← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ζήνωνα Αχιλλίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32547/14, 31/10/2017

Δημοκρατία ν. Ζήνωνα Αχιλλίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32547/14, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:22 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32547/14 Δημοκρατία ν.

  1. Ζήνωνα Αχιλλίδη, από τη Λεμεσό
  2. Γεώργιου Χ"Γεωργίου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31.10.2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Γ. Ιωαννίδου με κα Α. Περικλέους και κα Νικολάου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Παπαϊωάννου με κ. Π. Παφίτη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Πικής Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (πλειοψηφίας) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τις πιο κάτω κατηγορίες: · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 2ης κατηγορίας (3η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στην 2η κατηγορία (4η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 6ης κατηγορίας (7η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  6. Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στην 6η κατηγορία (8η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  7. Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 άλλη από αυτή που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 10ης κατηγορίας (11η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339,335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  8. Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 άλλη από αυτή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στη 10η κατηγορία (12η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν αρχικά ακόμη 12 κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της συνωμοσίας, καταρτισμό πλαστών εγγράφων, εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και κατάχρηση εξουσίας, κατηγορίες 2, 5, 6, 9, 10, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και
  9. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στις πιο πάνω κατηγορίες στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Απαλλάχθηκαν επίσης από τις κατηγορίες 19, 21 και 22 που αφορούσαν τα αδικήματα του δεκασμού, οι οποίες ανεστάλησαν από την Κατηγορούσα Αρχή μετά την αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν είκοσι συνολικά μάρτυρες, οι εξεταστές της υπόθεσης, Αστ. 3981 Α. Παπανεοκλέους, Μ.Κ.1, ο Λοχ. 32 Χ. Χαραλάμπους, Μ.Κ.2, ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ Πανίκος Λεωνίδου, Μ.Κ.16, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ Ανδρέας Μαλλούππας, Μ.Κ.17, η νομική σύμβουλος του ΤΕΠΑΚ Ζωή Παπαγρηγορίου, Μ.Κ.7, ο εσωτερικός ελεγκτής του ΤΕΠΑΚ Άκης Κλεάνθους, Μ.Κ.13, ο Φίλιππος Φιλίππου, Μ.Κ.14, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Οικονομικών και Ανθρωπίνου Δυναμικού, Κώστας Χόππας, Μ.Κ.3, οι λειτουργοί του ΤΕΠΑΚ Μαρία Τέκλου, Μ.Κ.4, Γενέθλιος Γενεθλίου, Μ.Κ.5, Χριστιάνα Κωνσταντίνου, Μ.Κ.6, υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου, Ελένη Κατσιολούδη, Μ.Κ.8, Μελίνα Παλμύρη, Μ.Κ.9, Θεόδωρος Χ"Δημητρίου, Μ.Κ.19, Σταύρος Τάκη, Μ.Κ.10 και Σωτήρης Δημοσθένους, Μ.Κ.11, οι λειτουργοί του ΤΕΠΑΚ που εργαζόντουσαν στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, Ιωάννης Βακανάς Μ.Κ.12, Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15 και Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ.18 και η Λειτουργός στο Γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.
  10. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση τους. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε μεγάλος όγκος εγγράφων, 119 συνολικά Τεκμήρια, πολλά εκ των οποίων αποτελούνται από δεκάδες σελίδες. Στα έγγραφα που κατετέθησαν περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι επίδικες συμφωνίες, τα πρακτικά των συνεδριών του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ, η αλληλογραφία μεταξύ των λειτουργών του ΤΕΠΑΚ και οι καταθέσεις που έδωσαν οι δύο κατηγορούμενοι στην Αστυνομία. Ο όγκος της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τεράστιος. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αφορούσε τις κατηγορίες που έχουν ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο, ενώ σημαντικό μέρος της εναπομείνασας μαρτυρίας είναι παραδεκτό από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Ενόψει τούτου δεν θα αναφερθούμε καθόλου στη μαρτυρία του εσωτερικού ελεγκτή του ΤΕΠΑΚ Άκη Κλεάνθους, Μ.Κ.13, καθότι η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στις κατηγορίες που έχουν ήδη απορριφθεί, ενώ εκτενής αναφορά σε μαρτυρία θα γίνεται μόνο για γεγονότα τα οποία είναι επίμαχα. Αναφορά στη μαρτυρία των Λοχία 32, Χ. Χαραλάμπους, Μ.Κ.2, Πανίκου Λεωνίδου, Μ.Κ.16, Ανδρέα Μαλλούππα, Μ.Κ.17, Ζωής Παπαγρηγορίου, Μ.Κ.7, Μαρίας Τέκλου, Μ.Κ.4, Γενέθλιου Γενεθλίου, Μ.Κ.5, Χριστιάνας Κωνσταντίνου, Μ.Κ.6, Ελένης Κατσιολούδη, Μ.Κ.8, Μελίνας Παλμύρη, Μ.Κ.9, Θεόδωρου Χ"Δημητρίου, Μ.Κ.19, Σταύρου Τάκη, Μ.Κ.10, Σωτήρη Δημοσθένους, Μ.Κ.11 και Μαρίκας Νικολάου, Μ.Κ.18, θα γίνει με τρόπο συνοπτικό κατά την παράθεση των γεγονότων. Η μαρτυρία τους που θα παραθέσουμε πιο κάτω με τρόπο αφηγηματικό, δεν έχει αμφισβητηθεί· πρόκειται για μαρτυρία που υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από έγγραφη μαρτυρία και γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου. Το ίδιο θα πράξουμε και σε σχέση με τη μαρτυρία του Κώστα Χόππα, Μ.Κ.3, καθότι, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο αντεξετάσθηκε έντονα, η αντεξέταση δεν αφορούσε στην ουσία τα γεγονότα που περιβάλλουν τις υπό κρίση κατηγορίες, αλλά τις κατηγορίες που έχουν ήδη απορριφθεί. Η μαρτυρία του, στην έκταση που αφορά τις υπό κρίση κατηγορίες, δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί. Ειδική και κάπως εκτενή αναφορά θα κάνουμε στη μαρτυρία του Αστ. 3981, Α. Παπανεοκλέους, Μ.Κ.1, της Όλγας Σωτηρίου, Μ.Κ.15 και της Ρένας Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, η μαρτυρία των οποίων έχει αμφισβητηθεί έντονα. Συνοψίζουμε αμέσως πιο κάτω, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, που είναι αποδεκτή από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και αποτελεί εύρημά μας. Στη σύνοψη της μαρτυρίας παρεμβάλλεται η μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.15 και Μ.Κ.20 που ως τονίσαμε μόλις πιο πάνω, έχει αμφισβητηθεί. Η μαρτυρία των τριών πιο πάνω προσώπων θα αξιολογηθεί μετά την παράθεση της μαρτυρίας και τα ευρήματα μας, σε σχέση με τη μαρτυρία τους, θα γίνουν στη συνέχεια, σε ξεχωριστό κεφάλαιο. Το ΤΕΠΑΚ ιδρύθηκε με βάση το Νόμο 198(Ι)/2003 ο οποίος τροποποιήθηκε από το Νόμο 74(Ι)/
  11. Μέχρι τις αρχές του 2012 το Πανεπιστήμιο διοικείτο από την Διοικούσα Επιτροπή η οποία είχε το ρόλο τόσο του Συμβουλίου, ήτοι ασχολείτο με διοικητικά και οικονομικά θέματα του Πανεπιστημίου, όσο και της Συγκλήτου που ασχολείτο με τα ακαδημαϊκά θέματα. Αρχές του 2012 η Διοικούσα Επιτροπή έπαυσε να λειτουργεί και τα καθήκοντά της ανέλαβε το Συμβούλιο και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου. Διευθυντής του Τμήματος Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Ανδρέας Μαλλούππας, Μ.Κ.
  12. Ο Μ.Κ.17 κατείχε την πιο πάνω θέση από την 1.11.2005 μέχρι την 1.10.
  13. Στο Μ.Κ.17 υπάγονταν έξι Διοικητικές Υπηρεσίες. Ανάμεσα στις πιο πάνω υπηρεσίες ήταν και η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, η οποία ασχολείτο με τα περιουσιακά στοιχεία του Πανεπιστημίου, κινητά και ακίνητα, συμπεριλαμβανόμενων και των θεμάτων στέγασης του Πανεπιστημίου. Προϊστάμενος της πιο πάνω Υπηρεσίας ήταν ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος είναι Πολιτικός Μηχανικός. Ο κατηγορούμενος 1 προσλήφθηκε στην πιο πάνω θέση το Φθινόπωρο του
  14. Αντικείμενο όλων των κατηγοριών είναι οι εγγυητικές επιστολές οι οποίες δόθηκαν στα πλαίσια των συμφωνιών ενοικίασης των κτιρίων που θα ανεγείροντο από τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, γνωστά ως κτίρια "ΣΥΜΕΩΝ" και "KΑΛΥΨΩ" αντίστοιχα. Διευθυντής αμφοτέρων των πιο πάνω εταιρειών ήταν ο κατηγορούμενος
  15. Την 31.7.2009 υπεγράφησαν δύο συμφωνίες ενοικίασης των δύο αυτών κτιρίων, αμφότερα τα πιο πάνω έγγραφα περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 5, αφού προηγήθηκε ομόφωνη απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, της ιδίας ημερομηνίας. Και στις δύο Συμφωνίες Ενοικίασης, υπήρχε πρόνοια ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία υποχρεούτο όπως εκτελέσει όλες τις εργασίες που καταγράφονταν στο "Παράρτημα Γ" με βάση τις προδιαγραφές που καταγράφονταν στο "Παράρτημα Δ". Τα Παραρτήματα Γ και Δ ήταν συνημμένα στις Συμφωνίες. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία υποχρεούτο επίσης να εγκαταστήσει τον εξοπλισμό που θα της ζητούσε το ΤΕΠΑΚ, εντός 60 ημερών από την υπογραφή της Συμφωνίας. Και στις δύο Συμφωνίες υπήρχε ρητός όρος ότι η εγκατάσταση του εξοπλισμού στο ακίνητο θα γινόταν με ευθύνη της ιδιοκτήτριας εταιρείας και έξοδα του ενοικιαστή ήτοι του ΤΕΠΑΚ. Οι πιο πάνω συμφωνίες δεν ήταν οι μοναδικές που υπεγράφησαν μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και των εταιρειών στις οποίες είχε συμφέροντα ο κατηγορούμενος
  16. Η γραμματειακή λειτουργός του ΤΕΠΑΚ, Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ.18, κατέθεσε ότι το ΤΕΠΑΚ συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο 2 σε ακόμη τέσσερα κτίρια, ενώ ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου, Πανίκος Λεωνίδου, Μ.Κ.16, τόνισε την καλή συνεργασία που είχε το ΤΕΠΑΚ με τον κατηγορούμενο
  17. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά ". ο κ. X"Γεωργίου ήταν ένας εργολάβος ο οποίος ήταν γνωστός και προς τον κ. Κοντίδη ο οποίος ήταν πρώην δήμαρχος, είχε κάμει και άλλα έργα στο Δήμο Λεμεσού και υπήρχε μία καλή επικοινωνία και μία καλή συνεννόηση." Πρόσθεσε, στη συνέχεια, ότι υπήρχε "απόλυτη εμπιστοσύνη". Την 23.11.2009 ο κατηγορούμενος 2 απέστειλε δύο επιστολές προς το ΤΕΠΑΚ εις προσοχή του Ανδρέα Μαλούππα, Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, Μ.Κ.17, με κοινοποίηση στον κατηγορούμενο 1, Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας που αφορούσαν τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ". Στις πιο πάνω επιστολές επισυνάφθηκαν πίνακες με αναλυτική κατάσταση "των επιπλέον εργασιών/εξοπλισμού" που θα έπρεπε να γίνουν στα δύο κτίρια που θα ανεγείρονταν με βάση τις πιο πάνω Συμφωνίες Ενοικίασης, Τεκμήριο 5, Το περιεχόμενο των δύο επιστολών είναι ταυτόσημο, με τη μόνη διαφορά στο όνομα του κτιρίου, η μία αφορούσε το "Συμεών" και η άλλη το "Καλυψώ". Κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 4.12.2009, η Διοικούσα Επιτροπή ενέκρινε την προπληρωμή του 80% του συνολικού κόστους του εξοπλισμού και των εργασιών που θα γινόντουσαν στα κτίρια "Συμεών" και "Kαλυψώ". Aποφάσισε δε όπως κατατεθούν τραπεζικές εγγυήσεις για τις προπληρωμές που θα γινόντουσαν προς όφελος του Πανεπιστημίου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας: «Απόφαση: Η ΔΕ ενέκρινε την προπληρωμή του 80% του συνολικού κόστους που προκύπτει για τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών στα κτήρια Συμεών και Καλυψώ, από τα αδιάθετα ποσά του Προϋπολογισμού για το
  18. Επίσης, αποφασίστηκε όπως κατατεθούν εκ μέρους των Ιδιοκτητών, Τραπεζικές Εγγυήσεις προς όφελος του Πανεπιστημίου.» Ένας από τους λόγους που δόθηκαν οι προκαταβολές ήταν "για να απορροφηθούν από το ΤΕΠΑΚ τα κονδύλια του 2009", σχετική επί του θέματος ήταν η μαρτυρία του Ανδρέα Μαλλούππα, Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ, Μ.Κ.
  19. Την 11.12.2009 οι εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd έλαβαν ως προκαταβολή, στα πλαίσια των δύο Συμφωνιών Ενοικίασης που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών, για την εγκατάσταση του εξοπλισμού και την εκτέλεση των επιπρόσθετων εργασιών, τα ποσά των €404.000 και €456.000 αντίστοιχα, τα οποία κατατέθηκαν σε λογαριασμούς που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου. Για την καταβολή των πιο πάνω ποσών εκδόθηκαν εντάλματα πληρωμών με οδηγίες πληρωμής υπογεγραμμένες από τον κατηγορούμενο 1, Τεκμήρια 12 και
  20. Τα ποσά που δόθησαν ως προκαταβολές κατατέθηκαν στους λογαριασμούς των δύο εταιρειών, σχετική είναι η μαρτυρία της Μελίνας Παλμύρη, Μ.Κ.
  21. Τα πιο πάνω ποσά μεταφέρθηκαν σταδιακά από τους λογαριασμούς των δύο εταιρειών στο λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία Vert & Blanc Enterprises Ltd στην Τράπεζα Κύπρου. Η εταιρεία Vert & Blanc Enterprises Ltd ήταν η εργολάβος των έργων "Συμεών" και "Καλυψώ". Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία του Θεόδωρου Χ"Δημητρίου, Μ.Κ.19, Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών. Αποτελεί επίσης κοινή θέση όλων των μερών ότι οι πιο πάνω προκαταβολές δόθηκαν από το ΤΕΠΑΚ χωρίς να υπάρχει σχετική πρόνοια στις επίδικες συμφωνίες και χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τις συμβαλλόμενες και ιδιοκτήτριες των ακινήτων επί των οποίων θα ανεγείρονταν τα δύο υποστατικά, ήτοι τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd και ή το διευθυντή αυτών, κατηγορούμενο
  22. Οι πιο πάνω εταιρείες ουδέποτε ζήτησαν από το ΤΕΠΑΚ όπως οι δαπάνες για την εγκατάσταση του εξοπλισμού και την εκτέλεση των επιπρόσθετων εργασιών καταβληθούν προκαταβολικά. Για εξασφάλιση των πιο πάνω ποσών που δόθηκαν προκαταβολικά, οι εμπλεκόμενες εταιρείες έδωσαν δύο εγγυητικές επιστολές, Τεκμήρια 81 και 82 αντίστοιχα. Οι εγγυητικές επιστολές εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου την 8.12.2009 και έληγαν την 8.12.
  23. Το λεκτικό των δύο εγγυητικών ήταν πανομοιότυπο, το μόνο που διέφεραν ήταν τα στοιχεία των δύο εταιρειών και το ποσό της εγγύησης. Το ποσό της εγγύησης αντιστοιχούσε με το ποσό της προκαταβολής που δόθηκε σε κάθε εταιρεία. Και στις δύο εγγυητικές γινόταν πρόνοια για μείωση του εγγυημένου ποσού κάθε μήνα και στην ημερομηνία λήξης τους το ποσό μηδενιζόταν. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική πρόνοια από την εγγυητική επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd που αφορά το κτίριο "Συμεών": «Κατά παράκληση των κυρίων VOLTURA LIMITED (οι αιτητές) κρατούμε στη διάθεσή σας το πιο πάνω ποσό ως εγγύηση, για την από μέρους σας προκαταβολή ποσού EUR404.534,12 (EYΡΩ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΕΣ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΙ 12/100) προς του αιτητές σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ σας συμφωνίας ημερομηνίας 31/07/2009 για ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΤΙΡΙΟΥ ("ΣΥΜΕΩΝ") EΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ, ΕΝΟΡΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ το οποίο αναλαμβάνουμε να σας πληρώσουμε χωρίς αναφορά στους αιτητές και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους τους, αμέσως με τη λήψη της γραπτής απαιτήσεως σας στην οποία πρέπει να αναφέρετε ότι οι αιτητές δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της πιο πάνω συμβολαίου/συμφωνίας και ότι ζητάτε πληρωμή σύμφωνα με την εγγύηση αυτή. Αποτελεί ουσιώδη όρο της παρούσης εγγυητικής ότι η υποχρέωση της Τράπεζας θα μειώνεται κατά EUR36.775,83 (ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΞΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ 83/100) αρχής γενομένης από 08/02/2010 η δε εγγύηση μας θα συνεχίσει να ισχύει για το μειωμένο από καιρού εις καιρό ποσό μέχρι τελείας εξόφλησης της ή μέχρι την 08/12/2010 (ημερομηνίας λήξης) οποιοδήποτε συμβεί πρώτο, μετά το οποίο γεγονός ή την οποία ημερομηνία οποιαδήποτε υποχρέωση μας δυνάμει της εγγυήσεως αυτής τερματίζεται η δε εγγύηση μας θα θεωρείται άκυρη και χωρίς οποιαδήποτε αξία.» Παρόμοια πρόνοια περιλαμβάνεται και στην εγγυητική επιστολή της εταιρείας GVG Trading Ltd που αφορά το κτίριο "Kαλυψώ" με τη διαφορά ότι το αρχικό ποσό και η μηνιαία μείωση του ποσού ήταν διαφορετικά. Η Τράπεζα Κύπρου έθεσε ως όρο στις εταιρείες, Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, για την έκδοση των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών την κατάθεση ποσών ίσων με αυτά που εγγυήθηκε η Τράπεζα σε λογαριασμούς που θα ήταν υπό τον έλεγχο της Τράπεζας. Οι εμπλεκόμενες εταιρείες συμμορφώθηκαν με τον πιο πάνω όρο και άνοιξαν λογαριασμούς, στους οποίους κατέθεσαν τα ποσά που εγγυήθηκε η Τράπεζα, που ως αναφέραμε και πιο πάνω, αντιστοιχούσαν με τα ποσά που δόθηκαν από το ΤΕΠΑΚ στις δύο εταιρείες ως προκαταβολή. Τα ποσά που είχαν δεσμευθεί με τον τρόπο που περιγράφουμε πιο πάνω, μειώνονταν ανάλογα και με τη μείωση της εγγυητικής. Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία της Ελένης Κατσιολούδη, Μ.Κ.8, Διευθύντριας του Κέντρου Εμπορικών Συναλλαγών της Τράπεζας Κύπρου. Το κτίριο 'Καλυψώ', παραδόθηκε στο Πανεπιστήμιο σε ημερομηνία μεταγενέστερη από αυτή που συμφωνήθηκε αρχικά ενώ το "Συμεών", δεν ολοκληρώθηκε εντός της συμφωνηθείσας περιόδου και την 10.4.2012 υπεγράφη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμπληρωματική Συμφωνία με την οποία μετατέθηκε η ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου την 1.4.2013, με επιπλέον περίοδο χάριτος δύο μηνών. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 33, σελίδα
  24. Το κτίριο 'Συμεών» ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Οι λόγοι που η παράδοση του ενός κτιρίου καθυστέρησε και το δεύτερο ουδέποτε ολοκληρώθηκε ήταν πολλοί, ως διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Θα περιοριστούμε να αναφερθούμε σε γεγονότα που είναι αναγκαία για να γίνουν αντιληπτές οι σχέσεις των δύο μερών. Κρίναμε τούτο αναγκαίο καθότι η Κατηγορούσα Αρχή πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι λόγω των Συμφωνιών Ενοικίασης που είχαν υπογραφεί μεταξύ του Πανεπιστημίου και της G.V.G. Trading Ltd και Voltura Ltd, και της καθυστέρησης που παρατηρείτο στην παράδοση των δύο αυτών κτιρίων, ο κατηγορούμενος 2 είχε δύο επιλογές, είτε να προσκομίσει νέες ανανεωμένες εγγυητικές για τα ποσά των προκαταβολών που εισέπραξε, είτε να επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο τα πιο πάνω ποσά. Το κτίριο "Συμεών", σύμφωνα με αναντίλεκτη μαρτυρία, προοριζόταν αρχικά για σκοπούς στέγασης του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών. Στη συνέχεια λίγο χρόνο μετά την υπογραφή της Συμφωνίας ημερομηνίας 31.7.2009 αποφασίστηκε όπως το εν λόγω κτίριο διατεθεί για τις ανάγκες της Νοσηλευτικής Σχολής. Σε κάποιο χρόνο που παραμένει άγνωστος στο Δικαστήριο η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου απαίτησε όπως στο κτίριο τοποθετηθεί διπλός υποσταθμός της Ηλεκτρικής, ο οποίος θα τροφοδοτούσε με ρεύμα όλα τα κτίρια του ΤΕΠΑΚ στην περιοχή των οδών Ειρήνης και Ελευθερίας. Ενόψει τούτου δημιουργήθηκε η ανάγκη για ανέγερση δεύτερου υπογείου στο κτίριο. Η αίτηση για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας κατατέθηκε την 31.3.
  25. Η εξέτασή της διήρκησε επτά περίπου μήνες και εκδόθηκε τελικά την 27.10.2010, Τεκμήριο 33, σελίδες 31-
  26. Το Νοέμβριο του 2010 ξανάρχισαν οι εργασίες εκσκαφής των υπογείων αλλά λόγω της χειμερινής περιόδου και του ψηλού υδροφόρου ορίζοντα δεν προχώρησαν με ταχύ ρυθμό. Την 10.4.2012 υπογράφηκε μεταξύ της ιδιοκτήτριας και του Πανεπιστημίου τροποποιητική συμφωνία στην οποία προβλεπόταν μεταξύ άλλων παράταση του χρόνου παράδοσης του κτιρίου. Ο χρόνος παρατάθηκε μέχρι την 1.6.2013, που ήταν η περίοδος χάριτος που προβλεπόταν από τη συμφωνία. Τον Ιούνιο του 2012 άρχισαν εργασίες ανάπλασης της οδού Ειρήνης οι οποίες εμπόδιζαν την πρόσβαση προς το εργοτάξιο. Μέχρι τότε είχε ανεγερθεί ο σκελετός του υπογείου. Οι εργασίες στην οδό Ειρήνης αποπερατώθηκαν τον Απρίλιο του
  27. Οι ανάγκες του Πανεπιστημίου είχαν εν τω μεταξύ διαφοροποιηθεί. Κρίθηκε ότι το κτίριο "Συμεών" δεν ήταν πλέον απαραίτητο για το Τμήμα της Νοσηλευτικής Σχολής. Την 10.04.2012 υπογράφηκε μεταξύ των δύο εμπλεκομένων μερών «συμφωνία συμπληρωματική και/ή τροποποιητική της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 31 Ιουλίου 2009». Η συμφωνία επέκτεινε το χρόνο παράδοσης μέχρι τη 01.04.2013 με επιπλέον περίοδο χάριτος δύο μηνών. Τον Ιούνιο 2013 το ΤΕΠΑΚ απαίτησε την τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και προδιαγραφών για να χρησιμοποιηθεί το κτίριο "Συμεών" για σκοπούς του Τμήματος Γεωπονικών Επιστημών, Βιοτεχνολογίας και Επιστήμης Τροφίμων (ΓΕΒΕΤ). Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία της νομικής συμβούλου Ζωής Παπαγρηγορίου, Μ.Κ.
  28. Για σκοπούς διερεύνησης της δυνατότητας στέγασης του Τμήματος ΓΕΒΕΤ έγιναν νέα αρχιτεκτονικά σχέδια και συζητήθηκε με τον ιδιοκτήτη η πιθανότητα σύναψης νέας τροποποιητικής συμφωνίας που θα παρείχε τη δυνατότητα ενοικιαγοράς του κτιρίου από το Πανεπιστήμιο. Το ενοίκιο που θα καταβάλλετο στην ιδιοκτήτρια εταιρεία θα λογαριάζετο έναντι της αγοραίας αξίας του ακινήτου ώστε το κτίριο σε διάστημα 20-25 ετών να αποκτάτο τελικά από το Πανεπιστήμιο. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 33, έγγραφα 28-30, 69 και 75-
  29. Το κτίριο "Συμεών", ως αναφέρουμε και ανωτέρω, ουδέποτε ολοκληρώθηκε και ουδέποτε παραδόθηκε προς ενοικίαση στο ΤΕΠΑΚ. Σε σχέση με το κτίριο "Καλυψώ" προκύπτει με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας και αποτελούν κοινή θέση όλων των μερών, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην αδειοδότηση των εργασιών καθότι το ακίνητο εφάπτετο σε περιοχή ειδικού χαρακτήρα. Οι κατασκευαστικές εργασίες άρχισαν τέλος του
  30. Από τη μαρτυρία του Ιωάννη Βακανά, Μ.Κ.12, που κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως Πολιτικός Μηχανικός στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, προκύπτει ότι μέχρι και τα τέλη του 2010 το Πανεπιστήμιο δεν είχε καταλήξει σε σχέση με τον εσωτερικό σχεδιασμό του κτιρίου "Καλυψώ". Ενόψει τούτου ο κατηγορούμενος 1 ανέθεσε στον εν λόγω μάρτυρα και σε τρία άλλα πρόσωπα να συντονίσουν τους ακαδημαϊκούς και τους τεχνικούς που εργαζόντουσαν στις ιδιοκτήτριες εταιρείες για να επισπευσθεί ο σχεδιασμός των κτιρίων με βάση τις ανάγκες των ακαδημαϊκών. Για το σκοπό αυτό έγιναν πολλές συναντήσεις τόσο κατά το 2011 όσο και κατά το
  31. Ο σχεδιασμός ολοκληρώθηκε το
  32. Τη 10.4.2012, υπογράφηκε συμπληρωματική Συμφωνία και για το κτίριο "Καλυψώ", με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η παράταση του χρόνου παράδοσης του κτιρίου μέχρι την 31.8.2012 με επιπλέον περίοδο χάριτος δεκαπέντε ημερών. Η Συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι σε περίπτωση που το κτίριο δεν παραδιδόταν κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία το Πανεπιστήμιο θα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ιδιοκτήτη την καταβολή ημερησίου προστίμου ύψους €
  33. Η επίσημη παραλαβή του κτιρίου έγινε την 21.1.2013, 102 μέρες μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία με επιστολή της ημερομηνίας 22.11.2012 ζήτησε όπως η καθυστέρηση θεωρηθεί ως δικαιολογημένη. Το αίτημά της στηρίχθηκε σε διάφορους λόγους που καταγράφονται με λεπτομέρεια στο Παράρτημα Α που επισυνάφθηκε στην επιστολή. Η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας αξιολόγησε το αίτημα της ιδιοκτήτριας εταιρείας και κατέληξε ότι η δικαιολογημένη καθυστέρηση ήταν μόνο 63 ημέρες. Το θέμα τέθηκε ενώπιον της Ad-Hoc Επιτροπής Ενοικίων η οποία αφού άκουσε τις θέσεις του κατηγορουμένου 2, εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας εταιρείας και αφού έλαβε υπόψη την έκθεση του συντονιστή του έργου, κ. Ιωάννη Βακανά, Μ.Κ.12, θεώρησε ότι η καθυστέρηση του έργου, από τη 10.4.2012 μέχρι τη 12.12.2012, ήταν δικαιολογημένη, ενώ από τη 13.12.2012 μέχρι και την ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου ήταν αδικαιολόγητη. Η Επιτροπή και η ιδιοκτήτρια εταιρεία κατέληξαν σε μία συμβιβαστική συμφωνία η οποία περιλάμβανε την καταβολή από την ιδιοκτήτρια εταιρεία στο Πανεπιστήμιο αποζημιώσεων ύψους €34.
  34. Συμφωνήθηκε επίσης όπως η ημερομηνία καταβολής του ενοικίου μεταφερθεί την 1.3.
  35. Η πιο πάνω συμβιβαστική συμφωνία υποβλήθηκε για εξέταση ενώπιον του Συμβουλίου το οποίο την ενέκρινε ομόφωνα. Σχετικό επί του θέματος είναι το Τεκμήριο 32, έγγραφα 76-
  36. O Πανίκος Λεωνίδου, Μ.Κ.16, ήταν, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και δεν έχει αμφισβητηθεί, το άτομο που λόγω των δικών του ενεργειών εντοπίσθηκαν οι εγγυητικές επιστολές, αντικείμενο των κατηγοριών. Ο μάρτυρας ήταν, από το Φεβρουάριο του 2012 μέχρι το Δεκέμβριο του 2014, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ. Το καλοκαίρι του 2013 μέχρι και το Δεκέμβριο του ιδίου έτους εκτελούσε και τα καθήκοντα του Προέδρου του Συμβουλίου λόγω της παραίτησης του κ. Κοντίδη. Το Δεκέμβριο του 2013, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, γράφτηκε ως θέμα προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου το κτίριο "Συμεών". Ο μάρτυρας ζήτησε από την Πρύτανη του Πανεπιστημίου φωτοαντίγραφο το φακέλου του πιο πάνω κτιρίου, το οποίο η Πρύτανης είχε παραδώσει στο Γενικό Ελεγκτή του κράτους, για να το μελετήσει. Ο μάρτυρας μελέτησε το φάκελο και εντός αυτού βρήκε μόνο την εγγυητική του
  37. Ο φάκελος ήταν αντιγραφή του Τεκμηρίου
  38. Κατά την μελέτη του φακέλου και συγκεκριμένα την 6.12.2013, ημέρα Παρασκευή, ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι εντός αυτού υπήρχε μόνο μία εγγυητική η οποία είχε λήξει την 8.12.
  39. Επικοινώνησε τότε με το Λογιστήριο του Πανεπιστημίου και με την Προϊσταμένη Οικονομικών και την επομένη ημέρα του έδωσαν δύο εγγυητικές για τα έτη 2011 και 2012, οι οποίες έληγαν την 8.12.2011 και την 8.12.2012 αντίστοιχα. Για την περίοδο 2012-2013 δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε εγγυητική. Τη Δευτέρα, 9.12.2013, ο μάρτυρας κάλεσε στο γραφείο του τον Αναπληρωτή Διευθυντή, Φίλιππο Φιλίππου, Μ.Κ.14 και του ανέφερε τα ευρήματά του. Κλήθηκε στη συνέχεια και ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος στην παρουσία του Φίλιππου Φιλίππου, Μ.Κ.14, διαβεβαίωσε τον Πανίκο Λεωνίδου, Μ.Κ.16, ότι υπήρχε εγγυητική επιστολή και για την περίοδο 2012-
  40. Σχετική επί του θέματος είναι και η μαρτυρία του Φίλιππου Φιλίππου, Μ.Κ.
  41. Ο Πανίκος Λεωνίδου, Μ.Κ.16, κατέθεσε περαιτέρω ότι την ίδια ημέρα είχε συνάντηση και με τον κατηγορούμενο
  42. Ο τελευταίος του ήγειρε ζητήματα που αφορούσαν την ουσία της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ της εταιρείας Voltura Ltd και του Πανεπιστημίου για το κτίριο "Συμεών". Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι η εταιρεία του θα διεκδικούσε αποζημιώσεις από το Πανεπιστήμιο. Ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να προσκομίσει νέα εγγυητική η οποία δεν θα περιλάμβανε την παράγραφο της αρχικής εγγυητικής επιστολής που αφορούσε την μηνιαία μείωση του ποσού. Ο κατηγορούμενος 2 συγκατατέθηκε στο πιο πάνω αίτημα και του ζήτησε λίγο χρόνο για να διαβουλευθεί με την Τράπεζά του και να προσκομίσει τη νέα εγγυητική. Ο Μ.Κ.16 επέδωσε την ίδια ημέρα στον υπεύθυνο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Σαριπόλου επιστολή που υπέγραψε ο Αναπληρωτής Διευθυντής Φίλιππος Φιλίππου, Μ.Κ.14, με την οποία ζητείτο η ρευστοποίηση της εγγυητικής του 2012 - 2013, της εταιρείας Voltura Ltd. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν είχε στα χέρια του οποιαδήποτε εγγυητική για την περίοδο 2012-2013, θεώρησε όμως σκόπιμο να αποστείλει την επιστολή για να διασφαλιστούν οποιαδήποτε τυχόν δικαιώματα του Πανεπιστημίου. Λίγες μέρες αργότερα, στις 16 ή 17 του ιδίου μήνα, ο Αναπληρωτής Διευθυντής Φίλιππος Φιλίππου, Μ.Κ.14, τον πληροφόρησε ότι η Τράπεζα απέστειλε επιστολή για το θέμα που προέκυψε, πρόκειται για την επιστολή ημερομηνίας 16.12.2013, Τεκμήριο 22, σελίδα
  43. Σχετική επί του θέματος είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ.
  44. Με την πιο πάνω επιστολή, Τεκμήριο 22, η Τράπεζα πληροφόρησε το Πανεπιστήμιο ότι δεν υπήρχε εγγυητική επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd για την χρονική περίοδο 2012-
  45. Για το θέμα που προέκυψε ενημερώθηκε και η Πρύτανης του Πανεπιστημίου, Ελπίδα Κεραυνού. Την 30.12.2013 ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στο ΤΕΠΑΚ εγγυητική επιστολή της Ελληνικής Τράπεζας εκ μέρους της εταιρείας Voltura Ltd. Η εγγυητική αυτή έληγε την 30.6.2014, πρόκειται για το Τεκμήριο 2Ε. Το Τεκμήριο 2Ε είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 22, έγγραφο
  46. Το τελευταίο αποτελεί αντίγραφο του πρώτου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και η επιστολή ημερομηνίας 7.1.2014, που δόθηκε από την εταιρεία Voltura Ltd στο ΤΕΠΑΚ. Η επιστολή αυτή αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2A.. Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσιο το περιεχόμενο της καθότι η υπόθεση της κατηγορούσας Αρχής βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έκδοση της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής. «Ανα.: Ανέγερση Κτιρίου «Συμεών» στην Οδό Βικτώρια στη Λεμεσό Εγγυητική Επιστολή Αναφερόμαστε στην επιστολή σας ημερομηνίας 18.12.2013 με την οποία έχετε ζητήσει την έκδοση νέας εγγυητικής επιστολής αναφορικά με την μεταξύ μας συμφωνία για το πιο πάνω κτίριο. Η εταιρεία μας δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση, με βάση τις μεταξύ μας συμφωνίες για έκδοση νέας εγγυητικής επιστολής. Πρόσθετα, η εταιρεία μας έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τα συμφωνημένα μεταξύ μας και είναι πρόθυμη και έτοιμη να ολοκληρώσει την ανέγερση και παράδοση του υπό αναφορά Κτιρίου σύμφωνα με τις νέες προδιαγραφές και απαιτήσεις που διαλαμβάνονται στην επιστολή σας ημερομηνίας 12.6.2013, ως και τις σχετικές μεταγενέστερες συναντήσεις μας αναφορικά με τα τροποποιημένα σχέδια και το διαφοροποιημένο κόστος το οποίο σας βαρύνει. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και σε ένδειξη της πλήρους ετοιμότητας της εταιρείας μας να τιμήσει όλες τις εναπομένουσες υποχρεώσεις της, αποφασίσαμε να σας εκδώσουμε νέα εγγυητική, (ημερομηνία 31.12.2013, αριθμός LGU/0623591018) όπως έχετε ζητήσει, αναφορικά με τις επιπρόσθετες εργασίες και εξοπλισμούς που ζητείτε σε σχέση με το Ακίνητο, τους οποίους είμαστε έτοιμοι και πρόθυμοι να ολοκληρώσουμε ως προαναφέρεται. Αναμένουμε ότι θα έχουμε το συντομότερο δυνατό την επιβεβαίωση σας για έναρξη της ολοκλήρωσης των τροποποιημένων σχεδίων σύμφωνα με τις απαιτήσεις σας. Με εκτίμηση, Γιώργος Χατζηγεωργίου Διευθύνων Σύμβουλος Voltura Limited» Η εγγυητική επιστολή ανανεώθηκε για έξι περαιτέρω μήνες, Τεκμήριο 2 (ΣΤ). Το Νοέμβριο του 2014 η πιο πάνω εγγυητική εξαργυρώθηκε αφού προηγήθηκε σχετική απόφαση του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου και ποσό €404.534,12 κατατέθηκε στο λογαριασμό του Πανεπιστημίου. Οι δύο εγγυητικές επιστολές που εκδόθησαν από τη Ελληνική Τράπεζα, Τεκμήρια 2(Ε) και 2(ΣΤ) εγγυούνταν την ' ... πιστή εκτέλεση των Όρων της Συμφωνίας για επιπρόσθετες εργασίες και εξοπλισμό στο ακίνητο', πρόκειται βέβαια για το ακίνητο Συμεών. Τα πιο πάνω αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα και γίνονται ευρήματά μας. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα και αποτελεί την ουσία της υπόθεσης είναι κατά πόσο, μετά την εκπνοή των πρώτων εγγυητικών επιστολών, Τεκμήρια 81 και 82, ο κατηγορούμενος 2 προσκόμισε στο ΤΕΠΑΚ νέες εγγυητικές επιστολές προς αντικατάσταση των αρχικών που είχαν εν τω μεταξύ λήξει. Η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος 2 σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις παρουσίασε στο ΤΕΠΑΚ έγγραφα τα οποία τιτλοφορούνταν ως "εγγυητικές επιστολές" που στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ήταν πλαστά, θέση με την οποία διαφώνησε ο κατηγορούμενος
  47. Η θέση του τελευταίου είναι ότι ουδέποτε προσκόμισε στο ΤΕΠΑΚ τα πιο πάνω έγγραφα. Η θέση του κατηγορουμένου 1 συνάδει με τη θέση που προέβαλε η Κατηγορούσα Αρχή με τη διαφορά ότι αυτός αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη στην παράνομη επιχείρηση. Αρνείται ότι γνώριζε ότι οι εγγυητικές επιστολές που κατ' ισχυρισμό προσκόμισε ο κατηγορούμενος 2 ήταν πλαστές. Ουσιαστική για το θέμα αυτό ήταν η μαρτυρία της Όλγας Σωτηρίου, Μ.Κ.
  48. Η Μ.Κ.15 εργαζόταν από το 2005 στο ΤΕΠΑΚ και εκτελούσε καθήκοντα βοηθού γραμματειακού λειτουργού. Χρέη γραμματειακού λειτουργού εκτελούσε στο ίδιο τμήμα και η Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ.
  49. Κατά τον επίδικο χρόνο προϊστάμενος της μάρτυρας ήταν ο κατηγορούμενος
  50. Το γραφείο της μάρτυρας βρισκόταν δίπλα από το γραφείο του κατηγορουμένου
  51. Στον όροφο που βρισκόντουσαν το γραφείο του κατηγορουμένου 1 και της μάρτυρας υπήρχαν και άλλα γραφεία. Κανένα γραφείο δεν κλείδωνε. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά στην κατάθεσή της, "το γραφείο μου ως επίσης και το γραφείο του κ. Αχιλλίδη δεν κλειδώνεται ως και οι οδηγίες και κανένα γραφείο της Υπηρεσίας δεν κλειδώνεται, κλειδώνεται μόνο η εξωτερική πόρτα που έχει πρόσβαση σε όλα τα γραφεία". Ανάμεσα στα καθήκοντα της μάρτυρας ήταν η αρχειοθέτηση των εγγράφων. Από τη μαρτυρία της, προκύπτει ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη πρακτική ως προς τον τρόπον αρχειοθέτησης τους. Η μάρτυρας ισχυρίσθηκε αρχικά ότι όλα τα έγγραφα που παραδίδονταν στο Τμήμα της σφραγίζονταν και τοποθετείτο επί αυτών ημερομηνία παραλαβής τους. Στη συνέχεια όμως, όταν της υποδείχθηκε ότι τα έγγραφα των επιδίκων εγγυητικών δεν έφεραν σφραγίδες παραλαβής, αυτή διαφοροποίησε τη θέση της και ισχυρίσθηκε ότι δεν τοποθετείτο σφραγίδα επί των εγγυητικών επιστολών γιατί ήταν έγγραφα της Τράπεζας. Ερωτηθείσα γιατί δεν έβαζε σφραγίδα επί φωτοαντιγράφου του εγγράφου που παραλαμβανόταν, για να γνωρίζει κάποιος πότε παραλήφθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο, αυτή ανέφερε ότι δεν είχε οδηγία να πράξει κάτι τέτοιο και η ίδια δεν το είχε σκεφτεί από μόνη της. Τα έγγραφα, όταν καταχωρούνταν στους φακέλους, δεν αριθμούνταν και δεν ετοιμαζόταν κατάλογος εγγράφων. Ενόψει τούτου, δεν μπορούσε να γνωρίζει κάποιος κατά πόσο είχε προστεθεί ή αφαιρεθεί έγγραφο ή έγγραφα από τους φακέλους. Η καταχώριση των εγγράφων στους φακέλους δεν γινόταν αμέσως, αλλά μπορούσε να γίνει και μετά την παρέλευση εβδομάδων, λόγω του φόρτου εργασίας που είχε η μάρτυρας και η συνάδελφος της Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ.
  52. Η καταχώριση των εγγράφων στους φακέλους γινόταν με χρονολογική σειρά. Πρόσβαση στους φακέλους των εγγράφων είχαν, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, όσοι εισέρχονταν στο χώρο του γραφείου της, ως ανέφερε χαρακτηριστικά "όλη η Υπηρεσία". Τα γραφεία του ΤΕΠΑΚ δεν κλείδωναν. Ανάμεσα στα έγγραφα που παραδίδονταν στο γραφείο της ήταν και οι εγγυητικές επιστολές, τις οποίες η μάρτυρας θεωρούσε ως 'πολύ σημαντικά έγγραφα'. Στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, Ένδειξη Ξ1, η μάρτυρας ανέφερε ότι ' το περιεχόμενο των εγγυητικών δεν το διάβασε ποτέ της αφού δεν ήταν εκ των καθηκόντων της '. Στην κυρίως εξέταση της όταν ρωτήθηκε τι γνώριζε για τις εγγυητικές επιστολές του 2009, ανέφερε αρχικά ότι το μόνο που γνώριζε ήταν ότι έληγαν το 2010, '... για ανανέωση, τροποποίηση δεν είχε καμιάν ιδέα, ούτε ασχολείτο με τις εγγυητικές καθόλου΄. Αμέσως μετά δήλωσε, μετά από σχετική ερώτηση, ότι δεν γνώριζε ο,τιδήποτε σε σχέση με τη διαδικασία ρευστοποίησης τους, ενώ λίγο αργότερα είπε ότι ΄ ... δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη πάνω στην παρακολούθηση των εγγυητικών, δεν ήταν στα καθήκοντα της'. Κατά την αντεξέταση της διαφοροποίησε κάπως την πιο πάνω θέση και ισχυρίσθηκε ότι γνώριζε για το ποσό της κάθε εγγυητικής, την Τράπεζα, το όνομα της εταιρείας, σε ποιόν απευθυνόταν και τις υπογραφές. Αμέσως μετά διαφοροποίησε και πάλι μερικώς την τελευταία εκδοχή της και είπε ότι 'πρόσεχε' δύο μόνο στοιχεία, το ποσό και το όνομα που αναγράφονταν επί των συγκεκριμένων εγγράφων. H μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 2 επισκεπτόταν τα γραφεία τους και προσκόμιζε τις εγγυητικές επιστολές που αφορούσαν το κτίριο "Συμεών". Συγκεκριμένα προσκόμισε εγγυητικές επιστολές που αφορούσαν τα έτη 2009, 2010, 2011 και
  53. Η μάρτυρας θυμόταν τον κατηγορούμενο 2 που πήγαινε στο γραφείο τους για να παραλάβει τις εγγυητικές επιστολές που έληγαν και στη συνέχεια επέστρεφε για να προσκομίσει τις νέες εγγυητικές επιστολές. Ο κατηγορούμενος 2 πήγαινε στο γραφείο της για να παραλάβει την εγγυητική, την ημέρα που έληγε και την ιδίαν ημέρα ή την επομένη παρουσίαζε την ανανεωμένη. Το 2010 πριν την λήξη των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών η μάρτυρας, μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου 1, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 τηλεφωνικώς και του ζήτησε όπως προσκομίσει ανανεωμένες εγγυητικές. Ο κατηγορούμενος 2 προσήλθε στο γραφείο της, ζήτησε την πρωτότυπη εγγυητική του 2009 '... για να μπορέσει να την πάρει στην Τράπεζα και να τους φέρει καινούργια ανανεωμένη' και την επομένη μέρα της παρουσίασε ανανεωμένη εγγυητική για το
  54. Η μάρτυρας είχε ρωτήσει τον κατηγορούμενο 2 κατά πόσο θα έπρεπε να κρατήσει τη ληγμένη εγγυητική, γιατί τη θεωρούσε αρκετά σημαντική, αλλά αυτός της ανέφερε ότι ήταν πολιτική της Τράπεζας να παραλαμβάνει τη ληγμένη εγγυητική επιστολή προτού παραδώσει την ανανεωμένη. Αντεξεταζόμενη πότε παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2 την εγγυητική επιστολή που έληξε το 2010, είπε αρχικά ότι την παρέδωσε, όπως και τις υπόλοιπες, κατά την ημερομηνία που αυτή έληγε. Αργότερα διαφοροποίησε τη θέση της και είπε ότι η εγγυητική επιστολή μπορούσε να παραδοθεί στον κατηγορούμενο 2 και μια μέρα προηγουμένως. Όταν της υποδείχθηκε ότι η θέση που προέβαλε στην κυρίως εξέταση της ήταν διαφορετική, δικαιολόγησε τη διαφορά στις δύο εκδοχές, λέγοντας τα πιο κάτω: 'Αν απάντησα έτσι, επειδή δεν θυμούμαι τί είπα στην εξέταση της κυρίας Ιωαννίδου τότε την ημέρα που έληγε η εγγυητική'. Της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε κλήθηκε να παραλάβει την εγγυητική επιστολή το 2010 και ουδέποτε την παρέλαβε. Η μάρτυρας επέμενε στην αρχική της θέση και επανέλαβε αυτολεξεί τη συνομιλία που κατ' ισχυρισμό αυτή είχε με τον κατηγορούμενο 2 προτού του παραδώσει την εγγυητική επιστολή. Η Μ.Κ.15 στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στον Αστ. 3981, Α. Παπανεοκλέους, Μ.Κ.1, Ένδειξη Ξ2, ανέφερε ότι το έτος 2009 ο κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε τα γραφεία τους και της παρέδωσε την πρώτη εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου. Η μάρτυρας ζήτησε από το Τμήμα Προσφορών να παραλάβει τις εγγυητικές επιστολές για να τις επιβλέπει. Τόσο το Τμήμα Προσφορών όσο και το Τμήμα του Λογιστηρίου αρνήθηκαν να τις παραλάβουν και ανέφεραν στη μάρτυρα ότι το θέμα αυτό "δεν τους αφορούσε". Ενόψει τούτου η μάρτυρας ζήτησε οδηγίες από τον υπεύθυνό της, τον κατηγορούμενο 1 και ο τελευταίος της έδωσε οδηγίες να ανοίξει ένα ξεχωριστό φάκελο στον οποίο θα τοποθετούσε τις εγγυητικές, πράγμα το οποίο και έπραξε. Ο φάκελος αυτός φυλάττετο στο γραφείο του κατηγορουμένου 1, μετά από οδηγίες του τελευταίου, σε ξεχωριστό ερμάρι το οποίο "κλείδωνε με κλειδί". Στο φάκελο αυτό η μάρτυρας τοποθέτησε αρχικά τις δύο πρωτότυπες εγγυητικές επιστολές του
  55. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι κατά την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοροποίησε την τελευταία της θέση και κατέθεσε ότι το κλειδί βρισκόταν πάντα πάνω στο ερμάρι και το ερμάρι ήταν ξεκλείδωτο. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για τα έτη 2011,
  56. Ήταν η θέση της μάρτυρας ότι αποστέλλονταν στον κατηγορούμενο 2, επιστολές με τις οποίες του ζητούσαν να προσκομίσει ανανεωμένες εγγυητικές επιστολές. Όταν ο κατηγορούμενος 2 παραλάμβανε τις εν λόγω επιστολές, η μάρτυρας του ζητούσε όπως υπογράφει τα φωτοαντίγραφα των επιστολών αυτών ως απόδειξη του γεγονότος ότι τα παρέλαβε. Επρόκειτο για μία "πολιτική" που ακολουθείτο στο Τμήμα της σε σχέση με τις επιστολές που παραδίδοντο 'διά χειρός', να ζητείται η υπογραφή του παραλήπτη επί του αντιγράφου του εγγράφου που παρέμενε στο φάκελο για να είναι "... σίγουρη ότι η επιστολή παραλήφθηκε". Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε η επιστολή Τεκμήριο 78, που είναι η ίδια με το έγγραφο 25 του Τεκμηρίου 33, με την οποίαν ενημερωνόταν η Voltura Ltd ότι έληγε η εγγυητική επιστολή του 2012 και της ζητείτο όπως προσκομίσει ανανεωμένη. Η μάρτυρας αναγνώρισε ότι η υπογραφή επί του εγγράφου, κάτω από τη σημείωση 'received on behalf of Voltura Ltd', ήταν η υπογραφή του κατηγορουμένου 2, ο οποίος την παρέλαβε 'δια χειρός'. Ισχυρίσθηκε ότι η υπογραφή του εγγράφου έγινε στο γραφείο του κατηγορουμένου 1, στην παρουσία του τελευταίου και της ιδίας. Στην επιστολή αναγράφονται τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «Ανέγερση κτηρίου «ΣΥΜΕΩΝ» επί της οδού Βικτωρίας στην Λεμεσό - Εγγυητική Επιστολή Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, θα θέλαμε να σας υπενθυμίσουμε ότι η εγγυητική σας λήγει στις 7/12/
  57. Παρακαλώ όπως προβείτε άμεσα στην ανανέωση της εν λόγω εγγυητικής, η οποία να καλύπτει την περίοδο μέχρι την συμβατική ημερομηνία ολοκλήρωσης του κτηρίου. Με εκτίμηση Ζήνων Αχιλλίδης Προϊστάμενος Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας» Κατατέθηκε επίσης και η επιστολή Τεκμήριο 33, έγγραφο 120, που αφορούσε την ανανέωση της εγγυητικής επιστολής της Voltura Ltd που έληγε την 8.12.2012 και είναι παρομοίου περιεχομένου με την επιστολή, Τεκμήριο 33, έγγραφο
  58. Στο Τεκμήριο 33, έγγραφο 129 δεν υπάρχει σημείωση παραλαβής της, ούτε φέρει υπογραφή παραλήπτη. Η πιο πάνω επιστολή σύμφωνα με τη μάρτυρα στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην εταιρεία Voltura Ltd. Τέλη του 2013 ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, πήγε στο γραφείο της, έλαβε την πρωτότυπη εγγυητική επιστολή, που αφορούσε την εταιρεία Voltura Ltd, δεν παρουσίασε όμως ανανεωμένη εντός της ίδιας ή της επομένης μέρας. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα από το συνήγορο του κατηγορουμένου 2 ότι αυτός δεν μπορούσε να είχε παραλάβει την εγγυητική επιστολή στη λήξη της, ως ήταν η θέση της μάρτυρας, καθότι η ημέρα που έληγε ήταν Σάββατο. Αυτή απάντησε ότι δεν θυμόταν και πιθανολόγησε ο κατηγορούμενος 2 να είχε πάει την προηγουμένη μέρα, την Παρασκευή ή δύο μέρες αργότερα, τη Δευτέρα. Η μάρτυρας αδυνατούσε μεταξύ άλλων να εξηγήσει γιατί η Υπηρεσία της είχε αποστείλει από τη 25.11.2013 επιστολή προς τη Voltura Ltd, τεκμήριο 33, έγγραφο 25, για άμεση ανανέωση της εγγυητικής που έληγε πολλές μέρες αργότερα και συγκεκριμένα τη 08.12.
  59. Ρωτήθηκε μεταξύ άλλων πως θα μπορούσε να ανανεωθεί η εγγυητική προτού παραδοθεί η πρωτότυπη εφόσον, σύμφωνα βέβαια με τη δική της εκδοχή ο κατηγορούμενος 2 παραλάμβανε την εγγυητική κατά την ημέρα που αυτή έληγε και στη συνέχεια παρουσίαζε ανανεωμένη. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Αδυνατούσε επίσης να εξηγήσει γιατί η Υπηρεσία της είχε στείλει και την επιστολή ημερομηνίας 12.09.2012, Τεκμήριο 33 έγγραφο 129, προς την εταιρεία Voltura Ltd για ανανέωση της εγγυητικής επιστολής που έληγε αρκετές μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 07.12.2012 Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης της, τής υποβλήθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου 2, ότι ο τελευταίος ουδέποτε πήγε στο γραφείο της να λάβει εγγυητική επιστολή, αν το έπραττε κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι, με βάση την πρακτική που ακολουθείτο στο Τμήμα της, θα του ζητούσε να υπογράψει ότι την παρέλαβε. Η μάρτυρας ισχυρίσθηκε τότε ότι η πιο πάνω πρακτική ακολουθείτο μόνο για την περίπτωση των επιστολών και όχι των εγγυητικών επιστολών. Συμφώνησε όμως με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο επί του οποίου να υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 και που πιστοποιούσε την παραλαβή του εγγράφου από τον ίδιον. Ήταν η θέση της μάρτυρας ότι προτού παραδώσει τις πρωτότυπες εγγυητικές επιστολές στον κατηγορούμενο 2, έβγαζε φωτοτυπίες των εγγράφων αυτών. Τις φωτοτυπίες αυτές τις φύλαττε σε ένα ξεχωριστό φάκελο που ήταν στο γραφείο της. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της κατέθεσε ότι δεν είχε βγάλει φωτοτυπίες των εγγυητικών επιστολών για τα έτη 2009-2010 και 2010-
  60. Η πρακτική των φωτοτυπιών άρχισε αργότερα, το 2011, όταν έγινε κάποιο συμβάν στο Λογιστήριο. Έκτοτε, μετά από οδηγίες κάποιου υπαλλήλου του Λογιστηρίου, έβγαζε φωτοτυπίες των εγγυητικών επιστολών. Η Μ.Κ.15 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το όνομα του υπαλλήλου του λογιστηρίου που της ζήτησε να βγάζει φωτοαντίγραφα των επιστολών αυτών, ούτε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του συμβάντος που είχε προηγηθεί Τις φωτοτυπίες αυτές τις φύλλαττε σε φάκελο τύπου "box file". Τα πιο πάνω box files ήταν τοποθετημένα στις βιβλιοθήκες του γραφείου της. Η Μ.Κ.15, στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 8.12.2014, Ένδειξη Ξ2, η οποία λήφθηκε από τον αστυφύλακα Μ.Κ.1 είπε, μεταξύ άλλων, ότι ο φάκελος των εγγυητικών επιστολών δεν παραλήφθηκε από το Γενικό Ελεγκτή καθότι υπήρχαν σε αυτόν μόνο φωτοαντίγραφα. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Ο εν λόγω φάκελος των εγγυητικών δεν παραλήφθηκε από το Γενικό Ελεγκτή αφού έμεινα σε αυτόν μόνο ΦΩΤ/ΦΑ. Σήμερα ο εν λόγω φάκελος είναι στο γραφείο μου και μπορώ να σας τον παραδώσω.» Αντεξεταζόμενη για τα έγγραφα που παρέδωσε στην Αστυνομία είπε ότι δεν της ζητήθηκε να θέσει τη μονογραφή της επί των εγγράφων αυτών ούτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο παράδοσης εγγράφων. Η μάρτυρας καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι παρέδωσε το φάκελο με τις φωτοτυπίες των εγγυητικών επιστολών την 8.12.2014 στο Μ.Κ.
  61. Του έδωσε τον εν λόγω φάκελο, στην παρουσία του συζύγου της. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι δεν παρέδωσε τα φωτοαντίγραφα με τις εγγυητικές επιστολές στο Μ.Κ.
  62. Αυτή όμως επέμενε στην αρχική της θέση και πρόσθεσε σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της, προς ενίσχυση της θέσης της, ότι παρόντες κατά την παράδοση των πιο πάνω εγγράφων, δεν ήταν μόνο ο σύζυγός της αλλά και μία γυναίκα αστυνομικός. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι ενώ έδιδε τον εν λόγω φάκελο στο Μ.Κ.1 του είπε κατά λέξη "σου δίνω το φάκελο έχω μάρτυρα το σύζυγό μου ότι σου δίνω αυτό το φάκελο". Ο σύζυγος της την ανέμενε στο γραφείο της καθότι ως ανέφερε, ' ... είχε νυχτώσει, ήταν αργά και με περίμενε στο γραφείο να πάω με την Αστυνομία και ήταν μαζί μου μέσα στο γραφείο την ώρα που παράδωνα τον φάκελο'. Ερωτηθείσα κατά πόσο υπήρχε εκεί κάποιο άλλο άτομο, πέραν του συζύγου της και της αστυνομικού αυτή απάντησε αρνητικά και είπε ότι '... ήταν ήδη αρκετά αργά, το υπόλοιπο προσωπικό είχε σχολάσει. Ήταν γύρω στις 06:00 το απόγευμα.' Αντεξεταζόμενη σε σχέση με τον αριθμό των φωτοαντιγράφων των εγγυητικών επιστολών που υπήρχαν μέσα στο φάκελο που έδωσε στην αστυνομία αυτή είπε αρχικά ' δεν θυμούμαι τώρα, 2-3', και πρόσθεσε στη συνέχεια ότι ' δεν μπορούσε να απαντήσει για κάτι που έγινε πριν δύο χρόνια'. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης της είπε ότι στο φάκελο με τα φωτοαντίγραφα των εγγυητικών, υπήρχαν και φωτοαντίγραφα άλλων εγγυητικών επιστολών ΄... επιπλώσεις, εγγυητικών από κατασκευαστικά έργα μαζί με τα αντίγραφα των κτιρίων ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ'. Ερωτηθείσα πόσα φωτοαντίγραφα εγγυητικών επιστολών υπήρχαν στο φάκελο αύξησε τον αριθμό σε ' 3 ή 5'. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ουδέποτε είχε δώσει στην αστυνομία φάκελο με φωτοαντίγραφα των επιδίκων εγγυητικών επιστολών, εκείνη όμως επέμενε στην αρχική της θέση. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η πιο πάνω θέση της, ότι παρέδωσε το φάκελο με τις φωτοτυπημένες εγγυητικές επιστολές στο Μ.Κ.1 δεν συνάδει με τη μαρτυρία του τελευταίου, που αρνήθηκε ότι έλαβε τον πιο πάνω φάκελο. Εκτενή αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 θα κάνουμε σε μεταγενέστερο στάδιο. Υποδείχθηκαν στη Μ.Κ.15 τα τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ και αυτή τα αναγνώρισε ως τις εγγυητικές που αφορούσαν τις δύο εταιρείες, Voltura Ltd και GVG Trading Ltd. Της υποδείχθηκαν επίσης τα έγγραφα 1 και 2 του Τεκμηρίου 6 και αυτή αναγνώρισε ότι επρόκειτο για ηλεκτρονικό σημείωμα που στάληκε από την ιδίαν στη Μαρία Τέκλου, Μ.Κ.4, στο Λογιστήριο του Πανεπιστημίου, δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέστειλε τα πιο πάνω έγγραφα. Στη μάρτυρα υποδείχθηκε το Τεκμήριο 78 και αυτή πιθανολόγησε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο στάλθηκε είτε από την ιδίαν είτε από τη Μαρίκα Νικολάου Μ.Κ. 18, στο Λογιστήριο του Πανεπιστημίου. Υπενθυμίζουμε ότι το Τεκμήριο 78 είναι η επιστολή την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 και αφορά την ανανέωση της εγγυητικής επιστολής της εταιρείας Voltura Ltd που έληγε το Δεκέμβριο του
  63. Ο Γενέθλιος Γενεθλίου Μ.Κ.5 κατέθεσε ότι η Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, τους έστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το Τεκμήριο
  64. Το εν λόγω έγγραφο αναγνώρισε και η Χριστιάνα Κωνσταντίνου, Μ.Κ.6, ως το έγγραφο που τους είχε αποστείλει η Μ.Κ.15, μέσω σαρωτή, μαζί με την επιστολή που είχε αποστείλει ο κατηγορούμενος 1 στη Voltura Ltd και της υπενθύμιζε τη λήξη της εγγυητικής επιστολής. Η Μαρία Τέκλου, Μ.Κ.4, κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι κατά το 2012 φαινόταν στα βιβλία του Πανεπιστημίου ότι είχαν στο λογαριασμό προκαταβολών ένα μεγάλο ποσό, το ποσό των €850.000, για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι που δεν αποτελούσε "συνήθη διαδικασία". Η μάρτυρας απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος την καθησύχασε ότι το θέμα των προκαταβολών "θα ξεκαθάριζε σύντομα". Αυτά που της είχε πει προφορικά η μάρτυρας του τα ζήτησε και γραπτώς για να τα δείξει στην Ελεγκτική Υπηρεσία. Ανταλλάγησαν ηλεκτρονικά μηνύματα για επιβεβαίωση της συνομιλίας που είχαν και ο κατηγορούμενος 1 έδωσε τότε οδηγίες στην Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, να της αποστείλει αντίγραφα των δύο εγγυητικών επιστολών, για τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ". Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της η μάρτυρας πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος 1 της απέστειλε τις επιστολές για να της δείξει ότι "υπάρχουν εγγυητικές οι οποίες διασφαλίζουν το Πανεπιστήμιο στη μη ολοκλήρωση των εργασιών". Η Μ.Κ.4 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3Α και 3Γ ως τα έγγραφα που της απέστειλε η Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.
  65. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 3Β ως το έγγραφο που απέστειλε η Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, στο συνάδελφό της Γενέθλιο Γενεθλίου, Μ.Κ.
  66. Αναφορά σε εγγυητικές επιστολές οι οποίες ανανεωνόντουσαν κάθε έτος μέχρι και το έτος 2012 γίνεται και στο σημείωμα που απέστειλε ο Ιωάννης Βακανάς, Μ.Κ.12, μέσω του κατηγορουμένου 1, στον αναπληρωτή Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου, Τεκμήριο
  67. Στο σημείωμα, το οποίο φέρει ημερομηνία 4.4.2013 αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το Συμβόλαιο Ενοικίασης του κτηρίου περιλάμβανε την προμήθεια και τοποθέτηση ειδικού εξοπλισμού και επιπλέον εργασιών αξίας €496.319,50 + ΦΠΑ. Το Πανεπιστήμιο μετά από απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής κατέβαλε το 80% του συγκεκριμένου ποσού (€397.055 + ΦΠΑ) έναντι τραπεζικής εγγύησης η οποία ανανεωνόταν μέχρι το Δεκέμβριο του
  68. (Επισυνάπτεται η απόφαση της ΔΕ ως Παράρτημα Δ). Με την παραλαβή του έργου εκτιμάται ότι έχει εκτελεστεί ένα μέρος των εργασιών αυτών αξίας €454.207 + ΦΠΑ (επισυνάπτεται σχετικό σημείωμα ημερ. 27/03/2013 ως Παράρτημα Ε)». Σε σχέση με την αυθεντικότητα των επιδίκων εγγυητικών επιστολών, κατέθεσαν οι Ελένη Κατσιολούδη, Μ.Κ.8, Σταύρος Τάκη, Μ.Κ.10 και Σωτήρης Δημοσθένους, Μ.Κ.11, που εξήγησαν τους λόγους που κατά την άποψή τους τα τρία έγγραφα που τιτλοφορούνταν ως "εγγυητικές επιστολές", Τεκμήρια 3Α, 3Β, 3Γ δεν είχαν εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Η Ελένη Κατσιολούδη, Μ.Κ.8, διευθύντρια του Κέντρου Εμπορικών Συναλλαγών της Τράπεζας Κύπρου για τις επαρχίες Λεμεσού - Πάφου που είναι το Τμήμα που ασχολείται με την έκδοση εγγυητικών επιστολών, ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ δεν ήταν αντίγραφα αυθεντικών εγγυητικών επιστολών, καθότι τέτοια έγγραφα δεν ήταν καταχωρημένα στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Τράπεζας Κύπρου. Παρά το γεγονός ότι τα έγγραφα έφεραν λογότυπο της Τράπεζας Κύπρου, οι υπάλληλοι της Τράπεζας που φέρεται να υπόγραψαν, Σταύρος Τάκη Μ.Κ.10 και Σωτήρης Δημοσθένους Μ.Κ.11, δεν ήταν τοποθετημένοι στο αρμόδιο τμήμα και δεν ήταν δυνατό να το είχαν υπογράψει. Περαιτέρω δεν είχαν δικαίωμα να υπογράψουν τέτοια εγγυητική επιστολή ούτε μπορούσαν να αποδεσμεύσουν εντός του συστήματος (IMEX) τέτοιο ποσό. Στο σύστημα της Τράπεζας IMEX μόνο συγκεκριμένα εξουσιοδοτούμενα άτομα μπορούσαν να κάνουν αποδεσμεύσεις και για συγκεκριμένα ποσά ο καθένας. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3Β, παρατήρησε ότι αυτή έφερε τον ίδιο αριθμό με την εγγυητική επιστολή Τεκμήριο 81, που επρόκειτο για την πρώτη εγγυητική που είχε εκδοθεί και ήταν αυθεντική. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3Β έμοιαζε με αυτό του Τεκμηρίου 81 εκτός από μια παράγραφο που έλειπε. Από τη στιγμή επομένως που το περιεχόμενο ήταν διαφορετικό, θα έπρεπε ταυτόχρονα το Τεκμήριο 3Β να φέρει διαφορετικό αύξοντα αριθμό, πράγμα που δεν συνέβαινε. Η ημερομηνία έκδοσης του Τεκμηρίου 3Β, δηλαδή η 8.12.2012 ήταν ημέρα Σάββατο και δεν ήταν δυνατό να είχε εκδοθεί εγγυητική επιστολή εκείνη την ημέρα. Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι το Τεκμήριο 78 που έχει το ίδιο περιεχόμενο με το Τεκμήριο 3Β, αποτελεί έγχρωμη φωτοτυπία και το αντιλήφθηκε λόγω της αφής του, αφού πρόκειται για πολύ λεπτό φύλλο χαρτιού. Τα ίδια περίπου αναφέρονται στην επιστολή του Κωνσταντίνου Τσολάκη, Γενικού Ελεγκτή του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 18.12.2013, Τεκμήριο 18, το οποίο κατατέθηκε από το Μ.Κ.1 και το περιεχόμενο του οποίου αναγνώρισε και υιοθέτησε η Μ.Κ.
  69. Ο Σταύρος Τάκη, Μ.Κ.10, υπηρέτησε στο Κέντρο Εμπορικών Συναλλαγών από το Μάρτη του 2009 μέχρι το Μάιο του 2012 που είναι και το μόνο τμήμα στη Λεμεσό που δικαιούται να εκδίδει εγγυητικές επιστολές. Αφυπηρέτησε από την Τράπεζα Κύπρου τον Αύγουστο του
  70. Το όνομα του εν λόγω μάρτυρα ως επίσης του συναδέλφου του Μ.Κ.11, αναγράφονται στα Τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ, φέροντας τα, να ήταν τα άτομα που τις υπέγραψαν. Ο Μ.Κ.10 ανέφερε επιπρόσθετα των όσων ανέφερε η Μ.Κ.8 ότι ο Σωτήρης Δημοσθένους Μ.Κ.11 και ο ίδιος δεν είχαν δικαίωμα υπογραφής σε εγγυητικές επιστολές για τα ποσά που αναγράφονται στα Τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ. Επιπλέον κατά το χρόνο έκδοσης των Τεκμηρίων 3Α, 3Β και 3Γ, τόσο ο ίδιος όσο και ο Μ.Κ.11, δεν υπηρετούσαν στο Κέντρο Εμπορικών Συναλλαγών. Τέλος, ο Μ.Κ.10 ανέφερε ότι το έγγραφο 132 του Τεκμηρίου 33 που έχει το ίδιο περιεχόμενο με το Τεκμήριο 3Α, αποτελεί έγχρωμη φωτοτυπία και δεν είναι το πρωτότυπο εγγυητικής επιστολής. Παρομοίου περιεχομένου ήταν και η μαρτυρία του Σωτήρη Δημοσθένους, Μ.Κ.
  71. Ο Αστ. 3981 Α. Παπανεοκλέους, Μ.Κ.1, ήταν ένας εκ των ανακριτών της υπόθεσης, το πρόσωπο που παρέλαβε και διακίνησε τα πλείστα τεκμήρια της υπόθεσης, έλαβε καταθέσεις από τους υπόπτους και διαφόρους μάρτυρες και το πρόσωπο που σύμφωνα με τη Μ.Κ.15 παρέλαβε το φάκελο με τις φωτοτυπίες των εγγυητικών επιστολών που κατ' ισχυρισμό της παρέδιδε ο κατηγορούμενος
  72. Ο μάρτυρας, ως αναφέραμε και πιο πάνω, αρνήθηκε ότι παρέλαβε τις εν λόγω φωτοτυπίες από τη Μ.Κ.
  73. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.1 στην γραπτή κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι τη 14.11.2014 προσήλθε στα γραφεία του ΤΑΕ ο Κώστας Χόππας, Μ.Κ.3, Διευθυντής Διοίκησης στο ΤΕΠΑΚ και κατήγγειλε τον εντοπισμό πλαστού εγγράφου και του παρέδωσε φωτοαντίγραφο πλαστής εγγυητικής επιστολής, με αριθμό 00393-02-0016381, με ημερομηνία έκδοσης τη 8.12.2012 και λήξης την 7.12.
  74. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας αναγνώρισε την πιο πάνω εγγυητική επιστολή, πρόκειται για το Τεκμήριο 3Β. Την 27.11.2014 ο Μ.Κ.1 μετέβη στα γραφεία του Γενικού Ελεγκτή και παρέλαβε από την Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, φωτοαντίγραφο τραπεζικής εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας Κύπρου, με αριθμό 00393-02-0016361, με ημερομηνία έκδοσης την 08.12.2012 και λήξης την 07.12.
  75. Λίγες μέρες αργότερα μετέβη εκ νέου στα γραφεία του Γενικού Ελεγκτή και η Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, του παρέδωσε το φάκελο του κτιρίου Καλυψώ, Τεκμήριο
  76. Ο φάκελος περιείχε, μεταξύ άλλων εγγράφων, δύο εγγυητικές επιστολές της Τράπεζας Κύπρου, με αριθμούς 00393-02-0016372 και 00393-02-0016381 που έληγαν τη 08.09.2012 και τη 08.12.2012 αντίστοιχα. Η δεύτερη εγγυητική επιστολή αφορούσε τη Voltura Ltd. Ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω επιστολές, Τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ, που σύμφωνα με την εκδοχή του τού παραδόθησαν κάτω από τις περιστάσεις που περιγράψαμε πιο πάνω. Το Τεκμήριο 3Α αντιστοιχεί στην εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 08.12.2011, το Τεκμήριο 3Β στην εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 08.12.2012 και το Τεκμήριο 3Γ στην εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 08.09.
  77. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας είπε ότι την 27.11.2014, όταν μετέβη στα γραφεία του Γενικού Ελεγκτή, παρέλαβε από τη Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, το φάκελο της εταιρείας Voltura Ltd, Τεκμήριο
  78. Ο φάκελος που παρέλαβε ήταν "αναρχειοθέτητος", δεν υπήρχε ημερολόγιο καταγραφής των εγγράφων του φακέλου. Εντός του φακέλου υπήρχαν έγγραφα με "διάσπαρτες ημερομηνίες". Υπήρχε φωτοαντίγραφο εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας Κύπρου που έφερε τον αριθμό 00393-02-0016381 με ημερομηνία έκδοσης την 8.12.2012 και λήξης την 7.12.
  79. Την ιδίαν ημέρα, 27.11.2014, η Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.1, ενημέρωσε τον τελευταίο ότι εντός του φακέλου που αφορούσε το κτίριο "Καλυψώ", Τεκμήριο 32 είχε εντοπίσει ακόμη δύο εγγυητικές επιστολές, οι οποίες θεωρήθηκαν ύποπτες καθότι με βάση την ενημέρωση που είχε η Αστυνομία από την Τράπεζα Κύπρου, οι μόνες εγγυητικές επιστολές που είχαν εκδοθεί ήταν αυτές του 2009 που έληγαν το
  80. O MK1 δεν παρέλαβε τον πιο πάνω φάκελο την ίδια μέρα που έλαβε την ενημέρωση, αλλά αρκετές μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 9.12.
  81. Ο λόγος που δεν τον παρέλαβε ήταν γιατί η Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, δεν είχε ολοκληρώσει μέχρι τότε τον έλεγχο των φακέλων. Η κατάσταση του φακέλου Τεκμήριο 32, που παρέλαβε ο μάρτυρας από τη Μ.Κ.20, λίγες μέρες αργότερα, ήταν παρόμοια, σύμφωνα πάντα με τον ίδιον, με την κατάσταση του Τεκμηρίου
  82. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι όλοι οι φακέλοι που παρέλαβε από τη Ρένα Αντωνιάδου και αφορούσαν την Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας του ΤΕΠΑΚ ήταν αναρχειοθέτητοι, τα έγγραφα ήταν καταχωρημένα στους φακέλους χωρίς χρονολογική σειρά και δεν υπήρχε ημερολόγιο καταγραφής των εγγράφων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι από αρκετά έγγραφα των Τεκμηρίων 32 και 33, έλειπαν σελίδες σε κάποιες περιπτώσεις τις εντόπισε κάπου αλλού, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τις εντόπισε συνδεδεμένες με άλλα έγγραφα ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν εντόπισε καθόλου τις σελίδες που απουσίαζαν. Κάποια έγγραφα έφεραν σφραγίδες και κάποια όχι. Ο μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 2 ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κάποιος κατά πόσο ' ένα έγγραφο προστέθηκε ή αφαιρέθηκε από το φάκελο'. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι η Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία περίγραψε τους εν λόγω φακέλους, Τεκμήρια 32 και 33 ως 'αναρχειοθέτητους', ενώ ανέφερε στο Μ.Κ.1 ότι του παρέδωσε τους φακέλους στην κατάσταση που τους είχε παραλάβει και η ίδια. Η Μ.Κ.20 είχε παραλάβει τους φακέλους από την Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.
  83. Η τελευταία, ήτοι η Μ.Κ.15, προέβαλε μια εντελώς διαφορετική θέση. Ισχυρίσθηκε ότι όταν παρέδωσε τα έγραφα στο Γενικό Ελεγκτή τα έγγραφα ήταν καταχωρημένα στο φάκελο με χρονολογική σειρά. Κατά την αντέξεταση ζητήθηκε από το Μ.Κ.1 να εντοπίσει στο Τεκμήριο 33, το φωτοαντίγραφο της εγγυητικής επιστολής, ημερομηνίας 8.12.2012, με αριθμό 00393-02-0016381 στο οποίο είχε αναφερθεί και είχε αναγνωρίσει ως το Τεκμήριο 3Β. Ο μάρτυρας εξέτασε το φάκελο και κατέθεσε ότι εντός αυτού δεν υπήρχε η συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή. Η εγγυητική επιστολή, σύμφωνα πάντα με τον ίδιον, βρισκόταν εντός του φακέλου που αφορούσε το κτίριο "Καλυψώ", Τεκμήριο
  84. Του δόθηκε τότε ο φάκελος Τεκμήριο 32 και του ζητήθηκε να εντοπίσει την εν λόγω εγγυητική επιστολή, μετά από έλεγχο του φακέλου ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι ούτε και σε εκείνο το φάκελο βρισκόταν η εν λόγω εγγυητική επιστολή. Αμέσως μετά δικαιολογήθηκε για την απουσία του εν λόγω εγγράφου λέγοντας ότι οι τρεις επίδικες εγγυητικές επιστολές είχαν αφαιρεθεί από τους φακέλους για να βγουν αντίγραφα και τοποθετήθηκαν σε ξεχωριστό φάκελο, ενώ αμέσως μετά ανέφερε ότι αυτό έγινε για να γίνουν οι αναγκαίες εξετάσεις. Του υποδείχθηκε τότε ότι η μόνη εγγυητική που απουσίαζε ήταν αυτή που έφερε ημερομηνία 08.12.2012 και ότι οι άλλες δύο ήταν εντός του φακέλου. Του ζητήθηκε να δώσει εξηγήσεις για το γεγονός αυτό και αυτός ισχυρίσθηκε ότι είχαν απομονώσει μόνο ένα αντίγραφο από κάθε εγγυητική που παρέλαβαν, τα υπόλοιπα αντίγραφα παρέμειναν στους φακέλους. Η ενέργεια αυτή, ήτοι η αφαίρεση των εγγυητικών από τους φακέλους και η τοποθέτηση τους σε άλλο, ξεχωριστό φάκελο δεν έχει καταγραφεί στην κατάθεση του, σε κάποιο ημερολόγιο ενεργείας, σε κάποιο σημείωμα, δεν έχει καταγραφεί οπουδήποτε. Την επομένη δικάσιμο και ενώ συνεχιζόταν η αντεξέταση του Μ.Κ.1 από το συνήγορο του κατηγορουμένου 2, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι οι εγγυητικές Τεκμήρια 3Α και 3Γ, μετά τη φωτοτύπηση τους τοποθετήθηκαν σε ξεχωριστό φάκελο και στη συνέχεια επιστράφηκαν στους φακέλους, Τεκμήρια 32 και
  85. Ζητήθηκε στη συνέχεια από το μάρτυρα να εντοπίσει εντός των φακέλων την εγγυητική επιστολή, Τεκμήριο 3Γ. Αυτός διεξήλθε τους φακέλους για αρκετή ώρα δεν κατέστη δυνατό όμως να εντοπίσει το εν λόγω Τεκμήριο. Εντόπισε ένα έγγραφο παρόμοιο, έγγραφο 117 του Τεκμηρίου 33, διέφερε όμως από το Τεκμήριο 3Γ καθότι στο τελευταίο υπήρχαν κάποιες σημειώσεις που δεν υπήρχαν στο έγγραφο 117 του Τεκμηρίου
  86. Κατέθεσε τότε ότι το Τεκμήριο 3Γ φωτοτυπήθηκε από κάποιο άλλο έγγραφο. Ο Μ.Κ.1 αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι "οι ύποπτες" εγγυητικές επιστολές δεν υποβλήθηκαν σε οποιαδήποτε γραφολογική εξέταση. Θεωρήθηκαν από την Αστυνομία πλαστές καθότι στις δύο εκ των τριών εγγυητικών επιστολών, η ημερομηνία έκδοσής τους ήταν Σάββατο, ήτοι σε μη εργάσιμη για τις Τράπεζες ημέρα, οι δύο εγγυητικές επιστολές αυτές που αφορούσαν το κτίριο "Συμεών" έφεραν τον ίδιο αριθμό, κάτι το οποίο ήταν αδύνατο να γίνει ενώ τα άτομα που φέρονταν να είχαν υπογράψει τις εγγυητικές επιστολές, δεν είχαν δικαίωμα, σύμφωνα με τις γραπτές καταθέσεις που τους λήφθηκαν, να υπογράψουν εγγυητικές επιστολές τέτοιου ύψους ποσού. Σε κάποιο άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι η μόνη εγγυητική επιστολή που υποδείχθηκε στους μάρτυρες που εμπλέκονταν με την παρούσα υπόθεση ήταν η εγγυητική επιστολή που είχε παραδοθεί στην Αστυνομία από τον Κώστα Χόππα, Μ.Κ.
  87. Υποδείχθηκε στο Μ.Κ.1 από το συνήγορο του κατηγορουμένου 2, το έγγραφο 132 του Τεκμηρίου
  88. Υπενθυμίζουμε ότι το Τεκμήριο 33 ήταν ο φάκελος του κτιρίου Συμεών. Πρόκειται για εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, με αριθμό 00393-02-0016381, με ημερομηνίας έναρξης την 08.12.2011 και λήξης την 08.12.2012, τυπωμένη σε έγχρωμο χαρτί, με φόντο το λογότυπο «Κοινό Κυπρίων», υπογεγραμμένη και σφραγισμένη από δύο πρόσωπα, τους Τάκη Σταύρου κα Σωτήρη Δημοσθένους. Οι υπογραφές είναι με μπλε μελάνι. Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι το πιο πάνω έγγραφο επρόκειτο για φωτοτυπία δεν ήταν σε θέση όμως να υποστηρίξει τη θέση του. Παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν υποβλήθηκε σε οποιεσδήποτε επιστημονικές εξετάσεις για να εξετασθεί κατά πόσο επρόκειτο για φωτοτυπία ή όχι, επέμενε όμως ότι επρόκειτο για φωτοτυπία λόγω της 'ενημέρωσης' που είχε από την Τράπεζα ότι το 'το έγχρωμο φωτοαντίγραφο λογικό θα έπρεπε να ήταν σε άλλης ποιότητας χαρτί'. Ισχυρίσθηκε ότι την πιο πάνω ενημέρωση την έλαβε από την υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου, Ελένη Κατσιολούδη, Μ.Κ.
  89. Στη συνέχεια όμως παραδέχθηκε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο είχε δείξει το πιο πάνω έγγραφο στη Μ.Κ.
  90. Κατέθεσε ότι η τελευταία του είχε περιγράψει απλώς, προφορικά, πως θα έπρεπε να ήταν μια αυθεντική εγγυητική επιστολή. Η Μ.Κ.8 δεν του υπέδειξε το χαρτί οποιασδήποτε αυθεντικής επιστολής. Αυτή την περιγραφή ο μάρτυρας δεν την κατέγραψε οπουδήποτε. Παραδέχθηκε επίσης ότι το εν λόγω έγγραφο δεν υποδείχθηκε στα δύο πρόσωπα, των οποίων τα ονόματα αναγράφονται στο έγγραφο. Ο μάρτυρας μετά από μακρά αντεξέταση παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει το έγγραφο 132 του Τεκμηρίου 33 να μην ήταν φωτοτυπία αλλά πρωτότυπο έγγραφο. Ο μάρτυρας αντεξέτάσθηκε και για το φάκελο με τις φωτοτυπημένες εγγυητικές επιστολές που σύμφωνα με την Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, παρέδωσε σε αυτόν. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι παρέλαβε τον εν λόγω φάκελο, περιγράφοντας δε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη ημέρα είπε τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: '. Αφού παραλάβαμε κάποια τεκμήρια μεταβήκαμε στα γραφεία του ΤΑΕ, ακολούθησε κατάθεση και από τις δύο, η Όλγα Σωτηρίου μας ανέφερε ότι υπάρχει αυτός ο φάκελος, έληξε η κατάθεση, μεταβήκαμε πίσω για να τις πάρουμε πίσω αφού εμείς τις οδηγήσαμε στα γραφεία του ΤΑΕ. Ο φάκελος που αναφερόταν ήταν τρία φωτοαντίγραφα τα οποία δεν παραλάβαμε.' Σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας του παραδέχθηκε ότι η Μ.Κ.15 του είχε αναφέρει για τις εγγυητικές επιστολές που της παρέδιδε ο κατηγορούμενος 2, ότι αυτή τις φωτοτυπούσε και τις τοποθετούσε σε ξεχωριστό φάκελο. Παραδέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος πήγε στο γραφείο των Μ.Κ.15 και Μ.Κ.18 με σκοπό να παραλάβει τον εν λόγω φάκελο αλλά τελικά δεν τον πήρε και έφυγε. Εξήγησε στη συνέχεια ότι ο λόγος που δεν παρέλαβε το φάκελο από τη Μ.Κ.15 ήταν γιατί η Αστυνομία είχε ήδη στην κατοχή της φωτοτυπίες των εν λόγω εγγυητικών επιστολών. Λίγο αργότερα πρόσθεσε ότι τα πιο πάνω φωτοαντίγραφα τα βρήκαν '... σε αρκετά γραφεία σε αρκετές διευθύνσεις του ΤΕΠΑΚ. Το ίδιο συνέβη και στο λογιστήριο και το ίδιο συνέβηκε και με τη νομική σύμβουλο και σε όλα τα γραφεία'. Ερωτηθείς γιατί δεν τα περισύλλεξαν όλα για να τα συγκρίνουν μεταξύ τους, ο μάρτυρας είπε ότι είχαν ήδη αρκετά αντίγραφα των εγγυητικών αυτών επιστολών. Του ζητήθηκε να περιγράψει το φάκελο που του πρότεινε η Μ.Κ.15 να του δώσει, αυτός όμως δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιονδήποτε στοιχείο, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, 'δεν θυμόταν'. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 του υπενθύμισε τότε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους, αυτός του είχε αναφέρει ότι επρόκειτο για ένα 'διαφανή' φάκελο. Ο Μ.Κ.1 έδωσε τότε την πιο κάτω απάντηση την οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: 'Θυμάμαι διάφανο φάκελο αλλά δεν θυμάμαι αν ήταν φάκελος, αν ήταν διάφανος ή σε φάκελο. Δεν θυμάμαι.' Ο μάρτυρας δεν ήταν περαιτέρω σε θέση να θυμηθεί που βρισκόταν αυτός ο φάκελος, σε ποιο σημείο του γραφείου της Μ.Κ.
  91. Ερωτηθείς κατά πόσο στη σκηνή βρισκόταν και κάποιος άλλος, πέραν του ιδίου και της Μ.Κ.15, αυτός απάντησε ότι ήταν και μία συνάδελφος του, δεν ήταν σε θέση όμως να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την ταυτότητα της. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι λογικά στη σκηνή πρέπει να ήταν και η Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ. 18, καθότι 'επέστρεψαν και τις δύο μαζί στα γραφεία τους'. Ούτε και αυτή η ενέργεια καταγράφηκε οπουδήποτε από την Αστυνομία, ήτοι ότι η Μ.Κ.15 κατείχε φωτοτυπίες των εγγυητικών επιστολών που τις είχε παραδώσει ο κατηγορούμενος 2, με βάση βέβαια τους δικούς της ισχυρισμούς και ότι προθυμοποιήθηκε να τις δώσει στο μάρτυρα. Ισχυρίσθηκε όμως ότι την πιο πάνω απόφαση του την κοινοποίησε την ιδίαν ώρα στον υπεύθυνο του, τον Λοχία 32, ήτοι στο Μ.Κ.
  92. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο Μ.Κ.2 δεν εξετάσθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου. Ο Μ.Κ.1 αντεξετάσθηκε και σε σχέση με τη δήλωση της Μ.Κ.15 ότι είχε καταχωρίσει 'υπενθύμιση' στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της, μετά από οδηγίες του προϊσταμένου της, κατηγορουμένου 1, για να υπενθυμίσει τον κατηγορούμενο 2, να προσκομίσει ανανεωμένες εγγυητικές επιστολές. Ο μάρτυρας πληροφορήθηκε για την πιο πάνω δήλωση δεν προέβη όμως σε οποιαδήποτε ενέργεια για να εξετάσει κατά πόσο η πιο πάνω θέση ευσταθούσε ή όχι. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και δεν έχει αμφισβητηθεί προκύπτει επίσης ότι λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 5.12.2014, εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 για τα αδικήματα της συνωμοσίας, της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, της κατάχρησης εξουσίας και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε την 5.12.2014 και ο κατηγορούμενος 2 την 7.12.
  93. Από τον κατηγορούμενο 1 λήφθηκαν τέσσερεις συνολικά καταθέσεις. Η πρώτη κατάθεση ημερομηνίας 17.11.2014, αφορούσε τις εγγυητικές επιστολές της εταιρείας Voltura Ltd. Στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η εταιρεία Voltura Ltd είχε εκδώσει προς το ΤΕΠΑΚ εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου με την οποία εξασφάλιζε τα χρήματα που της είχαν δοθεί ως προκαταβολή, ήτοι ανέγερση του κτιρίου "Συμεών", το κτίριο "αδυνατούσε να ολοκληρωθεί αφού υπήρχαν προβλήματα με τις οικοδομικές άδειες κ.ά. προβλήματα". Η εγγυητική των €404.534,12 ανανεωνόταν κάθε χρόνο και η Voltura Ltd κατέθεσε το αυθεντικό στη Γραμματεία της Υπηρεσίας Διοίκησης Περιουσίας. Το 2013 η Voltura Ltd παρέλαβε την αυθεντική εγγυητική επιστολή του 2012 για να εξασφαλίσει την καινούργια εγγυητική επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου. Η Voltura Ltd καθυστέρησε να προσκομίσει τη νέα εγγυητική και αυτό ώθησε το ΤΕΠΑΚ με επιστολή του να ζητήσει την εξαργύρωση των χρημάτων της εγγυητικής επιστολής από την Τράπεζα Κύπρου. Η Τράπεζα Κύπρου ενημέρωσε το ΤΕΠΑΚ ότι δεν υπήρχε εγγυητική επιστολή για τη χρονική περίοδο 2012-
  94. Το ΤΕΠΑΚ κάλεσε τον υπεύθυνο της εταιρείας ο οποίος ανέλαβε να προσκομίσει εντός μίας εβδομάδας νέα εγγυητική επιστολή. Η δεύτερη κατάθεση λήφθηκε την 5.12.2014 - 6.12.2014 στα πλαίσια διερεύνησης από την Αστυνομία των αδικημάτων της συνωμοσίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, πλαστογραφίες, δεκασμού δημοσίου λειτουργού, κατάχρησης εξουσίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε και τα πιο κάτω σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι εγγυητικές επιστολές, Τεκμήρια 81 και 82, τα οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια: «Οι λόγοι που δόθηκαν προκαταβολές στη Κτήρια Καλυψώ και Συμεών, ήταν νομίζω οι εξής: στο κτήριο Συμεών όσο και Καλυψώ δόθηκαν προκαταβολές από το Πανεπιστήμιο όχι κατ΄ αιτήματος του ιδιοκτήτη αλλά με σκοπό να υπάρχει καλύτερη απορρόφηση του προϋπολογισμού για το έτος 2009 δεδομένου ότι το Πανεπιστήμιο ειδοποιήθηκε από το Υπουργείο ότι θα έχει αισθητή μείωση προϋπολογισμού κατά το έτος
  95. Σας παραπέμπω για το θέμα αυτό στις σχετικές αποφάσεις της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου για την περίοδο εκείνη. Για τον σκοπό αυτό η Διοικούσα Επιτροπή αποφάσισε να δώσει προκαταβολές επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό του 2009 έναντι Τραπεζικών Εγγυήσεων. Ο Γιώργος συμφώνησε και ως εκ τούτου μας έφερε Τραπεζικές Εγγυήσεις που κάλυπταν το 80% του κόστους των εκτιμωμένων επιπρόσθετων εργασιών και εξοπλισμού που θα γινόντουσαν από τον ιδιοκτήτη για λογαριασμό του ΤΕ.ΠΑ.Κ. Αφού πρώτα ο Γιώργος προσκόμισε τις Εγγυητικές του δόθηκε το ανάλογο ποσό. Για το κάθε κτήριο ετοιμάστηκε ξεχωριστός φάκελος ('Fail'). Στους συγκεκριμένους φακέλους επισυνάπτονταν διάφορα έντυπα όπως επιστολές - σχέδια κτηρίου - υπολογισμοί κ.ά. Όσον αφορά τις εγγυητικές η γραμματέας μου η Όλγα Σωτηρίου τις κρατούσε σε ξεχωριστό φάκελο σε ασφαλή σημείο στα γραφεία της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας. Γνωρίζω ότι εκ μέρους της γραμματέως μου (Όλγας) έγιναν προσπάθειες ούτως ώστε οι φάκελοι διαβιβαστούν στο Τμήμα Προσφορών του ΤΕ.ΠΑ.Κ. Το εν λόγω Τμήμα δεν τις αποδεχόταν λόγω του ότι δεν προέκυψαν μετά από προσφορές, οπότε και κρατήθηκαν στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας. Οι εγγυητικές είχαν ημερομηνία λήξης και στα καθήκοντα της Όλγας ήταν η επίβλεψη τους, δηλαδή έναν μήνα περίπου πριν να λήξουν η Όλγα θα έπρεπε να ενημέρωνε την ενδιαφερόμενη εταιρεία για να παρουσιάσει ανανέωση της. Το 2009 ο κ. Γιώργος Χ"Γεωργίου παρουσίασε Εγγυητική Επιστολή της Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης την 08 Δεκεμβρίου του 2009 και λήξης την 08 Δεκεμβρίου του 2010 και απ΄ ότι θυμάμαι η εγγυητική είχε ως όρους της ότι το ποσό της Εγγυητικής μειωνόταν με την πάροδο του χρόνου το οποίο παράπεμπε στην πρόοδο των εργασιών στο κτήριο. Δεν θυμάμαι το ακριβές ποσό της Εγγυητικής, νομίζω ότι ήταν γύρω στις €400.
  96. Το Νοέμβρη του 2010 η γραμματέας Όλγα Σωτηρίου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κ. Χ"Γεωργίου και τον ενημέρωσε ότι πρόκειται να λήξει η Εγγυητική του και θα έπρεπε να παρουσιάσει καινούργια ανανεωμένη Εγγυητική. Η κ. Σωτηρίου με πληροφόρησε ότι ο Γ. Χ"Γεωργίου, προσήλθε στο γραφείο, ζήτησε την πρωτότυπη προηγούμενη Εγγυητική και προσκόμισε την ίδια ή την επομένη μέρα ανανεωμένη Εγγυητική για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2010-Δεκεμβρίου του
  97. Ομοίως το Νοέμβρη του 2011 και πάλιν η ίδια γραμματέας επικοινώνησε με τον Γ. X"Γεωργίου ότι λήγει η Εγγυητική του και θα έπρεπε να προσκομίσει Εγγυητική για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2011 με Δεκεμβρίου
  98. Απ΄ ότι ενημερώθηκα από την γραμματέα ο Γιώργος Χ"Γεωργίου προσήλθε στο γραφείο, ζήτησε την πρωτότυπη προηγούμενη Εγγυητική και προσκόμισε την ίδια ή την επόμενη μέρα ανανεωμένη Εγγυητική, δηλαδή για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2011-Δεκεμβρίου του
  99. Τον Νοέμβρη του 2012 η γραμματέας μου ετοίμασε επιστολή την οποία και στείλαμε μέσω φαξ στην εταιρεία "Voltura" όπου και ζητούσαμε την ανανέωση της Εγγυητικής για την περίοδο Δεκεμβρίου 2012-Δεκεμβρίου
  100. Απόδειξη του φαξ υπάρχει στον φάκελο του κτηρίου. Πριν την λήξη της Εγγυητικής, σύμφωνα με την γραμματέα μου, ο Χ"Γεωργίου ξαναπαρουσιάστηκε στο γραφείο, παρέλαβε την πρωτότυπη Εγγυητική για την περίοδο Δεκεμβρίου 2011-Δεκεμβρίου 2012 και προσκόμισε την ανανεωμένη Εγγυητική Επιστολή για την περίοδο Δεκεμβρίου 2012-Δεκεμβρίου
  101. Τον Νοέμβρη του 2013 ετοιμάστηκε και πάλιν επιστολή προς την εταιρεία "Voltura" την οποία σύμφωνα με την γραμματέα μου, ήρθε προσωπικά ο κ. Χ"Γεωργίου ο οποίος παρέλαβε την επιστολή υπογράφοντας την παραλαβή της. ............................... Να σου πω ότι, για τις Εγγυητικές που μου αναφέρεις της Εταιρείας "Voltura" που ως διαπίστωσες πρόκειται για πλαστές, εγώ δεν τις κατήρτισα, ο Γιώργος Χ"Γεωργίου τις παρουσίασε στην γραμματέα μου την Όλγα Σωτηρίου και πίστευα ότι ήταν αυθεντικές.» Τρεις μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 8.12.2014 δόθηκε η τρίτη κατάθεση, Τεκμήριο 55, στην οποία ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια: «Η γραμματέας Όλγα Σωτηρίου όταν παραλάμβανε από τον Γιώργο Χ"Γεωργίου εγγυητική επιστολή πάντοτε με ενημέρωνε την έβλεπα και την αρχειοθετούσε.» Ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 48, που λήφθηκε από το Μ.Κ.1 την 22.11.2014, κάνει αναφορά στη συνεργασία της εταιρείας Voltura Ltd και του ΤΕΠΑΚ, στο ιστορικό σύναψης συμφωνίας μεταξύ των δύο πιο πάνω μερών για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Πανεπιστημίου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε η εγγυητική επιστολή για το ποσό των €404.534,
  102. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχαν τρία είδη εγγυητικών επιστολών, προκαταβολής, πιστής εκτέλεσης και προσφοράς. Η εγγυητική που δόθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν προκαταβολής. Η εγγυητική επιστολή είχε διάρκεια ενός χρόνου. Η πιο πάνω εγγυητική ουδέποτε ανανεώθηκε και έληξε το 2010, χωρίς στη συνέχεια να ανανεωθεί. Κατά την ανάκριση υποδείχθηκαν στο κατηγορούμενο 2 οι δύο εγγυητικές επιστολές που φέρονταν ως πλαστές. Για το θέμα αυτό κατέθεσε τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «Σήμερα 22/11/2014 μου παρουσιάζεις δύο Εγγυητικές Επιστολές της Τράπεζας Κύπρου και με πληροφορείς ότι πρόκειται για πλαστές Εγγυητικές που βρέθηκαν αρχειοθετημένες στο φάκελο του ΤΕΠΑΚ. Σχετικά με τις εν λόγω Εγγυητικές θέλω να ενημερωθεί η Αστυνομία ότι, σήμερα 22/11/2014 αφού τις μελέτησα διαπίστωσα τα εξής: πρόκειται για δύο πιστά αντίγραφα της πρώτης Εγγυητικής που είχα υπογράψει το 2009, δηλαδή Εγγυητική (Προκαταβολής). Οι δύο εν λόγω εγγυητικές φαίνονται πλαστές αφού με βάση την πολύχρονη εμπειρία μου που έχω σε συμβόλαια φέρουν τον ίδιο αριθμό. Η εν λόγω Εγγυητική γίνεται πάντα στην αρχή του έργου και δεν έχει κανένα σκοπό υπογραφής της κατά την εξέλιξη του. Επίσης να ενημερωθεί η Αστυνομία ότι, η εν λόγω εγγυητική έχει διάρκεια ενός έτους και κάθε μήνα που περνά το ποσό της μειώνεται όπου και με την λήξη του έτους το ποσό μεταφέρεται στον Αιτητή, όταν και αφού ο δικαιούχος δεν προβεί στην ανανέωση της, πριν από την ημερομηνία λήξεως της. Η διαδικασία ανανέωσης όλων των εγγυητικών γίνεται, πάντα μετά από γραπτό αίτημα του δικαιούχου προς τον αιτητή ή προς την Τράπεζα, η οποία Τράπεζα πάντα ενημερώνεται γραπτώς. Επιπρόσθετα να αναφέρω ότι, οι εταιρείες μου αποπεράτωσαν αρκετά έργα και κτίρια του ΤΕΠΑΚ και συνήθως εγώ παραδίδω διά χειρός τις Εγγυητικές, ξεκαθαρίζω όμως ότι, εγώ ουδέποτε είτε κατασκεύασα είτε και κυκλοφόρησα τις Εγγυητικές που μου παρουσιάζεται σήμερα, αφού αυτό θα ήταν εις βάρος τόσο της εταιρείας μου όσο και της συνεργασίας μου με την Τράπεζα Κύπρου. Δεν υπάρχει λογική στο να κυκλοφορήσω τα εν λόγω πλαστά Έγγραφα, τα οποία και θα με κατέστρεφαν επαγγελματικά. Εγώ ως Διευθυντής της Εταιρείας, οποιεσδήποτε συναλλαγές ή και Εγγυήσεις είχα με το ΤΕΠΑΚ το είχα υπογράψει πάντα μετά από την κανονική διαδικασία, δηλαδή μετά από το γραπτό αίτημα του ΤΕΠΑΚ. Κατά τα έτη 2010-2012 δεν μου είχε ζητηθεί γραπτώς από το ΤΕΠΑΚ η οποιαδήποτε εγγυητική και θα ήταν παράλογο να κατασκευάσω πλαστή και να την αρχειοθετήσω στο ΤΕΠΑΚ. Δεν γνωρίζω ποιος είχε συμφέρον στην κατασκευή και κυκλοφορία των εν λόγω εγγράφων. Επιπρόσθετα παραδίδω στην Αστυνομία, έγγραφα επίσης συνεργασίας των εταιρειών μου, με το ΤΕΠΑΚ στην ανοικοδόμηση άλλων κτιρίων τα οποία ήδη έχουν ολοκληρωθεί και μπορείτε να αντιληφθείτε την σωστή διαδικασία που γίνεται στα θέματα Εγγυητήριων Εγγράφων μεταξύ των Αιτητών και Δικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές, πάντα γινόταν η σωστή διαδικασία των εταιρειών μου με το ΤΕΠΑΚ, δηλαδή μετά από την γραπτή αίτηση τους με Επιστολές προχωρούσαμε σε αίτημα στην Τράπεζα για έκδοση των εγγυήσεων. Προς ενημέρωση της Αστυνομίας.» Ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεσή του Τεκμήριο 48 αναφέρθηκε και στις επιπρόσθετες απαιτήσεις του ΤΕΠΑΚ σε σχέση με το κτίριο και συγκεκριμένα την απαίτηση του Πανεπιστημίου για δημιουργία εντός του κτιρίου διπλού υποσταθμού της ΑΗΚ και στους διαφόρους λόγους που συνέβαλαν στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης του έργου. Οι ανάγκες του ΤΕΠΑΚ ικανοποιήθηκαν με την παραχώρηση σ΄ αυτόν κάποιου άλλου αμφιθεάτρου. Σε συναντήσεις που έγιναν μεταξύ υπευθύνων του ΤΕΠΑΚ και του ιδίου συζητήθηκε η εκ νέου τροποποίηση των σχεδίων του κτιρίου διά της αφαιρέσεως του αμφιθεάτρου και διά της προσθήκης ορόφου στο κυρίως κτίριο. Ενόψει των πιο πάνω ο κατηγορούμενος 2 ανέμενε ότι το ΤΕΠΑΚ θα ετοίμαζε τροποποιητική συμφωνία στην οποία θα περιλαμβάνονταν οι πιο πάνω τροποποιήσεις. Το Δεκέμβριο του 2013 το ΤΕΠΑΚ με επιστολή του τον πληροφόρησε ότι το Συμβούλιο είχε εγκρίνει ομόφωνα τη νέα συμφωνία και του ζητήθηκε όπως προσκομίσει εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης η οποία θα κάλυπτε τη νέα συμφωνία. Η εμπλεκόμενη εταιρεία προχώρησε στην έκδοση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής την οποία παρέδωσε ο ίδιος στο ΤΕΠΑΚ. Το Δεκέμβριο του 2013 το ΤΕΠΑΚ τον ενημέρωσε προφορικά ότι "κάποια εγγυητική" που ήταν στο φάκελο του δεν μπορούσε να ρευστοποιηθεί. Αυτός τους απάντησε ότι η πρώτη εγγυητική επιστολή που αφορούσε την προκαταβολή είχε λήξει πριν τρία έτη. Ακολούθησε καινούργιο αίτημα του ΤΕΠΑΚ για ανανέωση της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης. Η εγγυητική πιστής εκτέλεσης ανανεώθηκε και κάποιο χρόνο αργότερα, την 19.11.2014 ρευστοποιήθηκε από το ΤΕΠΑΚ. Ουσιαστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης ήταν και η μαρτυρία της Ρένας Αντωνιάδου, MK
  103. Η μάρτυρας είναι πολιτικός μηχανικός, κατείχε τη θέση του Ανώτερου Εκτελεστικού Μηχανικού στο Τμήμα Δημοσίων Έργων ενώ από το Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο υπηρετούσε με απόσπαση στην Ελεγκτική Υπηρεσία. Το Σεπτέμβριο του 2014 ανατέθηκε στη μάρτυρα από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας ο διαχειριστικός έλεγχος των επιδίκων Συμφωνιών Ενοικίασης που συνήψε το ΤΕΠΑΚ με διάφορους ιδιώτες, με βάση το Νόμο 113(Ι)/
  104. Επρόκειτο για μια μεμονωμένη εργασία. Η Μ.Κ.20 αντεξεταζόμενη τόνισε εμφαντικά ότι η ίδια δεν είναι ελέγκτρια αλλά Ανώτερη Εκτελεστική Μηχανικός, αποσπάστηκε στην Ελεγκτική Υπηρεσία και ο Γενικός Ελεγκτής της ανέθεσε να κάνει μόνο τη συγκεκριμένη εργασία. Στα πλαίσια του πιο πάνω ελέγχου η Μ.Κ.20 παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 1, μεταξύ άλλων, τους φακέλους των εταιρειών Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, Τεκμήρια 32 και 33 που αφορούσαν τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ" αντίστοιχα. Η μάρτυρας προέβη σε διαχειριστικό έλεγχο και ετοίμασε δύο εκθέσεις, η πρώτη αφορούσε τη Συμφωνία Ενοικίασης μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και της Voltura Ltd για το κτίριο "Συμεών", Τεκμήριο 105 και η δεύτερη τη Συμφωνία Ενοικίασης μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και της GVG Trading Ltd για την ενοικίαση του κτιρίου "Καλυψώ", Τεκμήριο
  105. Και στις δύο εκθέσεις γίνεται αναφορά στα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύναψης των δύο πιο πάνω Συμφωνιών και ανάλυση κάποιων όρων και ιδιαίτερα της παραγράφου 1.5 και της επιστολής που απέστειλε η Voltura Ltd προς το ΤΕΠΑΚ, που αφορούσε τον κατάλογο εξοπλισμού και τις επιπρόσθετες εργασίες. Γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στις παραλείψεις του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας. Η Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Ένδειξη Τ2, την οποία υιοθέτησε αργότερα κατά την προφορική της μαρτυρία ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι μετά που είχε διαφανεί ότι τα έγγραφα που τιτλοφορούνταν "εγγυητικές επιστολές" δεν είχαν εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου, επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 1 για να τον ρωτήσει τι γνώριζε σχετικά με το θέμα αυτό. Κατά την επικοινωνία που είχαν ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να "την καθησυχάσει" λέγοντας της ότι οι εγγυητικές ήταν "καθ΄ όλα εντάξει και νόμιμες". Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα τον πιο πάνω ισχυρισμό και την αμεροληψία της συγκεκριμένης μάρτυρας γενικά. Της υποβλήθηκε ότι λόγω των σχέσεων της με συγκεκριμένα πρόσωπα δεν θα έπρεπε να είχε αναλάβει τον έλεγχο των πιο πάνω συμφωνιών. Της υποβλήθηκε μεταξύ άλλων ότι η ανάληψη εκ μέρους της, της πιο πάνω εργασίας αντέβαινε τους όρους του Κώδικα Δεοντολογίας και Επαγγελματικής Συμπεριφοράς που από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως "ο Κώδικας". Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε κάποια έκταση στο πιο πάνω έγγραφο έτσι ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητή η εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους της υπεράσπισης που αφορά την αξιοπιστία της εν λόγω μάρτυρας. Από την προφορική μαρτυρία της Μ.Κ.20 προέκυψε ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία εξέδωσε τον Κώδικα, Τεκμήριο 108, ο οποίος αποτελεί μία ολοκληρωμένη δήλωση των αρχών που θα πρέπει να καθοδηγούν την καθημερινή εργασία των λειτουργών που ενεργούν για λογαριασμό του Γενικού Ελεγκτή και υιοθετήθηκε έτσι ώστε η Ελεγκτική Υπηρεσία "να διατηρήσει τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα". Σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στο προοίμιο του πιο πάνω εγγράφου. Στον Κώδικα δίδεται μεγάλη έμφαση στην ανεξαρτησία και αμεροληψία των ελεγκτών που αναλαμβάνουν τη διερεύνηση των διαφόρων υποθέσεων. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «2.2.1 Η ανεξαρτησία από τον ελεγχόμενο φορέα και άλλες εξωτερικές ομάδες με ενδεχόμενα συμφέροντα είναι απαραίτητη για τους ελεγκτές. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη του προσωπικού της Υπηρεσίας θα πρέπει να συμπεριφέρονται με τρόπο που να αυξάνει, ή σε καμία περίπτωση να μην ελαττώνει, την ανεξαρτησία τους. Είναι ουσιώδες οι ελεγκτές να είναι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι στην ουσία, αλλά και να φαίνονται ως τέτοιοι.» Στην έκθεση γίνεται εκτενής αναφορά και στη σύγκρουση συμφερόντων. Στην παράγραφο 4.7 του εγγράφου αναφέρεται ότι οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας δεν θα πρέπει να επιτρέπουν οποιαδήποτε σύγκρουση των προσωπικών τους συμφερόντων με τα καθήκοντά τους στην Υπηρεσία. Το προσωπικό συμφέρον περιλαμβάνει "τυχόν αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα για τους ίδιους, τις οικογένειες τους, άλλους συγγενείς ή φίλους ή σχετιζόμενες εταιρείες ή αυτοεργοδοτούμενους". Την ευθύνη για την αποκάλυψη «μιας πραγματικής ή φαινομενικής σύγκρουσης συμφερόντων» φέρει ο εμπλεκόμενος υπάλληλος. Τα μέλη του προσωπικού θα πρέπει να υποβάλουν δήλωση σε περίπτωση που μέλη του άμεσου ή στενού οικογενειακού τους κύκλου ή άλλοι με τους οποίους διατηρούν στενή προσωπική σχέση έχουν οποιαδήποτε σχέση με τους υπαλλήλους των φορέων που ελέγχουν η οποία ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στις ευθύνες και τα καθήκοντά τους ως ελεγκτές. Η Μ.Κ.20 κατέθεσε ότι γνώριζε για την ύπαρξη του πιο πάνω Κώδικα αλλά δεν τον είχε μελετήσει, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, γνώριζε ". τις αρχές γενικώς". Η Μ.Κ.20 αντεξετάσθηκε έντονα και επιστάμενα για την αμεροληψία και την ακεραιότητά της. Από την αντεξέταση της Μ.Κ.20 προέκυψε ότι η νύμφη της, η σύζυγος του αδελφού της, ήταν υποψήφια το 2007 για τη θέση του Διευθυντή Διαχείρισης Περιουσίας, θέση η οποία δόθηκε τελικά στον κατηγορούμενο
  106. Αντεξετάσθηκε κατά πόσο η νύμφη της είχε προσβάλει τον πιο πάνω διορισμό με προσφυγή και αυτή δήλωσε παντελή άγνοια για το θέμα αυτό. Είπε συγκεκριμένα τα πιο κάτω: «Ούτε γνώριζα αν έκαμνε προσφυγές και αν καν ενδιαφέρετουν να πάει στη θέση». Λίγο αργότερα και μετά από επίμονη αντεξέταση επί του συγκεκριμένου θέματος προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή και είπε τα πιο κάτω: «Ήξερα ότι έκαμε προσφυγή αλλά δεν ήξερα ούτε που υπήρχε, ούτε αποτέλεσμα, ούτε αν υπήρχε εκκρεμής προσφυγή». Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε κατά το χρόνο που ανέλαβε τον έλεγχο κατά πόσο υπήρχε εκκρεμής προσφυγή της νύμφης της εναντίον του διορισμού του κατηγορουμένου
  107. Σε κατοπινό στάδιο ισχυρίστηκε ότι θυμόταν ότι η νύμφη της είχε καταχωρίσει την πρώτη προσφυγή, δεν θυμόταν όμως για τη δεύτερη. Αμέσως μετά δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η νύμφη της να της ανέφερε για τη δεύτερη προσφυγή και εκείνη να μην έδωσε "περαιτέρω σημασία". Η μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι ως αποτέλεσμα της δεύτερης προσφυγής που καταχώρισε η νύμφη της εκδόθηκε απόφαση την 1.6.2016 και ακυρώθηκε ο διορισμός του κατηγορουμένου
  108. Ισχυρίστηκε ότι το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε εκ των υστέρων. Τέθηκε τότε στη μάρτυρα από την Υπεράσπιση ότι οι πρώτες της εκθέσεις σε σχέση με τα κτίρια "Συμεών" και "Καλυψώ" έγιναν το Νοέμβριο του 2014 και "εμπλουτίστηκαν" αργότερα το Μάιο του 2016, Τεκμήρια 105 και
  109. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα στην ενέργεια της. Από τη μαρτυρία της προέκυψε επίσης ότι η θέση προϊσταμένου του Τμήματος Διαχείρισης Περιουσίας, θέση που κατείχε ο κατηγορούμενος 1, προσφέρθηκε στη νύμφη της. Της προσφέρθηκε διορισμός στην πιο πάνω θέση από τη 02.01.
  110. H μάρτυρας παραδέχθηκε επίσης ότι η προϊσταμένη της στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, για σειρά ετών, ήταν η Χρυστάλλα Μαλούππα, σύζυγος του Ανδρέα Μαλλούππα, Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, Μ.Κ.
  111. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί για πόσα έτη η Χρυστάλλα Μαλλούππα ήταν προϊσταμένη της, παραδέχθηκε όμως ότι ήταν τουλάχιστον τα τελευταία 2-3 χρόνια, πριν αυτή αποσπαστεί στην Ελεγκτική Υπηρεσία. Η μάρτυρας αποσπάστηκε από το Τμήμα Δημοσίων Έργων στην Ελεγκτική Υπηρεσία για να διενεργήσει τον έλεγχο στο ΤΕΠΑΚ. Γνώριζε ότι ο σύζυγος της προϊσταμένης της ήταν ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ και ότι προΐστατο έξι υπηρεσιών. Αντεξεταζόμενη κατά πόσο ο Γενικός Ελεγκτής γνώριζε για την προσφυγή που είχε καταχωρίσει η νύμφη της με την οποία πρόσβαλε τον διορισμό του κατηγορουμένου 1 ως επίσης για τις σχέσεις της με την Χρυστάλλα Μαλούππα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν του το ανέφερε, αυτός όμως γνώριζε αμφότερα τα γεγονότα. Είπε δε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Ήξερεν το, ήξερεν το αφού, γνώριζε. Σε οικογενειακό θέμα, σε οικογενειακό επίπεδο.» Παρενθετικά αναφέρουμε ότι δεν ζητήθηκε από τη μάρτυρα να εξηγήσει τί εννοούσε με τη φράση ' .Σε οικογενειακό θέμα, σε οικογενειακό επίπεδο', ούτε η 'ίδια το έπραξε από μόνη της, με αποτέλεσμα το θέμα αυτό να παραμείνει αδιευκρίνιστο. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε αναφέρει και η ίδια στο Γενικό Ελεγκτή για την προσφυγή που είχε καταχωρίσει η νύμφη της στο Δικαστήριο. Η ίδια ουδέν μεμπτό έβρισκε στο γεγονός ότι προέβη σε έλεγχο στο ΤΕΠΑΚ για θέματα που ενέπιπταν τόσο στην αρμοδιότητα του Ανδρέα Μαλούππα, Μ.Κ.17, συζύγου της προϊσταμένης της και του κατηγορουμένου 1, που ήταν ο ανθυποψήφιος της νύμφης της και το πρόσωπο εναντίον του οποίου η νύμφη της καταχώρισε πέραν της μίας προσφυγή. Η εξήγηση που έδωσε ήταν ότι ούτε καν σκέφτηκε ποτέ οποιαδήποτε στιγμή ότι θα έβρισκε μέσα στους φακέλους αυτά τα πράγματα. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της αφορά τον τρόπο που η Μ.Κ.20 διενήργησε την έρευνα, τα πρότυπα που χρησιμοποίησε και κατά πόσο ακολούθησε τις προβλεπόμενες διαδικασίες και συγκεκριμένα κατά πόσο είχε κοινοποιήσει την έκθεση της για σχόλια στους φορείς, ήτοι στο ΤΕΠΑΚ και πιο συγκεκριμένα στο Τμήμα Διαχείρισης Περιουσιών. Πρόκειται για θέματα τα οποία έχουμε ήδη εξετάσει στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σχετική είναι η ενδιάμεση απόφασης μας, και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Το μόνο που θα θέλαμε να επισημάνουμε και να επαναλάβουμε είναι ότι η Μ.Κ.20 παρέλειψε να κοινοποιήσει την έκθεση της, ως ρητά προβλέπεται από τους κανονισμούς, για σχόλια στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας, ήτοι στον κατηγορούμενο
  112. Η Μ.Κ.20 δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι επρόκειτο για απόφαση του Γενικού Ελεγκτή και όχι της ιδίας. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αναφορικά με τις υπό κρίση κατηγορίες. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 επέλεξαν όπως προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις. Δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες προς υπεράσπισή τους. Παραθέτουμε τις ανόμωτες δηλώσεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων, αυτούσιες, κατωτέρω: Κατηγορούμενος 1: «Έντιμοι κύριοι δικαστές Καταρχήν, υιοθετώ το περιεχόμενό των καταθέσεων μου που έδωσα στην Αστυνομία. Επαναλαμβάνω ότι είμαι αθώος. Η πλημμελής διερεύνηση αυτής της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της μη δέουσας ανάκρισης μου, όταν έπρεπε, είναι πασιφανής. Περαιτέρω νοιώθω την ανάγκη να επισημάνω ότι το δεύτερο διάταγμα προσωποκράτησης μου εξασφαλίσθηκε από το δικαστήριο με επίκληση, μεταξύ άλλων, και του αναληθούς ισχυρισμού που προέβαλε η κα Ρένα Αντωνιάδου στο θέμα των εγγυητικών. Αυτό προκύπτει, άλλωστε, και από την ένορκη μαρτυρία του επικεφαλής των ανακρίσεων κ. Χάρη Χαραλάμπους, κατόπιν σχετικής ερώτησης που του υποβλήθηκε από την εκπρόσωπό της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι λυπηρό που όταν έπρεπε, και ενώ τελούσα υπό κράτηση, ουδεμία ερώτηση μου υποβλήθηκε από τις ανακριτικές αρχές για να δώσω τη δική μου εκδοχή προς διερεύνηση, επί του ισχυρισμού της κας Ρενας Αντωνιάδου στο θέμα των εγγυητικών. Διερωτούμαι αν οι ανακριτικές αρχές, πριν με οδηγήσουν στο Δικαστήριο, είχαν υπόψη τους την στενή συγγενική σχέση της κας Ρένας Αντωνιάδου με τη κα Ζωή Βοσκαρίδου, νυν κάτοχο της θέσης μου ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας, με την οποία, για χρόνια, είχαμε αντιδικία στο δικαστήριο με επίκεντρο το διορισμό μου στη θέση αυτή τον Σεπτέμβριο
  113. Τέλος, όσον αφορά την τέταρτη κατάθεση μου στην οποία δεν απάντησα στα ερωτήματα της Αστυνομίας, έχω να δηλώσω ότι ενώ βρισκόμουν υπό κράτηση για τα αδικήματα του δεύτερου διατάγματος προσωποκράτησης μου, η αστυνομία με κάλεσε να δώσω κατάθεση στην οποία με ρωτούσε για άλλα θέματα και για άλλα κτήρια από τα επίδικα, αντί για θέματα σχετικά με τις κατηγορίες που με είχαν συλλάβει. Γι αυτό και δεν απάντησα, ακολουθώντας νομική συμβουλή.» Κατηγορούμενος 2: «Έντιμη κυρία Πρόεδρε, έντιμοι κύριοι Δικαστές, Εγώ ο Γιώργος Χατζηγεωργίου, κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση επιθυμώ να προβώ στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: Είμαι αθώος σε όλες τις κατηγορίες για τις οποίες κλήθηκα σε απολογία. Ουδέποτε συνωμότησα με τον κ Ζήνωνα Αχιλλείδη (κατηγορούμενο 1) ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για την κυκλοφορία οιασδήποτε εκ των κατ' ισχυρισμό πλαστών εγγυητικών για τις οποίες κατηγορούμαι βάσει του κατηγορητηρίου και ουδέποτε κυκλοφόρησα οιαδήποτε εξ αυτών. Την θέση μου αυτή την προέβαλα ευθύς εξ αρχής στην Αστυνομία στην κατάθεση μου ημερομηνίας 22.11.2014 (τεκμήριο 48) όταν ρωτήθηκα για δυο εκ των τριών κατ' ισχυρισμό πλαστών εγγυητικών επιστολών για τις οποίες κατηγορούμαι και οι οποίες σχετίζονται με το κτίριο Συμεών (κατηγορίες 4 και 8 κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και συναφείς κατηγορίες συνωμοσίας για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου). Ίδια είναι η θέση μου και για την τρίτη κατ' ισχυρισμό πλαστή εγγυητική την οποία κατ' ισχυρισμό κυκλοφόρησα η οποία σχετίζεται με το κτίριο Καλυψώ (κατηγορία 10 κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και συναφής κατηγορία συνωμοσίας για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου). Αρνούμαι κατηγορηματικά τα όσα η κα Όλγα Σωτηρίου (Μ.Κ..15) κατάθεσε εναντίον μου στη δίκη και γενικά την οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία με συνδέει ή τείνει να με συνδέσει με την κυκλοφορία και/ ή με συνωμοσία για κυκλοφορία των κατ' ισχυρισμό πλαστών εγγυητικών επιστολών. Ουδέποτε έδωσα και ουδέποτε παρέλαβα εγγυητική επιστολή από την κα Όλγα Σωτηρίου (Μ.Κ..15) πλην των εγγυητικών επιστολών του 2009 των εταιρειών GVG Ltd και Voltura Ltd στις οποίες αναφέρομαι στη συνέχεια. Πέραν τούτου η κα Όλγα Σωτηρίου ουδέποτε μου τηλεφώνησε για να ανανεώσω την οποιαδήποτε εγγυητική επιστολή. Ούτε υπήρχε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση των εταιρειών GVG Ltd και Voltura Ltd είτε στις δυο αρχικές συμφωνίες 31.07.2009, είτε στις δυο τροποποιητικές συμφωνίες ημερομηνίας 10.04.2012, για να δοθεί στο ΤΕΠΑΚ οποιαδήποτε εγγυητική επιστολή. Η ανάγκη να δοθούν στο ΤΕΠΑΚ τραπεζικές εγγυητικές επιστολές προέκυψε ένεκα των προκαταβολών οι οποίες δόθηκαν τον Δεκέμβρη του 2009 στις εν λόγω εταιρείες από το ΤΕΠΑΚ. Τονίζεται ότι οι εν λόγω προκαταβολές δεν ζητήθηκαν είτε από εμένα είτε από τις εταιρείες μου. Οι μόνες εγγυητικές επιστολές τις οποίες παρέδωσα στο ΤΕΠΑΚ για τα κτίρια Συμεών και Καλυψώ ως διευθυντής των εν λόγω εταιρειών είναι (α) η τραπεζική εγγυητική επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd προς όφελος του ΤΕΠΑΚ αφορούσε το κτίριο Συμεών, η οποία ίσχυε από 08.12.2009 μέχρι 08.12.2010 (Τεκμήριο 81) και (β) η τραπεζική εγγυητική επιστολή της εταιρείας GVG Ltd προς όφελος του ΤΕΠΑΚ αφορούσε το κτίριο Καλυψώ, η οποία ίσχυε από 08.12.2009 μέχρι 08.09.2010 (Τεκμήριο 82). Οι εν λόγω τραπεζικές εγγυητικές επιστολές μηδενίστηκαν μέχρι την λήξη τους και δεν ήταν ανανεώσιμες κάτι το οποίο είναι εμφανές από μια απλή ανάγνωση των όρων τους, (γ) Η εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης της Ελληνικής Τράπεζας (Τεκμήριο 2Ε) για την εταιρεία Voltura Ltd προς όφελος του ΤΕΠΑΚ διάρκειας 6 μηνών η οποία έληγε την 30.06.2014 και ανανεώθηκε για άλλους 6 μήνες. Η εν λόγω εγγυητική εξαργυρώθηκε από το ΤΕΠΑΚ με επιστολή του (ΤΕΠΑΚ) προς την Ελληνική Τράπεζα ημερομηνίας 18.11.2014 (Τεκμήριο 74), για λόγους τους οποίους αμφισβητώ πλήρως και για τους οποίους η εταιρεία μου έχει ήδη κινηθεί δικαστικά εναντίον του ΤΕΠΑΚ. Η εν λόγω εγγυητική επιστολή της Ελληνικής Τράπεζας δόθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd ημερομηνίας 07.01.2014 (μέρος Τεκμηρίου 2Α). Κοντολογίς η εν λόγω εγγυητική επιστολή δόθηκε όχι επειδή η εταιρεία Voltura Ltd είχε την οποιαδήποτε υποχρέωση βάσει των εν ισχύ συμφωνιών με το ΤΕΠΑΚ, αλλά σε ένδειξη της πλήρους ετοιμότητας της εταιρείας να τιμήσει όλες τις εναπομείνουσες υποχρεώσεις της, εν αναμονή υπογραφής νέας τροποποιητικής συμφωνίας με το ΤΕΠΑΚ για σκοπούς ολοκλήρωσης του έργου (σχολή ΓΕΒΕΤ) βάσει των νέων τροποποιημένων σχεδίων/ απαιτήσεων του ΤΕΠΑΚ. Η εν λόγω επιστολή παρέμεινε αναπάντητη από το ΤΕΠΑΚ όπως και η μεταγενέστερη επιστολή ιδίου περιεχομένου ημερομηνίας 24.06.2014 (μέρος Τεκμηρίου 2Α). Το ΤΕΠΑΚ ουδέποτε προέβη σε υπογραφή νέας τροποποιητικής συμφωνίας με την εταιρεία Voltura Ltd ενώ εξαργύρωσε το ποσό της εγγύησης. Τελειώνοντας θα ήθελα να τονίσω στο σεβαστό Κακουργιοδικείο αυτό το οποίο ανάφερα και στην εν λόγω κατάθεση μου στην αστυνομία, ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως λογική στο να προβώ στις υπό κατηγορία πράξεις και ούτε εγώ, ούτε οι εταιρείες GVG Ltd και Voltura Ltd θα αποκομίζαμε οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο όφελος. Είμαι αθώος σε όλα για τα οποία κατηγορούμαι.» Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αγόρευση της ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί, ο κατηγορούμενος 1 κατείχε μια άκρως σημαντική θέση και ότι διαδραμάτισε τον δικό του ρόλο και είναι με δικές του ενέργειες που θεωρείτο και πιστεύετο ότι το Πανεπιστήμιο ήταν εξασφαλισμένο με υπάρχουσες εγγυητικές επιστολές μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι αυτό δεν ίσχυε, αφού οι δύο αρχικές εγγυητικές επιστολές είχαν λήξει το έτος
  114. Εισηγήθηκε ότι ήταν αδύνατο και παράλογο να είχαν εμπλοκή άλλα πρόσωπα εκτός των κατηγορουμένων 1 και 2 στην κυκλοφορία των εγγυητικών επιστολών και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να ενεργούσαν «ανεξάρτητα ή τυχαία». Ο κατηγορούμενος 1 όφειλε καθηκόντως να προστατεύει την περιουσία του Πανεπιστημίου και είναι παράλογο να ισχυρίζεται ότι δεν αντιλήφθηκε, κάτι το οποίο ήταν εμφανές, ήτοι ότι οι επίδικες εγγυητικές επιστολές ήταν πλαστές. Τόνισε ακόμη ότι όταν αποκαλύφθηκε ότι δεν υπήρχαν έγκυρες εγγυητικές επιστολές, ο κατηγορούμενος 2 έσπευσε να εξασφαλίσει νέα εγγυητική επιστολή για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ (Τεκμ. 2Ε, 2Στ, 74 και 75). Ήταν η θέση της ότι ο κατηγορούμενος 2 ενήργησε με τον τρόπο αυτό «υπό το φόβο της αποκάλυψης». Αναφερόμενη στη μαρτυρία της Μελίνας Παλμύρη, Μ.Κ.9 και στα όσα διαδραματίστηκαν την 9.12.2013, στην παρουσία του, τόνισε ότι αυτός σιώπησε και δεν αναφέρθηκε σε μη αναγκαιότητα ανανέωσης των αρχικών εγγυητικών επιστολών, αφού αυτές είχαν λήξει και δεν υπήρχε υποχρέωση του για εξασφάλιση νέας εγγυητικής επιστολής. Η κα Ιωαννίδου ανέφερε επίσης ότι πέραν των ανώμοτων δηλώσεων και των γραπτών καταθέσεων των κατηγορουμένων 1 και 2 στην Αστυνομία, δεν υπάρχουν οι θέσεις των δύο κατηγορουμένων για ουσιώδη θέματα και διατύπωσε σειρά ερωτημάτων για τα οποία οι δύο κατηγορούμενοι δεν έχουν δώσει τις θέσεις τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποδηλεί ότι ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι οι εγγυητικές επιστολές ήταν πλαστές. Τουναντίον, η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή δεικνύει το αντίθετο. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν προσπάθησε να κρατήσει υπό τον έλεγχο του τις εγγυητικές επιστολές αλλά τις κοινοποιούσε απρόσκοπτα στο προσωπικό άλλων τμημάτων του ΤΕΠΑΚ, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν του είχε ζητηθεί, συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι αυτός δεν γνώριζε για το πρόβλημα της πλαστότητας. Τόνισε επίσης, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που συνέβαλε στην αποκάλυψη του προβλήματος και το πρόσωπο που ενημέρωσε τον αναπληρωτή διευθυντή του ΤΕΠΑΚ, Φίλιππο Φιλίππου, Μ.Κ.14, για τη μη ανανέωση της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής του κτιρίου «Συμεών», από τον κατηγορούμενο 2, η οποία έληγε το Δεκέμβριο του
  115. Τέλος, ήταν ο κατηγορούμενος 1 που ενημέρωσε τους Φίλιππο Φιλίππου Μ.Κ.14, Πανίκο Λεωνίδου Μ.Κ.16 και την Πρύτανη του Πανεπιστημίου, όταν προέκυψε το θέμα της μη ανανέωσης της τραπεζικής εγγύησης του κτιρίου «Συμεών» και για την ύπαρξη αντιγράφου της εν λόγω εγγυητικής που έληγε το Δεκέμβριο του
  116. Ο κ. Πικής εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 εισηγήθηκε ότι προκύπτει «αγεφύρωτο» κενό στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εκ της μη κατάθεσης του φακέλου στον οποίο η Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, κατ' ισχυρισμό φύλαγε τα φωτοαντίγραφα των επιδίκων εγγυητικών επιστολών. Ο εν λόγω φάκελος και το περιεχόμενο του είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την εκδοχή της Μ.Κ.15 για την κατ' ισχυρισμό κυκλοφορία των επιδίκων εγγυητικών επιστολών από τον κατηγορούμενο
  117. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που η μαρτυρία της Μ.Κ.15 περί παράδοσης του εν λόγω φακέλου στην Αστυνομία γίνει πιστευτή, το γεγονός ότι ο φάκελος αυτός δεν αποκαλύφθηκε στην Υπεράσπιση και δεν παρουσιάστηκε στη δίκη ούτως ώστε η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 να λάβει γνώση και να αντεξετάσει επί του περιεχομένου του, οδηγεί σε θεμελιώδη παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι τα φωτοαντίγραφα των εγγυητικών επιστολών που κυκλοφόρησαν σε τμήματα του ΤΕΠΑΚ, ήταν φωτοαντίγραφα των εγγυητικών επιστολών, που κατ' ισχυρισμό είχαν παραδοθεί στην Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, από τον κατηγορούμενο
  118. Υπάρχει πρόσθετο κενό στον προσδιορισμό της ταυτότητας των φωτοαντιγράφων των επιδίκων εγγυητικών επιστολών που κατατέθηκαν στη δίκη ως Τεκμήρια καθότι η Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, πουθενά στη μαρτυρία της δεν αναφέρει ότι τοποθετούσε φωτοαντίγραφο εγγυητικών επιστολών σε φάκελο άλλο από αυτόν που, με βάση τη μαρτυρία της, παρέδωσε στον ανακριτή της υπόθεσης, Μ.Κ.
  119. Σε σχέση με την εγγυητική επιστολή της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 7.1.2014 που δόθηκε από την εταιρεία Voltura Ltd στο ΤΕΠΑΚ και επί της οποίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είπε ότι η πιο πάνω εγγυητική δόθηκε σε ένδειξη της πλήρους ετοιμότητας της εταιρείας να τιμήσει της εναπομείνασες υποχρεώσεις της, εν αναμονή υπογραφής νέας τροποποιητικής συμφωνίας με το ΤΕΠΑΚ για σκοπούς ολοκλήρωσης του έργου, ήτοι της σχολής ΓΕΒΕΤ βάσει των νέων τροποποιημένων σχεδίων και απαιτήσεων του ΤΕΠΑΚ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Θα προχωρήσουμε αμέσως μετά στην αξιολόγηση των τριών μαρτύρων, Μ.Κ.1, Μ.Κ.15 και Μ.Κ.
  120. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους δεν θα περιορισθεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά αλλά όπου κρίνεται αναγκαίο θα συσχετιστεί, θα αντιπαραβληθεί και θα διερευνηθεί με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν, Χατζηπιέρας[1]. Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας[2], επαναλήφθηκε η ίδια προσέγγιση με μεγαλύτερη έμφαση εφόσον αφορούσε ποινική δίκη. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδης Π., είπε τα πιο κάτω: «Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε πρόσφατα (δες: Βούτουνος ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 71) πως η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη στην οποία ο ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του στο ισοζύγιο της πιθανότητας να έχει δίκαιο στην αξίωση του.» Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι κρίνουμε αχρείαστο να επεκταθούμε σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας[3] . Η Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15, ήταν ως αναφέρουμε και πιο πάνω, γραμματειακός λειτουργός στο ΤΕΠΑΚ, στο τμήμα όπου προΐστατο ο κατηγορούμενος
  1. Η Μ.Κ.15 και η γραμματειακός λειτουργός Μαρίκα Ιωάννου, Μ.Κ. 18 ήταν τα πρόσωπα που ήταν επιφορτισμένα να παραλαμβάνουν και να αρχειοθετούν όλα τα έγγραφα που παραδίδονταν στο Τμήμα Διαχείρισης Περιουσίας. Διαπιστώνουμε ότι η μαρτυρία της δεν ήταν σταθερή, μετέβαλλε τις απαντήσεις της ανάλογα με την περίπτωση και έντονη ήταν η προσπάθεια της να αποποιηθεί οποιωνδήποτε ευθυνών που αφορούσαν την ορθή παραλαβή και αρχειοθέτηση των εγγράφων που παραδίδονταν στο Τμήμα της ή που παραδίδονταν από την ιδίαν σε τρίτους. Παραθέσαμε σε κάποια έκταση τη μαρτυρία της ανωτέρω, η οποία υποστηρίζει κατά την άποψη μας την πιο πάνω κατάληξη μας και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να την επαναλάβουμε. Παρατηρήσαμε επίσης ότι η θύμηση της σε σχέση με διάφορα γεγονότα δεν ήταν καλή, δεν θυμόταν, μεταξύ άλλων, ποιο πρόσωπο από το λογιστήριο της είχε ζητήσει να κρατά αντίγραφα των εγγυητικών επιστολών που παραδίδονταν στο Τμήμα της. Δεν θυμόταν επίσης ποιο πρόσωπο από το Τμήμα Προσφορών είχε απορρίψει το αίτημα της για παραλαβή και φύλαξη των εγγυητικών επιστολών που αφορούσαν τα δύο επίδικα κτίρια στο εν λόγω Τμήμα. Το αξιοπερίεργο ήταν ότι δεν θυμόταν την ταυτότητα του προσώπου με το οποίο είχε επικοινωνία από το Τμήμα Προσφορών, θυμόταν όμως ότι τους είχε πάρει η ίδια τηλέφωνο και ότι «. απαντήσαν της την ίδια στιγμή». Εκείνο που φαίνεται να θυμόταν έντονα ήταν τις επίδικες εγγυητικές επιστολές και τις επισκέψεις του κατηγορουμένου 2 στο γραφείο της, που πήγαινε να παραλάβει τις εγγυητικές επιστολές που έληγαν και να παραδώσει τις ανανεωμένες. Είναι άξιο απορίας, κατά την άποψη μας, πως η μάρτυρας μπορούσε να θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια τις επισκέψεις του κατηγορουμένου 2 στο γραφείο της, που έλαβαν χώρα πριν πολλά έτη, τη συγκεκριμένη ημέρα που παραλάμβανε τις εγγυητικές επιταγές που έληγαν και τη συγκεκριμένη ημέρα που παρέδιδε τις ανανεωμένες εγγυητικές, κάποιες από τις συνομιλίες που είχε με τον κατηγορούμενο 2 αυτολεξεί, ενώ δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώρα λίγους μόνο μήνες προηγουμένως. Επισημαίνουμε ενδεικτικά ότι η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί καν τα έγγραφα που παρέδωσε στην αστυνομία και κατά πόσο η αστυνομία της είχε ζητήσει το φάκελο του κτιρίου Συμεών. Η μαρτυρία της δε σε σχέση με τις ημέρες που ο κατηγορούμενος 2 παραλάμβανε και παρέδιδε τις εγγυητικές κάθε άλλο παρά θετική ήταν. Εκτενής αναφορά επί του θέματος αυτού γίνεται κατά την παράθεση της μαρτυρίας της κατά την οποία διακρίνονται οι αδυναμίες της κατάθεσης της και ως εκ τούτου κρίνουμε περιττό να τις επαναλάβουμε. Άξιο απορίας είναι και το γεγονός ότι ήταν σε θέση να αναγνωρίσει, μετά από την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος ότι τα Τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ που της υποδείχθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ήταν οι εγγυητικές επιστολές που της παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο 2, ενώ στην κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο Ξ1, δήλωσε ρητώς και ευθαρσώς ότι το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών ουδέποτε το διάβασε καθότι δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα της. Επισημαίνουμε βέβαια ότι η αναγνώριση έγινε αφού προηγήθηκε καθοδηγητική ερώτηση. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της αναλώθηκε στο φάκελο με τα αντίγραφα των επιδίκων εγγυητικών. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στο Τμήμα της υπήρχαν δύο φάκελοι με εγγυητικές επιστολές, στον ένα τοποθετούνταν οι πρωτότυπες και στον άλλο τα αντίγραφα. Η προφορική της μαρτυρία επί του συγκεκριμένου σημείου δεν συνάδει με τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Ένδειξη Ξ2 Στο πιο πάνω έγγραφο κάνει αναφορά σε ένα φάκελο και όχι σε δύο φακέλους. Σε ένα φάκελο κάνει αναφορά και η συνάδελφος της Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ.18, στην κατάθεση που έδωσε και εκείνη στην Αστυνομία, Ένδειξη Ρ. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι η κατάθεση της Μ.Κ.18 δεν ρίχνει φως στα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα καθότι αυτή δεν παραλάμβανε και δεν αρχειοθετούσε έγγραφα στον εν λόγω φάκελο και κατ' επέκταση δεν γνώριζε το περιεχόμενο αυτού. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.15 αποδεχόμαστε ότι κατά την αρχειοθέτηση των εγγράφων στο Τμήμα Διαχείρισης Περιουσίας τα έγγραφα που τοποθετούνταν στους φακέλους δεν αριθμούνταν και δεν ετοιμαζόταν κατάλογος των εγγράφων που περιλάμβανε κάθε φάκελος. Πρόσβαση στους πιο πάνω φακέλους είχαν όλοι οι υπάλληλοι της υπηρεσίας καθότι η πόρτα του γραφείου της, όπως και των υπολοίπων γραφείων, δεν κλείδωνε. Αποδεχόμαστε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 επισκεπτόταν συχνά το Τμήμα Διαχείρισης Περιουσίας για επαγγελματικούς λόγους και ότι σε κάποιες περιπτώσεις παρέδιδε έγγραφα. Ένα εξ αυτών είναι και το Τεκμήριο 78, το οποίο η υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει. Τα πιο πάνω που έχουμε αποδεχθεί γίνονται εύρημα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.15 θα γίνει και σε κατοπινό στάδιο όταν θα εξετάζουμε κάποια επιμέρους θέματα. Αρνητική ήταν και η εικόνα που σχηματίσαμε και για τον εξεταστή της υπόθεσης Αστ. 3981, Α. Παπανεοκλέους, Μ.Κ.
  2. Η μαρτυρία του ως προς το περιεχόμενο των δύο φακέλων, Τεκμήρια 32 και 33, που αφορούσαν τα κτίρια Συμεών και Καλυψώ, αντίστοιχα, την οποία παραθέτουμε εκτενώς ανωτέρω και δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε, κάθε άλλο παρά θετική ήταν. Προσπάθησε να δικαιολογήσει την απουσία των επιδίκων εγγυητικών επιστολών από τους εν λόγω φακέλους λέγοντας για πρώτη φορά ότι οι εγγυητικές επιστολές αφαιρέθηκαν από τον ίδιον κατά τη φωτοτύπηση και τοποθετήθηκαν μέσα σε ξεχωριστό φάκελο. Πρόκειται, κατά την άποψη μας, για εκ των υστέρων σκέψη την οποία πρόβαλε όταν συνειδητοποίησε κατά την αντεξέταση ότι οι επίδικες εγγυητικές επιστολές δεν βρισκόντουσαν μέσα στους φακέλους Τεκμήρια 32 και 33, ως ήταν η αρχική του θέση. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου θέματος αντικρούεται σε κάποιο βαθμό από τη μαρτυρία του Πανίκου Λεωνίδου, Μ.Κ.
  3. Υπενθυμίζουμε ότι ο πιο πάνω μάρτυρας μελέτησε το φάκελο που του παραδόθηκε από την πρύτανη του ΤΕΠΑΚ που ήταν αντιγραφή του Τεκμηρίου 33 και εντός αυτού εντόπισε μόνο την εγγυητική του
  4. Το εύλογο ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί ο Μ.Κ.16 δεν εντόπισε εγγυητική επιστολή, πλην αυτή που έληγε το 2010 ενώ ο Μ.Κ.1 εντόπισε εντός του φακέλου την εγγυητική Τεκμήριο 3Β. Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με τις εγγυητικές επιστολές που, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, εντόπισε στους φακέλους των δύο κτιρίων, Τεκμήρια 32 και
  5. Ανεξήγητη παρέμεινε και η παράλειψη του ιδίου ως ανακριτή της υπόθεσης αλλά και της Αστυνομίας γενικά να υποβάλουν σε επιστημονικές εξετάσεις το έγγραφο 132 του Τεκμηρίου 33 που είναι έγχρωμη εγγυητική επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd που φέρεται να εκδόθηκε από τη Τράπεζα Κύπρου, με αριθμό 00393-02-0016381, με ημερομηνίας έναρξης την 08.12.2011 και λήξης την 08.12.2012, τυπωμένη σε έγχρωμο χαρτί, με φόντο το λογότυπο «Κοινό Κυπρίων», υπογεγραμμένη και σφραγισμένη από δύο πρόσωπα, τους Τάκη Σταύρου κα Σωτήρη Δημοσθένους. Οι υπογραφές είναι με μπλε μελάνι. Τα ό,σα ανέφερε ο μάρτυρας περί δήθεν πλαστότητας του εγγράφου δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε επιστημονική και ή άλλη θετική μαρτυρία. Προς υποστήριξη της θέσης του ο μάρτυρας επικαλέσθηκε τη μαρτυρία της τραπεζικού υπαλλήλου, Ελένης Κατσιολούδη, Μ.Κ.8, παρατηρούμε όμως ότι στην εν λόγω μάρτυρα ουδέποτε υποδείχθηκε το έγγραφο αυτό και τα ό,σα ανέφερε. Πολλά ερωτηματικά μας δημιουργήθηκαν και σε σχέση με τη μαρτυρία του στην έκταση που αυτή αφορά την παράδοση του φακέλου, που κατ' ισχυρισμό περιείχε αντίγραφα των εγγυητικών επιστολών που παρέδιδε ο κατηγορούμενος 2 στο Τμήμα Διαχείρισης Περιουσίας και ήταν στην κατοχή της MK
  6. Εν πρώτοις θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τον εν λόγω φάκελο. Αντεξεταζόμενος δήλωσε επανειλημμένα ότι 'δεν θυμόταν', σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του όμως παραδέχθηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το συνήγορο του κατηγορουμένου 2, είχε περιγράψει το φάκελο ως 'διαφανή'. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι η περιγραφή του εν λόγω φακέλου ως 'διαφανή', δεν συνάδει με την περιγραφή που έδωσε για το φάκελο αυτό η Μ.Κ.
  7. Η τελευταία τον περίγραψε ως 'μαύρο box file'. Ο Μ.Κ.1 επέμενε εμφαντικά ότι η Μ.Κ.15 του είχε προτείνει να του παραδώσει το συγκεκριμένο φάκελο αυτός όμως τελικά αρνήθηκε να τον παραλάβει καθότι το θεώρησε αχρείαστο, ενόψει του γεγονότος ότι είχαν εντοπιστεί αντίγραφα των εγγυητικών αυτών επιστολών και σε άλλους φακέλους του ΤΕΠΑΚ. Εκείνο που μας προβλημάτισε έντονα ήταν το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 συνόδευσε τις δύο λειτουργούς, την Όλγα Σωτηρίου, Μ.Κ.15 και τη Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ.18, μετά που αυτές έδωσαν γραπτές καταθέσεις, πίσω στο γραφείο τους για να παραλάβει τα αντίγραφα των εγγυητικών επιστολών και τελικά δεν τα παράλαβε. Η εξήγηση που έδωσε ότι δεν παρέλαβε τον εν λόγω φάκελο γιατί είχε εντοπίσει εγγυητικές επιστολές σε άλλους φακέλους δεν μας πείθει καθότι επρόκειτο για γεγονός το οποίο ήδη γνώριζε, δεν το πληροφορήθηκε καθ' οδόν προς το συγκεκριμένο προορισμό, για να δικαιολογείται η αλλαγή της γνώμης του να μη πάρει τελικά το συγκεκριμένο φάκελο. Πέραν τούτου είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ενώ ήταν υπόψη του ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα ήταν φωτοτυπίες των αρχικών εγγυητικών επιστολών που κατ' ισχυρισμό παρέδωσε ο κατηγορούμενος 2 στη Μ.Κ.15 αυτός επέλεξε να μη τα παραλάβει καθότι υπήρχαν άλλα αντίγραφα των εγγυητικών επιστολών σε άλλους φακέλους, η προέλευση όμως των οποίων του ήταν άγνωστη, ή τουλάχιστο δεν υπήρχε μαρτυρία που να τα συνδέει απευθείας με τα πρωτότυπα έγγραφα που κατ' ισχυρισμό παρέδωσε ο κατηγορούμενος 2 στη Μ.Κ.
  8. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 στο συγκεκριμένο σημείο, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία της Όλγας Σωτηρίου, Μ.Κ.
  9. Υπενθυμίζουμε ότι η τελευταία κατά την προφορική της κατάθεση στο Δικαστήριο επέμενε ότι το συγκεκριμένο φάκελο τον είχε παραδώσει στο Μ.Κ.1, ισχυρίσθηκε δε ότι η παράδοση έγινε στη παρουσία του συζύγου της και μιας αστυνομικού. Το παράδοξο που δημιουργήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή δύο μάρτυρες, οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.15, οι οποίοι κατέθεσαν επί του ιδίου θέματος και προέβαλαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, στην ουσία η μια εκδοχή αναιρεί την άλλη. Αν δεχθούμε τη θέση της Μ.Κ.15 ότι παρέδωσε το φάκελο στο Μ.Κ.1 θα πρέπει να απορρίψουμε τη θέση του Μ.Κ.1 ότι αυτός δεν τον παρέλαβε και να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος φάκελος βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας ή κάποιων άλλων προσώπων και για λόγους αγνώστους προς το Δικαστήριο η Αστυνομία και ή ο Μ.Κ.1, προσωπικά, και ή κάποιο τρίτο πρόσωπο, αρνούνται να τον παρουσιάσουν . Αν δεχθούμε την εισήγηση του Μ.Κ.1 ότι δεν παρέλαβε το συγκεκριμένο φάκελο τότε θα πρέπει να απορρίψουμε τη θέση της Μ.Κ.15 και να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος φάκελος βρίσκεται ακόμη στην κατοχή της Μ.Κ.15 ή στο γραφείο της ή κάπου άλλου, χωρίς βέβαια να μπορούμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο ο φάκελος να έχει εξαφανισθεί και ή καταστραφεί. Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο του Γ.Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 180, γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις κάποιου διαδίκου που καλεί στο Δικαστήριο συγκεκριμένο μάρτυρα. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Διάδικος ο οποίος καλεί μάρτυρα, δεν έχει το δικαίωμα να τον αντεξετάσει. Δηλαδή, δεν του παρέχεται η ελευθερία να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του καθ' οιονδήποτε τρόπο, εκτός εάν ο μάρτυρας κηρυχθεί εχθρικός από το δικαστήριο. Η κλήση μάρτυρα υποδηλώνει - από το μέρος που τον καλεί - πρόσκληση προς το δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του. Κατά συνέπειαν, θα ήταν αντιφατικό εάν ο καλών τον μάρτυρα είχε ταυτόχρονα την ελευθερία χωρίς βάσιμο λόγο να αποσύρει την παράστασή του ότι ο μάρτυρας είναι αξιόπιστος. Γενικά, διάδικος ο οποίος καλεί μάρτυρα να καταθέσει, αναλαμβάνει και την ευθύνη για τις συνέπειες της μαρτυρίας του εκτός εάν κηρυχθεί εχθρικός.» Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής καμιά εισήγηση έκανε ως προς το ποια από τις δύο εκδοχές θα πρέπει να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο και ή πως θα πρέπει να αντιμετωπισθεί το θέμα που δημιουργήθηκε έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση και κανείς εκ των δύο μαρτύρων δεν έχει κηρυχθεί εχθρικός. Κατά την αγόρευση της περιορίσθηκε να αναφερθεί, με γενικό τρόπο, σε 'μικροαντιφάσεις' στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίες, σύμφωνα πάντα με την ιδίαν δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία τους, ενώ σε δύο περιπτώσεις μας κάλεσε να δεχθούμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  10. Στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν έκανε οποιανδήποτε μνεία. Το συγκεκριμένο θέμα που εγείρεται δεν εμπίπτει στην κατηγορία των 'μικροαντιφάσεων' και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως 'επιμέρους θέμα'. Πρόκειται για ένα από τα πιο ουσιώδη θέματα, αν όχι το ουσιωδέστερο που ηγέρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία των υπό κρίση κατηγοριών καθότι οι κατηγορίες εδράζονται σε εγγυητικές επιστολές, οι οποίες δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο καθότι σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είχαν παραληφθεί από τον κατηγορούμενο 2, ενώ τα αντίγραφα που κατ' ισχυρισμό ετοιμάστηκαν μετά από φωτοτύπηση των πρωτοτύπων εγγράφων και θα μπορούσαν να ρίξουν φως στην υπόθεση, για λόγους που μέχρι σήμερα δεν έχουν διασαφηνιστεί, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Η διάσταση των δύο αυτών θέσεων διαφάνηκε εν τω μέσω της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας. Δεν γνωρίζουμε ποιού χειρισμού έτυχε το θέμα αυτό, κατά πόσο διερευνήθηκε από τα αρμόδια όργανα του κράτους πού βρίσκεται ο κατ' ισχυρισμό φάκελος με τα αντίγραφα των εγγυητικών επιστολών και κατά πόσο έγιναν προσπάθειες εντοπισμού του, έστω και την υστάτη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.15, παρόντες κατά την παράδοση του εν λόγω φακέλου στο Μ.Κ.1 ήταν και ο σύζυγος της και μια γυναίκα αστυνομικός, ενώ σύμφωνα με το Μ.Κ.1, παρόντες ήταν μια αστυνομικός και πιθανόν και η Μαρίκα Νικολάου Μ.Κ.
  11. Ο σύζυγος της Μ.Κ.15 και η πιο πάνω γυναίκα αστυνομικός δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο για το συγκεκριμένο θέμα ενώ η Μαρίκα Νικολάου, Μ.Κ. 18, την οποία αμφότεροι οι μάρτυρες τοποθετούν στη σκηνή, δεν εξετάστηκε καν επί του θέματος. Κρίνουμε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε σαφή κριτήρια επί των οποίων θα μπορούσε να βασισθεί το Δικαστήριο για να καταλήξει ως προς το ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το μόνο που θα μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να προβούμε σε υποθέσεις. Πέραν τούτου κανένας εκ των δύο μαρτύρων δεν μας άφησε τέτοια θετική εντύπωση που θα μπορούσαμε να βασισθούμε επί αυτής, ήτοι επί της αξιοπιστίας του, για να καταλήξουμε σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. Παρόμοιο θέμα έτυχε εξέτασης από το Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωάννου ν Αστυνομίας[4] όπου είχαν προβληθεί δύο αλληλοσυγκρουόμενες αξιόπιστες εκδοχές, δεν υπήρξε ασφαλές κριτήριο ποια από τις δύο ήταν ακριβής και το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε ασφαλές έδαφος για ετυμηγορία σε ποινική υπόθεση. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 414 της απόφασης: «Συμφωνούμε με το συνήγορο του εφεσείοντα ότι η ετυμηγορία ενοχής πρέπει να ακυρωθεί. Το βάθρο της ενοχής δεν είναι ασφαλές. Αξιόπιστος μάρτυρας, ο Στέλιος Χαραλάμπους, ανέφερε ότι δεν είδε όπλο και ότι, εάν υπήρχε, θα το έβλεπε. Η αναφορά αυτή του μάρτυρα δεν αντιμετωπίστηκε ορθά από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αποτελούσε μαρτυρία σε ουσιώδες σημείο, εντελώς αντίθετη με τη μαρτυρία του Στέλιου Γεωργίου, η οποία, επίσης, έγινε δεκτή. Υπήρχε αλληλοσυγκρουόμενη αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία, δεδομένου ότι δεν υπήρξε σαφές κριτήριο που να φανερώνει ποια από τις δύο ήταν ακριβής, δεν παρείχε ασφαλές έδαφος για ετυμηγορία ενοχής σε ποινική υπόθεση. Με τον αποκλεισμό του μέρους της μαρτυρίας του Στέλιου Χαραλάμπους, σε σχέση με την ύπαρξη του όπλου στο αυτοκίνητο, δεν απορρίφθηκε η εκδοχή του, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της εφεσίβλητης. Επρόκειτο για δύο μάρτυρες που κρίθηκαν αξιόπιστοι, στο ουσιώδες, όμως, η μαρτυρία τους ήταν εντελώς αντίθετη. Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση επιτυγχάνει και η καταδικαστική απόφαση ακυρώνεται.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχε φάκελος με αντίγραφα των εγγυητικών επιστολών που κατ' ισχυρισμό παρέδιδε ο κατηγορούμενος 2 στη Μ.Κ.15 και σε περίπτωση που υπήρχε τέτοιος φάκελος, πού βρίσκεται σήμερα. Κενό εντοπίζουμε και στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την κατάσταση των φακέλων, των Τεκμηρίων 32 και 33 που αφορούσαν τα κτίρια Συμεών και Καλυψώ. Θεωρούμε ότι και αυτό το θέμα είναι ουσιώδες, έχοντας υπόψη ότι εντός των πιο πάνω φακέλων εντοπίσθηκαν, σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Κ.1, οι φωτοτυπίες των εγγυητικών επιστολών Τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ , επί των οποίων εδράζεται η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Η Μ.Κ.15 καταθέτοντας για το θέμα αυτό ισχυρίσθηκε ότι οι πιο πάνω φάκελοι παραλήφθηκαν από το Γενικό Ελεγκτή για εξέταση και ότι όταν παραλήφθηκαν τα έγγραφα που ήταν καταχωρημένα στους εν λόγω φακέλους ήταν με χρονολογική σειρά. Η Ρένα Αντωνιάδου, Μ.Κ.20, όμως, που ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε τους πιο πάνω φακέλους είχε εντελώς διαφορετική άποψη. Ήταν η θέση της ότι τα έγγραφα εντός των φακέλων ήταν ανακατεμένα, κάτι που διαπίστωσε και ο Αστ. 3891 Α.Παπανεοκλέους. υπενθυμίζουμε ότι με βάση τη μαρτυρία του τελευταίου, από αρκετά έγγραφα των Τεκμηρίων 32 και 33, έλειπαν σελίδες σε κάποιες περιπτώσεις εντόπισε τις σελίδες αυτές κάπου αλλού, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τις εντόπισε συνδεδεμένες με άλλα έγγραφα ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν εντόπισε καθόλου τις σελίδες που απουσίαζαν. Αν δεχθούμε τη θέση της Μ.Κ.15 ότι καταχωρούσε τα έγγραφα με χρονολογική σειρά τότε καταλήγουμε ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.20 ψεύδονται και σε περίπτωση που δεχθούμε τη θέση των άλλων δύο καταλήγουμε ότι είναι η Μ.Κ.15 που ψεύδεται. Δεν μπορούμε βέβαια να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να λένε όλοι οι μάρτυρες την αλήθεια και κάποιο τρίτο ή τρίτα πρόσωπα να είχαν επέμβει με τους φακέλους, ενδεχόμενο που δεν είναι απομακρυσμένο έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι κάποιες σελίδες των εγγράφων που βρισκόντουσαν εντός των φακέλων αυτών απουσίαζαν ενώ κάποιες άλλες ήταν καρφιτσωμένες σε λάθος έγγραφο. Επισημαίνουμε δε ότι τα έγγραφα που καταχωρούνταν στους εν λόγω φακέλους δεν έφεραν αρίθμηση και δεν υπήρχε κατάλογος με τα στοιχεία των καταχωρημένων εγγράφων. Ενόψει των πιο πάνω ελλείψεων ως παραδέχθηκε και ο Μ.Κ.1 είναι αδύνατο να αποκλεισθεί κάποιος τρίτος να πρόσθεσε ή να αφαίρεσε έγγραφα από τους φακέλους αυτούς. Η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.1 η οποία είναι εντελώς τυπική και αφορά τις ενέργειες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτή της υπόθεσης, δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται εύρη

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.