Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. HAMID KIANI, Αρ. Υπόθεσης: 7241/17, 27/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7241/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. HAMID KIANI Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2017 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Στ. Γιασκούρη Για κατηγορούμενο: κος. Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στα ακόλουθα αδικήματα:
- Στις 24/3/2015 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΕΜ 692 χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, (1η κατηγορία)
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης. (2η κατηγορία)
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα του οποίου η εγγραφή ακυρώθηκε λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας για τρία συνεχή έτη. (3η κατηγορία)
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδειας κυκλοφορίας. (4η κατηγορία)
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος (5η κατηγορία)
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς να έχει αναμμένο φως προς την αντίθετη κατεύθυνση της πορείας του δικύκλου, κατά την διάρκεια της ημέρας. (6η κατηγορία)
- Μεταξύ της 30/08/2014 και της 24/03/2015 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, χρησιμοποιούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΚΕΜ 692 για διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών από την ημερομηνία αλλαγής της ιδιοκτησίας του και ότι παρέλειψε να εγγραφεί ως ο νέος ιδιοκτήτης. (7η κατηγορία).
- Της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης η διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και συγκεκριμένα ότι στις 24/3/2015 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού και ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο αποστερήθηκε της ικανότητας να κατέχει η να λαμβάνει άδεια οδηγήσεως μηχανοκίνητου οχήματος στις 27/2/2015 για την περίοδο από 27/2/2015 μέχρι 27/08/2015 μετά από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 31004/2014 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΕΜ 692 στην οδό Γιανούλη Χαλεπά κατά την διάρκεια που ίσχυε το πιο πάνω διάταγμα / απόφαση. (8η κατηγορία). Ως προανέφερα ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή σε όλα τα αδικήματα. Τα γεγονότα ως αυτά έχουν τεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το εν λόγω όχημα υποβλήθηκε σε έλεγχο τροχαίας, οπόταν και διαπιστώθηκαν όλα τα αδικήματα επί του κατηγορητηρίου. Αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής ενώ παραδέχτηκε αμέσως την διάπραξη των αδικημάτων. Τα γεγονότα που αφορούν την 8η κατηγορία αφορούν ποινική υπόθεση τροχαίων παραβάσεων με αριθμό 31004/2014, Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία αντιμετώπισε κατηγορίες αμελούς οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με επιβληθείσα ποινή €350= και 3 βαθμούς ποινής, κατηγορία οδήγησης χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς άδεια οδήγησης που καμία ποινή επιβλήθηκε, κατηγορία οδήγησης μη εγγεγραμμένου οχήματος που επιβλήθηκε ποινή ύψους €120=, και οδήγηση άνευ ασφάλειας με επιβληθείσα ποινή €250 και στέρηση του δικαιώματος να κατέχει η να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών ήτοι από 27/2/2015 μέχρι 27/08/
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του και αφού υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε προς όφελος του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παραδέχεται όλες τις κατηγορίες και απολογείται. Έχει αντιληφθεί την σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδιαίτερα της 8ης κατηγορίας ενώ η ιδιαίτερη σοβαρότητα αυτής έχει εξηγηθεί από τον ίδιο στον κατηγορούμενο. Στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 46 χρονών, διαζευγμένος και ασθενής. Λαμβάνει ποσό εκ €678,00= μηνιαίως από το Ταμείο Δημόσιων Βοηθημάτων ενώ έχει υποβάλει αίτηση στην Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας για παροχές Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος η οποία ακόμα δεν έχει εξεταστεί. Καταβάλει μηνιαίο ενοίκιο για την κατοικία στην οποία διαμένει σύμφωνα με απόδειξη πληρωμής ημερ.28/09/2017 ενώ οφείλει περί τα €1.100= στην Δημοκρατία που αφορά ποσό από εντάλματα για τροχαίες παραβάσεις. Καταβάλλει για εξόφληση των ποσών αυτών ποσό εκ €100= μηνιαίως. Διαμένει μόνος του σε βοηθητική κατοικία ενός υπνοδωματίου. Κατάγεται από το Ιράν και προέρχεται από οικογένεια χαμηλών εισοδημάτων ενώ τόσο οι γονείς του όσο και τα αδέλφια του διαμένουν στην χώρα καταγωγής του. Είναι απόφοιτος Λυκείου και υπηρέτησε στην χώρα του στην Εθνική Φρουρά για περίοδο 3 ετών. Εργάστηκε στην χώρα του ως επιπλοποιός ενώ αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει λόγω της εμπόλεμης κατάσταση και των άσχημων συνθηκών. Ήρθε στην Κύπρο τον Αύγουστο του 1998 και απασχολήθηκε αρχικά ως βοηθός κουζίνας σε εστιατόριο και αργότερα ως επιπλοποιός σε εργοστάσιο κατασκευής οικιακών κουζινών. Το 2002 λόγω προβλημάτων υγείας διέκοψε την εργασία του. Σύμφωνα με ιατρική βεβαίωση πάσχει από ψύχωση και κρίνεται ανίκανος για εργασία. Το 2003 τέλεσε γάμο με την κα. Ιωάννου αλλά ενόψει προβλημάτων στην σχέση τους ο γάμος λύθηκε το
- Από τον γάμο του δεν απέκτησε παιδιά. Το επίδομα που λαμβάνει δίδεται λόγω της ανικανότητας του να εργαστεί. Ο συνήγορος τόνισε ως σημείο αναφοράς τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων και συγκεκριμένα την πάροδο 2 χρόνων και 7 μηνών, καθυστέρηση για την οποία ευθύνη δεν μπορεί να έχει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος σήμερα δεν οδηγεί και δεν κατέχει μηχανοκίνητο όχημα και ανάφερε ότι δεν θα επικαλεστεί ειδικούς λόγους για μη επιβολή ποινής στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης. Με αναφορά στις προσωπικές του συνθήκες ανάφερε ότι είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος με ποσό περί τα €678= ενόψει του ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα ψύχωση. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος της 8ης κατηγορίας επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας όπως αναστείλει την εκτέλεση αυτής ενόψει των προσωπικών ζητημάτων υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αλλά και των λοιπών μετριαστικών παραγόντων όπως και του χρόνου που παρήλθε από την διάπραξη. Αναμφίβολα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά και ιδωμένη στο σύνολο της η όλη οδική συμπεριφορά που επέδειξε είναι άκρως απαράδεκτη, αντικοινωνική και εγωιστική. Εκτός του ότι του είχε αποστερηθεί η ικανότητα του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης και παράκουσε το διάταγμα αυτό του Δικαστηρίου, συνάμα διέπραξε και σωρεία άλλων αδικημάτων επίσης σοβαρών. Σοβαρότερη από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι η 8η κατηγορία η οποία αφορά ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου και των άρθρων 53 και 54, ενώ είχε αποστερηθεί στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η ικανότητα του να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην υπόθεση με αρ. 31004/14 στις 27/02/
- Σύμφωνα με το άρθρο 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 109(Ι)/2012: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης ενώ η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Συγκεκριμένα στην απόφαση Λοΐζου ανωτέρω αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Περαιτέρω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 τονίστηκε εκ νέου η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για τον επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Σημειώνω και παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι το αδίκημα της 8ης κατηγορίας εισήχθη με τον τροποποιητικό νόμο 109
(1)/ 2012 στον Νόμο Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως. Μέχρι την εισαγωγή του εν λόγω άρθρου 19Α οι παραβάτες διαταγμάτων στέρησης κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης αντιμετώπιζαν την κατηγορία του γενικού άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την ανυπακοή σε οιοδήποτε διάταγμα, διαταγή ή ένταλμα Δικαστηρίου και κατατάσσεται ως πλημμέλημα ενώ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια εκτός αν υπάρχει ειδικότερη πρόνοια. Με αναφορά στα διατάγματα στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης ο Νομοθέτης εισήγαγε το άρθρο 19Α ανωτέρω το οποίο επιφέρει μεγαλύτερη ποινή ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι 4 έτη η χρηματική ποινή ύψους €6.834=. Η εισαγωγή της πρόνοιας αυτής αντικατοπτρίζει και την ιδιαίτερη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος. Ιδιαίτερα σοβαρή επίσης, είναι και η 1η και 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αν ληφθούν υπόψη και οι περιστάσεις διάπραξης τους. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα όχι μόνο κατά παράβαση συγκεκριμένου δικαστικού διατάγματος αλλά και χωρίς άδεια οδήγησης. Οφείλω όμως να αναφέρω ότι τα γεγονότα αυτής της κατηγορίας, ήτοι της 2ης προκύπτουν από τα γεγονότα της 8ης ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο εκείνο αδυνατούσε ενόψει του διατάγματος να λάβει ή να κατέχει άδεια οδήγησης. Περαιτέρω επέλεξε να οδηγήσει και χωρίς την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης (3η κατηγορία). Τα αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, ενέχει σοβαρότητα και παραπέμπω στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου ότι από τις ενέργειες και οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα. Οφείλω να φέρω σε προσοχή του κατηγορούμενου ότι το αδίκημα το οποίο έχει διαπράξει σε σχέση με την 1η κατηγορία είναι επίσης ιδιαίτερα σοβαρό. Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να θέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Στην παρούσα περίπτωση μάλιστα οι πρόνοιες του Νόμου είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(6)[i] του Περί Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000, σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα για ανασφάλιστη οδήγηση η στέρηση, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. μεταξύ άλλων, Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300,304). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος με βάση τα γεγονότα της 8ης κατηγορίας καταδικάστηκε για τα αδικήματα της αμελής οδήγησης και της οδήγησης χωρίς άδεια οδήγησης, χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και οδήγησης μη εγγεγραμμένου οχήματος, αδικήματα τα οποία στην πλειοψηφία τους αντιμετωπίζει και με την παρούσα υπόθεση. Να σημειωθεί όμως, ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη κατηγορηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Ο Κατηγορούμενος, με την όλη συμπεριφορά του, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη Δικαστικού διατάγματος. Στις 24/03/2015 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανικανότητας που του είχε επιβληθεί και μάλιστα σε διάστημα ούτε ενός μήνα από την ημερομηνία επιβολής του διατάγματος και κατά συνέπεια χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, χωρίς άδεια, χωρίς κράνος και χωρίς φώτα επέδειξε αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και την μη ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου. Αυτή η οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και αντικοινωνική. Ανυπακοή σε τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα. Λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου τόσο ενώπιον των αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και τα προβλήματα υγείας τα οποία φαίνεται σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας και την ιατρική γνωμάτευση που περιλαμβάνεται σε αυτήν, αντιμετωπίζει. Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα για τον οποίο ουδεμία ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 24/03/2015 ενώ το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε μετά από 2 χρόνια και 2 μήνες ήτοι στις 17/05/2017 ενώ η 8η κατηγορία που αφορά την παρακοή του διατάγματος προστέθηκε κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής στις 04/10/2017. Ο κατηγορούμενος καταχώρησε άμεσα παραδοχή και ετοιμότητα να επιβληθεί σε αυτόν ποινή. Σε αυτήν την περίοδο των 3 σχεδόν ετών ουδέν άλλο αδίκημα αναφέρθηκε να διάπραξε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη φύση του διατάγματος και τις συνέπειες από την παραβίαση του. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έχει προσποριστεί οποιοδήποτε όφελος από τη παραβίαση του διατάγματος αυτού ούτε έχει ζημιώσει οποιοσδήποτε άλλος πολίτης. Παραβίαση όμως, διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, δεν σχετίζεται με την αποκόμιση οφέλους από τον παραβάτη σε βάρος των δικαιωμάτων άλλων πολιτών. Έχει να κάνει γενικότερα με την κοινωνία, το σεβασμό των διαταγμάτων των Δικαστηρίων και τη διατήρηση της έννομης τάξης και της αξιοπιστίας του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, την οποία τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να διατηρήσουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το αδίκημα της 8ης κατηγορίας αλλά και αυτό της κατηγορίας 1ης είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Τούτων δεδομένων, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και εξασκώντας τη μέγιστη επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορουμένου επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών . Στην δεύτερη κατηγορία καμία ποινή ενόψει του ότι αυτή είναι απόρροια των γεγονότων της 8ης κατηγορίας. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην τέταρτη κατηγορία καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα αυτής είναι απόρροια των γεγονότων της 3ης κατηγορίας. Στην πέμπτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών και 2 βαθμοί ποινής. Στην έκτη και έβδομη κατηγορία καμία ποινή. Στην όγδοη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης των κατηγοριών 1,3, 5 και 8 να συντρέχουν. Με αναφορά και σε σχέση με την 1η κατηγορία και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι δεν τέθηκαν οιοιδήποτε ειδικοί λόγοι επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης για περίοδο 6 μηνών. Για τον χρόνο διάρκειας του διατάγματος λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329 (με αναφορά στις Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 C.L.R. 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 C.L.R. 16): «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[ii] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
- Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
- Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
- Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβανομένων όλων υπόψη, ενόψει της φύσεως των αδικημάτων, της ηλικίας του κατηγορούμενου και των οικονομικών και προσωπικών του συνθηκών, θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
- Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 46 χρονών, άνεργος, λήπτης δημοσίου βοηθήματος και ασθενής.
- Βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 1998 ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του βρίσκονται στην χώρα καταγωγής του την οποία ο ίδιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει λόγω της εμπόλεμης κατάστασης και των άσχημων συνθηκών διαβίωσης.
- Είναι διαζευγμένος, χωρίς τέκνα και διαμένει μόνος του.
- Λαμβάνει επίδομα ποσού ύψους €678,00=.
- Δεν εργάζεται ενόψει ανικανότητας λόγω ψύχωσης.
- Με βάση βεβαίωση του ψυχιάτρου Δρ. Βασίλη Χ''Βασίλη ημερ.04/05/2017 η οποία περιλήφθηκε στην έκθεση του γραφείου ευημερίας ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ιδέες δίωξης, σχολιασμού και συγχυστικές εικονικές ψευδαισθήσεις ενώ φαίνεται να νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Η διάγνωση αναφέρεται ως «Ψύχωση». Με βάση την ίδια έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ανίκανος για εργασία για περίοδο 5 με 6 μηνών. Λαμβάνοντας υπόψη μου την κατάσταση της ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις που άπτονται των οικογενειακών και οικονομικών του συνθηκών, χωρίς να παραβλέπω και τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων, καταλήγω ότι οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 8 πρέπει να ανασταλούν και ως εκ τούτου αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο