ 1) (Αστυνομική κατάθεση ημερ. 16/11/2012 Τεκμήριο 1) ήταν ότι μετέβη στη σκηνή στις 3/11/2012 περί ώρα 18:30 και στην παρουσία του κατηγορουμένου έλαβε μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 2) σημειώνοντας τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης με Χ. Το σημείο σύγκρουσης σημειώθηκε με βάση θραύσματα υάλων προερχόμενα, όπως ανέφερε, από το δεξιό φανάρι του οχήματος της ΜΚ
  4. Το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο κατηγορούμενος σημειώθηκε με Χ
  5. Αξίζει να σημειωθεί ότι το υποδειχθέν σημείο σύγκρουσης από τον κατηγορούμενο είναι σε σημείο εντός της οδού Νίκαιας (στην αντίθετη λωρίδα πορείας από αυτή που κατευθυνόταν ο κατηγορούμενος). Το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται σε σημείο 5,40 μ. πίσω από τη γραμμή του αλτ, και πίσω από το όχημα της ΜΚ 3, εντός της λωρίδας πορείας της στην οδό Συνεργατισμού. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε συμμετρικό (Τεκμήριο 3).
  6. Κατέγραψε επίσης τις ζημιές των δύο οχημάτων σε έντυπα (Τεκμήρια 4 και 5). Το όχημα του κατηγορουμένου υπέστη ζημιά στον πίσω δεξιό τροχό και φτερό (Τεκμήριο 5) και της ΜΚ 3 στο μπροστινό δεξιό μέρος (Τεκμήριο 4). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν συγκρούστηκαν τα οχήματα ήταν σε κίνηση και συνέχισαν να κινούνται στις πορείες τους. Η Συνεργατισμού είναι κατηφορική γι' αυτό και το όχημα της κατηγορουμένης δεν κινήθηκε προς τα πίσω. Αρνήθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το υποδειχθέν από τον κατηγορούμενο σημείο Χ1 και ότι ο αριστερός πισινός τροχός του οχήματος του κατηγορουμένου μετά τη σύγκρουση κτύπησε στο αριστερό πεζοδρόμιο, όπως ήταν η πορεία του, της συμβολής.
  7. Η Λοχ. 1106, Σ. Ιωάννου (ΜΚ 2), ανέφερε (Αστυνομική της κατάθεση ημερ. 17/11/2012 - Τεκμήριο 6) ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 7) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 8 η γραπτή κατηγορία). Ο κατηγορούμενος είχε υποδείξει στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2), ως σημείο σύγκρουσης το Χ
  8. Η ίδια έλαβε επίσης ανοικτή κατάθεση από την ΜΚ 3 (Τεκμήριο 2 - πίσω σελίδα) στις 3/11/2012 και αστυνομική κατάθεση στις 16/11/
  9. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν πήγε στη σκηνή γιατί δεν το έκρινε σκόπιμο. Ανέφερε ότι η οδός Συνεργατισμού με τη Νίκαιας έχουν κάποια υψομετρική διαφορά χωρίς όμως να είναι σε θέση να αναφέρει τίποτα περισσότερο.
  10. Η κα. Αλίκη Τρύφωνος (ΜΚ 3), υιοθέτησε την αστυνομική της κατάθεση ημερ. 16/11/2012 (Τεκμήριο 9) ως μέρος της κυρίως της εξέτασης. Η εκδοχή της ήταν ότι κινείτο στην οδό Συνεργατισμού και σταμάτησε στο αλτ για να στρίψει δεξιά, στη Νικαίας. Ενώ ανέμενε στο αλτ, το όχημα του κατηγορουμένου που έστριβε δεξιά συγκρούστηκε στο όχημα της με τον πίσω δεξιό τροχό του. Μετά τη σύγκρουση μεταφέρθηκε προληπτικά στις Πρώτες Βοήθειες από την θυγατέρα της. Στην κατάθεση της συμφώνησε με το υποδειχθέν σημείο σύγκρουσης Χ. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι συμφώνησε με το σημείο που της υπέδειξαν. Ήταν σταματημένη λίγο πριν το αλτ όταν έγινε η σύγκρουση και παρέμεινε το όχημα ακινητοποιημένο. Σε υποβολές που τις έγιναν ότι ήταν εν κινήσει ή ότι είχε εισέλθει στην οδό Νίκαιας ανέφερε ότι δεν θυμόταν, ενώ δέχθηκε και ως πιθανό σημείο σύγκρουσης το σημείο Χ
  11. Δεν γνώριζε αν το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε και στο πεζοδρόμιο, αλλά είχε γυρίσει προς άλλη κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος, ήταν η θέση της, της επιτέθηκε λεκτικά στη σκηνή.
  12. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κινείτο στην Λεωφόρο Νίκαιας με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Συνεργατισμού. Καθώς έστριβε κτυπήθηκε στο πίσω δεξιό μέρος του οχήματος του από το όχημα της ΜΚ 3 και ακολούθως κτύπησε στο απέναντι πεζοδρόμιο και το όχημα του στριφογύρισε. Η σύγκρουση έγινε ενώ τα δύο οχήματα ήταν εν κινήσει στο σημείο Χ1 που έθεσε στα σχέδια Τεκμήρια 2 και
  13. Αντιλήφθηκε το όχημα της ΜΚ 3 την ώρα της σύγκρουσης. Τα οχήματα κατέληξαν στις τελικές θέσεις που σημειώθηκαν. Στο σημείο που ενώνονται οι δύο δρόμοι, ανέφερε, είναι ελαφριά κατηφορικός ο δρόμος προς την Νίκαιας, στο σημείο που ενώνονται, στο αλτ, είναι στο ίδιο επίπεδο. Στο σημείο που κτύπησε το όχημα του στο πεζοδρόμιο, «έφυγε φέτα» από το πεζοδρόμιο. Στο όχημα επέβαιναν η σύζυγος και η θυγατέρα του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε δει αν το φανάρι του οχήματος της ΜΚ 3 είχε θρυμματιστεί, αρνήθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το Χ ή ότι έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για τη σύγκρουση.
  14. Σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων η πραγματική μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης διιστάμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540, 546, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Β ΑΑΔ 1243, 1246 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213, 216). Αποτελεί οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων (βλ. Ιωαννίδου, πιο πάνω). 14. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι τα γεγονότα σε περιπτώσεις δυστυχήματος εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689). 15. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. (Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, 172, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061).
  1. Ο ΜΚ 1 μου έκανε θετική εντύπωση. Τα προσόντα του, ως επίσης οι μετρήσεις του και τα ευρήματα του στη σκηνή δεν αμφισβητήθηκαν ούτε καταδείχθηκαν να είναι εσφαλμένα. Δέχομαι τα προσόντα του μάρτυρα, και τον μάρτυρα ως αξιόπιστο. Δέχομαι τη μαρτυρία του, δηλαδή τις μετρήσεις του, την περιγραφή των δρόμων, της συμβολής, των ζημιών των οχημάτων και των ευρημάτων του στη σκηνή, του σημείου σύγκρουσης «Χ» και την αποτύπωση αυτών στα Τεκμήρια 2 και 3, στην ολότητα της. Αν και δέχομαι ότι τα δύο οχήματα ήταν εν κινήσει όταν συγκρούστηκαν δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα από τη μαρτυρία του ως προς τον τρόπο που κινούνταν τα οχήματα όταν συγκρούστηκαν.
  2. Η ΜΚ 2 ήταν τυπική μάρτυρας αφού δεν συμμετείχε στη διερεύνηση. Ήταν θετική στις απαντήσεις της και η μαρτυρία της στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Την κρίνω αξιόπιστη. Από τη μαρτυρία της δέχομαι ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 7) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 8 η γραπτή κατηγορία) και ότι κατέγραψε τα όσα της ανέφερε στην κατάθεση και σε σχέση με την εκδοχή του ως προς το σημείο σύγκρουσης. Δέχομαι επίσης ότι έλαβε ανοικτή κατάθεση από την ΜΚ 3 και στις 3/11/2012 και αστυνομική κατάθεση στις 16/11/
  3. Η ΜΚ 3 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι καταθέσεις που έδωσε παρουσιάζουν μεταξύ τους συνοχή ως προς τον τρόπο που ισχυρίστηκε ότι έγινε το δυστύχημα, δεν συνάδουν όμως με την πραγματική μαρτυρία και το σημείο σύγκρουσης ενώ κατά την προφορική της μαρτυρία παρουσιάστηκε να μην είναι σίγουρη που συγκρούστηκαν τα οχήματα. Η θέση της ήταν ότι το όχημα της ήταν ακινητοποιημένο, λίγο πριν το άλτ, όταν ο κατηγορούμενος συγκρούστηκε μαζί της και ότι το όχημα της δεν κινήθηκε περαιτέρω. Διαφοροποιήθηκε όταν δέχθηκε ως ενδεχόμενο σημείο σύγκρουσης το Χ1 που είναι εντός της οδού Νίκης. Στην πραγματικότητα δεν ήταν σε θέση να καταθέσει ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης.
  4. Ο κατηγορούμενος επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η αναφορά του για το σημείο σύγκρουσης δεν επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία. Αντίθετα η πραγματική μαρτυρία κατέδειξε ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν σε άλλο σημείο, το «Χ» όπου υπήρχαν θραύσματα υάλων. Η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική και δεν την κρίνω αξιόπιστη.
  5. Πέραν των όσων ανέφερα στην παρ. 5 της απόφασης μου πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
(1)Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν σε σημείο εντός της λωρίδας πορείας της ΜΚ 3 στην οδό Συνεργατισμού, 5,40 μ. πίσω από τη γραμμή του αλτ.
(2)Το όχημα του κατηγορουμένου υπέστη ζημιά στον πίσω δεξιό τροχό και φτερό και της ΜΚ 3 στο μπροστινό δεξιό μέρος.
(3)Τα οχήματα όταν συγκρούστηκαν ήταν σε κίνηση και συνέχισαν να κινούνται στις πορείες τους και κατέληξαν στις θέσεις που εντοπίστηκαν. 21. Με προβλημάτισε αν με αυτά τα δεδομένα μπορώ να προβώ σε εύρημα ενοχής σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο για να καταλήξει θα πρέπει να διαπιστώσει:
(1)Ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή (βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392), και
(2)Αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη (βλ. Markantonis, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, 4, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 68, 73 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202). 22. Ζητούμενο επομένως είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[3] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφεαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αυτήν αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του (βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[4] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[5]).
  1. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν βοηθά το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα παράβασης καθήκοντος επιμέλειας από πλευράς κατηγορουμένου. Αν και το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της λωρίδας πορείας της ΜΚ 3, δεν μπορεί να διαπιστωθεί θετικά αν ο λόγος της σύγκρουσης ήταν ο τρόπος που οδήγησε. Παρά το γεγονός ότι η εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος δεν έγινε δεκτή δεν εξυπακούεται καταδίκη του, ιδιαίτερα όπου η εκδοχή της βασικής μάρτυρος κατηγορίας δεν έγινε δεκτή. Υπάρχει επομένως εύλογη αμφιβολία και το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι σίγουρο ως προς το τι ακριβώς συνέβη.
  2. Κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το εν λόγω δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται σε σχέση με την 1η κατηγορία. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Interim/ Prima Facie Case/ Negligent driving/ s. 8, Law 86/72 Αναφορά: Ποινική/ Ενδιάμεση/ Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/ Αμελής Οδήγηση/ άρθρο 8, Ν.86/72 [1] Κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5), και 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε. [2] Κατά παράβαση των κ. 17
(1), 65
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν. [3] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [4] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [5] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.