Detelina Dairy Ltd ν. Palmerco Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13458/15, 20/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13458/15 Μεταξύ: Detelina Dairy Ltd, εκ Λεμεσού Παραπονούμενη v.
- Palmerco Ltd, εκ Λευκωσίας
- Μιχάλης Ζευκής, εκ Λευκωσίας Κατηγορουμένων ........... Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενη: κος Β. Ερωτοκρίτου. Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Ν. Θεοδώρου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακροαματική διαδικασία στις κατηγορίες που έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει για τα αδικήματα της έκδοσης πέντε ακάλυπτων επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 20, 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα. Διευκρινίζω ότι οι κατηγορίες 3 και 4 αφορούν την ανάκληση επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας. Τα γεγονότα και συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων καταγράφονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 25.9.
- Η παραπονούμενη εταιρεία με την 1η κατηγορούμενη συνεργάζονταν από το
- Η παραπονούμενη παρήγαγε προϊόντα για την 1η κατηγορούμενη η οποία στη συνέχεια τα παραλάμβανε και τα πωλούσε. Για τη συνεργασία τους αυτή διατηρείτο κατάσταση πωλήσεων και λογαριασμού, όπου η 1η κατηγορούμενη προέβαινε σε πληρωμές σύμφωνα με τα όσα προβλέπονταν στη μεταξύ τους συμφωνία. Οι πέντε επίδικες επιταγές για ποσό €17.964,77σ (1η και 2η κατηγορία), €21.263,74σ (3η και 4η κατηγορία), €20.721,40σ (5η και 6η κατηγορία), €14.532,80σ (7η και 8η κατηγορία) και €8.556,01σ (9η και 10η κατηγορία) εκδοθήκαν σε διάφορες ημερομηνίες, πλην των τεκμηρίων 7 και 8 όπου εκδοθήκαν την ίδια ημερομηνία, σε χρονικό διάστημα μεταξύ Οκτωβρίου 2014 και Φεβρουαρίου 2015, συνολικού ποσού €83.038,72σ. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν από την 1η κατηγορούμενη, με τη συνδρομή του 2ου κατηγορούμενου ως διευθυντή της και το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Οι εν λόγω επιταγές παραδοθήκαν στην παραπονούμενη έναντι οφειλομένου υπολοίπου το οποίο προέκυψε από τη μεταξύ τους συνεργασία. Για τους λόγους οι οποίοι καταγράφονται με λεπτομέρεια στην απόφαση μου ημερ. 25.9.17, οι πέντε αυτές επιταγές, εν τέλει δεν τιμήθηκαν. Η ευπαίδευτη συνήγορος που παρουσιάστηκε για την κατηγορούσα αρχή κατά την έκθεση των γεγονότων ανέφερε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση από πλευράς κατηγορουμένων αφού δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό έναντι της οφειλής τους προς την παραπονούμενη, δεν αμφισβήτησε ότι μετά την έκδοση της απόφασης έγινε πρόταση από πλευράς κατηγορουμένων για κατάρτιση γραμματίου προς εξασφάλιση πληρωμής του ποσού των επιταγών όπου τελικά κάτι τέτοιο δεν έγινε αποδεκτό και περαιτέρω ανέφερε ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες. Ζήτησε τέλος τα έξοδα της υπόθεσης όπως επιδικαστούν εναντίον των κατηγορουμένων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων κατ' αρχήν υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον 2ο κατηγορούμενο και περαιτέρω αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Τόνισε ότι η 1η κατηγορούμενη βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση λόγω της κρίσης την οποία αντιμετώπιζε ο τόπος μας, ο 2ος κατηγορούμενος έμεινε άνεργος από το 2015 και εξηύρε εργασία μόλις το Μάιο
- Αναφέρθηκε στον αριθμό πιστωτών που οφείλουν ακόμα στην 1η κατηγορούμενη ποσά τα οποία παρ' όλες τις προσπάθειες δεν έχουν εισπραχθεί. Αναφέρθηκε ότι δεν μπορούσε ο 2ος κατηγορούμενος να προβεί σε οποιαδήποτε συμμόρφωση λόγω της δυσμενής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Η σύζυγος του δεν εργάζεται και ο ίδιος του λαμβάνει μισθό €1386.- μηνιαίως και από το εισόδημα αυτό στέλνει περίπου €600.- μηνιαίως στη θυγατέρα του, 20 ετών, η οποία σπουδάζει νομική στην Αγγλία. Έχει επίσης ένα γιο 24 ετών ο οποίος εργάζεται και λαμβάνει μηνιαίο μισθό €500.- ποσό το οποίο διατίθεται έναντι των αναγκών της οικογένειας. Εισηγήθηκε τέλος ότι δικαιολογείται η αναστολή πιθανής ποινής φυλάκισης λόγω κυρίως των δυσμενών επιπτώσεων που αυτή θα επιφέρει στην οικογένεια του και στον ίδιο. Ανέφερε περαιτέρω ότι η αγωνία του 2ου κατηγορούμενου εκκρεμούσης της διαδικασίας μέχρι που θα επιβληθεί ποινή αποτελεί μέρος της τιμωρίας του. Tα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο ευπαίδετος συνήγορος υπεράσπισης έχουν μελετηθεί με την απαιτούμενη προσοχή και λήφθηκαν υπόψη κατά την επιβολή ποινής στους κατηγορούμενους, όπως επίσης έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του 2ου κατηγορούμενου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα εις τα οποία έχουν κριθεί ένοχοι οι κατηγορούμενοι είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται και από την προβλεπόμενη ποινή, όπου προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000.- ή και οι δυο ποινές, σοβαρότητα η οποία έχει αναγνωρισθεί από το συνήγορο των κατηγορουμένων κατά την αγόρευση του. Η ανάγκη για αντιμετώπιση αδικημάτων που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα με αυστηρότητα έχει τονισθεί επανειλημμένα. Τέτοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, επηρεάζουν την οικονομική ζωή του τόπου και η έξαρση τους αποτελεί μάστιγα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας μας. Όλα αυτά συνηγορούν υπέρ της αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών με επιβολή αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια πάντοτε του έργου της εξατομίκευσης της ποινής. Τα πιο πάνω αντανακλούν πάγια αρχή της νομολογίας και ενδεικτικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση ΣΑΒΒΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/2014 Και 115/2014, 25/2/2016, στην οποία έγινε επίσης αναφορά από πλευράς υπεράσπισης: «Οι κατηγορίες στις οποίες οι εφεσίβλητοι κρίθηκαν ένοχοι είναι αρκετά σοβαρές εφόσον η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Πρόκειται για αδικήματα για τα οποία ο νόμος (άρθρο 305(Α)
(2)του Π.Κ.) προνοεί κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 3 ετών ή ποινή προστίμου €10.000 ή αμφότερες τις ποινές, πρόνοια που αντανακλά και τη σοβαρότητα που προσδίδει ο Νομοθέτης στα υπό αναφορά αδικήματα. Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία (Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρίστου, Ποιν. Έφ. 18/2012, ημερ. 26.4.2014 και L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015), το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης για τα αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Όμως το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της.» Επίσης χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου v. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο αντανακλά την πραγματικότητα εν σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα: "..Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια.» Τα πιο πάνω δεν ατονούν βεβαίως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου, Ποιν. Έφεση 7000, ημερ. 24.04.2001). Για σκοπούς επιβολής ποινής στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας ενόψει του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις, οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Σύμφωνα με τα γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου οι επίδικες επιταγές αφορούσαν πληρωμή έναντι υπολοίπου για την αγορά προϊόντων από την παραπονούμενη στα πλαίσια συνεργασίας της με την 1η κατηγορούμενη η οποία ξεκίνησε το 2011. Σύμφωνα επίσης με τον ΜΚ1 οι πληρωμές αρχικά δεν είχαν πρόβλημα και γίνονταν κανονικά ενώ τα προβλήματα ξεκίνησαν αργότερα με αποκορύφωμα την έκδοση των επίδικων επιταγών και τον τερματισμό της συνεργασίας τους. Το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούσαν πληρωμή μέρους υπολοίπου προς την παραπονούμενη στα πλαίσια μιας συνεργασίας η οποία ξεκίνησε το 2011 και τα προβλήματα πληρωμών ξεκίνησαν περίπου το 2014 αποτελούν ελαφρυντικό στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. Χρίστος Αντωνίου Χρίστου ν. Μάρκου Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ.772). Από την άλλη όμως κρίνω ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν προϊόντα τα οποία η παραπονούμενη παρασκεύασε για την 1η κατηγορούμενη η οποία τα παρέλαβε και χρησιμοποίησε για σκοπούς της επιχείρησης της. Αναφέρθηκε ότι έγινε πρόταση από πλευράς κατηγορουμένων κατάρτισης γραμματίου μετά την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου προς εξασφάλιση της παραπονούμενης όπου η τελευταία δεν αποδέχθηκε κάτι τέτοιο. Το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ως έμπρακτη μεταμέλεια, στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ληφθεί προς όφελος των κατηγορουμένων. Αντιθέτως, μέχρι σήμερα όχι μόνο δεν υπήρξε οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια αλλά δεν έχει καν αναφερθεί κατά πόσο έγινε έστω κάποια προσπάθεια εξεύρεσης κάποιου τρόπου συμμόρφωσης, πέραν της πρότασης η οποία έγινε και απορρίφθηκε από την παραπονούμενη. Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω το ύψος του συνολικού ποσού που αφορούν οι πέντε επίδικες επιταγές ήτοι το ποσό των €83.038,72σ και τη συνδρομή του 2ου κατηγορούμενου ως διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης στη διάπραξη των αδικημάτων ο οποίος ως το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή επιταγών, υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Προς όφελος του 2ου κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου: 1. Τo λευκό του ποινικό μητρώο. 2. Ότι είναι ηλικίας 47 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας δυο ενήλικων τέκνων χωρίς να απασχολήσει προηγουμένως τα Δικαστήρια. 3. Τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικογένεια του. Βεβαίως σημειώνω ότι οι προσωπικές και άλλες περιστάσεις σίγουρα λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής αυτές είναι ήσσονος σημασίας, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). 4. Το γεγονός ότι από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή έχουν παρέλθει περίπου 3 χρόνια από τη διάπραξη των αδικημάτων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνέπειες που πιθανό να επιφέρει μια πιθανή ποινή φυλάκισης του 2ου κατηγορούμενου σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη Νομολογία, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών στοιχείων που μπορεί να προσμετρήσει υπέρ ενός κατηγορουμένου. Οι περιστάσεις όμως αυτές δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής στο βαθμό μάλιστα όπου εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης. (Domotov κ.α. -v- Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328). Σημειώνω τέλος ότι λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι οφείλονται στην 1η κατηγορούμενη ποσά από συνεργάτες της τα οποία δεν έχουν εισπραχθεί, παράγοντας που συνέβαλε στην κακή οικονομική κατάσταση στην οποία κατέληξε η 1η κατηγορούμενη και κατ΄ επέκταση ο 2ος κατηγορούμενος. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτρεπτικότητας που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή εν σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε και λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Τονίζω βεβαίως ότι τα ελαφρυντικά στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς όφελος του 2ου κατηγορούμενου, δεν είναι τέτοια που θα μπορούσαν να καθορίσουν το είδος της ποινής. Στην Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011 L.C.A. DOMIKI LTD, ν. 1. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD, το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο ας σημειωθεί είχε προηγουμένως ανατρέψει την Πρωτόδικη Απόφαση και βρήκε τους κατηγορούμενους ένοχους στο αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 για την ανάκληση της πληρωμής επιταγής ποσού €12.000.- χωρίς εύλογη αιτία, επέβαλε στην κατηγορούμενη εταιρεία χρηματική ποινή €3.000.- και στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 6 μηνών χωρίς αναστολή αφού προηγουμένως ανέφερε τα εξής: " Παρόλον που ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, εν τούτοις παρατηρείται ότι το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ.102, το Εφετείο παραμέρισε την αθωωτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έκρινε ένοχο τον εφεσίβλητο για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα για ποσά ύψους £32.100 και £34.240, αντίστοιχα. Κατά την επιβολή της ποινής στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ.299, αφού τονίστηκε και πάλι από το Εφετείο η σοβαρότητα των αδικημάτων με έμφαση στις δυσμενείς επιπτώσεις που τα αδικήματα έχουν στις συναλλαγές των ανθρώπων, ο εφεσίβλητος καταδικάστηκε σε τρίμηνη συντρέχουσα ποινή φυλάκισης σε κάθε κατηγορία. Πιο πρόσφατα, στη Μάνος Συμιλλίδης ν. Νίκου Νικολάου, Ποιν.Εφ. αρ.62/2013 ημερ.20.6.13 (θα δημοσιευθεί ως
(2013)2 Α.Α.Δ. 444), το Εφετείο μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα. Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, Ποιν.Εφ.αρ.18/2012 ημερ.24.6.2014, το Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο επιταγές των €40.000 εκάστη και μια τρίτη για €20.
- Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας." Ενόψει των πιο πάνω και αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορούμενη ποινή προστίμου €3.000.- σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1,3,5,7 και
- Στον 2ο κατηγορούμενο σε έκαστη εκ των κατηγοριών 2,4,6,8 και 10 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές που επιβλήθηκαν να συντρέχουν μεταξύ τους. Ενόψει της κατάληξής μου αυτής θα εξετάσω εάν η ποινή αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του 2ου κατηγορουμένου ή δύναται να ανασταλεί, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη, Ποιν. Έφεση 7770, ημερ. 30.3.2005 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Περαιτέρω στη Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663 η οποία αφορούσε έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη.» Έχω προβληματιστεί κατά πόσο θα πρέπει να ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει ο νόμος αλλά και οι νομολογιακά καθιερωμένες αρχές και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Συνεκτιμώντας όμως όλους τους παράγοντες και τα δεδομένα που ανέλυσα ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχω το περιθώριο να ασκήσω αυτή μου την εξουσία. Από τη μια η σοβαρότητα των αδικημάτων και η συνδρομή του 2ου κατηγορούμενου στην διάπραξη τους και από την άλλη η έλλειψη έμπρακτης μεταμέλειας αλλά και η έλλειψη ιδιαίτερων προσωπικών συνθηκών του 2ου κατηγορούμενου, δεν δικαιολογούν στην προκειμένη περίπτωση την αναστολή ποινής φυλάκισης. Η ύπαρξη και μόνο του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ικανά στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση 121/17, 21/9/2017, όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση για μη αναστολή επιβληθείσας ποινής φυλάκισης λεχθήκαν τα ακόλουθα : «Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άλλο από το ότι η πιθανή αναστολή ποινή φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της τιμωρίας που προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα για τα αδικήματα που κρίθηκε ένοχος ο 2ος κατηγορούμενος. Όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία και προσωπικές συνθήκες του 2ου κατηγορούμενου λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, αλλά δεν κρίνονται τέτοια που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν δικαιολογείται στην παρούσα υπόθεση με τα δεδομένα που ενώπιον μου τέθηκαν. Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 να εκτελεστούν άμεσα. Όσον αφορά τα έξοδα, αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, ακολουθώντας την πάγια αρχή της νομολογίας, ήτοι να μην επιδικάζονται έξοδα εναντίον κατηγορουμένου όταν διατάσσεται η άμεση φυλάκιση αυτού, δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα, (βλ. Χριστούδκιας ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52). Σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αναφορικά με την κατηγορουμένη 1, αυτά επιδικάζονται υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον της κατηγορούμενης 1 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο