← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12007/14, 19/10/2017

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12007/14, 19/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B151 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12007/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου,

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κ. Αρκάδη. Κατηγορούμενος, παρών. ΠΟΙΝΗ
  2. Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από ακρόαση για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»), όπως τροποποιήθηκε.
  3. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για την πρόκληση δυστυχήματος που έγινε στις 15/11/2012, στην οδό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό, επιφέροντας το θάνατο του Δημήτρη Αναστασίου τέως από τη Λεμεσό («ο θανών»). Τα γεγονότα της υπόθεσης και τα ευρήματα μου είναι καταγεγραμμένα στην απόφαση μου ημερομηνίας 28/8/
  4. Είχα καταλήξει, αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία, ότι ο τρόπος οδήγησης του κατηγορουμένου, ήταν απερίσκεπτος.
  5. Η συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος, στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου, ως επίσης και στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.
  6. Ως προς τις περιστάσεις, ανέφερε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορουμένου που επιχείρησε να προσπεράσει τη δεδομένη στιγμή. Τόνισε ότι τη στιγμή του προσπεράσματος δεν ερχόταν εξ αντιθέτου άλλο όχημα. Από την πράξη του απουσίαζε συνειδητή αδιαφορία προς την ύπαρξη του θανόντα στο δρόμο, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο. Το γεγονός ότι είχε προηγηθεί πτώση του θανόντα στην άσφαλτο συνέτεινε επίσης στην πρόκληση του δυστυχήματος. Διαφοροποιείτο, εισηγήθηκε, από τις περιπτώσεις που η σύγκρουση γίνεται με πεζό που διασταύρωνε ή με άλλο όχημα.
  7. Ως προς τις προσωπικές του συνθήκες υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας με κάποιες περεταίρω επισημάνσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 63 ετών, νυμφευμένος και έχει δύο ενήλικα τέκνα ηλικίας 39 και 36 ετών. Εργάζεται ως οδηγός ταξί με μερική απασχόληση και λαμβάνει €1000 μηνιαίως από την εργασία του. Στην έκθεση γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στα χρέη που αντιμετωπίζει που ανέρχονται επίσης γύρω στις €20000, €3500 εκ των οποίων αφορούν έξοδα εγχείρησης και νοσηλείας σε πολυκλινική. Κατάγεται από τη Λεμεσό από φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν επίσης οδηγός ταξί. Ο κατηγορούμενος δεν ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο Γυμνάσιο λόγω σοβαρού τραυματισμού σε τροχαίο δυστύχημα που τον ταλαιπώρησε για δύο έτη περίπου. Λόγω των τραυματισμών αυτών απαλλάγηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Ακολούθως εργάστηκε στο Λιμάνι Λεμεσού ως μηχανοδηγός, στη συνέχεια ως οδηγός ταξί και ακολούθως ως οδηγός φορτηγού. Σήμερα εργάζεται ως οδηγός ταξί. Η σύζυγος του δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας με τον σπόνδυλο της. Είχε εργαστεί προηγουμένως ως φροντίστρια σε ίδρυμα. Είναι σήμερα ηλικίας 59 ετών. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα υγείας. Έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στην καρδία και έχει υποστεί τρία εγκεφαλικά επεισόδια (Τεκμήρια Δ, Ε και ΣΤ). Τα εγκεφαλικά επεισόδια τα υπέστη μετά το δυστύχημα.
  8. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής. Η συνήγορος του ανέφερε επίσης, ότι μετά το δυστύχημα, ο Διευθυντής του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ανέστειλε την άδεια οδήγησης του κατηγορουμένου (Τεκμήριο Α, επιστολή ημερ. 23/11/2012) για δύο μήνες. Τυχόν στέρηση της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου θα τον θέσει, ανέφερε, εκτός εργασίας, και θα είχε δραστικές συνέπειες στον ίδιο αφού στην ηλικία του είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να εξεύρει άλλη εργασία. Η ασφαλιστική εταιρεία του κατηγορουμένου βεβαιώνει (Τεκμήριο Β) ότι αυτό ήταν το μόνο δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί ο κατηγορούμενος και ότι προστίθεται να αποζημιώσει την οικογένεια του θύματος «σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος κριθεί υπεύθυνος για το ατύχημα» (Τεκμήριο Γ). Η συνήγορος εξέφρασε, εκ μέρους του κατηγορουμένου, τη μεταμέλεια του.
  9. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €4271.»
  10. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του (5 - 10 βαθμούς ποινής).
  11. Στη ΓΕ ν. Στυλιανού

(2009)2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. 10. Στη Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, ΓΕ ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, ΓΕ ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις παραθέτω:
(1)Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
(2)Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
(3)Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων (βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, ECLI:CY:AD:2017:B63, Π.Ε. 169/2016, 28/2/2017 και Αστυνομία ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:B168, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017 όπου επιβεβαιώθηκε ότι η ύπαρξη ή όχι αδιαφορίας στην οδήγηση είναι αποφασιστικής σημασίας στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί).
(4)Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. 11. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, παρατίθενται περαιτέρω, στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. 15. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές των Guilfoyle και Boswell, σελ. 115: «Οι αρχές αυτές έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Βλ. Attorney General v. Iacovides**. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.»
  1. Αξίζει να λεχθεί ότι στην Αγγλία έχουν εκδοθεί κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις κατευθυντήριες οδηγίες με κάποιες αλλαγές (βλ. Guideline on causing death by driving (www.sentencingcouncil.org.uk) και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/1273).
  2. Στην κυπριακή νομολογία κρίθηκε ότι η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. ΓΕ ν. Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, ΓΕ ν. Κουκκίδη
(2013)2ΑΑΔ 191). 18. Όπως έχει τονιστεί στην ΓΕ ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. 19. Η ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50). Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση. Οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16). 20. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής (βλ. Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429). 21. Στη ΓΕ ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στη ΓΕ ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επενέβη στην ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο λόγω καθυστέρησης 4 ετών με το ακόλουθο αιτιολογικό: «Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν βλέπουμε ότι θα ήταν δίκαιη σήμερα η επιβολή ποινής φυλάκισης ή ότι η ποινή φυλάκισης θα εξυπηρετούσε δεόντως την επιδίωξη αποτροπής.» 22. Στη ΓΕ ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 361: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10· και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ο εικοσάχρονος εθνοφρουρός του Φεβρουαρίου του 1989 είναι σήμερα επιστήμονας, υποψήφιος για εργοδότηση στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται, γιατί πέντε σχεδόν χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος δεν θα εξυπηρετήσει κανένα χρήσιμο σκοπό.» (Υπογράμμιση δική μου) 23. Αν για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις ΓΕ ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). Αυτό δεν σημαίνει απαράκλητα ότι δεν συνυπολογίζεται στη στάθμιση της υπό τις περιστάσεις επιβληθείσας ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:B168, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017). 24. Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει τις Δικαστικές Αρχές, (βλ. Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257).
  1. Έχω διεξέλθει του φακέλου της διαδικασίας και παρατηρώ τα ακόλουθα. Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 14/5/2014 και ορίστηκε για απάντηση στις 24/6/
  2. Κατά την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο στις 24/6/2014 καταχωρίστηκε μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε 27/11/2014 για ακρόαση. Στις 27/11/2014 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και επαναορίστηκε στις 9/2/2015 για ακρόαση. Στις 9/2/2015 η υπόθεση αναβλήθηκε και ορίστηκε για ακρόαση χωρίς μάρτυρες. Στις 25/2/2015 επαναορίστηκε για ακρόαση χωρίς μάρτυρες στις 11/3/
  3. Στις 11/3/2015 η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 15/5/
  4. Στις 15/5/2015 αναβλήθηκε εκ νέου και ορίστηκε στις 26/6/2015 για ακρόαση χωρίς μάρτυρες. Ακολούθως αναβλήθηκε εκ νέου και ορίστηκε για ακρόαση στις 6/10/
  5. Στις 6/10/2015 ζητήθηκε αναβολή από την κατηγορούσα αρχή ενώ δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο να γίνει διευθέτηση ώστε να εξεταστούν κάποια τεκμήρια από πραγματογνώμονα της πλευράς του κατηγορουμένου και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 12/2/
  6. Στις 12/2/2016, λόγω απουσίας μου, η υπόθεση αναβλήθηκε και ορίστηκε 28/6/2016 για ακρόαση. Από το φάκελο της υπόθεση προκύπτει ότι στις 7/6/2016 ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης αιτούνταν ακόμη από την Κατηγορούσα Αρχή επιθεώρηση ορισμένων τεκμηρίων. Στις 28/6/2016 ενόψει και σταλείσας επιστολής δόθηκαν οδηγίες να απαντηθούν γραπτώς από την Εισαγγελία τα αιτήματα της υπεράσπισης και να γίνει επιθεώρηση. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 13 και 15/9/16 οπότε και άρχισε η ακρόαση.
  7. Διαπιστώνω από το πιο πάνω ιστορικό ότι, πέραν της καθυστέρησης 1½ έτους στην καταχώριση της υπόθεσης, υπήρξε και καθυστέρηση στη λήψη ή επιθεώρηση υλικού από πλευράς υπεράσπισης. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά τη διάρκεια της δίκης δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες για επιθεώρηση μαρτυρικού υλικού, κυρίως αυτού που προερχόταν από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, αλλά και για σκοπούς επιθεώρησης του κράνους του θανόντα. Θα ήταν ορθό και δίκαιο να αναφέρω ότι ο Δημόσιος Κατήγορος, που εν τέλει ανέλαβε το χειρισμό της υπόθεσης, συνέβαλε τα μέγιστα στην επίλυση αυτών των ζητημάτων. Για την προκύψασα καθυστέρηση όμως των 5 ετών, δεν φέρει ευθύνη ο κατηγορούμενος.
  8. Επανερχόμενος στις περιστάσεις του δυστυχήματος, κρίνω τα ακόλουθα ως επιβαρυντικούς παράγοντες: · Τη γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης που ήταν παράνομο προσπέρασμα, προσπέρασμα δηλαδή, σε σημείο που απαγορευόταν. · Προσπέρασμα σε σημείο που απαγορεύεται ενέχει το στοιχείο της αδιαφορίας στη διενέργεια της πράξης έστω και αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον κατηγορούμενο αδιαφορία ως προς ενδεχόμενο αποτέλεσμα τέτοιας πράξης. · Την οδήγηση καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου αλκοόλης έστω και αν αυτή δεν έχει συνδεθεί με το δυστύχημα. Αποτελεί ταυτόχρονη διάπραξη άλλης τροχαίας παράβασης, μη αναμενόμενης από επαγγελματία οδηγό ταξί, έστω και εκτός καθήκοντος.
  9. Ως μετριαστικούς παράγοντες έλαβα υπόψη μου: · Την απουσία παρατεταμένα επικίνδυνης οδήγησης, ότι δηλαδή επρόκειτο περί λανθασμένης απόφασης, για προσπέρασμα, τη δεδομένη στιγμή. Η απερίσκεπτη πράξη του ήταν η αποτυχία του να αντιληφθεί ενδεχόμενο κίνδυνο και όχι η ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου. · Το λευκό ποινικό του μητρώο, και ιδιαίτερα την απουσία τροχαίων καταδικών, σε συνάρτηση με την ηλικία του και το επάγγελμα του, αφού ήταν για χρόνια επαγγελματίας οδηγός. · Την κατάσταση της υγείας του σήμερα. · Τις οικογενειακές του συνθήκες, είναι οικογενειάρχης, εργαζόμενος, από τον οποίο εξαρτάται οικονομικά η σύζυγος του. · Την μεταμέλεια του, έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. · Την πρόθεση της ασφαλιστικής εταιρείας του να προβεί σε αποζημίωση. · Την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη μέχρι σήμερα σε συνάρτηση με την χειροτέρευση της κατάστασης υγείας του εν τω μεταξύ.
  10. Παρά την απουσία του στοιχείου της παρατεταμένα επικίνδυνης οδήγησης, οι επιβαρυντικοί παράγοντες που προανέφερα, οριοθετούν και το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί, που δεν είναι άλλη από την επιβολή ποινής φυλάκισης. Η φύση του αδικήματος και η υφή της απερισκεψίας που επιδείχθηκε καθιστούν την επιβολή τέτοιας ποινής αναγκαία. Τα όσα αναφέρθηκαν ως μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να μεταβάλουν το είδος της ποινής παρά μόνο το ύψος της.
  11. Όσον αφορά την επιβολή ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης του, έλαβα υπόψη μου ότι ήδη έχει στερηθεί αυτής για δύο μήνες, ότι αυτή είναι αναγκαία για την εργασία του και ότι θα αποτελέσει ιδιαίτερα αυστηρή ποινή για τον κατηγορούμενο αφού θα τον θέσει εκτός εργασίας.
  12. Επιβάλλω στoν κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 μηνών πλέον 8 βαθμούς ποινής. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 9 μηνών από σήμερα.
  13. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής τής ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  14. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και ΓΕ v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303),
(1)η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο,
(2)το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής και
(3)η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
  1. Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του κατηγορουμένου, τις οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, το λευκό ποινικό μητρώο του και δη το λευκό του οδικό μητρώο, την κατάσταση της υγείας του, την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη σε συνάρτηση με την επιδείνωση της υγείας του και τη μείωση ανάγκης αποτροπής και κρίνω ότι οι προαναφερθέντες λόγοι συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, λόγους που δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης του κατηγορουμένου αναστέλλεται για τρία έτη από σήμερα.
  2. Τα έξοδα ύψους €980 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code (non culpable negligence). Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ (μη υπαίτια αμέλεια). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.