Δημοκρατία ν. Ζήνωνα Αχιλλίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32547/14, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:23 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32547/14 Δημοκρατία ν.
- Ζήνωνα Αχιλλίδη, από τη Λεμεσό
- Γεώργιου Χ"Γεωργίου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Γ. Ιωαννίδου με .......... Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Παπαϊωάννου με κ. Π. Παφίτη Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Πικής Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ) Οι κατηγορούμενοι, μετά που κλήθηκαν σε απολογία αντιμετωπίζουν από κοινού τις πιο κάτω κατηγορίες: · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 2ης κατηγορίας (3η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στην 2η κατηγορία (4η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 6ης κατηγορίας (7η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στην 6η κατηγορία (8η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 άλλη από αυτή που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της Τραπεζικής Εγγυητικής Επιστολής της 10ης κατηγορίας (11η κατηγορία). · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339,335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 άλλη από αυτή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή που αναφέρεται στη 10η κατηγορία (12η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν αρχικά ακόμη 12 κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της συνωμοσίας, καταρτισμό πλαστών εγγράφων, εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και κατάχρηση εξουσίας, κατηγορίες 2, 5, 6, 9, 10, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και
- Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στις πιο πάνω κατηγορίες στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Απαλλάχθηκαν επίσης από τις κατηγορίες 19, 21 και 22 που αφορούσαν τα αδικήματα του δεκασμού, οι οποίες ανεστάλησαν από την Κατηγορούσα Αρχή μετά την αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατέθεσαν είκοσι συνολικά μάρτυρες, οι εξεταστές της υπόθεσης, Αστ. 3981 Α. Παπανεοκλέους, ΜΚ1, ο Λοχ. 32 Χ. Χαραλάμπους, ΜΚ2, ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ Πανίκος Λεωνίδου, ΜΚ16, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ Ανδρέας Μαλλούππας, ΜΚ17, η νομική σύμβουλος του ΤΕΠΑΚ Ζωή Παπαγρηγορίου, ΜΚ7, ο εσωτερικός ελεγκτής του ΤΕΠΑΚ Άκης Κλεάνθους, ΜΚ13, ο Φίλιππος Φιλίππου, ΜΚ14, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Οικονομικών και Ανθρωπίνου Δυναμικού, Κώστας Χόππας, ΜΚ3, οι λειτουργοί του ΤΕΠΑΚ Μαρία Τέκλου, ΜΚ4, Γενέθλιος Γενεθλίου, ΜΚ5, Χριστιάνα Κωνσταντίνου, ΜΚ6, υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου, Ελένη Κατσιολούδη, ΜΚ8, Μελίνα Παλμύρη, ΜΚ9, Θεόδωρος Χ"Δημητρίου, ΜΚ19, Σταύρος Τάκη, ΜΚ10 και Σωτήρης Δημοσθένους, ΜΚ11, οι λειτουργοί του ΤΕΠΑΚ που εργαζόντουσαν στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, Ιωάννης Βακανάς ΜΚ12, Όλγα Σωτηρίου, ΜΚ15 και Μαρίκα Νικολάου, ΜΚ18 και η Λειτουργός στο Γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας Ρένα Αντωνιάδου, ΜΚ
- Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση τους. Είχα την ευκαιρία να διαβάσω και να ακούσω την απόφαση της πλειοψηφίας και με κάθε σεβασμό, διαφωνώ με αυτήν. Η διαφωνία μου με την απόφαση της πλειοψηφίας έγκειται στο ότι δεν συμφωνώ πώς η κατηγορούσα αρχή, δεν έχει αποδείξει στο επιβαλλόμενο μέτρο και βαθμό την υπόθεση της σε όλες τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Προτού προχωρήσω με την πλήρη ανάλυση και παράθεση του σκεπτικού μου, επισημαίνω πώς κρίνω αχρείαστη την εκ νέου παράθεση της μαρτυρίας η οποία, εκτός από το ότι μεγάλο μέρος αυτής αφορά τις κατηγορίες στις οποίες οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάγηκαν από το στάδιο της Εκ Πρώτης Όψεως Υπόθεσης, σε πάρα πολλά σημεία πλατειάζει και ξεφεύγει παντελώς από τα ουσιώδη θέματα που αφορούν τις κατηγορίες στις οποίες οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ακόμη σύνοψη αυτής παρατίθεται στην απόφαση της πλειοψηφίας και συνακόλουθα κρίνω ότι τούτο θα αποτελέσει αχρείαστη και κουραστική επανάληψη των λεχθέντων και συνάμα θα ήταν χρονοβόρο και αντιπαραγωγικό έργο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Α. Ηρακλέους
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 1). Έχω όμως πάντα κατά νου και λαμβάνω υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε στην υπόθεση, όπως αυτή είναι καταγεγραμμένη στα τηρηθέντα πρακτικά, είτε προβαίνω σε ειδικές αναφορές, σε αυτήν, είτε όχι (βλ. Χρ. Καννάουρου κ.ά. ν. Α. Σταθκιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Συνακόλουθα θα διατυπώσω απευθείας την κρίση μου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και την βαρύτητα που θα προσδώσω στα όσα οι κατηγορούμενοι δια των ανομώτων τους δηλώσεων έχουν αναφέρει. Αναφορικά με τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των πλευρών έχουν επικαλεστεί στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, τις οποίες είχαν την ευγενή καλοσύνη να ετοιμάσουν και γραπτώς, αναφέρω ότι έχουν μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή στο σύνολο τους, όπως και οι νομικές αυθεντίες, νομολογία και συγγράμματα στα οποία έκαστος εξ αυτών παραπέμπει προς υποστήριξη των θέσεων και εισηγήσεων του. Σύνοψη των εισηγήσεων τους επίσης παρατίθεται στην απόφαση της πλειοψηφίας και συναφώς κρίνω επίσης αχρείαστο να επαναλάβω τις θέσεις και επιχειρήματα τους. Θα προβαίνω όμως σε ειδικές αναφορές εκεί όπου απαιτείται, ενώ θα εξετάζω τα επιμέρους θέματα που απασχόλησαν κατά τη δίκη. Ακόμη και προτού προχωρήσω με τη διατύπωση της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη συνέχεια επί των εκ της προσαχθείσας μαρτυρίας και των προβληθεισών εκδοχών, ευρημάτων μου, θεωρώ κατάλληλο το στάδιο να σημειώσω - δίκην αυτοπροειδοποίησης - δύο ιδιαιτέρα σημαντικές πτυχές για την παρούσα υπόθεση. Η πρώτη πτυχή αφορά την δια της νομολογίας αναγνωρισθείσα αρχή, ότι το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης - ομολογίας κατηγορούμενου - και τούτο ισχύει και στην περίπτωση των ανώμοτων δηλώσεων (βλ. Fourri and Others v The Republic
(1980)2 CLR 152) - συνιστά μαρτυρία μόνο εναντίον του και όχι εναντίον των συγκατηγορουμένων του (βλ. Αριστοφάνους v Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 450, R v Finch
(2007)1 Cr App R 439, R v Hayter
(2005)2 All ER 209, Καττής και Άλλου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 262, Νεάρχου v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38, Miliotis v The Police
(1971)2 CLR 292, R v Rhodes
(1959)44 Cr App R 23). Η δεύτερη εξίσου σημαντική πτυχή που αφορά την παρούσα υπόθεση, είναι τα όσα η νομολογία έχει αναγνωρίσει αναφορικά με την δύναμη και σημασία της περιστατικής μαρτυρίας στις ποινικές υποθέσεις και τούτο διότι, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, αυτή μαζί με την άμεση μαρτυρία, αποτέλεσαν το υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων και ευρημάτων μου, με την υπαγωγή των οποίων στη νομική πτυχή της υπόθεσης με οδήγησαν στην τελική μου κρίση. Όπως λοιπόν δια της σχετικής επί του ζητήματος αυτού νομολογίας έχει αναγνωρισθεί, όπου η καταδίκη στηρίζεται σε τέτοια μαρτυρία, αυτή πρέπει να οδηγεί σε αυτήν ως τη μόνη λογική κατάληξη και να μην υπάρχουν κενά στην πορεία της. Στην Αγγλική απόφαση Exall
(1866)4 F & F 922, 929, αναφορά στην απόφαση αυτή γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2007, παρ.F1.10, η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται από το Δικαστή Pollock όχι ως «αλυσίδα με κρίκους», αλλά ως «σχοινί». Ένα νήμα του σχοινιού μπορεί να μην είναι αρκετό για να σηκώσει το βάρος της καταδίκης, τρία όμως νήματα μαζί έχουν ικανοποιητική δύναμη. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «. It has been said that circumstantial evidence is to be considered as a chain, and each piece of evidence as a link in the chain, but that is not so, for then, if any one link broke, the chain would fall. It is more like the case of a rope composed of several cords. One stand of the cord might be insufficient to sustain the weight but three stranded together may be quite of sufficient strength. Thus it may be in circumstantial evidence - there may be a combination of circumstances, no one of which would raise a reasonable conviction, or more than a mere suspicion; but the whole, taken together, may create a strong conclusion of guilt, that is, with as much certainty as human affairs can require or admit of.» Καθοδηγητικά επί του πιο πάνω θέματος είναι και τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας.» Το συμπέρασμα δε της γνώσης ως εξαγόμενο από περιστατική μαρτυρία, όπου αυτή βεβαίως απαιτείται για την στοιχειοθέτηση συγκεκριμένου αδικήματος, πρέπει να είναι άμεσα συνυφασμένο με τη μαρτυρία και να αποτελεί το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει υπό τις περιστάσεις. Τα διάφορα περιστατικά της υπόθεσης μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη εάν σωρευτικά αποτιμούμενα δεν επιδέχονται άλλης λογικής εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου. Έχοντας κατά νού τα πιο πάνω, παραθέτω αυθωρεί την κρίση μου επί της αξιολόγησης και της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας. Οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής πλήν της ΜΚ20, για τους λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση της πλειοψηφίας με τους οποίους συμφωνώ, μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία τους, κρινόμενη στην ολότητα της, αλλά και μεμονωμένα, συνήδε πλήρως και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε στα αναφερόμενα τους και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν, δεν επηρέασαν καθόλου τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός μάλιστα να αποτελεί και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αλλά και των τελευταίων με την κατηγορούσα αρχή για το τι είναι που θα έλεγαν. Εκτός αυτού, γνωρίζω και ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Χρήσιμα ακόμα για σκοπούς καθοδήγησης είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505. Συγκεκριμένα στη σελίδα 517, αναφέρονται τα εξής: «Οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει στην κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου σε θέματα αξιοπιστίας, έχουν κατ' επανάληψη βεβαιωθεί από τη νομολογία μας, συνοψίζονται δε στην Αριστείδου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ.
- Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: ".... το θέμα αξιολόγησης μαρτυρίας ανήκει κατά κύριο λόγο στο πρωτόδικο δικαστήριο .... επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνο εκεί όπου οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις είναι ουσιαστικής μορφής και δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια, ή δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη από το πρωτόδικο δικαστήριο. Εκεί όπου με βάση το σύνολο της μαρτυρίας ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να καταλήξει στις υπό αμφισβήτηση σχετικά με την αξιοπιστία διαπιστώσεις του, το Εφετείο δεν επεμβαίνει. Σε περιπτώσεις αντιφάσεων που αφορούν σε παρεμφερή ή δευτερεύουσας σημασίας γεγονότα, περιθώριο μιας τέτοιας επέμβασης δεν χωρεί. (Βλ. Παντελής Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 172/2009 και 178/2009, ημερομηνίας 21/12/2010 και την εκεί σχετική νομολογία που η απόφαση παραπέμπει)."» Από τους μάρτυρες κατηγορίας αυτή που έδωσε απόλυτα σχετική και άμεση μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα που αφορούν τις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες είναι η ΜΚ15, Όλγα Σωτηρίου. Αυτή ήταν η γραμματειακή λειτουργός στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας του ΤΕΠΑΚ, της οποίας προΐστατο ο κατηγορούμενος
- Επίσης αυτή ήταν συνάδελφος με την Μαρίκκα Νικολάου, ΜΚ18, μαζί με την οποία εμοιράζοντο το ίδιο γραφείο. Ακόμη ήταν σύμφωνα με την αναντίλεκτη και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, το πρόσωπο το οποίο ασχολείτο με την τήρηση αρχείου σε φακέλους για τα διάφορα κτίρια που ενοικίαζε το ΤΕΠΑΚ και αυτή που μαζί με την ΜΚ18, παραλάμβανε και αρχειοθετούσε όλα τα σχετικά έγγραφα. Ακόμη ήταν το πρόσωπο που εκτελώντας οδηγίες του προϊστάμενου της, κατηγορουμένου 1, βρισκόταν μεταξύ αυτού και του κατηγορούμενου 2, για όλα τα θέματα που είχαν σχέση με αλληλογραφία, τήρηση αρχείου, ετοιμασία επιστολών και φύλαξης των εγγυητικών επιστολών που αφορούσαν την ΥΔΠ, ανάμεσα στις οποίες και αυτές που είχαν σχέση με τις συμφωνίες ενοικίασης των κτιρίων ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ. Εν όψει λοιπόν των πιο πάνω, κρίνω ορθότερο να παραθέσω την κρίση μου πρώτα επί της αξιοπιστίας της ΜΚ15 και μετέπειτα των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας. Αυτό και για τον λόγο ότι η μαρτυρία της αποτελεί κατά την άποψη μου, το «δεσμείν και το λύειν» για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, πάντοτε βεβαίως για τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία. Αναφορικά λοιπόν με την αξιοπιστία της ΜΚ15, δεν αποδέχομαι κατ' αρχάς την εισήγηση της υπεράσπισης, ότι η ΜΚ15, δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ότι η μαρτυρία της ενόψει των διαπιστωθέντων ασαφειών αναφορικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώραν στο στάδιο των αστυνομικών ανακρίσεων, τις οποίες εντοπίζει και η πλειοψηφία στην απόφαση της, με τις οποίες συμφωνώ, είναι ικανά στοιχεία που την καθιστούν αναξιόπιστη. Τούτο διότι δεν μπορώ να αγνοήσω την σύγχυση και το κλίμα που επικρατούσε, κατά την διάρκεια των αστυνομικών ανακρίσεων και των ερευνών για σκοπούς ελέγχου από την ελεγκτική Υπηρεσία του Κράτους, με αριθμό υπαλλήλων του ΤΕΠΑΚ να θεωρούνται ύποπτοι, συμπεριλαμβανομένης και της ΜΚ
- Κατανοώ επίσης την δυσκολία στην επαναφορά στη μνήμη ενός προσώπου όλων των λεπτομερειών ειδικά για γεγονότα που βίωσε δύο σχεδόν χρόνια προηγουμένως, κάτω από συνθήκες πρωτόγνωρες σε αυτό και κάτω από την συναισθηματική φόρτιση που προκαλείται ως η ανθρώπινη εμπειρία και κοινή λογική αναγνωρίζει, όταν αίφνης ευρίσκεται αντιμέτωπο με αστυνομικά όργανα και όργανα εντεταλμένα να διερευνήσουν υποθέσεις που αφορούν ποινικά αδικήματα στα οποία ενδέχεται να θεωρείται και το ίδιο το πρόσωπο αυτό ύποπτο. Συνακόλουθα κρίνω ότι η αντίφαση στη μαρτυρία της ΜΚ15, μεταξύ αυτής και του ΜΚ1, ήτοι κατά πόσο παρέδωσε τον ξεχωριστό φάκελο που τοποθετούσε φωτοτυπίες των φερόμενων ως γνησίων εγγυητικών σε αυτόν, οφείλεται σε αυτές τις συνθήκες. Επισημαίνω ακόμη ότι ο ΜΚ1 στη δική του μαρτυρία ανέφερε πώς του επιδείχθηκε ο συγκεκριμένος φάκελος από την ΜΚ15, όμως λόγω του ότι είχε ήδη στην κατοχή του, τις ίδιες φωτοτυπίες - ίδια εγγραφα, που μάλιστα εντόπισε και σε άλλους φακέλους, έκρινε πως ήταν αχρείαστη η παραλαβή του. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αυτό που κατά την δική μου κρίση έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι η εξέταση της σχετικής μαρτυρίας της ΜΚ15, αλλά και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας στο σύνολο της, σφαιρικά και πάντοτε σε συνάρτηση με τα τεκμήρια - έγγραφα, που κατατέθηκαν ενώπιον μας, επισημαίνω χωρίς ένσταση και ότι ουδενός αμφισβητήθηκε η ετοιμασία και σύνταξη του, κατά τους επίδικους χρόνους. Ούτε και υπήρξε εισήγηση ότι η ΜΚ15 είχε πλαστογραφήσει η και κυκλοφορήσει η ίδια οποιοδήποτε πλαστό έγγραφο, η ότι είτε από μόνη η σε συνεργασία με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κατασκεύαζε τα διάφορα έγγραφα και επιστολές που απευθύνονταν στις εταιρείες του κατηγορούμενου 2, με σκοπό να του αποδώσουν πράξεις ενέργειες και παραλείψεις αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα και ειδικά με την κυκλοφορία των επιδίκων εγγυητικών επιστολών. Η απομόνωση αντιφάσεων σε συνάρτηση με παραλείψεις που εντοπίζονται στο ανακριτικό έργο, που επίσης συμφωνώ ότι όντως έχουν γίνει, αλλά και η μη τήρηση από την ΜΚ15, συγκεκριμένου τύπου και μεθόδου αρχειοθέτησης των φακέλων Τεκμήρια 32 και 33, που άλλωστε δεν υπήρχε και ούτε της υποδείχτηκε και των φερόμενων ως γνησίων εγγυητικών επιστολών που κατ' ισχυρισμό της παρέδιδε - παραλάμβανε ο κατηγορούμενος 2, επίσης δεν συμφωνώ ότι είναι ικανά στοιχεία που μολύνουν τα όσα αναφέρει δια των γραπτών της καταθέσεων, Ενδείξεις Ξ
(1)και Ξ
(2), αλλά και την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Αντιθέτως η μαρτυρία της για τα όσα λάμβαναν χώρα κατά τους ουσιώδεις χρόνους, πλήν των όσων ανέφερε για το ποίο ήταν το πρόσωπο που τις παρέδιδε τις φερόμενες ως γνήσιες εγγυητικές επιστολές και στο κατά πόσο τηρούσε και παρέδωσε τον ξεχωριστό φάκελο με τις φωτοτυπίες των επιδίκων εγγυητικών επιστολών στον ΜΚ1, παρέμεινε ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη. Πρόσθετα η μαρτυρία αυτής, ενισχύεται και από τα όσα οι ΜΚ1, ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ12, ΜΚ13, ΜΚ14, ΜΚ16, ΜΚ17 και ΜΚ18, έχουν καταθέσει και τα οποία σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα που αφορούν τις κατηγορίες στις οποίες κλήθηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να προβάλουν την υπεράσπιση τους, ουσιαστικά παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Ενισχύονται επίσης και από τα όσα ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει στις γραπτές του καταθέσεις, Τεκμήρια 1, 49, 55 και 60, αλλά και από την ενώπιο του Δικαστηρίου ανόμωτη δήλωση του, που υπομνήσκω πώς με αυτήν υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων. Επισημαίνω όμως στο σημείο αυτό προς αποφυγή οιασδήποτε παρερμηνείας, ότι αποδέχομαι και υιοθετώ πλήρως τα όσα παραθέτει η πλειοψηφία στη απόφαση της σε σχέση με δηλώσεις του κατηγορούμενου 1 στις γραπτές του καταθέσεις, αλλά και στη ανόμωτη του δήλωση, οι οποίες ενοχοποιούν η τείνουν να ενοχοποιήσουν τον κατηγορούμενο 2, τις οποίες επι τη βάσει των αρχών της νομολογίας, στην οποία κάνω αναφορά και πιο πάνω, δε μπορώ να λάβω και δεν λαμβάνω υπόψη. Συνακόλουθα παραθέτω πιο κάτω εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας αλλά και τεκμήρια - έγγραφα, από την ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία, που ενισχύουν και καταδεικνύουν ότι τα όσα η ΜΚ15 είπε, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, είναι η αλήθεια. Σε αυτή μου την κατάληξη λοιπόν, οδηγήθηκα αφού έλαβα υπόψη τα εξής:
- Τα Τεκμήρια 32 και 33, ήτοι τους φακέλους που τηρούσε η ίδια για τα κτίρια ΚΑΛΥΨΩ και ΣΥΜΕΩΝ, στους οποίους τοποθετούσε όλα τα έγγραφα συμπεριλαμβανομένων και φωτοτυπιών των φερομένων ως γνησίων εγγυητικών που της παρέδιδε ο κατηγορούμενος 2, αφού προηγουμένως του παρέδιδε αυτή εκείνες που εξέπνεαν. Τα φερόμενα ως πρωτότυπα εφυλάσσοντο σε φάκελο που ήταν τοποθετημένος σε ερμάρι στο γραφείο του κατηγορούμενου 1, πρόσθετες δε φωτοτυπίες φύλαττε και η ίδια σε ξεχωριστό φάκελο που είχε σε βιβλιοθήκη που ευρισκόταν στο δικό της γραφείο, θέση που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ
- Τα συγκεκριμένα δε τεκμήρια ως συνάγεται από την αναντίλεκτη επί του συγκεκριμένου σημείου μαρτυρία, της ΜΚ15, της ΜΚ20 αλλά και από την κατάθεση του κατηγορούμενου 1, Τεκμήριο 49, παραδόθηκαν ως είχαν σε αυτόν από την ΜΚ15 και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 τα παρέδωσε ως τα παρέλαβε στην ΜΚ20, η οποία τα φύλαττε σε ασφαλή χώρο στο γραφείο της και εν συνεχεία παρέδωσε, όπως τα παρέλαβε, στον ΜΚ1 ο οποίος και τα κατέθεσε ως τα παρέλαβε, αφαιρώντας από αυτά τα Τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ), στο Δικαστήριο. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3(β), επισημαίνω ότι ακόμη μία φωτοτυπία αυτού παραδόθηκε και από τον ΜΚ3 στον ΜΚ1, η οποία φωτοτυπία είχε αποσταλεί από την ΜΚ15, με σαρωτή (scanner) στον ΜΚ14, στις 9.12.2013 (βλ.Τεκμήριο 78).
- Το Τεκμήριο 6, ήτοι ηλεκτρονική αλληλογραφία με την οποία η Μ.Κ.15, συμμορφούμενη πλήρως με τις οδηγίες του κατηγορούμενου 1, αποστέλλει στις 21.6.2012, ήτοι σε ανύποπτο αλλά και ουσιώδη για τα επίδικα γεγονότα χρόνο, με σαρωτή (scanner), φωτοτυπίες των φερόμενων ως γνησίων εγγυητικών για τα κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ για την περίοδο 2011 - 2012, που εφυλάσσοντο στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας του ΤΕΠΑΚ, στην Λειτουργό Μαρία Τέκλου, Μ.Κ.
- To σημείωμα του Γιάννη Βακανά, ΜΚ12, ημερομηνίας 8.7.2013, έγγραφα με αρίθμηση σελίδων 28 - 30, του Τεκμηρίου 33, το οποίο αποστέλλει στον Αναπληρωτή Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών (ΔΔΟ), στο οποίο στη σελίδα 30, αναφέρει, ότι ο ιδιοκτήτης του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ έχει παραχωρήσει προς όφελος του ΤΕΠΑΚ τραπεζική εγγυητική επιστολή για το ποσό της προκαταβολής η οποία βρίσκεται σε ισχύ μέχρι 7.12.
- Με το εν λόγω σημείωμα εισηγείται αφού έλαβε υπόψη και τις απόψεις του κατηγορούμενου 1, να υπογραφεί νέα συμφωνία με όρους ενοικιαγοράς του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ. Το εν λόγω σημείωμα επεσύναψε ο ΔΔΟ στο σημείωμα του ημερομηνίας 13.11.2013 προς το Συμβούλιο ΤΕΠΑΚ για την λήψη σχετικής έγκρισης για την υπογραφή της εισηγούμενης νέας συμφωνίας.
- Στο Τεκμήριο 33 τα έγγραφα με αρίθμηση 16, 17, 18, 19, 25, 129, 130 και 131, τα οποία έγιναν κανονικά τεκμήρια με την ίδια αρίθμηση, με τα οποία καλείται η εταιρεία VOLTURA LTD, της οποίας διευθυντής και το πρόσωπο το οποίο την εκπροσωπούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στα όποια ζητήματα είχαν σχέση με το ΤΕΠΑΚ ήταν ο κατηγορούμενος 2, να προβεί σε ανανέωση της ισχύος των φερόμενων ως εγγυητικών για τα έτη 2011 - 2012 και 2012 -
- Τα μέν έγγραφα 129 και 130 ( εκ των οποίων το υπ' αριθμό 130 είναι φωτοτυπία της φερόμενης ως λήγουσας εγγυητικής την 8.12.2012) απεστάλεισαν με τηλεομοιότυπο στις 12.11.2012 στην εταιρεία του κατηγορούμενου 2 VOLTURA LTD, το δε έγγραφο με αριθμό 25, παρελήφθη προσωπικά από τον κατηγορούμενο 2 από την ΜΚ15 στις 25.11.
- Τούτο διότι οι προσπάθειες της να σταλεί με τηλεομοιότυπο αποβήκαν άκαρπες. Με τις εν λόγω επιστολές εζητείτο όπως εν όψει της επικείμενης λήξης της περιόδου ισχύος των εγγυητικών, προσκομισθούν στο ΤΕΠΑΚ ανανεώσεις της ισχύος τους. Στο σημείο δε αυτό παραπέμπω στα επιστολόχαρτα της εταιρειας VOLTURA LTD που εντοπίζονται σε μεγάλο αριθμό εντός του Τεκμηρίου 33, ενδεικτικά στο Έγγραφο με αριθμό 33, επι των οποίων αναγράφεται τόσο η ηλεκτρονική διεύθυνση όσο και ο αριθμός τηλεομοιοτύπου της εταιρείας, που ταυτίζονται με αυτούς που η ΜΚ15 απέστελλε τα διάφορα έγγραφα και αλληλογραφία στην εν λόγω εταιρεία.
- Την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία από τους ΜΚ16 και ΜΚ14, ότι ο κατηγορούμενος 1 στη συνάντηση πού είχε μαζί τους το πρωί της 9.12.2013, στην οποία ο ΜΚ16 τον πληροφόρησε πώς ο ίδιος δεν είχε εντοπίσει στις φωτοτυπίες των εγγράφων που του είχαν δοθεί του φακέλου του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ εγγυητική που κάλυπτε την περίοδο 2012-2013 με λήξη 7.12.2013, ο κατηγορούμενος 1 τους διαβεβαίωσε πώς υπήρχε σε ισχύ τέτοια εγγυητική. Φωτοτυπία δε της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής, απέστειλε ο κατηγορούμενος 1 σύμφωνα με οδηγίες που έλαβε από τον ΜΚ16, στον ΜΚ14, Φίλιππο Φιλίππου στις 9.12.2013, μέσω της ΜΚ
- Την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία του Γενέθλιου Γενεθλίου, ΜΚ5, ότι στις 9.12.2013 απέστειλε επιστολή στην υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου, Έλενα Σολέα, στην οποία επεσύναψε την φωτοτυπία της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής ημερομηνίας 8.12.2013, με την οποία της ζήτησε να πληροφορηθεί το ΤΕΠΑΚ κατά πόσο η εν λόγω εγγυητική είχε ανανεωθεί (βλ. Τεκμήριο 4, Έγγραφα σελ. 38 - 46). Tην ίδια δε ημέρα ο ΜΚ5 μαζί με την ΜΚ6, κατόπιν οδηγιών του ΜΚ 14, επισκέφθηκαν το υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου που ευρισκόταν απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Νάπας, στη Λεμεσό, όπου συνάντησαν την υπάλληλο υπεύθυνη για τις εγγυητικές, Έλενα Σολέα στην οποία προηγουμένως είχε σταλεί η πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή, η οποία αφού είδε την εν λόγω φωτοτυπία η οποία της επεδείχθη, τους ενημέρωσε πώς τέτοια εγγυητική δεν είχε εκδοθεί και δεν εντοπίζετο καταχωρημένη στο σύστημα της Τράπεζας.
- Ότι ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με την επίσης αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ16, στη συνάντηση που είχε με τον ΜΚ16, τον κατηγορούμενο 1 και τον ΜΚ14, στις 9.12.2013 και αφού πληροφορήθηκε για το γεγονός της προηγηθείσας τηλεφωνικής και προφορικής ενημέρωσης από την Τράπεζα Κύπρου προς τον ΜΚ14 πώς εγγυητική με λήξη 7.12.2013, φωτοτυπία της οποίας του είχε ήδη αποσταλεί, δεν είχε εκδοθεί ποτέ από την εν λόγω Τράπεζα (βλ. μαρτυρία του ΜΚ14) και ότι η φερόμενη ως έγκυρη που είχε παραδώσει πρίν από την λήξη των προηγούμενων, ουδέποτε είχε εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου, συμφώνησε να προσκομίσει νέα για το ίδιο ποσό και μάλιστα μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα περί μη προσκόμισης από τον ίδιο της εν λόγω εγγυητικής. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΚ16 στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, «Αν μου ήγειρε τέτοιο ζήτημα σίγουρα οι ενέργειες μου θα ήταν διαφορετικές».
- Την μη αμφισβητηθείσα θέση της ΜΚ15, ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος 2, της εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο, απορία η έστω διαμαρτυρία, γραπτή η προφορική, γιατί να του αποστέλλονται και να του παραδίδονται επιστολές για ανανέωση των φερομένων ως γνησίων εγγυητικών επιστολών. Ακόμη αδιαμφισβήτητη παρέμεινε η θέση της ΜΚ15 ότι επειδή ο κατηγορούμενος 2 παραλάμβανε τα πρωτότυπα των φερόμενων ως γνησίων εγγυητικών επιστολών για να επιστρέψει τις ανανεωμένες, στον φάκελο που άνοιξε και εφυλάττοντο στο ερμάρι του γραφείου του κατηγορούμενου 1 μέχρι τέλους 2013, δεν παρέμεινε κανένα έγγραφο.
- Στο Τεκμήριο 32 τα έγγραφα με αρίθμηση σελίδων 9 - 30, τα οποία έγιναν κανονικά τεκμήρια εκ συμφώνου, ανάμεσα στα οποία εντοπίζεται το σημείωμα του κατηγορούμενου 1, ημερομηνίας 20.2.2012, στο οποίο στη σελίδα 11 αναφέρει ρητά ότι για την προκαταβολή που είχε δοθεί για τα κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ υπάρχουν σε ισχύ δύο εγγυητικές τις οποίες επισυνάπτει ως Παραρτήματα 3 και 4 (σελ.26 και 27 του ιδίου Τεκμηρίου). Οι εν λόγω εγγυητικές είναι φωτοτυπίες των φερόμενων ως πρωτοτύπων για τις περιόδους 8.12.2011 - 8.12.2012 για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ και 8.9.2011 - 8.9.2912 για το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ. Στις εν λόγω δε φωτοτυπίες αναγράφεται στο πάνω δεξιό μέρος τους οι φράσεις «Παράρτημα 3» και «Παράρτημα 4», αφού ως τέτοια επισυνάπτονται, εξ ού και παρουσιάζεται αυτή η διαφορά με τις επισυνημμένες έγχρωμες φωτοτυπίες οι οποίες στάληκαν την 21.6.2012 με σαρωτή από την ΜΚ15 προς την ΜΚ4 (Τεκμήριο 6). Εκ των εν λόγω εγγυητικών, η μία με ένδειξη «Παράρτημα 3» φέρεται το πρωτότυπο της να εκδόθηκε για λογαριασμό της εταιρείας VOLTURA LTD από την Τράπεζα Κύπρου, η δε με την με ένδειξη «Παράρτημα 4» φέρεται το πρωτότυπο της να εκδόθηκε για λογαριασμό της εταιρείας GVG TRADING LTD .
- Από τα Τεκμήρια 105(α) και 106(α), ήτοι τους φακέλους που αφορούν τα έγγραφα στα οποία κάνει αναφορά η ΜΚ20 στις εκθέσεις της, Τεκμήρια 105 και 106, στα οποία εντοπίζεται ξανά το σημείωμα του κατηγορούμενου 1, ημερομηνίας 20.2.
- Διευκρινίζω δε στο σημείο αυτό ότι συμφωνώ πλήρως με τα σχόλια που παρατίθενται στην απόφαση της πλειοψηφίας αναφορικά με την υπό της ΜΚ20 διεξαχθείσα έρευνα. Αυτή όμως η ταύτιση θέσεων μου με την απόφαση της πλειοψηφίας δεν αναιρεί και δεν εξουδετερώνει την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της αναφορικά με τα όσα αυτή έχει καταθέσει σαν έγγραφα που έλαβε από το ΤΕΠΑΚ και αποδεικτική ισχύ των πιο πάνω αναφερομένων εγγράφων τα οποία εσυντάσσοντο σε ανύποπτους χρόνους και αποτελούν αναντίλεκτη μαρτυρία για τα όσα γεγονότα λάμβαναν χώραν. Τούτο διότι σε κανένα σημείο της μακράς και επίμονης σε πολλές δικασίμους, αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένης και της ΜΚ15, αμφισβητήθηκαν. Επισημαίνω ακόμη ότι σε κανένα σημείο υπήρξε αμφισβήτηση των όσων η ΜΚ20 ανέφερε για το από πού, πώς και από ποίον έλαβε στην κατοχή της τα Τεκμήρια 32 και 33, ήτοι από τον κατηγορούμενο 1, όπως δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι έλαβε και πρόσθετο αριθμό εγγράφων από το γενικό αρχείο του ΤΕΠΑΚ.
- Ότι ο κατηγορούμενος 2, όχι μόνο λάμβανε τις επιστολές τις οποίες του απέστελλε η ΜΚ15, με τις οποίες εκαλείτο να παρουσιάσει ανανεωμένες εγγυητικές χωρίς καμία απολύτως διαμαρτυρία για το περιεχόμενο τους, αλλά και ότι πρόσθετα με τις μετέπειτα πράξεις και ενέργειες του εύλογα συνάγεται το συμπέρασμα πώς συμμορφωνόταν πλήρως με αυτές. Αυτή δε η έστω σιωπηρή αποδοχή των όσων αναφέρονται στις εν λόγω επιστολές, ήτοι ότι δεν είναι μόνο τις αρχικές και γνήσιες εγγυητικές που είχε παραδώσει στο ΤΕΠΑΚ, αλλά και τις επίδικες, εύλογα οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πώς συμφωνούσε και αποδεχόταν το περιεχόμενο τους. Συνακόλουθα και έχοντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, Έκδοση 2017, στις παραγράφους 15-473 μέχρι 15-476, δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 πώς αυτή η σιωπή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα αποδοχής των όσων αναφέρονται στις επιστολές αυτές και κατ' επέκταση ότι η ΜΚ15 είπε την αλήθεια. Αποδέχομαι συναφώς όσα είπε η ΜΚ15 για το ποιος και πότε της παρέδιδε τις επίδικες φερόμενες ως γνήσιες εγγυητικές επιστολές ήταν ο κατηγορούμενος 2, φωτοτυπίες των οποίων έβγαζε η ΜΚ15 και τοποθετούσε στους φακέλους των κτιρίων ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ, οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον μας ως Τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ).
- Στην επιστολή που η ΜΚ15 απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 9.12.2013 ώρα 1.43 μ.μ. στη ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρείας του κατηγορούμενου 2 VOLTURA LTD, daisy@logos.cy.net, έγγραφα με αρίθμηση 16-19 του Τεκμηρίου 33, με την οποία εκαλείτο να προχωρήσει στην ανανέωση της εγγυητικής επιστολής με αριθμό 00393-02-0016381, ήτοι αυτόν που είχε και η πρώτη αναγνωρισθείσα ως γνήσια, τόσο από την Τράπεζα Κύπρου αλλά και από όλα τα μέρη της διαδικασίας, η οποία είχε λήξει στις 7.12.
- Αναφορικά με την φωτοτυπία της φερόμενης ως γνησίας εγγυητικής Τεκμήριο 3(β), υπομνήσκω πώς φωτοτυπία αυτής, σύμφωνα με τον ΜΚ1 παραδόθηκε σε αυτόν και από τον ΜΚ3, την ημέρα που έδωσε την γραπτή του κατάθεση και κατήγγειλε την υπόθεση σύμφωνα με την απόφαση ΤΕΠΑΚ στην αστυνομία. Η εν λόγω φωτοτυπία, όπως επίσης προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΚ15 και του ΜΚ14, είχε αποσταλεί από την ΜΚ15 στον ΜΚ14 με σαρωτή, στις 9.12.2013, σύμφωνα με τις οδηγίες του κατηγορούμενου
- Την εν λόγω δε φωτοτυπία, ο ΜΚ14, τοποθέτησε σε σφραγισμένο φάκελο στο γραφείο του, τον οποίο παρέλαβε ο ΜΚ3 και κατέθεσε αυτούσιο στη συνεδρία του Συμβουλίου του ΤΕΠΑΚ ημερομηνίας 14.11.2014, κατά την συζήτηση του θέματος για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση ο ΜΚ3 να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία (βλ.Τεκμήριο 64). Επισημαίνω δε ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2, δεν αμφισβήτησε την θέση της ΜΚ15 ότι έβγαζε από το 2011 φωτοτυπίες των φερόμενων ως γνησίων πρωτοτύπων των εγγυητικών επιστολών που της παρέδιδε ο κατηγορούμενος 2 και τις τοποθετούσε εντός των Τεκμηρίων 32 και
- Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε έντονα είναι η ύπαρξη του ξεχωριστού φακέλου με τις φωτοτυπίες και στο κατά πόσο αυτός παραδόθηκε στον ΜΚ
- Επισημαίνω όμως ότι στο στάδιο της αντεξέτασης του ΜΚ1, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι του επιδείχθηκε ο εν λόγω φάκελος από την ΜΚ15 πλήν όμως για τους λόγους που επεξήγησε δεν τον παρέλαβε. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι σε αντίθεση με τα Τεκμήρια 3(α) και 3(γ), φωτοτυπία της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής επιστολής, όπως αυτή που παρέδωσε ο ΜΚ3 στον ΜΚ1, ήτοι το Τεκμήριο 3(β), δεν εντοπίζεται στο φάκελο Τεκμήριο 33, κάτι που επιβεβαιώνεται από την εξέταση του ίδιου του εν λόγω τεκμηρίου. Υπομνήσκω όμως ότι είχε τοποθετηθεί στο φάκελο που ο ΜΚ14 ετοίμασε και κατέθεσε στη συνεδρία του Συμβουλίου ο ΜΚ3 (βλ. Τεκμήριο 64). Ακόμη ο ΜΚ1 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 2, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι όταν παρέλαβε τον φάκελο του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ, αφαίρεσε από μέσα τις εγγυητικές τις οποίες τοποθέτησε σε ξεχωριστό φάκελο και ακολούθως τις κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ). Διευκρίνισε δε ότι για τα Τεκμήρια 3(α) και 3(γ), υπήρχε μεγάλος αριθμός φωτοτυπιών μέσα στον εν λόγω φάκελο, όμως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει γιατί δεν βρέθηκε άλλη φωτοτυπία του Τεκμηρίου 3(β). Σε σχέση με το τεκμήριο αυτό και στο κατά πόσο θα αποδεχτώ την θέση της ΜΚ15 ότι είναι κι αυτό φωτοτυπία του παραδοθέντος από τον κατηγορούμενο 2 φερομένου ως γνησίου πρωτοτύπου, λαμβάνω επίσης υπόψη τόσο την αναντίλεκτη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ3, ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ14, αλλά και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα CROWN COURT PRACTICE: TRIAL, Έκδοση 1978, σελίδες 402, 403, 425 και 426, αναφορικά με την αποδοχή και λήψη υπόψη παρόμοιων γεγονότων στο να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για γεγονότα που αφορούν την διάπραξη άλλων αδικημάτων. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα και στη σχετική επί του θέματος νομολογία στην οποία παραπέμπει, το Δικαστήριο επι τη βάση μαρτυρίας για παρόμοια γεγονότα δύναται να καταλήξει ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση επιδείχτηκε παρόμοιας φύσεως συμπεριφορά, η οποία μπορεί να οδηγήσει στη ενοχή του κατηγορουμένου. Επανερχόμενος στη μαρτυρία της ΜΚ15 και έχοντας υπόψη τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τον τρόπο ενέργειας του κατηγορούμενου 2, αλλά και τον δικό της, τα οποία υποστηρίζονται πλήρως από την μαρτυρία των ΜΚ5, ΜΚ14 και ΜΚ16, τα πιο πάνω Τεκμήρια 32 και 33, αβίαστα καταλήγω πώς και για το φερόμενο ως γνήσιο έγγραφο του οποίου αντίγραφο και φωτοτυπία είναι το Τεκμήριο 3(β), η ΜΚ15 είπε την αλήθεια. Επί τη βάση των πιο πάνω κρίνω, την ΜΚ15 ως αξιόπιστη μάρτυρα και ότι στη μαρτυρία της ουδεμία προσπάθεια κατέβαλε για να αποκρύψει την αλήθεια και τα όσα η ίδια βίωσε και είχε προσωπική εμπλοκή και γνώση, πάντοτε για τα επίδικα γεγονότα. Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της ΜΚ20, ήτοι του προσώπου που διορίστηκε από τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας να διεξάγει έλεγχο στο ΤΕΠΑΚ. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι δεν μου διαφεύγει πώς η ΜΚ20 συνδέεται με κάποιου είδους συγγένεια με την ανθυποψήφια του κατηγορούμενου 1 στη θέση την οποία κατείχε στο ΤΕΠΑΚ, θέση την οποία εν τέλει το συγκεκριμένο πρόσωπο κατέλαβε, μετά μάλιστα από μακρόχρονες δικαστικές διαδικασίες, για τις οποίες ενώ αρχικά η ΜΚ20 ανέφερε πώς δεν είχε πλήρη γνώση ακολούθως συμφώνησε πώς τις είχε πληροφορηθεί. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι η σύζυγος του ΜΚ17, για πολλά χρόνια ήταν η προϊστάμενη της ΜΚ
- Κληθήκαμε δε και για το δεδομένο αυτό να εκλάβουμε την ΜΚ20, αναξιόπιστη, καθότι η μαρτυρία της μολύνεται με αλλότρια κίνητρα. Δεν θα συμφωνήσω απόλυτα με την εισήγηση της υπεράσπισης. Υπομνήσκω την αρχή πως η συγγένεια μάρτυρα με διάδικο, δεν καθιστά εκ προοιμίου και άνευ άλλου τινός, αναξιόπιστη τη μαρτυρία του (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 385 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220). Επισημαίνω ακόμη ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της, αφορούσε ζητήματα που άπτονται της εμπειρογνωμοσύνης της, ήτοι ως πολιτικού μηχανικού, με αναφορές σε τεχνικά θέματα, θέματα που αφορούσαν τις εκτελεσθείσες και μη εργασίες, τα εύλογα κόστη για αυτές, προδιαγραφές υλικών και εξοπλισμού, το τι η ίδια πίστευε πώς ήταν πιο ορθό και συμφέρον για το ΤΕΠΑΚ και την ορθότητα των διαφόρων διαδικασιών στη λήψη αποφάσεων και ενεργειών από τον κατηγορούμενο 1, για τα οποία θεωρώντας τον εαυτό της ως αλάθητο κριτή, δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση για την ορθότητα των απόψεων της. Η εγωιστική δε αυτή στάση της, έφτασε σε τέτοιο βαθμό που την οδήγησε, ξεφεύγοντας εντελώς από την δική της επιστημονική κατάρτιση, να καταστήσει τον εαυτό της και ικανό να ερμηνεύει νομικά τις διάφορες συμβάσεις, αλλά και να αποδίδει σε διάφορες πράξεις, παραλείψεις και ενέργειες των κατηγορουμένων, νομικές έννοιες που συνιστούν ποινικά αδικήματα. Επισημαίνω όμως ότι η ΜΚ20, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της σε σχέση με τα όσα ανέφερε για την παραλαβή, φύλαξη και διακίνηση των φακέλων που αφορούσαν τα κτίρια ΚΑΛΥΨΩ και ΣΥΜΕΩΝ, όπως και των λοιπών εγγράφων τα οποία παρέλαβε από το ΤΕΠΑΚ και εν συνεχεία παρέδωσε στον ΜΚ1. Στο στάδιο αυτό υπομνήσκω ότι συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας, πώς το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα, είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει. Η ευχέρεια όμως αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη ούτε και είναι απόλυτη. Υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης της σχετικής από το Δικαστήριο προσέγγισής του. Απουσία τέτοιας αιτιολόγησης αναπόφευκτα οδηγεί σε απόρριψη της αξιολόγησης λόγω εσφαλμένης καθοδήγησης (βλ. Παντελής Λαζάρου κ.α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633). Εν όψει των πιο πάνω από την μαρτυρία της ΜΚ20 αποδέχομαι όλα όσα έχουν σχέση με τις ενέργειες της από την παραλαβή των φακέλων των κτιρίων ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ από τον κατηγορούμενο 1, μέχρι την παράδοση τους στον ΜΚ1, αλλά και ότι όσα άλλα έγγραφα παρέλαβε από το ΤΕΠΑΚ και παραπέμπει στις εκθέσεις της Τεκμήρια 105 και 106, ήτοι τα έγγραφα των Τεκμηρίων 105(α) και 106(α), διακινηθήκαν νομότυπα μέχρι που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς αλλοίωση του περιεχομένου τους. Απορρίπτω όμως από τα όσα η ΜΚ20 παραθέτει στις εκθέσεις της Τεκμήρια 29, 30, 105 και 106, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία συνιστούν κρίσεις, σχόλια και συμπεράσματα, αναφορικά με νομικά ζητήματα και απόδοση ποινικών αδικημάτων στους κατηγορούμενους στα οποία έχουν κληθεί σε απολογία. Αναφορικά με την αξιολόγηση των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, δεν εντοπίζω οτιδήποτε στη μαρτυρία τους το οποίο να επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία τους και ότι τα όσα ανέφεραν σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα δεν είναι η αλήθεια. Άλλωστε ούτε και με την αντεξέταση αμφισβητήθηκαν επί των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας τους. Επισημαίνω ότι όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα παραθέσω στη συνέχεια ως ευρήματα μου, εξάγονται όχι τις διαφωνίες κατά τους επίδικους χρόνους και από τις μετέπειτα κρίσεις και αξιολογήσεις των ενεργειών, πράξεων, αποφάσεων η παραλείψεων του κατηγορούμενου 1 η / και του κατηγορούμενου 2, αλλά από τα όσα αναδύονται από την άμεση μαρτυρία των προσώπων που τα έζησαν και έχουν ιδία γνώση, αλλά και από το περιεχόμενο αδιάψευστων εγγράφων και τεκμηρίων. Έχει ασκηθεί ιδιαίτερη κριτική στο χειρισμό της υπόθεσης από την Αστυνομία, κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας αλλά και κατά την παρουσίαση της στα αρχικά στάδια των προσωποκρατήσεων. Οφείλω να σημειώσω πως οι παρουσιασθέντες στο Δικαστήριο αστυνομικοί μάρτυρες (Μ.Κ.1 και ΜΚ2), κατά την δική μου κρίση, άφησαν καλή εντύπωση κατά την εδώ παρουσία τους. Διεφάνη, πως ανέφεραν στο Δικαστήριο, όσα οι ίδιοι πληροφορήθηκαν για τα πεπραγμένα στο ΤΕΠΑΚ σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την κρινόμενη υπόθεση μέσα και δια των καταθέσεων και αποδεικτικού υλικού που τους εδόθη από τους μάρτυρες κατηγορίας που παρέλασαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οφείλω όμως να τονίσω πως κάποια στοιχεία που λήφθηκαν από καταθέσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν με τον δέοντα τρόπο, όπως π.χ. τα διάφορα έγγραφα που παρέδωσε ο κατηγορούμενος 2 στον ΜΚ1, τα οποία όμως ως διεφάνει κατά την αντεξέταση, αφορούσαν κυρίως τις κατηγορίες στις οποίες οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αθωώθηκαν σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Επίσης το ίδιο ισχύει και για τον φάκελο που η ΜΚ15 επέδειξε στον ΜΚ1 εντός του οποίου φύλαττε πρόσθετα φωτοαντίγραφα των εγγυητικών επιστολών που της παραδίδοντο από τον κατηγορούμενο
- Αποδέχομαι συνεπώς πώς θα μπορούσαν να ήταν πιο προσεκτικοί στην διεξαγωγή των ερευνών και ανακρίσεων τους, όμως δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία τους και ότι τα όσα είπαν στο Δικαστήριο δεν είναι η αλήθεια. Άλλωστε δεν βίωσαν και ουδεμία ανάμιξη είχαν, στα γεγονότα που αφορούν τις υπό εξέταση κατηγορίες, καθιστώντας έτσι την μαρτυρία τους σε σχέση με αυτά εξ ακοής και ως μη έχουσα οποιαδήποτε βαρύτητα η σημασία στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων αναφορικά με την ενοχή των κατηγορουμένων 1 και
- Εκείνο δε που καθηκόντως καλούμεθα να πράξουμε, είναι η εξέταση της υπόθεσης με όσα σχετικά γεγονότα, στοιχεία και δεδομένα με αποδεκτή μαρτυρία τέθηκαν ενώπιον μας. Στο στάδιο αυτό υπομνήσκω πώς υπήρξε εισήγηση από τον συνήγορο του κατηγορουμένου 2, ότι συνεπεία των εντοπισθέντων παραλείψεων από τις ανακριτικές αρχές και συγκεκριμένα η μη παραλαβή του ξεχωριστού φακέλου που εντός αυτού η ΜΚ15 τοποθετούσε πρόσθετες φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων επίδικων εγγυητικών, έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι όπως νομολογιακά έχει αναγνωρισθεί, το κατά πόσο η δίκη που έχει διεξαχθεί είναι δίκαιη ή όχι, εκτείνεται και στο στάδιο των ερευνών και ανακρίσεων που διεξήγαγε η Αστυνομία (βλ.Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π. Ε. 23/2013, ημερ. 22.5.2014). Συνακόλουθα εν όψει του προβληθέντος ισχυρισμού, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οποιεσδήποτε ενέργειες και ή παραλείψεις των ανακριτικών αρχών, που έγιναν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, επηρέασαν δυσμενώς τον κατηγορούμενο 2, με επακόλουθο αυτός να εμποδιστεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του με δίκαιο και ορθό τρόπο. Το πιο πάνω δε ερώτημα θα πρέπει να απαντάται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης και τα στοιχεία που η αστυνομία είχε ενώπιον της. Κατά πόσο δε η δίκη ήταν δίκαιη ή όχι, δεν αποφασίζεται κατά τρόπο αφηρημένο αλλά στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς (Τσεκούρας ν. Δημοκρατία, Π.Ε. 180/2010, ημερ. 11.10.2012). Δεν θα παραθέσω την κρίση μου επί του πιο πάνω εγερθέντος ζητήματος στο σημείο αυτό της απόφασης μου. Τούτο διότι κρίνω ορθότερο να το πράξω αφού παραθέσω την κατάληξη μου επί των θέσεων και ισχυρισμών των κατηγορουμένων 1 και 2, που περιέχονται στις γραπτές τους καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία καθώς και επι των ανόμωτων δηλώσεων τους ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και μετά την παράθεση των ευρημάτων μου αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε ανόμωτες δηλώσεις και να μην κλητεύσουν μάρτυρες προς υπεράσπιση τους. Τα όσα δε αναφέρουν σε αυτές παρατίθενται στη απόφαση της πλειοψηφίας και συνεπώς η παράθεση τους και στη παρούσα θα αποτελούσε αχρείαστη επανάληψη. Ως προς την αξία και τρόπο προσέγγισης από το Δικαστήριο ανόμωτων δηλώσεων, σχετικές είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Σημιανός ν. Δημοκρατίας και Σάββας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες εξάγονται από την ανωτέρω νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις δεν είναι χωρίς καμία απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από κάποια διαφορετική σκοπιά. Επί του ιδίου θέματος, παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Σίφουνας ν. Αστυνομίας και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 όπου επιβεβαιώθηκε πως η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Αναφορικά λοιπόν με τις θέσεις, ισχυρισμούς και περιεχόμενο των καταθέσεων και ανόμωτων δηλώσεων των κατηγορουμένων και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω εκτεθείσες αρχές της νομολογίας σε σχέση με την αξία και βαρύτητα που αποδίδεται σε αυτές στα πλαίσια της ποινικής δίκης, παρατηρώ τα εξής: Τα όσα ο κατηγορούμενος 1 από την πρώτη στιγμή ισχυρίστηκε δια των γραπτών του καταθέσεων στην αστυνομία, παρέμειναν αμετάβλητα και δια της ανόμωτης του δήλωσης, ενισχύονται δε με τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας έχουν αναφέρει και έχουν γίνει αποδεκτή μαρτυρία. Ακόμη δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ανακρίβεια η διάσταση των θέσεων και ισχυρισμών του. Η ύπαρξη διαφωνιών στις ενέργειες, αποφάσεις και εισηγήσεις του κατηγορούμενου 1 προς τα αρμόδια όργανα του ΤΕΠΑΚ, η ακόμη και ισχυριζόμενες παραλείψεις αυτού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, από κάποιους από τους μάρτυρες, (βλ. τα όσα ο ΜΚ3, η ΜΚ4 και ο ΜΚ13 έχουν αναφέρουν σχετικά) κρίνω πώς δεν επηρεάζουν έστω και κατ' ελάχιστο τα επίδικα γεγονότα που αφορούν και έχουν σχέση με τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Εκ των όσων δε αναφέρει στις γραπτές του καταθέσεις και ανόμωτη του δήλωση, επαναλαμβάνω για ακόμη μία φορά, πώς δεν λαμβάνω υπόψη οποιαδήποτε αναφορά του με την οποία εμπλέκει η αποδίδει στον κατηγορούμενο 2 την διάπραξη των αδικημάτων στα οποία αυτός έχει κληθεί σε απολογία. Μελετώντας λοιπόν τα τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος 1 σε αυτές, κρίνω ότι είναι αρκούντως ικανοποιητικά στο να δώσουν και δίδουν, μία εύλογη εξήγηση για την από την δική του σκοπιά εκδοχή, σε σχέση με τα επίδικα και ουσιώδη γεγονότα. Αποδέχομαι συναφώς την θέση του, που από την πρώτη στιγμή εξέφρασε, ότι πίστευε, μέχρι και που έτυχε πληροφόρησης τον Δεκέμβριο 2013, από τον ΜΚ16 και ΜΚ14 πώς η Τράπεζα Κύπρου ουδέποτε είχε εκδώσει τα φερόμενα ως γνήσια πρωτότυπα των εγγυητικών επιστολών, Τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ), όπως και των όσων άλλων είχαν προσκομισθεί πλήν των πρώτων τοιούτων, πώς αυτά ήταν γνήσια. Ο κατηγορούμενος 2 δια της πρώτης του κατάθεσης Τεκμήριο 48, αρνείται ότι εκτός από τις πρώτες δύο εγγυητικές επιστολές, Τεκμήρια 81 και 82, παρέδωσε άλλες, αφού αφενός δεν είχε κανένα λόγο να το πράξει και αφετέρου διότι δεν του είχε ζητηθεί. Αναγνώρισε δε άμεσα πώς τα επιδειχθέντα σε αυτόν φωτοαντίγραφα των εγγυητικών επιστολών, Τεκμήρια 3(α) και 3(β) από τον ΜΚ1, ήταν φωτοτυπίες από μη γνήσια έγγραφα και τούτο διότι λόγω της μακρόχρονης εμπειρίας του δεν μπορούσαν να φέρουν τον ίδιο αριθμό με τις αρχικές εγγυητικές επιστολές. Αυτή τη θέση προέβαλε δια της γραμμής υπεράσπισης του και εν τέλει και με την ανόμωτη του δήλωση. Προέβαλε επίσης την θέση ότι η από μέρους της εταιρείας VOLTURA LTD, προς όφελος του ΤΕΠΑΚ εγγυητική επιστολή της Ελληνικής Τράπεζας όπως με την επιστολή του ημερομηνίας 7.1.2014 (Τεκμήριο 61), αναφέρει, έγινε για άλλους λόγους κι όχι για να προσπαθήσει να αποτρέψει, την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του η προς ανανέωση δήθεν άλλων εγγυητικών επιστολών, αφού ουδέποτε παρέδωσε τέτοιες, πλην βεβαίως των αρχικών. Ο κατηγορούμενος 2 δεν πρόσφερε όμως οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο πως ο ίδιος γνώριζε για τα κόστη των πρόσθετων εργασιών που θα έπρεπε να γίνουν στο υπό ανέγερση κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, μετά που προέκυψε η αναγκαιότητα για αλλαγή της χρήσης του και προτού κάν συζητηθεί το θέμα αυτό και αν και εφόσον εγκρινόταν να ετοιμαστούν νέα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια, έτσι ώστε να δώσει την σχετική εξασφάλιση με το ανάλογο ποσό της εγγυητικής για πιστή εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Ακόμη ουδεμία εξήγηση έδωσε γιατί και πώς υπολόγισε ότι τα κόστη για τις εν λόγω εργασίες που επανατονίζω δεν είχαν κάν συμφωνηθεί, ανερχόταν στο ίδιο ακριβώς ποσό με αυτό του ποσού που αναφέρετο τόσο στην αρχική εγγυητική της περιόδου 2009 - 2010 (Τεκμήριο 81) για την προκαταβολή του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ, αλλά και στις φερόμενες ως γνήσιες, φωτοτυπίες των οποίων είναι τα Τεκμήρια 3(α) και 3(β) για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ. Παρατηρώ επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 48, στην οποία παραπέμπει με την ανόμωτη του δήλωση, είπε ότι δεν είχε κανένα λόγο να εκδίδει προς όφελος του ΤΕΠΑΚ τις φερόμενες ως πλαστές εγγυητικές, καθ' ότι δυνάμει των αρχικών και γνήσιων, αλλά και μοναδικών που παραδέχεται ότι παρέδωσε, το ποσό που αυτές εξασφάλιζαν μειωνόταν κάθε μήνα με επακόλουθο στην λήξη τους να μηδενιστεί. Αποδέχεται ακόμη στη κατάθεση του Τεκμήριο 48, ότι το ΤΕΠΑΚ τον Δεκέμβριο 2013 του ζήτησε με σχετική επιστολή, να εκδώσει προς όφελος του νέα εγγυητική πιστής εκτέλεσης η οποία να καλύπτει την νέα συμφωνία που κατ' ισχυρισμό είχε καταρτιστεί για τροποποίηση και επέκταση των αρχικών. Επισημαίνω βεβαίως ότι δεν είναι μία αλλά δύο οι επιστολές που του είχαν παραδοθεί και σταλεί για το συγκεκριμένο πρόβλημα. Επισημαίνω δε ότι η επιστολή που στάληκε σε αυτόν από το ΤΕΠΑΚ, την 9.12.2013 (βλ. Έγγραφο 16 του Τεκμηρίου 33), διαψεύδει τους ισχυρισμούς του, αφού σε αυτήν εκφράζεται η θέση πώς αν δεν ανανεωθεί η εγγυτική που μέχρι και τότε επιστεύετο πώς ήταν γνήσια, δεν θα συζητείτο κάν θέμα τροποποίησης η περαιτέρω επέκτασης των συμφωνιών ανέγερσης του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ. To ίδιο και με την επιστολή ημερομηνίας 18.12.2013, μέρος του Τεκμηρίου 38, με την οποία το ΤΕΠΑΚ, προβάλλοντας την ίδια θέση καλεί την εταιρεία του κατηγορούμενου 2, VOLTURA LTD, να ανανεώσει την φερόμενη ως γνήσια εγγυητική επιστολή η οποία έληξε στις 7.12.2013. Συγκεκριμένα σε αυτές εκείνο που καλείται ο κατηγορούμενος 2 να πράξει για να καταστεί δυνατή η συζήτηση, κι όχι η έγκριση, οποιασδήποτε τροποποιητικής η νέας συμφωνίας για την ανέγερση του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ, είναι η ανανέωση της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής η οποία είχε λήξει στις 7.12.2013 κι όχι η προσκόμιση άλλης που να κάλυπτε την νέα κατά τον κατηγορούμενο 2 συμφωνία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω ουδέποτε καταρτίσθηκε. Επισημαίνω ακόμη ότι στην επιστολή ημερομηνίας 9.12.2013 (βλ.Έγγραφο 16 του Τεκμηρίου 33), πως αναγραφόταν ο αριθμός εκείνης που έληγε που ήταν ο ίδιος με αυτόν της πρώτης και γνήσιας τοιαύτης. Ο έμπειρος λοιπόν επιχειρηματίας ο οποίος με το που του υπεδείχθησαν τα Τεκμήρια 3(α) και 3(γ), από τον ΜΚ1 ανεγνώρισε πώς ήταν φωτοτυπίες μη γνήσιων εγγυητικών, σε όλες αυτές τις επιστολές όχι μόνο δεν έδωσε καμία απάντηση, αλλά ούτε και ως εύλογα αναμένετο, δεν προσπάθησε τουλάχιστον να διερευνήσει τι ακριβώς συνέβαινε και ένας οργανισμός όπως το ΤΕΠΑΚ, του ζητούσε να ανανεώσει εγγυητικές επιστολές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, τις οποίες οι εταιρείες του σύμφωνα με την εκδοχή του δεν εξέδωσαν. Ούτε και ισχυρίστηκε ποτέ, πώς πίστευε πώς αυτές ήταν γνήσιες, κάτι βεβαίως που θα ερχόταν σε πλήρη διάσταση με την προβληθείσαν θέση περί μη έκδοσης τους. Μία άλλη μεγάλη παραδοξότητα και μη αντέχουσα στη λογική, είναι η από την μία θέση της εταιρείας του κατηγορούμενου 2, VOLTURA LTD, η οποία για πρώτη φορά εκφράζεται με την επιστολή ημερομηνίας 7.1.2014 (βλ. Τεκμήριο 2(α)), ότι ουδεμία υποχρέωση είχε για να εκδώσει νέα εγγυητική και από την άλλη η αναφορά του σε εναπομείνασες υποχρεώσεις της εταιρείας αυτής προς το ΤΕΠΑΚ. Αυτό το οποίο δηλαδή ισχυρίζεται, είναι ότι σε διάσταση με το τι λέει στην ανόμωτη του δήλωση πώς ουδέν δικαίωμα είχε το ΤΕΠΑΚ προς ρευστοποίηση της εγγυητικής της Ελληνικής Τράπεζας, εξ ού και έχει ήδη προχωρήσει με δικαστικά μέτρα αποζημίωσης, υπήρχαν διάφορες υποχρεώσεις της εταιρείας του προς το ΤΕΠΑΚ για τις οποίες αναγνωρίζει πώς δικαιολογημένα ζητείτο η έκδοση νέας εγγυητικής. Ακόμη με την εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 61), με την οποία απαντά στη επιστολή ΤΕΠΑΚ ημερομηνίας 18.12.2013 (βλ. έγγραφα που επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 38), η οποία ήταν συνέχεια αυτής ημερομηνίας 9.12.2013 (βλ. επισυνημμένα έγγραφα του Τεκμηρίου 2(α)), αυτό το οποίο αναφέρει είναι ότι η εταιρεία VOLTURA LTD δεν είχε υποχρέωση έκδοσης νέας εγγυητικής κι όχι ότι ουδέποτε εξέδωσε εκείνη που του εζητείτο να προχωρήσει σε ανανέωση της, ήτοι αυτή με αριθμό 00393-02-0016381 της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 3(β)) με τις εν λόγω επιστολές, αλλά και με την επιστολή ημερομηνίας 25.11.2013 (Τεκμήριο 78). Αντιθέτως με την επιστολή του αυτή (Τεκμήριο 61), ρητά δηλώνει πώς παρεχώρησε την εν λόγω εγγυητική (αυτή της Ελληνικής Τράπεζας Τεκμήριο 2(ε)), σύμφωνα με το τι ζήτησε το ΤΕΠΑΚ. Αναφορικά δε με την πιο πάνω περιγραφόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Demetrios Evgeniou Ioannou ν. The Police
(1985)2 CLR 14, στη σελίδα 22, στην οποία επί του ιδίου ζητήματος, αναφέρoνται τα εξής: «It is significant to note that the appellant himself attended the Land Registry Office on 8th March, 1978, and withdrew such contract against receipt without any protest that such document was not deposited on his behalf and that it was not a genuine document, thus associating himself with such document. Having carefully considered the arguments advanced by counsel for the appellant and in the light of all material before us and the evidence accepted by the learned trial Judge as true, we are satisfied that the findings of the trial Court that the accused was the maker of the said document are amply warranted by the evidence. Therefore, the ground argued by counsel for the appellant that the conviction is not supported by the evidence before the trial Court fails.» Εν όψει των πιο πάνω αλλά και της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, που έχω ήδη κρίνει ως αξιόπιστη, κρίνω πως στη παρούσα υπόθεση η συμπεριφορά του κατηγορουμένου 3 για τρία και πλέον σχεδόν χρόνια, καταδεικνύει ότι η για πρώτη φορά στις 7.1.2014 έγερση ένστασης και θέσης πώς δεν είχε καμία υποχρέωση να ανανεώσει εγγυητική επιστολή, πως αποσκοπούσε απλά στο να αποφύγει τις όποιες συνέπειες από την αποκαλυφθείσα αληθινή κατάσταση πραγμάτων. Όσον αφορά την έντονη προσπάθεια που καταβλήθηκε δια της γραμμής υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2, να πεισθεί το Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε ο ξεχωριστός φάκελος που η ΜΚ15 τηρούσε και μέσα στον οποίο έβαζε φωτοτυπίες όλων των εγγυητικών που αφορούσαν την ΥΔΠ, συμπεριλαμβανομένων των επιδίκων, κατά την ημέρα που αυτή έδωσε την κατάθεση της Ένδειξη Ξ
(1)και κατά πόσο αυτή τον παρέδωσε ως είχε την ημέρα εκείνη στον ΜΚ1, κρίνω επίσης ότι είναι άνευ ουσιαστικού αντικρίσματος. Είναι δε και οξύμορο ενώ στην αντεξέταση της ΜΚ15, να της υποβάλλεται η θέση πώς δεν είχε ανοίξει τον περιβόητο αυτό φάκελο εντός του οποίου τοποθετούσε ξεχωριστά τις φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων επιδίκων εγγυητικών, πέραν βεβαίως των φωτοτυπιών που τοποθετούσε μέσα στους φακέλους των κτιρίων, με την τελική θέση που με έντονο τρόπο προβάλλεται, πώς η μη παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου του φακέλου αυτού αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Σε σχέση με το τελευταίο συμφωνώ με την απόφαση της πλειοψηφίας ότι η σύγχυση και αντιφατική θέση μεταξύ ΜΚ15 και ΜΚ1 επί του ζητήματος κατά πόσο ο εν λόγω φάκελος παρεδόθη στον ΜΚ1, από την ΜΚ15, σύμφωνα με την νομολογία δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος και συνακόλουθα επενεργεί προς όφελος του κατηγορούμενου 2, πλήν όμως δεν συμφωνώ ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που παρέδιδε τις φερόμενες ως πρωτότυπες και γνήσιες επίδικες εγγυητικές. Ούτε και συμφωνώ, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, πώς δεν έχει αποδειχθεί το αδιάκοπο της αλυσίδας αναφορικά με την παραλαβή, διακίνηση των φακέλων και των εντός αυτών εγγράφων. Εκείνο δε που είναι ιδιαίτερης και έχει την πλέον βαρύνουσα σημασία κατά την δική μου κρίση μαρτυρικό υλικό, είναι αυτό που καλύπτει τα επίδικα γεγονότα κατά τους ουσιώδεις χρόνους και όχι το κατά πόσο ένας φάκελος ανάμεσα στους άλλους που είχαν το ίδιο υλικό και αυτό πάντοτε σε φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων εγγυητικών, παραδόθηκε η όχι από την ΜΚ15 στον ΜΚ1 στο στάδιο των ανακρίσεων. Συνακόλουθα δεν συμφωνώ πώς υπήρξε οποιαδήποτε παράλειψη από την κατηγορούσα αρχή στη παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου ολόκληρου του διαθέσιμου σε αυτήν μαρτυρικού υλικού και ότι ο κατηγορούμενος 2 επηρεάστηκε δυσμενώς, ως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του. Οι φωτοτυπίες των επίδικων εγγυητικών όπως πιο πάνω καταδεικνύω, τέθηκαν ενώπιον μας τόσο δια των Τεκμηρίων 32 και 33, αλλά και από τους φακέλους με τα έγγραφα των εκθέσεων των Τεκμηρίων 105 και 106, ήτοι τα Τεκμήρια 105(α) και 106(α) αντίστοιχα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2 ότι δεν είχε κανένα λόγο να κυκλοφορήσει πλαστές εγγυητικές, διότι οι αρχικά δοθείσες ούτως η άλλως είχαν εκπνεύσει κατά την χρονική στιγμή λήξης τους, αφού εκ των πραγμάτων είχε μηδενιστεί το ποσό που διασφάλιζαν, εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι πώς κατά την αντεξέταση της ΜΚ15, ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε στην θέση της ότι πρίν από την λήξη των πρωτοτύπων εγγυητικών Τεκμήρια 81 και 82, ο κατηγορούμενος 2 τις παρέλαβε. Έστω κι αν δεν τις παρέλαβε για να τις ανανεώσει, ως η θέση του, αδιαμφησβήτητο παραμένει αυτό το γεγονός. Συνεπώς όπως δεν είχε λόγο να παραδώσει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, νέες εγγυητικές, μετά την λήξη των αρχικών, αλλά ούτε και να παραλαμβάνει τα πρωτότυπα, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, το ίδιο ίσχυε και για τις αρχικά δοθείσες και μόνες γνήσιες. Κι όμως σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΚ15, αυτό έκανε ο κατηγορούμενος
- Προς τούτο δε συνηγορεί και η υποβολή του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η μόνη ειδοποίηση που έβαλε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της η ΜΚ15, ήταν να ειδοποιηθεί ο κατηγορούμενος 2 να πάει να παραλάβει τον Σεπτέμβριο 2010 την εγγυητική της εταιρείας GVG TRADING LTD για το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ και τον Δεκέμβριο 2010 της εταιρείας VOLTURA LTD για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ. Κρίνω επίσης ως εκ των υστέρων κατασκεύασμα και τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2, ο οποίος προβάλλεται με την επιστολή του ημερομηνίας 7.1.2014 (Τεκμήριο 61), αλλά και στη ανόμωτη του δήλωση, πώς παρεχώρησε την εγγυητική της Ελληνικής Τράπεζας, Τεκμήριο 2(ε), για να εξασφαλίσει τις απαιτήσεις του ΤΕΠΑΚ για πρόσθετες εργασίες και εξοπλισμό που απαιτούντο με βάση την αλλαγή χρήσης του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ. Υπομνήσκω πώς για τις εν λόγω εργασίες και εξοπλισμό μέχρι τότε ουδεμία συμφωνία υπήρξε και ουδεμία κοστολόγηση έγινε. Ακόμη είναι σημαντικό να επισημανθεί πώς η εν λόγω εγγυητική της Ελληνικής Τράπεζας εξασφάλιζε ακριβώς το ίδιο ποσό, σε ευρώ αλλά και σε σέντ, με το ποσό της προκαταβολής που είχε εισπράξει η εταιρεία του κατηγορούμενου 2 VOLTURA LTD, για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ και το οποίο αναφερόταν σε όλες της μεταγενέστερες από την πρώτη δοθείσα το 2009, φερόμενες ως γνήσιες εγγυητικές (βλ.Τεκμήρια 3(α) και 3(β)). Το ίδιο δε ισχύει και για την φωτοτυπία της φερόμενης ως γνησίας εγγυητικής Τεκμήριο 3(γ), η οποία και αυτή αφορά το ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο της δοθείσας προκαταβολής για το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ και εξασφαλιζόταν από την πρώτη δοθείσα, Τεκμήριο
- Ουδεμία δε εξήγηση έδωσε ο κατηγορούμενος 2 για την διαβολική, ας μου επιτραπεί η χρήση της λέξης αυτής, σύμπτωσης. Τέλος αναφορικά με την θέση αυτή του κατηγορούμενου 2, επισημαίνω ότι με την επιστολή της εταιρείας BDO LTD, ημερομηνίας 18.12.2013, (βλ.Τεκμήριο 2(α)), ουδεμία αναφορά κάνει και ουδεμία διαφωνία εκφράζει για τον λόγο που είχε ζητηθεί από αυτόν να παρουσιάσει ανανεωμένη εγγυητική γι αυτήν που έληξε την 7.12.2013, με την επιστολή ημερομηνίας 25.11.2013 (Έγγραφο 25 του Τεκμηρίου 33), την επιστολή ημερομηνίας 9.12.2013 (βλ. Έγγραφο 16 του Τεκμηρίου 33 και 2(α)), αλλά και με την επιστολή 18.12.2013 (βλ. επισυνημμένα έγγραφα του Τεκμηρίου 38). Παραπέμπω ακόμη στο περιεχόμενο της πιο πάνω αναφερομένης επιστολής του ΤΕΠΑΚ, μέσω του ΜΚ14, ημερομηνίας 18.12.2013 με το οποίο καλείται ο κατηγορούμενος 2, η εταιρεία του VOLTURA LTD, να παρουσιάσει μέχρι 7.1.2014, ανανεωμένη εγγυητική διαφορετικά το ΤΕΠΑΚ θα προχωρούσε στο τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας αναφορικά με το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, και στη λήψη δικαστικών μέτρων για αποζημιώσεις και προστασία των συμφερόντων του. Επισημαίνω δε στο σημείο αυτό ότι το Τεκμήριο 2(α), (β), (γ) και (δ), κατατέθηκε όχι μόνο εκ συμφώνου, αλλά πρόσθετα δηλώθηκε ότι αυτό γίνεται αποδεκτό και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του (βλ. πρακτικά δίκης ημερομηνίας 14.2.2016, σελ.25 - 35). Επισημαίνω επίσης ότι όπως είναι πρόδηλο με μία απλή ανάγνωση της εγγυητικής της Ελληνικής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 2(α)), το περιεχόμενο αυτής διαφοροποιήθηκε σύμφωνα με την απαίτηση του ΜΚ16, έτσι ώστε να μην συμπεριληφθεί ο όρος που υπήρχε στις αρχικές, αλλά και τις φερόμενες ως γνήσιες, με τον οποίο το ποσό το οποίο αυτές διασφάλιζαν μειωνόταν κάθε μήνα ανεξάρτητα από τις διεξαγόμενες εργασίες. Ήτοι ο κατηγορούμενος 2, όχι μόνο αναγνώρισε την υποχρέωση του να εκδώσει η εταιρεία του, VOLTURA LTD, άλλη εγγυητική εις αντικατάσταση αυτής που έληξε στις 7.12.2013, αλλά πρόσθετα συμμορφώθηκε με την απαίτηση του ΜΚ16 και τούτο χωρίς καμία διαμαρτυρία η επιφύλαξη. Είναι δε αντιφατική η θέση του και μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο των επιστολών του ημερομηνίας 7.1.2014 και 24.6.2014 (βλ.Τεκμήριο 2(α)), αφού από την μία ισχυρίζεται πώς έχει απαιτήσεις για αποζημιώσεις εναντίον του ΤΕΠΑΚ και από την άλλη παραχωρεί εγγυητική για το ίδιο ποσό της προκαταβολής. Πώς είναι δυνατόν να σταθούν στη λογική αυτές οι άκρως αντιφατικές θέσεις, μόνο ο κατηγορούμενος 2 μπορούσε να δώσει εξηγήσεις κάτι που βεβαίως δεν έπραξε ούτε μέσα από τις καταθέσεις του στη αστυνομία, αλλά ούτε και με την ανόμωτη του δήλωση. Αναφορικά με τα κενά που διαπιστώνονται στο περιεχόμενο ανόμωτων δηλώσεων, αλλά και όπου αυτό συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία είναι τα όσα έχουν αναφερθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 231. Ο εφεσείων σε εκείνη την υπόθεση καταδικάστηκε κατόπιν ακρόασης στις κατηγορίες της εισαγωγής και κατοχής ποσότητας κοκαΐνης. Το γενετικό υλικό του εφεσείοντα ανιχνεύθηκε στη φόδρα της τσάντας όπου εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά και η οποία είχε μεταφερθεί από τον συγκατηγορούμενο του από την Ολλανδία στην Κύπρο. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ο εφεσείοντας είχε προβεί σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει πως βρέθηκε το γενετικό του υλικό στο εσωτερικό σημείο της εσωτερικής φόδρας της τσάντας. Το εφετείο επεσήμανε μεταξύ άλλων στην απόφαση του ότι: «.η επιλογή της ανώμοτης δήλωσης άφηνε ένα κενό στην όλη υπόθεση, ως προς τον τρόπο αντίκρισης του εντοπισμού του γενετικού υλικού». Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 2, όχι μόνο με την ανόμωτη του δήλωση άφησε δυσαναπλήρωτα κενά στην εκδοχή του, αλλά πρόσθετα κι ότι τα όσα ισχυρίζεται σε αυτήν αλλά και στην κατάθεση του Τεκμήριο 48, έρχονται σε πλήρη διάσταση με την αποδεκτή μαρτυρία, μαρτύρων κατηγορίας και τεκμήρια - έγγραφα. Συνακόλουθα κρίνω πώς δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ότι απλά αποτελούν ηθελημένα μεταγενέστερα κατασκευάσματα του και αναλήθειες, με στόχο να απεκδυθεί της ποινικής ευθύνης σε σχέση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά δε με την προσφυγή στα ψεύδη από κάποιο κατηγορούμενο, έχω κατά νου πώς από μόνα τους δεν στοιχειοθετούν θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, τα ψεύδη όμως ενός κατηγορουμένου μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία σε σχέση με την αξιοπιστία του, ως περιστατική μαρτυρία για την ενοχή του ή ως ενισχυτική μαρτυρία, όπου αυτό απαιτείται R v. Goodway, 98 Cr. App.R. 11, CA. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Al Hamad κ.ά. v. Δημοκρατίας,
(1989)2 ΑΑΔ 117, η προσφυγή στο ψεύδος αποτελεί '. μαρτυρία, η οποία ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση'. Στην περίπτωση δε που η Κατηγορούσα Αρχή επικαλείται τα ψεύδη του κατηγορουμένου προς απόδειξη της ενοχής του και όχι απλώς για να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του, το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί, ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στην απόφαση R v. Lucas 73 Cr. App.R. 159 CA, ήτοι: (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας (Βλέπετε επίσης σχετικά Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 718 και Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 331). Η υπόθεση R v. Lucas (ανωτέρω), αφορούσε παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Ένα από τα θέματα που απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν κατά πόσο το ψέμα του κατηγορουμένου, που ελέχθη εκτός Δικαστηρίου, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ενισχυτική μαρτυρία. Αποφασίσθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση, ήτοι όταν το ψέμα θα χρησιμοποιηθεί για ενίσχυση μαρτυρίας και όχι απλώς ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας για ενίσχυση της ενοχής του κατηγορουμένου, το ψέμα πρέπει να προέρχεται από μαρτυρία άλλη από τη μαρτυρία του μάρτυρα που χρήζει ενίσχυση. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και επεξηγήθηκαν σε σωρείαν αποφάσεων. Στην απόφαση R v. Goodway 98 Cr. App.R. 11, CA γίνεται χρήσιμη ανάλυση του θέματος. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «It is well established that where lies told by the defendant are relied on by the Crown, or may be relied upon by the jury as corroboration, where that is required, or as support for identification evidence, the judge should give a direction along the lines indicated in R v Lucas [1981] 2 All E.R. 1008 at 1011, [1981] QB 720 at 724. That is to the effect that the lie must be deliberate and must relate to a material issue. The jury must be satisfied that there is no innocent motive for the lie and should be reminded that people sometimes lie, for example, in an attempt to bolster up a just cause, or out of shame, or out of a wish to conceal disgraceful behavior. In regard to corroboration, the lie must be established by evidence other than that of the witness who is to be corroborated. That principle has recently been affirmed, and any extension of it resisted, in R v Penman
(1986)82 Cr App R 44 at 50, R v Francis [1991] 1 All ER 225 at 231, [1990] 1 WLR 1264 at 1271 and R v Sharp [1993] 3 All ER 225 at 230.». Η ψευδής δήλωση του κατηγορουμένου 2 στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνω ότι ήταν ηθελημένη και ο σκοπός της ήταν να δικαιολογήσει γιατί συμφώνησε να εκδώσει και παραδώσει νέα εγγυητική, ήτοι αυτή της Ελληνικής Τράπεζας 2(ε) και 2(Στ), η οποία εν τέλει εξαργυρώθηκε από το ΤΕΠΑΚ με σχετική επιστολή Τεκμήριο 74, για το ίδιο ακριβώς ποσό που είχε καταβληθεί στην εταιρεία του κατηγορούμενου 2 ως προκαταβολή για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ. Κρίνω ακόμη πώς τα ψεύδη του κατηγορούμενου 2 αφορούσαν ουσιώδες ζήτημα, ήτοι στο κατά πόσο είχε παραδώσει στο ΤΕΠΑΚ ανανεωμένες εγγυητικές που δεν ήταν γνήσιες και το προδήλως εμφανές κίνητρο του ήταν η αποτροπή λήψης μέτρων από το ΤΕΠΑΚ εναντίον των εταιρειών του, αλλά και του ιδίου, ως το περιεχόμενο της επιστολής του ΜΚ14, Φίλιππου Φιλίππου ημερομηνίας 18.12.2013 ((βλ.Τεκμήριο 38). Ουδεμία λοιπόν βαρύτητα δίδω στα όσα ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει στις γραπτές του καταθέσεις Τεκμήρια 48 και 59, αλλά και στην ανόμωτη του δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω παραθέτω αμέσως κατωτέρω, τα ευρήματα μου αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα: Αντικείμενο όλων των κατηγοριών είναι οι φερόμενες ως γνήσιες εγγυητικές επιστολές, φωτοτυπίες των οποίων είναι τα Τεκμήρια 3(α) ισχύος 8.12.2011 - 8.12.2012, Τεκμήριο 3(β) ισχύος 8.12.2012 - 8.12.2013 και , Τεκμήριο 3 (γ) ισχύος 8.9.2011 - 8.9.2012, οι οποίες δόθηκαν, όπως αναφέρεται στη συνέχεια, προς εξασφάλιση των ποσών των προκαταβολών που δόθηκαν από το ΤΕΠΑΚ, στα πλαίσια των συμφωνιών ενοικίασης των κτιρίων που θα ανεγείροντο από τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, γνωστά ως κτίρια "ΣΥΜΕΩΝ" και "KΑΛΥΨΩ", αντίστοιχα . Διευθυντής αμφοτέρων των πιο πάνω εταιρειών και το πρόσωπο το οποίο τις εκπροσωπούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στις επαφές, συναντήσεις, αλληλογραφία και για οποιοδήποτε άλλο θέμα αφορούσε το ΤΕΠΑΚ, ήταν ο κατηγορούμενος
- Το ΤΕΠΑΚ ιδρύθηκε με βάση το Νόμο 198(Ι)/2003 ο οποίος τροποποιήθηκε από το Νόμο 74(Ι)/
- Μέχρι τις αρχές του 2012 το Πανεπιστήμιο διοικείτο από την Διοικούσα Επιτροπή η οποία είχε το ρόλο τόσο του Συμβουλίου, ήτοι ασχολείτο με διοικητικά και οικονομικά θέματα του Πανεπιστημίου, όσο και της Συγκλήτου που ασχολείτο με τα ακαδημαϊκά θέματα. Αρχές του 2012 η Διοικούσα Επιτροπή έπαυσε να λειτουργεί και τα καθήκοντά της ανέλαβε το Συμβούλιο και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου. Διευθυντής του Τμήματος Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Ανδρέας Μαλλούππας, ΜΚ
- Ο ΜΚ17 κατείχε την πιο πάνω θέση από την 1.11.2005 μέχρι την 1.10.
- Στο ΜΚ17 υπάγονταν έξι Διοικητικές Υπηρεσίες. Ανάμεσα στις πιο πάνω υπηρεσίες ήταν και η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, η οποία ασχολείτο με τα περιουσιακά στοιχεία του Πανεπιστημίου, κινητά και ακίνητα, συμπεριλαμβανόμενων και των θεμάτων στέγασης του Πανεπιστημίου. Προϊστάμενος της πιο πάνω Υπηρεσίας ήταν ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος είναι Πολιτικός Μηχανικός. Ο κατηγορούμενος 1 προσλήφθηκε στην πιο πάνω θέση το Φθινόπωρο του
- Την 31.7.2009 υπεγράφησαν δύο συμφωνίες ενοικίασης των δύο αυτών κτιρίων, αμφότερα τα πιο πάνω έγγραφα περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 5, αφού προηγήθηκε ομόφωνη απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, της ιδίας ημερομηνίας. Και στις δύο Συμφωνίες Ενοικίασης, υπήρχε πρόνοια ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία υποχρεούτο όπως εκτελέσει όλες τις εργασίες που καταγράφονταν στο "Παράρτημα Γ" με βάση τις προδιαγραφές που καταγράφονταν στο "Παράρτημα Δ". Οι ιδιοκτήτριες εταιρεία υποχρεούντο επίσης να εγκαταστήσουν τον εξοπλισμό που θα τους ζητούσε το ΤΕΠΑΚ, εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος για κάθε κτίριο από την υπογραφή έκαστης Συμφωνίας. Και στις δύο Συμφωνίες υπήρχε ρητός όρος ότι η εγκατάσταση του εξοπλισμού στο ακίνητο θα γινόταν με ευθύνη της ιδιοκτήτριας εταιρείας και έξοδα του ενοικιαστή, ήτοι του ΤΕΠΑΚ. Η ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ, δυνάμει του όρου 1.6, της αρχικής συμφωνίας ημερομηνίας 31.7.2009, καθορίστηκε η 1.1.2011, ενώ για το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ δυνάμει του όρου 1.6, της αρχικής συμφωνίας ημερομηνίας 31.7.2009 καθορίστηκκε η 1.9.
- Οι πιο πάνω συμφωνίες δεν ήταν οι μοναδικές που υπεγράφησαν μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και των εταιρειών στις οποίες είχε συμφέροντα ο κατηγορούμενος
- Το ΤΕΠΑΚ συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο 2, άλλες εταιρείες του, σε ακόμη τέσσερα κτίρια και όπως ανέφερε ο Πανίκος Λεωνίδου, ΜΚ16, μεταξύ των συμβαλλομένων υπήρχε καλή συνεργασία. Την 23.11.2009 ο κατηγορούμενος 2 απέστειλε δύο επιστολές προς το ΤΕΠΑΚ εις προσοχή του Ανδρέα Μαλούππα, Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ΜΚ17, με κοινοποίηση στον κατηγορούμενο 1, Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας που αφορούσαν τα κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ. Στις πιο πάνω επιστολές επισυνάφθηκαν πίνακες με αναλυτική κατάσταση "των επιπλέον εργασιών/εξοπλισμού" που θα έπρεπε να γίνουν στα δύο κτίρια που θα ανεγείρονταν με βάση τις πιο πάνω Συμφωνίες Ενοικίασης, Τεκμήριο
- Το περιεχόμενο των δύο επιστολών είναι ταυτόσημο, με τη μόνη διαφορά στο όνομα του κτιρίου, η μία αφορούσε το ΣΥΜΕΩΝ και η άλλη το ΚΑΛΥΨΩ. Κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 4.12.2009, η Διοικούσα Επιτροπή ενέκρινε την προπληρωμή του 80% του συνολικού κόστους του εξοπλισμού και των εργασιών που θα γινόντουσαν στα κτίρια "Συμεών" και "Kαλυψώ". Aποφάσισε δε όπως κατατεθούν τραπεζικές εγγυήσεις για τις προπληρωμές που θα γινόντουσαν προς όφελος του Πανεπιστημίου. Ένας από τους λόγους που δόθηκαν οι προκαταβολές ήταν "για να απορροφηθούν από το ΤΕΠΑΚ τα κονδύλια του 2009", σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαλλούππα, Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών του ΤΕΠΑΚ, ΜΚ
- Προς τούτο ελήφθει υπόψη και η πληροφόρηση που είχε το ΤΕΠΑΚ πώς τα κονδύλια για το έτος 2010 θα ήταν μειωμένα. Την 11.12.2009 οι εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd έλαβαν ως προκαταβολή, στα πλαίσια των όσων αποφασίστηκαν στη συνεδρία της Διοικούσας Επιτροπής στις 4.12.2009, για την εγκατάσταση του εξοπλισμού και την εκτέλεση των επιπρόσθετων εργασιών, τα ποσά των €404.000 και €456.000 αντίστοιχα, τα οποία κατατέθηκαν σε λογαριασμούς που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου. Για την καταβολή των πιο πάνω ποσών εκδόθηκαν εντάλματα πληρωμών με οδηγίες πληρωμής υπογεγραμμένες από τον κατηγορούμενο 1, Τεκμήρια 12 και
- Τα ποσά που δόθησαν ως προκαταβολές κατατέθηκαν στους λογαριασμούς των δύο εταιρειών, σχετική είναι η μαρτυρία της Μελίνας Παλμύρη, ΜΚ9 και τα Τεκμήρια 20(α) και 20(β). Τα πιο πάνω ποσά μεταφέρθηκαν σταδιακά από τους λογαριασμούς των δύο εταιρειών στο λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία Vert & Blanc Enterprises Ltd στην Τράπεζα Κύπρου. Η εταιρεία Vert & Blanc Enterprises Ltd ήταν η εργολάβος ανέγερσης των κτιρίων "Συμεών" και "Καλυψώ". Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία του Θεόδωρου Χ"Δημητρίου, ΜΚ19, Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών και το Τεκμήριο 21 . Αποτελεί επίσης κοινή θέση όλων των μερών ότι οι πιο πάνω προκαταβολές δόθηκαν από το ΤΕΠΑΚ χωρίς να υπάρχει σχετική πρόνοια στις επίδικες συμφωνίες και χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τις συμβαλλόμενες και ιδιοκτήτριες των ακινήτων επί των οποίων θα ανεγείρονταν τα δύο κτίρια, ήτοι τις εταιρείες Voltura Ltd και GVG Trading Ltd και ή το διευθυντή αυτών, κατηγορούμενο
- Οι πιο πάνω εταιρείες ουδέποτε ζήτησαν από το ΤΕΠΑΚ όπως οι δαπάνες για την εγκατάσταση του εξοπλισμού και την εκτέλεση των επιπρόσθετων εργασιών καταβληθούν προκαταβολικά. Για εξασφάλιση των πιο πάνω ποσών, που δόθηκαν προκαταβολικά, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, οι εμπλεκόμενες εταιρείες έδωσαν δύο εγγυητικές επιστολές, Τεκμήριο 19 και Τεκμήρια 81 και
- Οι εγγυητικές επιστολές εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου την 8.12.2009 και έληγαν η εξ αυτών της εταιρείας VOLTURA LTD, την 8.12.2010 και η εξ αυτών της εταιρείας GVG TRADING LTD, την 8.9.
- Το λεκτικό των δύο εγγυητικών ήταν πανομοιότυπο, το μόνο που διέφεραν ήταν τα στοιχεία των δύο εταιρειών, το ποσό της εγγύησης και η ημερομηνία που εξέπνεε η ισχύς τους. Το ποσό της εγγύησης αντιστοιχούσε με το ποσό της προκαταβολής που δόθηκε σε κάθε εταιρεία. Και στις δύο εγγυητικές γινόταν πρόνοια για μείωση του εγγυημένου ποσού κάθε μήνα και στην ημερομηνία λήξης τους το ποσό μηδενιζόταν. Η Τράπεζα Κύπρου έθεσε ως όρο στις εταιρείες, Voltura Ltd και GVG Trading Ltd, για την έκδοση των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών την κατάθεση ποσών ίσων με αυτά που εγγυήθηκε η Τράπεζα σε λογαριασμούς που θα ήταν υπό τον έλεγχο της Τράπεζας. Οι εμπλεκόμενες εταιρείες συμμορφώθηκαν με τον πιο πάνω όρο και άνοιξαν λογαριασμούς, στους οποίους κατέθεσαν τα ποσά που εγγυήθηκε η Τράπεζα, που ως αναφέρεται και πιο πάνω, αντιστοιχούσαν με τα ποσά που δόθηκαν από το ΤΕΠΑΚ στις δύο εταιρείες ως προκαταβολή. Τα ποσά που είχαν δεσμευθεί με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, μειώνονταν ανάλογα και με τη μείωση της εγγυητικής. Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία της Ελένης Κατσιολούδη, ΜΚ8, Διευθύντριας του Κέντρου Εμπορικών Συναλλαγών της Τράπεζας Κύπρου. Πριν τη λήξη και εκπνοή της ισχύος των εγγυητικών επιστολών που εξεδόθησαν το 2009, ήτοι πριν την 8.12.2010 και 8.9.2010, ο κατηγορούμενος 2 αφού ενημερώθηκε από τη Μ.Κ.15 η οποία ακολούθησε οδηγίες που της είχαν δοθεί από τον κατηγορούμενο 1, ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 2 για την επερχόμενη λήξη της ισχύος των εγγυητικών και ότι θα έπρεπε να παρουσιάσει νέες. Ο κατηγορούμενος 2 εκ μέρους και για λογαριασμό των εταιρειών του, Voltura Ltd και G.V.G. Trading Ltd συμφωνώντας και αφού παρέλαβε τα πρωτότυπα των εγγυητικών, (βλ. τα Τεκμήρια 81, 82, αλλά και 20Α) από τη Μ.Κ.15, της παρέδωσε έγγραφα που εφέροντο ως γνήσιες νέες εγγυητικές. Λόγω του ότι τα κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ δεν είχαν αποπερατωθεί αλλά αντιθέτως παρατηρούντο σοβαρές καθυστερήσεις στην πορεία των εργασιών ανέγερσής τους μέχρι και το Δεκέμβριο 2011 και αφού ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, από τη Μ.Κ.15 σύμφωνα πάντοτε με τις οδηγίες του κατηγορούμενου 1 και αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε και πήρε πίσω τα πρωτότυπα των φερόμενων ως γνησίων εγγυητικών επιστολών που κάλυπταν τις περιόδους των ετών 2010 - 2011, παρουσίασε και παρέδωσε στο ΤΕΠΑΚ μέσω της Μ.Κ.15 εγγυητικές επιστολές, φερόμενες ως γνήσιες, για την περίοδο για μεν το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ 8 Δεκεμβρίου 2011 - 8 Δεκεμβρίου 2012, για δε το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ για την περίοδο 8 Σεπτεμβρίου 2011 - 8 Σεπτεμβρίου
- Η ΜΚ15 μέχρι και το έτος 2011, δεν έκρινε σκόπιμο να διατηρεί φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων εγγυητικών για τα κτίρια ΚΑΛΥΨΩ και ΣΥΜΕΩΝ, είτε σε ξεχωριστό φάκελο είτε εντός των φακέλων των δύο κτιρίων, Τεκμήρια 32 και
- Όμως εντός του έτους 2011 συνεπεία κάποιου προβλήματος μεταξύ του λογιστηρίου και της Υπηρεσίας Διαχείρισης Περιουσίας (ΥΔΠ) ζητήθηκε από τη Μ.Κ.15 όπως διατηρεί στο αρχείο της που αφορούσε τα κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων εγγυητικών που ο κατηγορούμενος 2 τους παρέδιδε προς διασφάλιση των ποσών που είχαν δοθεί προκαταβολικά στις εταιρείες του για τα επίδικα κτίρια. Συνεπεία αυτού του γεγονότος η Μ.Κ.15 εκτός από το φάκελο στον οποίο τοποθετούσε τις πρωτότυπες εγγυητικές επιστολές, έβγαζε φωτοτυπίες τις οποίες τοποθετούσε μέσα στους φακέλους (box files) που αφορούσαν τα δύο κτίρια και επίσης σε ένα ξεχωριστό box file μαύρο που το φύλαττε σε μια από τις βιβλιοθήκες που υπήρχαν στο χώρο του γραφείου της ιδίας και της Μ.Κ.6 Χριστιάνας Κωνσταντίνου. Στους φακέλους των κτιρίων, Τεκμήρια 32 και 33, τοποθετούσε επίσης με χρονολογική σειρά, όπως η ίδια ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, όλα επίσης τα έγγραφα και αλληλογραφία που αφορούσαν τα δύο κτίρια. Λόγω των παρατηρούμενων καθυστερήσεων στην πορεία των εργασιών ανέγερσης των δύο κτιρίων και μετά από αρκετές διαβουλεύσεις, συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, ήτοι ΤΕΠΑΚ και κατηγορούμενου 2, που εκπροσωπούσε τις πιο πάνω αναφερόμενες δύο εταιρείες του, το Συμβούλιο του ΤΕΠΑΚ στη συνεδρίαση του ημερομηνίας 21.3.2012, Τεκμήριο 69Α, αποφάσισε να αποδεχθεί εισήγηση του Αντιπρύτανη Οικονομικού Προγραμματισμού και Ανάπτυξης κ. Ανδρέα Αναγιωτού, στον οποίο σχετικό σημείωμα απέστειλε ο κατηγορούμενος 1 ημερομηνίας 20.2.2012, Έγγραφο 153 του Τεκμηρίου 33 και Έγγραφο 14 του Τεκμηρίου 106(α), για την υπογραφή τροποποιητικών συμφωνιών με τις οποίες ερυθμίζετο το παρουσιασθέν πρόβλημα και τον καθορισμό νέων ημερομηνιών παράδοσης των κτιρίων. Συγκεκριμένα για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ η 1.4.2013 με περίοδο χάριτος δύο μηνών, ήτοι μέχρι και την 1.6.2013 (βλ. Τεκμήριο 33, σελίδες 333 - 374), για δε το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ η 31.8.2012 με περίοδο χάριτος 15 ημερών, ήτοι μέχρι και την 15.9.2012 (βλ. Τεκμήριο 32, σελίδες 218 - 266). Δυνάμει των όρων τόσο των αρχικών συμφωνιών ημερομηνίας 31.7.2009 ως και των συμπληρωματικών τοιούτων, σε περίπτωση καθυστέρησης στην παράδοση των κτιρίων ο ενοικιαστής (το ΤΕΠΑΚ) δικαιούτο να τερματίσει τις συμφωνίες και να αξιώσει αποζημιώσεις ή να απαιτήσει από τον ιδιοκτήτη (Voltura Ltd ή G.V.G. Trading Ltd, ανάλογα με το κτίριο) την καταβολή ημερήσιου προστίμου του οποίου το ποσό ρητά καθορίζεται στους όρους των εν λόγω συμφωνιών. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του κτιρίου που θα ανεγειρόταν από την εταιρεία G.V.G. Trading Ltd, ήτοι του κτιρίου ΚΑΛΥΨΩ, το ποσό του προστίμου δυνάμει του όρου 1.1 της συμφωνίας ημερομηνίας 10.4.2012 καθορίστηκε σε €780,00 ημερησίως, στην περίπτωση δε του κτιρίου που θα ανεγειρόταν από την εταιρεία Voltura Ltd, ήτοι του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ, καθορίστηκε δυνάμει του όρου 1.1 της συμφωνίας ημερομηνίας 10.4.2012, στο ποσό των €1.020,00 ημερησίως. Το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Οι λόγοι δε που ουδέποτε ολοκληρώθηκε το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, ως διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, αλλά και από τα διάφορα σημειώματα, εκθέσεις και αποφάσεις των εμπλεκομένων προσώπων και υπηρεσιών του ΤΕΠΑΚ, ήταν πολλοί. Συγκεκριμένα το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, σύμφωνα με αναντίλεκτη μαρτυρία, προοριζόταν αρχικά για σκοπούς στέγασης του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών. Στη συνέχεια λίγο χρόνο μετά την υπογραφή της Συμφωνίας ημερομηνίας 31.7.2009 αποφασίστηκε όπως το εν λόγω κτίριο διατεθεί για τις ανάγκες της Νοσηλευτικής Σχολής. Σε κάποιο δε χρόνο που παραμένει άγνωστος στο Δικαστήριο, η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου απαίτησε όπως στο κτίριο τοποθετηθεί διπλός υποσταθμός της Ηλεκτρικής, ο οποίος θα τροφοδοτούσε με ρεύμα όλα τα κτίρια του ΤΕΠΑΚ στην περιοχή των οδών Ειρήνης και Ελευθερίας. Ενόψει τούτου δημιουργήθηκε η ανάγκη για ανέγερση δεύτερου υπογείου στο κτίριο. Η αίτηση για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας κατατέθηκε την 31.3.
- Η εξέτασή της διήρκησε επτά περίπου μήνες και εκδόθηκε τελικά την 27.10.2010, Τεκμήριο 33, σελίδες 31-
- Το Νοέμβριο του 2010 ξανάρχισαν οι εργασίες εκσκαφής των υπογείων αλλά λόγω της χειμερινής περιόδου και του ψηλού υδροφόρου ορίζοντα δεν προχώρησαν με ταχύ ρυθμό. Την 10.04.2012 υπογράφηκε μεταξύ των δύο εμπλεκομένων μερών «συμφωνία συμπληρωματική και/ή τροποποιητική της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 31 Ιουλίου 2009». Η συμφωνία επέκτεινε το χρόνο παράδοσης μέχρι τη 01.04.2013 με επιπλέον περίοδο χάριτος δύο μηνών. Τον Ιούνιο του 2012 άρχισαν εργασίες ανάπλασης της οδού Ειρήνης οι οποίες εμπόδιζαν την πρόσβαση προς το εργοτάξιο του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ. Μέχρι τότε είχε ανεγερθεί ο σκελετός του υπογείου. Οι εργασίες στην οδό Ειρήνης αποπερατώθηκαν τον Απρίλιο του
- Οι ανάγκες του Πανεπιστημίου είχαν εν τω μεταξύ διαφοροποιηθεί. Εν τω μεταξύ κρίθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες και όργανα λήψεως αποφάσεων του ΤΕΠΑΚ, ότι το κτίριο "ΣΥΜΕΩΝ" δεν ήταν πλέον απαραίτητο για το Τμήμα της Νοσηλευτικής Σχολής. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω ότι πριν την εκπνοή των εγγυητικών που κάλυπταν την περίοδο 2011 - 2012, η Μ.Κ.15 με επιστολή ημερομηνίας 12.11.2012, το περιεχόμενο της οποίας το υπαγόρευσε ο κατηγορούμενος 1, την οποία απέστειλε στον κατηγορούμενο 2 με τηλεομοιότυπο (βλ. Έγγραφα 129, 130 και 131 του Τεκμηρίου 33), κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 να προσκομίσει ενόψει της επικείμενης λήξης της εγγυητικής του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ στις 8.12.2012 νέα. Ο κατηγορούμενος 2 συμμορφούμενος με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής και αφού προηγουμένως παρέλαβε το πρωτότυπο της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής που έληγε στις 8.12.2012, είτε κατά την εν λόγω ημερομηνία είτε μία δύο μέρες προηγουμένως, επανήλθε στο γραφείο της Μ.Κ.15 και της παρέδωσε νέα φερόμενη ως γνήσια εγγυητική με ισχύ από 8.12.2012 μέχρι 7.12.2013 (βλ.Τεκμήριο 3(β)). Τον Ιούνιο 2013 το ΤΕΠΑΚ απαίτησε την τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και προδιαγραφών για να χρησιμοποιηθεί το κτίριο "ΣΥΜΕΩΝ" για σκοπούς του Τμήματος Γεωπονικών Επιστημών, Βιοτεχνολογίας και Επιστήμης Τροφίμων (ΓΕΒΕΤ). Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία της νομικής συμβούλου Ζωής Παπαγρηγορίου, ΜΚ
- Για σκοπούς διερεύνησης της δυνατότητας στέγασης του Τμήματος ΓΕΒΕΤ έγιναν νέα αρχιτεκτονικά σχέδια και συζητήθηκε με τον ιδιοκτήτη, κατηγορούμενο 2, η πιθανότητα σύναψης νέας τροποποιητικής συμφωνίας που θα παρείχε τη δυνατότητα ενοικιαγοράς του κτιρίου από το Πανεπιστήμιο. Το ενοίκιο που θα καταβάλλετο στην ιδιοκτήτρια εταιρεία θα λογαριάζετο έναντι της αγοραίας αξίας του ακινήτου ώστε το κτίριο σε διάστημα 20-25 ετών να αποκτάτο τελικά από το Πανεπιστήμιο. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 33, έγγραφα 28-30, 69 και 75-
- Για διάφορους λόγους μέχρι και τον Δεκέμβριο 2013, δεν κατέστει δυνατή η κατάληξη σε συμφωνία για τις τελικές εργασίες που απαιτούντο να γίνουν, ούτε βεβαίως και έγινε οποιοσδήποτε υπολογισμός για τα κόστη των επιπρόσθετων από τις τροποποιήσεις εργασιών. Ενώ λάμβαναν χώραν οι διάφορες συζυτήσεις, συναντήσεις και ανταλλαγές απόψεων για τις νέες διαμορφωθείσες ανάγκες για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, μεταξύ όλων των εμπλεκομένων, εν όψει τις επικείμενης εκπνοής της περιόδου ισχύος της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 8.12.2012, που αφορούσε την προκαταβολή για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, ήτοι αυτή εξέπνεε την 7.12.2013, η ΜΚ15, σύμφωνα με τις οδηγίες και την διαδικασία που ακολουθούσε, προσπάθησε ανεπιτυχώς να αποστείλει με τηλεομοιότυπο επιστολή ημερομηνίας 25.11.2013, στην εταιρεία του κατηγορούμενου 2, VOLTURA LTD, για να προχωρήσει σε ανανέωση της. Τελικά την εν λόγω επιστολή το περιεχόμενο της οποίας επίσης υπαγόρευσε στην ΜΚ15 ο κατηγορούμενος 1, μετά από σχετικό τηλεφώνημα παρέλαβε προσωπικά ο κατηγορούμενος 2 από την ΜΚ15 στο γραφείο και στην παρουσία του κατηγορούμενου 1, στις 25.11.2013, υπογράφοντας μάλιστα σχετικό αντίγραφο για την παραλαβή της (βλ. Τεκμήριο 78). Μετά την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 25.11.2013, ο κατηγορούμενος 2, μία δύο ημέρες προηγουμένως, αφού η 7.12.2013 ήταν Σάββατο και τα γραφεία του ΤΕΠΑΚ ήταν κλειστά, μετέβει στο γραφείο της ΜΚ15 και ζήτησε να του παραδοθεί το πρωτότυπο της εγγυητικής που εξέπνεε στις 7.12.2013, έτσι ώστε να προχωρήσει στη ανανέωση της. Διαδικασία που ακολουθήθηκε και για όλες τις προγενέστερες εγγυητικές επιστολές. Συνακόλουθα εντός του φακέλου που υπήρχε στο ερμάρι που ευρίσκετο στο γραφείο του κατηγορούμενου 1, με την παράδοση των πρωτοτύπων στον κατηγορούμενο 2, δεν παρέμεινε καμία εξ αυτών, εξ ού και αποτελεί εύρημα μου πώς αυτός είναι και ο λόγος που δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε πρωτότυπο των φερόμενων ως γνήσιων εγγυητικών επιστολών. Φωτοτυπία της επιστολής ημερομηνίας 25.11.2013 (Τεκμήριο 78) μαζί με φωτοτυπία της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ, για την περίοδο 8.12.2012 - 7.12.2013, η ΜΚ15 απέστειλε σύμφωνα με οδηγίες που έλαβε από τον κατηγορούμενο 1 στις 9.12.2013, προς τον Γενέθλιο Γενεθλίου και Χριστιάνα Κωνσταντίνου, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 αντίστοιχα, με σαρωτή (scanner). Σε σχέση με το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ προκύπτει με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούν κοινή θέση όλων των μερών, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην αδειοδότηση των εργασιών καθότι το ακίνητο εφάπτετο σε περιοχή ειδικού χαρακτήρα. Οι κατασκευαστικές εργασίες άρχισαν τέλος του
- Από τη μαρτυρία του Ιωάννη Βακανά, ΜΚ12, που κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως Πολιτικός Μηχανικός στην Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας, προκύπτει ότι μέχρι και τα τέλη του 2010 το Πανεπιστήμιο δεν είχε καταλήξει σε σχέση με τον εσωτερικό σχεδιασμό του κτιρίου ΚΑΛΥΨΩ. Ενόψει τούτου ο κατηγορούμενος 1 ανέθεσε στον εν λόγω μάρτυρα και σε τρία άλλα πρόσωπα να συντονίσουν τους ακαδημαϊκούς και τους τεχνικούς που εργαζόντουσαν στις ιδιοκτήτριες εταιρείες για να επισπευσθεί ο σχεδιασμός των κτιρίων με βάση τις ανάγκες των ακαδημαϊκών. Για το σκοπό αυτό έγιναν πολλές συναντήσεις τόσο κατά το 2011 όσο και κατά το
- Ο σχεδιασμός ολοκληρώθηκε το
- Σε σχέση με το ποσό της προκαταβολής που είχε δοθεί και για το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ, ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε, την φερόμενη ως γνήσια εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 8.9.2011 η οποία είχε ισχύ μέχρι την 8.9.
- Αυτής της εγγυητικής φωτοτυπία η ΜΚ15 καταχώρησε στο φάκελο του κτιρίου Τεκμήριο 32, καθώς και σε ξεχωριστό φάκελο που τηρούσε στο γραφείο της. Το φερόμενο δε ως πρωτότυπο τοποθέτησε στο φάκελο που υπήρχε σε ερμάρι του γραφείου του κατηγορούμενου 1, όπου εφυλάττοντο τα πρωτότυπα. Τη 10.4.2012, όπως και πιο πάνω αναφέρω, υπογράφηκε συμπληρωματική συμφωνία και για το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ, με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η παράταση του χρόνου παράδοσης του κτιρίου μέχρι την 31.8.2012 με επιπλέον περίοδο χάριτος δεκαπέντε ημερών. Η Συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι σε περίπτωση που το κτίριο δεν παραδιδόταν κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία το Πανεπιστήμιο θα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ιδιοκτήτη την καταβολή ημερησίου προστίμου ύψους €780,
- Η επίσημη παραλαβή του κτιρίου ΚΑΛΥΨΩ, έγινε την 21.1.2013, ήτοι 102 μέρες μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης (βλ. Τεκμήριο 17). Η ιδιοκτήτρια εταιρεία με επιστολή της ημερομηνίας 22.11.2012 ζήτησε όπως η καθυστέρηση θεωρηθεί ως δικαιολογημένη. Το αίτημά της στηρίχθηκε σε διάφορους λόγους που καταγράφονται με λεπτομέρεια στο Παράρτημα Α που επισυνάφθηκε στην επιστολή. Η Υπηρεσία Διαχείρισης Περιουσίας αξιολόγησε το αίτημα της ιδιοκτήτριας εταιρείας και κατέληξε ότι η δικαιολογημένη καθυστέρηση ήταν μόνο 63 ημέρες. Το θέμα τέθηκε ενώπιον της Ad-Hoc Επιτροπής Ενοικίων η οποία αφού άκουσε τις θέσεις του κατηγορουμένου 2, εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας εταιρείας και αφού έλαβε υπόψη την έκθεση του συντονιστή του έργου, κ. Ιωάννη Βακανά, ΜΚ12, θεώρησε ότι η καθυστέρηση του έργου από τη 10.4.2012 μέχρι τη 12.12.2012 ήταν δικαιολογημένη, ενώ από τη 13.12.2012 μέχρι και την ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου ήταν αδικαιολόγητη. Η Επιτροπή και η ιδιοκτήτρια εταιρεία κατέληξαν σε μία συμβιβαστική συμφωνία η οποία περιλάμβανε την καταβολή από την ιδιοκτήτρια εταιρεία στο Πανεπιστήμιο αποζημιώσεων ύψους €34.
- Συμφωνήθηκε επίσης όπως η ημερομηνία καταβολής του ενοικίου μεταφερθεί την 1.3.
- Η πιο πάνω συμβιβαστική συμφωνία υποβλήθηκε για εξέταση ενώπιον του Συμβουλίου το οποίο την ενέκρινε ομόφωνα. Σχετικό επί του θέματος είναι το Τεκμήριο 32, έγγραφα 76-
- Το πρωτότυπο της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής, ημερομηνίας 8.9.2011, φωτοτυπία της οποίας αποτελεί το Τεκμήριο 3(γ), που αφορούσε το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ, η ΜΚ15 σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε από τον κατηγορούμενο 1 και την ακολουθητέα διαδικασία, παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2, έτσι ώστε αυτός να μπορέσει, να ετοιμάσει νέα. Επισημαίνω ότι για το κτίριο ΚΑΛΥΨΩ, προφανώς και ως λογική συνέπεια, εν όψει της ολοκλήρωσης της ανέγερσης και της εν συνεχεία παράδοσης του στο ΤΕΠΑΚ, δεν παρεδόθη νέα εγγυητική επιστολή για την περίοδο 2012 -2013, εξ ού και δεν εντοπίστηκε τοιαύτη. Τον Δεκέμβριο 2013, γράφτηκε ως θέμα προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ. Ο ΜΚ16 εν όψει της επικείμενης συζύτησης, ζήτησε από την Πρύτανη του Πανεπιστημίου φωτοαντίγραφο το φακέλου του πιο πάνω κτιρίου, το οποίο η Πρύτανης είχε παραδώσει στο Γενικό Ελεγκτή του κράτους, για να το μελετήσει. Ο φάκελος ήταν αντιγραφή του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα δε με την δική του μελέτη των εγγράφων που του εδόθησαν, που έγινε την 6.12.2013, ημέρα Παρασκευή, ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι εντός αυτού υπήρχε φωτοτυπία μίας μόνο μία εγγυητικής η οποία είχε λήξει την 8.12.
- Επικοινώνησε τότε με το Λογιστήριο του Πανεπιστημίου και με την Προϊσταμένη Οικονομικών και την επομένη ημέρα του έδωσαν δύο φωτοτυπίες φερομένων ως γνησίων εγγυητικών για τα έτη 2011 και 2012, οι οποίες έληγαν την 8.12.2011 και την 8.9.2012 αντίστοιχα. Ο ΜΚ14 ενημερώθηκε από τον ΜΚ16 για το πρόβλημα που εντόπισε και τότε αυτός μίλησε τηλεφωνικά με την Έλενα Σολέα, υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου στο υποκατάστημα Αγίας Νάπας στη Λεμεσό, η οποία τον πληροφόρησε πώς εγγυητική ημερομηνίας 8.12.2012 δεν είχε εκδοθεί ποτέ. Τη Δευτέρα, 9.12.2013, ο ΜΚ16 κάλεσε τότε στο γραφείο του τον Αναπληρωτή Διευθυντή, ΜΚ14 και του ανέφερε τα ευρήματά του. Κλήθηκε στη συνέχεια και ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος στην παρουσία του Φίλιππου Φιλίππου, ΜΚ14, διαβεβαίωσε τον Πανίκο Λεωνίδου, ΜΚ16, ότι υπήρχε εγγυητική επιστολή και για την περίοδο 2012-
- Ο ΜΚ16 την ίδια ημέρα είχε συνάντηση και με τον κατηγορούμενο
- Ο τελευταίος του ήγειρε ζητήματα που αφορούσαν την ουσία της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ της εταιρείας Voltura Ltd και του Πανεπιστημίου για το κτίριο ΣΥΜΕΩΝ. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι η εταιρεία του θα διεκδικούσε αποζημιώσεις από το Πανεπιστήμιο. Ο ΜΚ16 ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 ότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να συζητήσει την ουσία των όποιων διαφορών και ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να προσκομίσει νέα εγγυητική η οποία δεν θα περιλάμβανε την παράγραφο της αρχικής εγγυητικής επιστολής που αφορούσε την μηνιαία μείωση του ποσού. Ο κατηγορούμενος 2 συγκατατέθηκε στο πιο πάνω αίτημα και του ζήτησε λίγο χρόνο για να διαβουλευθεί με την Τράπεζά του και να προσκομίσει τη νέα εγγυητική. Ο ΜΚ16 επέδωσε την ίδια ημέρα στον υπεύθυνο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Σαριπόλου επιστολή που υπέγραψε ο Αναπληρωτής Διευθυντής Φίλιππος Φιλίππου, ΜΚ14, με την οποία ζητείτο η ρευστοποίηση της εγγυητικής του 2012 - 2013, της εταιρείας Voltura Ltd (βλ.Τεκμήριο 2(α)). Αυτό έγινε παρά το ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή ο ΜΚ16 δεν είχε στα χέρια του οποιαδήποτε εγγυητική για την περίοδο 2012-2013, θεώρησε όμως σκόπιμο να αποστείλει την επιστολή για να διασφαλιστούν οποιαδήποτε τυχόν δικαιώματα του Πανεπιστημίου. Λίγες μέρες αργότερα, ο Αναπληρωτής Διευθυντής Φίλιππος Φιλίππου, ΜΚ14, πληροφόρησε τον ΜΚ16, ότι η Τράπεζα απέστειλε επιστολή για το θέμα που προέκυψε, πρόκειται για την επιστολή ημερομηνίας 16.12.2013, Τεκμήριο 22, σελίδα
- Με την επιστολή αυτή η Τράπεζα Κύπρου, πληροφόρησε το Πανεπιστήμιο ότι δεν υπήρχε εγγυητική επιστολή της εταιρείας Voltura Ltd για την χρονική περίοδο 2012-
- Για το θέμα που προέκυψε ενημερώθηκε και η Πρύτανης του Πανεπιστημίου, Ελπίδα Κεραυνού. Την ίδια ημέρα δι επιστολής του ΤΕΠΑΚ, η εταιρεία του κατηγορούμενου 2, VOLTURA LTD, κλήθηκε να προσκομίσει νέα εγγυητική επιστολή μέχρι και την 7.1.2014, καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα ετερματίζοντο οι μεταξύ τους συμφωνίες και θα ελαμβάνοντο Δικαστικά μέτρα εναντίον της (βλ. επισυνημμένα έγραφα του Τεκμηρίου 2(α)). Λόγω του ότι η Τράπεζα Κύπρου για να εκδόσει νέα εγγυητική απαίτησε από τον κατηγορούμενο 2 πρόσθετες εξασφαλίσεις, κάτι που αυτός δεν μπόρεσε να προσφέρει και μέχρις ότου εξασφαλίσει εγγυητική, η εταιρεία BDO LTD, στις 18.12.2013, (βλ. επισυνημμένα έγγραφα του Τεκμηρίου 2(α)), απέστειλε επιστολή με την οποία εγγυείτο την εταιρεία VOLTURA LTD για την πιστή εκτέλεση των συμφωνηθέντων και ότι σε περίπτωση μη εξασφάλισης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, είχε στη διάθεση και προς όφελος του ΤΕΠΑΚ το ισάξιο ποσό της ληφθείσας προκαταβολής. Την 30.12.2013 ο κατηγορούμενος 2, συμμορφούμενος με τα όσα είχαν συζητηθεί και συμφωνηθεί στη συνάντηση που είχε με τον ΜΚ16, στις 9.12.2013, παρέδωσε στο ΤΕΠΑΚ εγγυητική επιστολή της Ελληνικής Τράπεζας εκ μέρους της εταιρείας Voltura Ltd. Η εγγυητική αυτή έληγε την 30.6.2014, πρόκειται για το Τεκμήριο 2 Ε, το οποίο είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 22, έγγραφο
- Το τελευταίο αποτελεί αντίγραφο του πρώτου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και η επιστολή ημερομηνίας 7.1.2014, που δόθηκε από την εταιρεία Voltura Ltd στο ΤΕΠΑΚ (βλ. επισυνημμένα έγγραφα του Τεκμηρίου 2(α)). Η εν λόγω εγγυητική επιστολή ανανεώθηκε για έξι περαιτέρω μήνες (βλ. Τεκμήριο 2 (Στ)). Το Νοέμβριο του 2014 η πιο πάνω εγγυητική εξαργυρώθηκε αφού προηγήθηκε σχετική απόφαση του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου και ποσό €404.534,12 κατατέθηκε στο λογαριασμό του Πανεπιστημίου (βλ. Τεκμήρια 74, 74(α) και 75). Οι δύο εγγυητικές επιστολές που εκδόθησαν από τη Ελληνική Τράπεζα, Τεκμήρια 2(ε) και 2(Στ) εδόθησαν προς διασφάλιση των συμφερόντων του ΤΕΠΑΚ και συγκεκριμένα του ποσού της προκαταβολής που εισέπραξε η εταιρεία του κατηγορουμένου 2, VOLTURA LTD, είχε δε αφαιρεθεί από το κείμενο τους ο όρος με τον οποίον μειωνόταν το ποσό της εξασφάλισης μηνιαίως, ανεξαρτήτως των εκτελούμενων εργασιών, ως η απαίτηση του ΜΚ
- Η Ελεγκτική Υπηρεσία του Κράτους στα πλαίσια των εξουσιών της, αποφάσισε περί τον Σεπτέμβριο 2014, (βλ. επιστολή ημερομηνίας 11.9.2014,Τεκμήριο 31), να προβεί σε διαχειριστικό έλεγχο του ΤΕΠΑΚ και των διαφόρων υπηρεσιών του, αναφορικά με τα συμβόλαια που αφορούσαν ενοικιάσεις κτιρίων για τις ανάγκες στέγασης των διαφόρων σχολών και γραφείων του. Προς τούτο διορίστηκε η ΜΚ20 ως ερευνών λειτουργός, η οποία σε επίσκεψη στο γραφείο του κατηγορούμενου 1 τον Σεπτέμβριο 2014 παρέλαβε ανάμεσα σε άλλα έγγραφα και τους φακέλους των κτιρίων ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ. Τους εν λόγω φακέλους όπως και φακέλους άλλων κτιρίων αλλά και αριθμό εγγράφων είχε υπό την ασφαλή φύλαξη της μέχρι που τούς παρέδωσε στον ΜΚ1 τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο
- Στα πλαίσια των καθηκόντων της και αφού ολοκλήρωσε την έρευνα και έλεγχο της ετοίμασε εκθέσεις τις οποίες υπέβαλε στον προϊστάμενο της Γενικό ελεγκτή για τα περαιτέρω. Τις εν λόγω εκθέσεις με την δέσμη εγγράφων που τις αφορούν και κάνει αναφορά σε αυτές, κατέθεσε και ανέλυσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήρια 29 και 30 τις αρχικές της εκθέσεις για τα κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ αντίστοιχα και τις τελικές ως Τεκμήρια 105 και 106 για τα κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ αντίστοιχα. Στις εκθέσεις Τεκμήρια 105 και 106, περιλαμβάνονται τα όσα εκθέτει στα Τεκμήρια 29 και
- Κατέθεσε ακόμη ως Τεκμήρια 105(α) και 106(α), όλα τα έγγραφα που αφορούν και γίνεται αναφορά και παραπομπή στις εκθέσεις Τεκμήρια 105 και 106 αντίστοιχα. Ως αποτέλεσμα του εντοπισμού των φωτοτυπιών των φερόμενων ως γνησίων εγγυητικών επιστολών και της ενημέρωσης από την Τράπεζα Κύπρου, τόσο προς το ΤΕΠΑΚ (βλ. Τεκμήριο 2(α)), αλλά και στην Ελεγκτική Υπηρεσία του Κράτους (βλ. επιστολή ημερομηνίας 10.10.2014, Τεκμήριο 107), η οποία εν τω μεταξύ είχε προβεί σε διαχειριστικό έλεγχο της ΥΔΠ του ΤΕΠΑΚ δια της ΜΚ20, πώς ουδέποτε εξεδόθησαν τέτοιες εγγυητικές, αποφασίσθηκε στις 14.11.2014 (βλ.Τεκμήριο 64), από το Συμβούλιο του ΤΕΠΑΚ να γίνει σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Για να προβεί στην καταγγελία αυτή με την ίδια απόφαση, εξουσιοδοτήθηκε ο ΜΚ3 (βλ. Τεκμήριο 64, σελ.18). Ο ΜΚ3 την ίδια ημερομηνία μετέβη στην αστυνομία, έδωσε σχετική κατάθεση, Ένδειξη Γ
(1)και παρέδωσε διάφορα έγγραφα ανάμεσα στα οποία και την φωτοτυπία της φερόμενης ως γνήσιας εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 8.12.2012, Τεκμήριο 3(β). Ο ΜΚ1 στα πλαίσια των ανακρίσεων επισκέφτηκε στις 27.11.2014 την ΜΚ20 στα γραφεία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας του Κράτους στη Λευκωσία, από την οποία παρέλαβε τον φάκελο του κτιρίου ΣΥΜΕΩΝ (Τεκμήριο 33). Στις 9.12.2014 ο ΜΚ1 επισκέφτηκε εκ νέου τα γραφεία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας του Κράτους στη Λευκωσία, συναντήθηκε ξανά με την ΜΚ20, η οποία του παρέδωσε τον φάκελο του κτιρίου ΚΑΛΥΨΩ. Εντός του εν λόγω φακέλου εντόπισε ακόμη δύο φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων επιστολών, η μία αφορούσε την εταιρεία του κατηγορούμενου GVG TRADING LTD, ημερομηνίας 8.12.2011, λήξης 8.12.2012 και η άλλη την εταιρεία του κατηγορουμένου VOLTURA LTD ημερομηνίας 8.12.2011, λήξης 8.12.
- Τις φωτοτυπίες αυτές αφού αφαίρεσε από τον εν λόγω φάκελο, ο ΜΚ1, τοποθέτησε σε ξεχωριστό φάκελο και εν συνεχεία τις κατέθεσε στο Δικαστήριο μαζί με την φωτοτυπία που του παρέδωσε ο ΜΚ3, ως Τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ). Επι τη βάση δε των πιο πάνω ευρημάτων μου και έχοντας υπόψη το αναντίλεκτο περιεχόμενο των επιστολών της Τράπεζας Κύπρου που φέρεται ως η εκδότρια των πρωτοτύπων των επιδίκων εγγυητικών επιστολών, Τεκμήριο 107 και Τεκμήριο 2(α), με τις οποίες πληροφορεί την Ελεγκτική Υπηρεσία του Κράτους και το ΤΕΠΑΚ αντίστοιχα, πώς ουδέποτε εξεδόθησαν τέτοιες και ουδέποτε καταχωρήθηκε στο σύστημα του Ηλεκτρονικού Υπολογιστή της τράπεζας η έκδοση τέτοιων εγγυητικών επιστολών, αλλά και από την μαρτυρία των ΜΚ10 και ΜΚ11, ήτοι των υπαλλήλων της τράπεζας που φέρονται ότι υπέγραφαν τις εν λόγω εγγυητικές, κάτι που αρνήθηκαν, αβίαστα εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα πώς τα έγγραφα που παρουσίαζε ο κατηγορούμενος 2 στη ΜΚ15 ως γνήσιες εγγυητικές επιστολές, πλήν βεβαίως των αρχικών, ήταν πλαστά. Συνακόλουθα αποτελεί εύρημα μου πώς τα Τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ), όπως και τα πανομοιότυπα έγγραφα και πάλιν σε φωτοτυπίες, που εντοπίζονται στους φακέλους Τεκμήρια 32 και 33, παρήχθησαν και αποτελούν φωτοτυπίες πρωτοτύπων εγγράφων που ο κατηγορούμενος 2 παρέδιδε στην ΜΚ15, ήτοι στο ΤΕΠΑΚ, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν πλαστά. Εύρημα μου αποτελεί επίσης και ότι ο κατηγορούμενος 2, σε καμία περίπτωση πλήν με την επιστολή του ημερομηνίας 7.1.2014 (βλ. έγγραφα που συνοδεύουν το Τεκμήριο 2(α)), δεν ήγειρε είτε στην ΜΚ15, είτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο, οποιαδήποτε αμφισβήτηση αναφορικά με την από μέρους του υποχρέωση για παράδοση εγγυητικών επιστολών για τις περιόδους που καταγράφονται στις επίδικες τοιαύτες και ουδέποτε ζήτησε εξηγήσεις γιατί του αποστέλλοντο οι επιστολές με τις οποίες του εζητείτο να προχωρεί σε ανανέωση εκείνων που έληγαν. Προτού προχωρήσω στην παράθεση της νομικής πτυχής και κατάληξης μου αναφορικά με την ενοχή ή αθώωση των κατηγορουμένων, θα παραθέσω την κρίση μου αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου 2 για δίκαιη δίκη λόγω της μη κατάθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου «του σημαντικότερου μαρτυρικού υλικού», σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης, στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, είναι η θέση και εισήγηση του κ. Πική ότι η μη κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου του φακέλου που η Μ.Κ.15, εντός του οποίου αυτή τοποθετούσε φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων εγγυητικών επιστολών που της παρέδιδε ο κατηγορούμενος 2, μαζί με όλες τις άλλες που είχαν σχέση με την ΥΔΠ, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου 2 το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για δίκαιη δίκη. Προς τούτο παρέπεμψε σε νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το πώς έχει ερμηνευθεί η αρχή της ισότητας των όπλων και του δικαιώματος σε κατ' αντιμολία συζήτηση, με ιδιαίτερη αναφορά στις δύο προσφυγές εναντίον της Ελλάδας με αριθμό 59506/2000 και 21032/
- Επίσης παρέπεμψε σε διάφορα νομικά συγγράμματα και αυθεντίες αλλά και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το συγκεκριμένο ζήτημα και γενικότερα το τι συνεπάγει η παραβίαση του δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Συμφωνώ απόλυτα τόσο με τις αρχές που έχουν αναγνωρισθεί στις διάφορες αποφάσεις του ΕΔΑΔ όσο και με αυτές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και με τα όσα εκτίθενται στα νομικά συγγράμματα στα οποία έχει γίνει σχετική παραπομπή. Στις αρχές αυτές αναφορά γίνεται και στην απόφαση της πλειοψηφίας με τις οποίες επίσης συμφωνώ. Αυτό όμως το οποίο, κατά τη δική μου κρίση, διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση είναι τα γεγονότα της τα οποία επικαλείται ο συνήγορος υπεράσπισης σαν υπόβαθρο για να στηρίξει την εισήγησή του. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Ελλάδας Προσφυγή 59506/2000 τα γεγονότα ήταν ότι ενώ οι διωκτικές αρχές στην Ελλάδα είχαν στην κατοχή τους τα πρωτότυπα έγγραφα των επιδίκων επιταγών καθώς και των ηλεκτρονικών σελίδων υπολογιστή της τράπεζας, δεν ετέθησαν στη διάθεση της Υπεράσπισης και του Δικαστηρίου, και τούτο παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του προσφεύγοντος για να παρουσιαστούν. Είναι επί αυτών των γεγονότων που η προσφυγή έγινε αποδεκτή με επακόλουθο η υπόθεση του προσφεύγοντος να επανεκδικαστεί από το δικαστήριο της Ελλάδας. Επισημαίνω δε ότι όταν η υπόθεση επανεκδικάστηκε με επακόλουθο την εκ νέου καταδίκη του προσφεύγοντος, σε δεύτερη προσφυγή που καταχώρησε στο ΕΔΑΔ με αριθμό 21032/2008, απορρίφθηκε η θέση του για παραβίαση δικαιώματος του για δίκαιη δίκη καθότι στην επανάληψη της εκδίκασης της υπόθεσης είχαν πλέον κατατεθεί όλα τα έγγραφα που ήταν διαθέσιμα στην Κατηγορούσα Αρχή σε πρωτότυπη μορφή, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον προσφεύγοντα να αμφισβητήσει το περιεχόμενό τους ή τους τρόπους παρουσίασής τους, κάτι όμως που δεν έπραξε. Τούτο όμως, είναι η θέση του κ. Πική, δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση αφού ο κατηγορούμενος 2 αντεξέτασε επί του συγκεκριμένου σημείου τους μάρτυρες κατηγορίας. Δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Πική. Τούτο διότι κατ' αρχάς στην ενώπιον μας υπόθεση, όπως έχει λεχθεί από τη Μ.Κ.15, πρωτότυπα των φερομένων ως γνησίων επιδίκων εγγυητικών επιστολών δεν παρέμειναν στους φακέλους που ετηρούντο, είτε σε αυτό που τοποθετούνταν τα πρωτότυπα στο γραφείο του κατηγορούμενου 1, είτε στον ξεχωριστό φάκελο που η ίδια τοποθετούσε φωτοτυπημένα αντίγραφα, ούτε και στους φακέλους που αφορούσαν τα δύο κτίρια ΣΥΜΕΩΝ και ΚΑΛΥΨΩ, Τεκμήρια 32 και
- Με δεδομένο δε ότι έκρινα τη μαρτυρία της καθόλα αξιόπιστη, κρίνω πώς έδωσε μία απόλυτα λογικοφανή εξήγηση, ήτοι ότι όλα τα πρωτότυπα παραδίδοντο στον κατηγορούμενο 2 για να προχωρεί σε ανανέωση της ισχύος τους, αφού αυτές ήταν οι οδηγίες που είχε από τον κατηγορούμενο 1, αλλά και αυτό της ζητούσε ο κατηγορούμενος 2, με την δικαιολογία πώς για να εγίνετο η ανανέωση από την Τράπεζα έπρεπε να της επιστρέφετο το πρωτότυπο. Συνακόλουθα, ακόμα και στην περίπτωση που ο συγκεκριμένος φάκελος και βασικά όχι ο φάκελος, αλλά το περιεχόμενο του και ειδικά οι φωτοτυπίες των επιδίκων φερομένων ως γνησίων εγγυητικών επιστολών επαραλαμβάνετο από το Μ.Κ.1 από τη Μ.Κ.15 και κατατίθεντο στο Δικαστήριο, ουδόλως θα επηρέαζε με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα του κατηγορούμενου 2 για δίκαιη δίκη. Αυτό διότι ό,τι φωτοτυπίες υπήρχαν εντός του εν λόγω φακέλου, υπήρχαν και είχαν τοποθετηθεί από τη Μ.Κ.15 στους φακέλους Τεκμήρια 32 και 33, αλλά και αποστάληκαν, όπως πιο πάνω στα ευρήματα μου αναφέρεται, σε διάφορες υπηρεσίες και τμήματα σε ανύποπτους και ουσιώδεις χρόνους και κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου ως επισυναπτόμενα σε άλλα έγγραφα. Πουθενά και σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης, τόσο της Μ.Κ.15 όσο και του Μ.Κ.1, έγινε υποβολή ή εισήγηση πως κατά το στάδιο των ερευνών από την αστυνομία, αλλά και από την ΜΚ20, τα πρωτότυπα τόσο των φερόμενων ως γνησίων ως και των αρχικών δοθέντων από τον κατηγορούμενο 2 ευρίσκοντο στην κατοχή είτε της Μ.Κ.15 είτε οποιουδήποτε άλλου προσώπου, υπαλλήλου ή υπηρεσίας του ΤΕΠΑΚ, ή ότι παραδόθηκαν στον Μ.Κ.1 ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο που έλαβε μέρος στις ανακρίσεις και έρευνες για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Δεν υπήρχαν δηλαδή τα πρωτότυπα στην κατοχή της αστυνομίας, αλλά και πουθενά στο ΤΕΠΑΚ. Επίσης δεν υπήρξε ισχυρισμός και θέση από πλευράς υπεράσπισης ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα σε πρωτότυπη μορφή είχαν καταστραφεί είτε από τις διωκτικές αρχές είτε από το ΤΕΠΑΚ. Αυτά τα στοιχεία και δεδομένα διαφοροποιούν κατά την δική μου κρίση την παρούσα από τις υποθέσεις του ΕΔΑΔ που μας παρέπεμψε ο κ.Πικής, από τις υποθέσεις Κακουργιοδικείου Λάρνακας, Δημοκρατία ν. Άθως Ευθυμίου, Αριθμ. Υποθ. 9599/2015, απόφαση ημερομηνίας 3.11.2016 και Δημοκρατία ν. Περικλή Θεωρή, Αρ. Υποθ. 1109/2009, απόφαση ημερομηνίας 3.3.2010, αλλά και την υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ
- Υπομνήσκω πώς στις εν λόγω υποθέσεις είτε υπήρχαν τα πρωτότυπα και δεν παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο στην υπεράσπιση, είτε καταστράφηκαν η απωλέσθηκαν ενόσω ευρίσκοντο στην κατοχή των διωκτικών αρχών, γεγονός που δεν ισχύει στην παρούσα. Είναι ακόμα οξύμωρο και πλήρως αντιφατικό το φαινόμενο να αντεξετάζεται η Μ.Κ.15 και να της υποβάλλεται από την υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 ότι δεν υπήρχε λόγος και δεν έλεγε αλήθεια ότι άνοιξε ξεχωριστό φάκελο εντός του οποίου τοποθετούσε πρόσθετες φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων πρωτοτύπων των επιδίκων εγγυητικών επιστολών και από την άλλη να εισηγείται στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι η μη παρουσίαση και κατάθεση του εν λόγω φακέλου παραβίασε το δικαίωμα του κατηγορούμενου 2 για δίκαιη δίκη. Σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης της Μ.Κ.15 και παρά την κατ' επανάληψη από μέρους μου ανάγνωση της μαρτυρίας της, δεν έχω εντοπίσει να της υποβάλλεται η θέση πως ενώ υπήρχε ο συγκεκριμένος φάκελος δεν τον παρέδωσε στον Μ.Κ.
- Αντιθέτως η γραμμή και η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 ήταν πως τέτοιος φάκελος δεν υπήρχε γιατί δεν τον άνοιξε η ΜΚ
- Όπως όχι μία φορά αλλά επανειλημμένως ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2, υπέβαλε στην ΜΚ15, τον μόνο ξεχωριστό φάκελο που είχε ανοίξει και εντός αυτού τοποθετούσε τις επίδικες εγγυητικές, τόσο τις αρχικά δοθείσες γνήσιες, όσο και τις όποιες κατ' ισχυρισμό μεταγενέστερες, ήταν αυτός που ευρισκόταν στο γραφείο του κατηγορούμενου 1, σε συγκεκριμένο ερμάρι. Ακόμη ήταν σαφής η γραμμή της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2, όπως αυτή συνάγεται αβίαστα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, πώς ουδέποτε πλήν των αρχικών εγγυητικών επιστολών, ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε άλλες. Ο συνήγορος υπεράσπισης και εν γένει ένας κατηγορούμενος, επιβάλλεται στο στάδιο της αντεξέτασης των μαρτυρίων κατηγορίας να τους θέτει με σαφήνεια τις θέσεις του επί των οποίων προτίθεται να βασίσει την τελική του εισήγηση. Δεν είναι δε επιτρεπτό, ως η νομολογία αναγνωρίζει, στο τέλος της δίκης να εισάγεται επιχειρηματολογία όχι απλά που δεν συνάδει με την προωθηθείσα γραμμή υπεράσπισης, αλλά να είναι σε διάσταση με αυτήν. Στην ενώπιον μας υπόθεση καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία η θέση του κατηγορούμενου 2 ήταν ότι ουδέποτε παρέδωσε άλλες εγγυητικές εκτός των αρχικών γνησίων, τις οποίες, ως είναι εμμέσως πλήν σαφώς αποδεκτό παρέλαβε με την λήξη τους, αλλά και εκείνων της Ελληνικής Τράπεζας και στην τελική εισήγηση του συνηγόρου του να προβάλλεται σαν αιχμή του δόρατος της υπεράσπισης, η θέση ότι ενώ υπήρχε φάκελος ξεχωριστός μέσα στον οποίο ευρίσκοντο φωτοτυπίες των φερομένων ως γνησίων, να μην παραδόθηκε η αν παραδόθηκε στον ΜΚ1 από την ΜΚ15, δεν κατατέθηκε από την κατηγορούσα αρχή στο Δικαστήριο σαν τεκμήριο. Η παράλειψη αντεξέτασης επί συγκεκριμένου θέματος είναι στοιχείο που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση Κ.Λ. και Δημοκρατία
(2011)2 ΑΑΔ 547: «. στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντιδίκου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υποβάθρου ... να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» Όπως δε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δώρος Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/2015, στην απόφαση του ημερομηνίας 25.4.2017, έχει πρόσφατα αναφέρει: «Θα αναμενόταν επίσης να διατυπώνετο ευθεία και σαφής υποβολή για το τι συνέβη σε σχέση με την εκδοχή που εν τέλει προώθησε. ............................................................................ Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, θεωρούμε αβάσιμη την έφεση και την απορρίπτουμε.» Όπως ακόμη χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Κοσμά Κουκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 64: «Σε περίπτωση που γινόταν δεχτή η εισήγηση, θα σήμαινε ότι ένας κατηγορούμενος θα μπορούσε ταυτόχρονα να ισχυριστεί ενώπιον του δικαστηρίου ότι δεν είχε καμία σχέση με τα ναρκωτικά, ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξή τους και ταυτόχρονα να ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι τα κατείχε, αυτά ήταν για δική του χρήση. Όπως ορθά επισημαίνει η κα Κάρνου, κάτι τέτοιο θα πρόσβαλλε την κοινή λογική και θα παρείχε σε κάθε κατηγορούμενο πρόσωπο, τη δυνατότητα να θέτει ενώπιον του δικαστηρίου εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές, μια εκ των οποίων θα είναι εκ προοιμίου ψευδής, αφού δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν κατέχει μια ουσία και ταυτόχρονα ότι την κατέχει.» Στην παρούσα υπόθεση ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 ναι μεν αντεξέτασε την ΜΚ15, αλλά η γραμμή αυτής της αντεξέτασης δεν συνάδει με την τελική του εισήγηση. Συνακόλουθα και αυτό το γεγονός διαφοροποιεί την παρούσα από τις αποφάσεις στις προσφυγές Παπαγεωργίου ν. Ελλάδας 1 και Παπαγεωργίου ν. Ελλάδας 2 του ΕΔΑΔ, που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2, για να στηρίξει την τελική εισήγηση του για παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου 2, για δίκαιη δίκη. Καταληκτικά κρίνω ότι η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 για παραβίαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη δεν ευσταθεί και για το λόγο ότι δεν έχω διαπιστώσει, πως ακόμα και στην περίπτωση που ήταν διαθέσιμος ο συγκεκριμένος φάκελος και στην κατοχή της αστυνομίας και δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδεμία βλάβη υπέστη ή μπορούσε να υποστεί ο κατηγορούμενος
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα προχωρώ τώρα στη παράθεση της νομικής πτυχής που καλύπτει τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν κληθεί σε απολογία. Το αδίκημα του οποίου η διάπραξη αποδίδεται τόσο στον κατηγορούμενο 1 όσο και στον κατηγορούμενο 2, στις κατηγορίες 3, 7 και 11, είναι αυτό της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, ήτοι των πρωτοτύπων εγγράφων από τα οποία παρήχθεισαν οι φωτοτυπίες Τεκμήρια 3(α), 3(β) και 3(γ), κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Αναφορικά με το αδίκημα της συνομωσίας, το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «
- Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Για το συγκεκριμένο αδίκημα και ποία είναι τα συστατικά του στοιχεία τα οποία η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει, υιοθετώ πλήρως τα όσα παρατίθενται στην απόφαση της πλειοψηφίας. Επισημαίνω και εγώ, πως το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος είναι αυτοτελές αδίκημα και εξετάζεται έστω και αν δεν αποδειχθεί το αδίκημα που τα άτομα συνωμότησαν να διαπράξουν. Απαιτεί δε τη συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Πρέπει όμως, να καταδειχθεί με μαρτυρία συμφωνία της οποίας τα γεγονότα να δηλώνουν πως ο κατηγορούμενος ήταν ενήμερος της ύπαρξης της. (Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421). Αναφορικά δε με το αδίκημα το οποίο θεσμοθετεί το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, όπως προνοείται σε αυτό: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκηµα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συµµετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύµφωνα µε τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγµατι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκηµα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι µε σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήµατος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· (δ) εκείνος που συµβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήµατος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήµατος είτε σε ποινικό αδίκηµα της παροχής συµβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήµατος. Καταδίκη για το αδίκηµα της παροχής συµβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήµατος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήµατος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκηµα, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. ∆ύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Για να θεωρηθεί δε κάποιος ως συνεργός πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη σκέψη (mens rea) ήτοι ότι είχε πρόθεση να βοηθήσει και παράλληλα ότι ήταν γνώστης των γεγονότων. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην R v. Vickers
(1975)2 All E.R. 945, ". In ordinary English one who assists knows what he is doing and the purpose with which it is done". Στην υπόθεση Vickers ο εφεσείοντας συμφώνησε να μεταφέρει κιβώτια μεγαφώνων στην Ιταλία γνωρίζοντας ότι σε αυτά θα τοποθετείτο κάνναβη για να μεταφερθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Κρίθηκε ότι η ενέργεια του αυτή, έστω και έμμεση, συνιστούσε βοήθεια στην εισαγωγή των ναρκωτικών ουσιών. Χρήσιμη ανάλυση του θέματος γίνεται στο σύγγραμμα του Blackstone, Criminal Practice 2016 παργρ. Α4.2, στο οποίο τονίζεται ότι το καθοριστικό στοιχείο είναι το κατά πόσο υπήρξε βοήθεια ή ενθάρρυνση. Παραθέτουμε κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα: «The phrase "aid, abet, counsel and procure" may be, and generally is, used as a whole even though the accused's conduct may be properly described only by one of the four constituent words (Re Smith
(1858)3 H & N 227). Partly for this reason, the precise meaning of each constituent word has not been authoritatively determined, but putting procuring on one side for a moment, the modern approach is to say that assistance or encouragement is what is required to bring a person within the meaning of the ancient formula -» Τέλος ως προνοείται στο άρθρο 339, το οποίο θεσμοθετεί το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, ήτοι του αδικήματος των κατηγοριών 4, 8 και 12: «
- Όποιος γνωρίζει και θέτει µε δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγµα για το οποίο γίνεται λόγος.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, εκείνο που κατά την κρίση μου πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος είναι: (α). Ότι το έγγραφο είναι πλαστό. (β) Ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση πώς το συγκεκριμένο έγγραφο είναι πλαστό, (γ). Ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να καταδολιεύσει, και (δ). Ότι ο κατηγορούμενος κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο έγγραφο με τον τρόπο που καθορίζεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας. (βλ. επίσης τα όσα εκτίθενται στο σύγγραμμα Russel on Crime, 10η Έκδοση, σελ. 1535 - 1541 και ειδικότερα στη παράθεση αποσπάσματος από την υπόθεση R v.Ion, 2 Den. 475; 21 L.J.M.C 166). Παραπέμπω ακόμη στο άρθρο 334, του Ποινικού Κώδικα το οποίο καθορίζει και δημιουργεί τεκμήριο για την πρόθεση καταδολίευσης. Ως λοιπόν προνοείται σε αυτό: «
- Πρόθεση καταδολίευσης τεκµαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριµένο πρόσωπο, εξακριβωµένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί µε το έγγραφο, και το τεκµήριο αυτό δεν ανατρέπεται µε την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει µέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου. ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόµιζε ότι είχε δικαίωµα στο πράγµα που θα αποκτώταν µε το πλαστό έγγραφο.» Για την ερμηνεία δε της φράσης «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο ...» που απαντάται στο άρθρο 339 και στο τι συνιστά δόλο, παραπέμπω στα όσα έχουν λεχθεί στην απόφαση Demetrios Evgeniou Ioannou
(1985)2 CLR 14, στην οποία στη σελίδα 59 το Ανώτατο Δικασήριο υιοθετωντας όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1994)2 CLR 64, αναφέρει τα εξής: «In Georghiou v. The Republic (supra) Pikis J. in delivering the judgment of the Court of Appeal affirming the conviction of the accused by the Assize Court on a charge of forgery, after reviewing the authorities, concluded as follows: "To our mind the principal abject to forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed. The statutory presumption as to the existence of an intent to defraud, established by s.334 - Cap. 154, throws ampl