← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Maher Souko, Αρ. Υπόθεσης: 14094/2017, 25/10/2017

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Maher Souko, Αρ. Υπόθεσης: 14094/2017, 25/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B154 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14094/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Maher Souko ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 25.10.2017 Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Π. Αβραμίδης Για τον κατηγορούμενο : κ. A. Σάββα Κατηγορούμενος : παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει για διάρρηξη κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Τα γεγονότα της παρούσας, πέραν των όσων αναφέρονται στην έκθεση αδικήματος στο κατηγορητήριο, έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και συνοπτικά έχουν ως εξής : Την 9/9/15 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από την παραπονούμενη ότι μεταξύ των ημερομηνιών 7-9/9/15 διαρρήχθηκε η κατοικία συγκεκριμένης φίλης της από τη Ρωσία η οποία διαμένει μόνιμα στη Ρωσία. Στο μέρος μετέβη αστυφύλακας όπου από τις επιτόπιες εξετάσεις που έγιναν στο μέρος διαπιστώθηκε ότι η είσοδος επιτεύχθηκε αφού πρώτα θρυμματίστηκε το τζάμι του μικρού αλουμινένιου συρόμενου παραθύρου του πλυσταριού και η έξοδος επιτεύχθηκε από την ανοιγόμενη αλουμινένια πόρτα της κουζίνας η οποία ανοίχθηκε εκ των έσω. Από έλεγχο που έκανε η παραπονούμενη στην οικία διαπίστωσε ότι δεν κλάπηκε οτιδήποτε. Στη σκηνή και συγκεκριμένα στο βόρειο μέρος της περιφραγμένης αυλής της οικίας, ακριβώς έξω από την πόρτα της κουζίνας, η οποία ως αναφέρθηκε ανοίχθηκε εκ των έσω, βρέθηκαν και παραλήφθηκαν ως Τεκμήρια εξωτερικά μέρη ξηρών καρπών (ηλιόσπορων), τα οποία στάλθηκαν για επιστημονική εξέταση. Σε έκθεση δε του Ινστιτούτου Γενετικής που ακολούθησε αναφέρεται ότι από το επίχρισμα που λήφθηκε από τα εξωτερικά μέρη των ηλιόσπορων απομονώθηκε μονό γενετικό υλικό που ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου. Εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και αυτός τελικά συνελήφθη στις 4/5/
  2. Κατόπιν δικής του επιθυμίας δε προέβη σε θεληματική κατάθεση, ενώ όταν στη συνέχεια κατηγορήθηκε γραπτώς αυτός απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ανέφερε καταρχήν πως συμφωνεί με τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Στη συνέχεια ανέφερε ότι υιοθετεί την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ζήτησε να ληφθούν υπόψη στην παρούσα η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου στην αστυνομία αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά δε την παραδοχή του είπε ότι θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα επειδή η απόδειξη της υπόθεσης θα ήταν χρονοβόρα έχοντας υπόψη και ότι η μάρτυρας δεν ξέρουμε αν θα ήταν στην Κύπρο. Όσον αφορά τα περιστατικά του αδικήματος ανέφερε ότι το 2015 ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 21 ετών. Βρίσκεται από μικρός στην Κύπρο χωρίς οικογένεια και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μπλέξει με κακές παρέες που τον παρέσυραν σε σωρεία αδικημάτων. Ήταν δικηγόρος του ανέφερε σε τρεις υποθέσεις που όλες αφορούσαν το 2015 και συγκεκριμένα αυτές ήταν οι υποθέσεις 18829/15, 20373/15 και 8320/
  3. Όλες ανέφερε αφορούσαν παρόμοια αδικήματα και μία μόνο αφορούσε κατοχή και χρήση ναρκωτικών. Είπε επίσης ο συνήγορος ότι λόγω του ότι το αδίκημα της παρούσας έγινε το 2015 θα μπορούσε η παρούσα να καταχωρηθεί νωρίτερα και να ληφθεί υπόψη στις εν λόγω υποθέσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος προέβη σε άμεση παραδοχή και του επιβλήθηκαν οι ακόλουθες ποινές: (α) 18829/15 (28.9.15) πρόστιμο €900 και περαιτέρω εξεδόθη εναντίον του διάταγμα αποζημίωσης, (β) 20373/15 (3.12.15) ποινή φυλάκισης 5 μηνών στην 11η κατηγορία και 8 μηνών στην 17η κατηγορία (δεν επιβλήθηκε καμία ποινή στις κατηγορίες 10 και 16), και (γ) 8320/16 (27.4.16) διατάχθηκε να υπογράψει εγγύηση ύψους €1000 σε κάθε κατηγορία. Την δεδομένη στιγμή ο κατηγορούμενος βρίσκεται στη φυλακή για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Συγκεκριμένα του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών και αποφυλακίζεται τον Ιανουάριο (στο χρονικό αυτό σημείο σημειώνεται ο ευπαίδευτος συνήγορος δεν είχε στη διάθεση του συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης για να δώσει περαιτέρω πληροφορίες στο Δικαστήριο). Συνέχισε δε λέγοντας ότι όλες οι υποθέσεις αφορούσαν το 2015 και αρχές του 2016 και έκτοτε αντιλήφθηκε ότι η παραβατική του συμπεριφορά δεν μπορεί να συνεχιστεί. Έκανε προσπάθειες για δουλειά και σε δύο περιπτώσεις έχασε την εργασία του διότι εμφανίζονταν οι υποθέσεις του
  4. Τέλος ο συνήγορος σημείωσε το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, το νεαρό της ηλικίας του και την ανωριμότητα που επέδειξε διαπράττοντας το αδίκημα που παραδέχθηκε και ζήτησε κάθε δυνατή επιείκεια ενώ ο κατηγορούμενος υπόσχεται ότι θα προσπαθήσει να γίνει ένας συνετός πολίτης αφού αντιλήφθηκε ότι αν συνεχίσει έτσι θα είναι συνέχεια στη φυλακή, κάτι που δεν επιθυμεί. Με το πέρας της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου το Δικαστήριο ζήτησε διευκρινίσεις αναφορικά με την υπόθεση για την οποία ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης. Κατόπιν τούτου αναφέρθηκε ότι πρόκειται για την υπόθεση 10018/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία αφορούσε αδικήματα κλοπών και επεβλήθη στον κατηγορούμενο στις 7/7/17 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Τέθηκε δε ενώπιον του Δικαστηρίου το κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης. Μετά τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι τα αδικήματα που αφορούσε η υπόθεση 10018/17 διαπράχθηκαν στις 30.6.17, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε και πήρε τον λόγο αναφέροντας ότι αυτά έρχονται σε αντίθεση με όσα είπε προηγουμένως, τα οποία δεν γνώριζε επειδή δεν χειριζόταν την υπόθεση. Είπε όμως ότι αν καταχωρείτο νωρίτερα η παρούσα υπόθεση, τότε θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Επίσης πρόσθεσε ένα στοιχείο που δεν ανέφερε προηγουμένως ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν έκλειψε οτιδήποτε από το σπίτι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα το οποίο παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών (εκτός αν το αδίκημα διαπράττεται κατά τη διάρκεια της νύχτας οπότε προνοείται μεγαλύτερη ποινή, πλην όμως εδώ δεν προκύπτει από τα γεγονότα το αδίκημα να διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας) . Η σοβαρότητα των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών τονίζεται και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Στην Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Ένας τρόπος πάταξης αυτού του φαινομένου, αναφέρεται, είναι η αυστηρότητα των ποινών. Στην Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 τονίστηκε για ακόμη μια φορά η ανάγκη για αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών τα οποία, ως σημειώθηκε, απασχολούν τα Δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Τέλος, στην Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180 - 182/2011 ημερ. 16/5/2012, αναφέρθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το έγκλημα παρουσίασε έντονη αυξητική τάση με αποτέλεσμα να υπάρχει και ανάλογη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών. Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της καθώς και ότι υπάρχει, ανάλογα με τα περιστατικά αυτά, διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην ποινή. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος της διάρρηξης και κλοπής, ως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές και την έξαρση, η οποία παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μου, καθώς και ότι η έξαρση αυτή καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Προς όφελος λοιπόν του κατηγορούμενου στην παρούσα λαμβάνω υπόψην όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και ιδιαίτερα: - Το λευκό του ποινικό μητρώο κατά τον χρόνο της διάπραξης του αδικήματος. - Την άμεση παραδοχή και την συνεργασία του με την Αστυνομία, αλλά και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Μέσα από τα στοιχεία αυτά δε προκύπτει η μεταμέλεια και η αναγνώριση του λάθους του. Βεβαίως εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος συνδέθηκε με Τεκμήρια που εντοπίστηκαν στη σκηνή κατόπιν επιστημονικής εξέτασης τους και προφανώς από την πρώτη στιγμή ένιωσε και ο ίδιος ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την παραδοχή του. Με κάθε σεβασμό δε θα διαφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ο οποίος ζήτησε να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην παραδοχή ως εκ του ότι η απόδειξη της υπόθεσης θα ήταν χρονοβόρα γιατί δεν ξέρουμε αν η μάρτυρας θα ήταν στην Κύπρο. Υπενθυμίζω εδώ ότι με βάση τα γεγονότα παραπονούμενη είναι φίλη της ιδιοκτήτριας της κατοικίας η οποία απουσιάζει στο εξωτερικό και η τελευταία δεν φαίνεται καν να είναι μάρτυρας στο κατηγορητήριο, ενώ περαιτέρω η απόδειξη της υπόθεσης ουδόλως συνδέεται με την μαρτυρία της ιδιοκτήτριας της κατοικίας, η οποία απλά ενημερώθηκε στο εξωτερικό όπου βρίσκεται ότι διαρρήχθηκε η κατοικία της. - Το νεαρό της ηλικίας του. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 23 ετών, ενώ να σημειωθεί ότι κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν 21 ετών. - Το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν υπέστη ζημιά αφού δεν κλάπηκε οτιδήποτε. - Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε σημειώνεται προγενέστερα στα πλαίσια άλλης υπόθεσης και με εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου αλλά και με τη σύμφωνη γνώμη της κατηγορούσας αρχής λαμβάνεται υπόψη και ιδιαίτερα ότι: Είναι ηλικίας 23 ετών σήμερα. Γεννήθηκε στη Συρία και είναι Κουρδικής καταγωγής. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του βρίσκονται στη Συρία σήμερα αλλά δεν εργάζονται λόγω της εμπόλεμης κατάστασης. Σημειώνεται δε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο πέμπτος σε σειρά από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας. Φοίτησε στο σχολείο για 6 χρόνια και έπειτα διέκοψε ενώ από μικρή ηλικία άρχισε να εργάζεται με τον πατέρα του ως βοηθός βαρέων οχημάτων. Σε ηλικία 18 ετών ήλθε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων περιοχών για σκοπούς εργασίας. Διέμενε δε στη Λεμεσό και απασχολήθηκε ως εργάτης στον αγροτικό τομέα. Με τα χρήματα που λάμβανε στήριζε την οικογένεια του στη Συρία. Όταν δε από μέσα προς τέλη του 2016 άρχισε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών έμεινε άνεργος και λόγω τούτου προέβαινε σε παραβατική συμπεριφορά. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην προς όφελος του κατηγορούμενου είναι και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψην στο δέοντα βαθμό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Όσον δε αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης το στοιχείο αυτό επίσης λαμβάνεται υπόψην και ανάλογα λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Πεγειώτη κ.ά. ανωτέρω). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Στην παρούσα το αδίκημα διαπράχθηκε 7-9 Σεπτεμβρίου του
  1. Κατόπιν δε που ο κατηγορούμενος συνδέθηκε επιστημονικά με Τεκμήρια που εντοπίστηκαν στη σκηνή του αδικήματος εξεδόθη εναντίον του ένταλμα σύλληψης και συνελήφθη τελικά στις 4/5/
  2. Την ίδια μέρα προέβη σε θεληματική κατάθεση, ενώ παραδέχθηκε και απολογήθηκε όταν κατηγορήθηκε γραπτώς. Η υπόθεση δε καταχωρήθηκε την 21η/9/17, χωρίς ομολογουμένως κάποια ιδιαίτερη καθυστέρηση. Συνεπώς το μόνο στοιχείο που μπορώ να λάβω υπόψη μου σαν ένα δεδομένο είναι το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, αλλά ενόψει των ανωτέρω δεν μπορώ να προσδώσω στο στοιχείο αυτό κάποια ιδιαίτερη βαρύτητα. Πριν προχωρήσω στην επιβολή ποινής, αναφέρω εδώ πως ανεξάρτητα του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η γενικότερη συμπεριφορά του κατηγορούμενου από το 2015 μέχρι και πολύ πρόσφατα. Η συμπεριφορά του αυτή σημειώνεται προκύπτει μέσα από στοιχεία που η ίδια η υπεράσπιση έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για σοβαρά αδικήματα, τα οποία διαπράχθηκαν με βάση τα κατηγορητήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου: - Τον Αύγουστο του 2015 (βλ. υποθέσεις 20373/15 και 18829/15), - Τον Σεπτέμβριο του 2015 (βλ. υπόθεση 8320/16), και - Τον Ιούνιο του 2017 (βλ. υπόθεση 10018/17) Με αυτά υπόψη και έχοντας κατά νου και την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος της παρούσας προκύπτει ότι πράγματι ο κατηγορούμενος την περίοδο Αυγούστου - Σεπτεμβρίου του 2015 παρουσίασε μία ροπή προς το έγκλημα, με τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και μάλιστα αδικημάτων κυρίως της φύσης του αδικήματος που αντιμετωπίζει στην παρούσα, ενώ η εγκληματική του συμπεριφορά δυστυχώς συνεχίστηκε το
  3. Τούτα βέβαια δείχνουν στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος την εν λόγω περίοδο επέδειξε μια απαράδεκτη συμπεριφορά και περιφρόνηση απέναντι στους νόμους. Όλοι δε οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα είναι αυτή της φυλάκισης, και επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Όσον αφορά τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Ενόψει της κατάληξής μου θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν η ποινή αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή αν δύναται να ανασταλεί, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του
  4. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη, Ποιν. Έφεση 7770, ημερ. 30.3.2005 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεση. Έρχομαι τώρα στο τελευταίο θέμα που χρήζει εξέτασης, που δεν είναι άλλο από το πότε θα ξεκινά να υπολογίζεται η έκτιση της ποινής. Ο κατηγορούμενος εκτίει τη δεδομένη στιγμή ποινή φυλάκισης 9 μηνών που του επιβλήθηκε στις 07/07/17 από το Ε.Δ.Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 10018/17. Ο κ. Σάββα ανέφερε ότι αν η παρούσα υπόθεση καταχωρείτο ενωρίτερα τότε θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην εν λόγω υπόθεση. Παρεμβάλλω όμως εδώ, για όποια σημασία έχει και χωρίς να αλλάζει η ουσία του πράγματος, ότι μάλλον η εν λόγω υπόθεση θα λαμβανόταν υπόψη στην παρούσα λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος εν σχέση με τα αδικήματα που αφορούσε η πιο πάνω υπόθεση. Με κάθε σεβασμό δε λέω εδώ πως δεν θα με απασχολήσει η θέση που πρόβαλε σε κάποια στιγμή ο κ.Σάββα κατά την αγόρευση του ότι αν η παρούσα καταχωρείτο ενωρίτερα θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στις υποθέσεις 18829/15, 20373/15 ή 8320/16, διότι όταν επιβλήθηκε ποινή στην τελευταία δηλ. στις 27/04/16, ο κατηγορούμενος δεν είχε καν συλληφθεί για την παρούσα και συνεπώς είναι σαφές ότι η υπόθεση δεν θα μπορούσε να είχε καταχωρηθεί προηγουμένως ώστε να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια των εν λόγω υποθέσεων. Το όλο θέμα θα πρέπει να εξετασθεί με βάση την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν σχετικά στην Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443 «η αρχή αυτή επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές. Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του. Ειδικά στην περίπτωση στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." » Χωρίς σε καμία περίπτωση να διαφεύγει η διαπίστωση του Δικαστηρίου πιο πάνω ότι ουδεμία καθυστέρηση παρατηρείται στην καταχώρηση της παρούσας και λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και το γεγονός ότι θα μπορούσαν τα γεγονότα της παρούσας να ακουστούν μαζί με αυτά της υπόθεσης 10018/17 και εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε κρίνω να είχε γίνει κάποια διευθέτηση για επιβολή μίας ποινής στις δύο αυτές υποθέσεις, κατ' εφαρμογή της αρχής της συνολικότητας της ποινής αποφάσισα όπως η έκτιση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα στον κατηγορούμενο στην παρούσα, αρχίσει από τις 05.10.17, ημερομηνία δηλαδή που τέθηκε υπό κράτηση για την παρούσα. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Διάρρηξη κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος δηλ. κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.