Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Αυγουστή, Αρ. Υπόθεσης: 11169/14, 11/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11169/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Μάριος Αυγουστή Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Μιχαηλίδης (κα Κ. Μιχαηλίδου για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες που αφορούν την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο χωρίς άδεια οδήγησης, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους και στην 4η κατηγορία το αδίκημα της αφαίρεσης των διακριτικών σημείων μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση του άρθρου 17(γ), 19 και 72 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, Νόμος 66/84 και ΚΔΠ 312/07 όπως τροποποιήθηκαν. Ο κατηγορούμενος καταχώρησε παραδοχή στις 3 κατηγορίες και μη παραδοχή στην 4η κατηγορία για την οποία και προχώρησε η ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 3ην Σεπτεμβρίου 2013, στην Επαρχία της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ είχε την πρόθεση να παραστήσει ψευδώς την ταυτότητα του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής KYU 157, παρέλειψε να τοποθετήσει τα διακριτικά σημεία τα οποία του παραχωρήθηκαν από τον Έφορο, δηλαδή ενώ του παραχωρήθηκαν οι αριθμοί εγγραφής ΚΥU 157, είχε τοποθετημένους τους αριθμούς εγγραφής KUW
- Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Α/452 Ευστάθιο Πουλλαδώφονο (ΜΚ1) και τον Α/3370 Σ. Μιχαηλίδη (ΜΚ2). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι εργάζεται στον Αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών ενώ στις 3/9/2013 στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη. Κατά τον πιο πάνω χρόνο ήταν σε υπηρεσία στον σταθμό ενώ μέλη της τροχαίας είχαν εκστρατεία κατά την οποία διενεργούντο έλεγχοι. Κατά τις εκστρατείες αυτές της τροχαίας διανέμονται διάφορες υποθέσεις σε διάφορους σταθμούς. Η υπόθεση του κατηγορούμενου δεν εμπίπτει στην εδαφική περιοχή του Αγίου Ιωάννη όμως δόθηκαν οδηγίες να εξεταστεί από το τμήμα τους. Ο συνάδελφος του ο οποίος ανέκοψε τον κατηγορούμενο για έλεγχο διαπίστωσε σειρά παραβάσεων και προέβη σε σχετική κατάθεση την οποία παρέδωσε στον ίδιο στον σταθμό μαζί με τον κατηγορούμενο και το μοτοποδήλατο του. Από μελέτης της υπόθεσης διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων και παραβίαση των πινακίδων εγγραφής. Ρώτησε τον κατηγορούμενο κάτω από ποιες συνθήκες υπήρχαν αυτές οι πινακίδες στο όχημα που οδηγούσε και ο κατηγορούμενος έδωσε προφορικά τον ισχυρισμό ότι στην πρόθεση του να κάνει καινούργιες πινακίδες εγγραφής στο όχημα που οδηγούσε εκ λάθους ανέφερε στον ταπελλογράφο άλλους αριθμούς εγγραφής από τους πραγματικούς. Την ίδια εκδοχή αναφέρει ο ΜΚ1, ο κατηγορούμενος έδωσε και στον συνάδελφο του που διενήργησε τον έλεγχο. Με βάση την μαρτυρία που είχε στην κατοχή του και αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, τον κατηγόρησε γραπτώς. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που έδωσε ο κατηγορούμενος ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε εξέταση και έρευνα για να διαπιστώσει κατά πόσο αυτός ήταν αληθής καθότι υπήρχε η παραποίηση στα νούμερα και δεν θα άλλαζε η κατηγορία που αντιμετώπιζε. Ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου και την κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 ενώ ανέφερε παράλληλα ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες αναφέροντας «απλά οι πινακίδες είναι από λάθος που είναι έτσι». Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 επανέλαβε ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν ότι οι λάθος αριθμοί εγγραφής οφείλονται σε λάθος επικοινωνία με τον ταπελλογράφο. Δεν του αναφέρθηκε ποιος από τους δύο έκανε το λάθος αλλά λόγω του ότι το αδίκημα υπήρχε δεν έγιναν περαιτέρω ενέργειες για να διερευνηθεί κατά πόσο ο ισχυρισμός του ήταν αληθής ή κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η παρεξήγηση. Στην ερώτηση κατά πόσο εξέτασε το ηθελημένο ή μη της λανθασμένης καταγραφής, ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στη συνήθη τακτική σε περιπτώσεις αυτόφωρων αδικημάτων και για ένα άμεσα ισχυρισμό του κατηγορούμενου ο οποίος υπό τις περιστάσεις δεν έχριζε περαιτέρω διερεύνησης. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 3370 Σάββας Μιχαήλ εργάζεται στον ΟΥΛΑΜΟΥ Πρόληψης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την κατάθεση του ημερ. 3.9.2013 στην οποία αναφέρεται ότι ανέκοψε τον κατηγορούμενο για έλεγχο στην οδό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο οπόταν και εντόπισε ότι οι αριθμοί εγγραφής επί της μοτοσικλέτας αντιστοιχούσαν σε υπηρεσιακό όχημα της αστυνομίας και συγκεκριμένα του ΟΥΛΑΜΟΥ Λαθροθηρίας της ΜΜΑΔ. Αναγνώρισε το πρόσωπο που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα ως τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα άλλα αδικήματα τα οποία διαπίστωσε κατά τον ίδιο έλεγχο. Ανέφερε ότι συνομίλησε με τον κατηγορούμενο και του ανέφερε τη διαφοροποίηση στα νούμερα και ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι δεν το πρόσεξε, πρέπει να ήταν λάθος του ταπελλογράφου που έκανε την πινακίδα. Ο κατηγορούμενος δεν έλαβε άδεια από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων για αλλαγή των πινακίδων και επέμεινε στη θέση του περί λάθους στη συνεννόηση με τον ταπελλογράφο. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Τροχαίας για περίπου 2 χρόνια. Γνωρίζει ότι κατά τον Απρίλιο του 2013 τροποποιήθηκε η νομοθεσία και τέθηκαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για το είδος και μέγεθος των πινακίδων εγγραφής ενώ με βάση την ίδια νομοθεσία δόθησαν έξι μήνες ως περίοδος χάριτος για συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου. Ο χρόνος κατά τον οποίο ανέκοψε τον κατηγορούμενο για έλεγχο εμπίπτει εντός της χρονικής περιόδου χάριτος. Ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε επίσης στην διερεύνηση της υπόθεσης αναφέροντας ότι ουδεμία άλλη ενέργεια έγινε από τον ίδιο πέραν της παράδοσης του φακέλου στον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Ιωάννη όπου και κατηγορήθηκε γραπτώς ο κατηγορούμενος. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία στην κατηγορία αυτή, ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ κάλεσε ένα μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως αναφέρθηκε σε κακή συνεννόηση η οποία έγινε τηλεφωνικώς με τον φίλο του Μιχάλη, ο οποίος έκανε τις πινακίδες. Ανέφερε ότι ή ο ίδιος έκαμε λάθος στην αναφορά των πινακίδων ή ο φίλος του άκουσε λάθος με αποτέλεσμα να παραλάβει τις πινακίδες, να μην προσέξει τη λανθασμένη αναγραφή και να τις τοποθετήσει στο όχημα. Ο λόγος που άλλαξε τις πινακίδες ήταν η αλλαγή της νομοθεσίας ενώ το λάθος εντοπίστηκε στην πίσω πινακίδα που υπήρχε υποχρέωση να υπάρχει επί του οχήματος. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι με τον Μιχάλη είναι φίλοι και γνωστοί για μια περίοδο τεσσάρων με πέντε χρόνων. Ο κατηγορούμενος διατηρεί internet cafe ενώ με τον Μιχάλη συνεργάστηκε και για άλλες επιγραφές για την επιχείρηση του. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πρόθεση να παρουσιάσει λανθασμένη επιγραφή και η πιο πιθανή εκδοχή είναι το λάθος να οφείλεται σε παρεξήγηση κατά την τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μιχάλη. Ο ίδιος δεν γνώριζε από μνήμης τους αριθμούς εγγραφής, είδε τον τίτλο ιδιοκτησίας και τους ανέφερε στον Μιχάλη. Είτε ο ίδιος διάβασε λάθος είτε ο Μιχάλης άκουσε λάθος. Η αναγραφή προέκυψε από κακή συνεννόηση. Αρνήθηκε ότι εσκεμμένα έδωσε λανθασμένους αριθμούς εγγραφής στο Μιχάλη διερωτώμενος με ποιο σκοπό και με ποια πρόθεση να πράξει κάτι τέτοιο. Ως Μ.Υ.1 προσήλθε ο Μιχάλης Σαλαχώρης, τυπογράφος και ταπελλογράφος. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως φίλο του αναφέροντας ότι το 2013 κατασκεύασε πλαστική πινακίδα για το όχημα του κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε σε τηλεφωνική οδηγία που έλαβε από τον κατηγορούμενο για την ετοιμασία της πινακίδας στην προφορική αναφορά των αριθμών εγγραφής. Αρνήθηκε τις υποβολές περί προσυνεννοημένης εκδοχής επιμένοντας ότι τα όσα αναφέρει είναι η αλήθεια των γεγονότων που έλαβαν χώρα. Επέμεινε ότι δεν μπορεί να αναφέρει με σιγουριά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η λανθασμένη αναφορά στις πινακίδες, λέγοντας ότι το λάθος οφείλεται είτε σε λανθασμένη αναφορά από τον κατηγορούμενο είτε γιατί ο ίδιος άκουσε λάθος. Δεν μπορεί να θυμάται το τι ακριβώς αναφέρθηκε στην τηλεφωνική επικοινωνία αλλά το πιο πιθανό να έλαβε το τηλεφώνημα κατά τη διάρκεια της εργασίας του και ενόψει του φόρτου εργασίας να παράκουσε. Σε κάθε περίπτωση ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε τη θέση ότι προσήλθε με σκοπό να επαναλάβει την εκδοχή του κατηγορούμενου θέλοντας να βοηθήσει το φίλο του, ενώ ανέφερε την αλήθεια και τα γεγονότα ως έλαβαν χώρα. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τις θέσεις τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και της Υπεράσπισης, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με βάση τη μαρτυρία αυτή κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να παρουσιάσει το όχημα του με διαφορετικούς αριθμούς εγγραφής από αυτούς που του δόθηκαν. Σημειώνω ότι η πράξη της λανθασμένης αναγραφής επί των πινακίδων δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή προωθώντας τη δική του εκδοχή αποδέχθηκε ότι οι πινακίδες των διακριτικών του οχήματος δεν ανέφεραν τους αριθμούς εγγραφής που του παραδόθηκαν από τον Έφορο, αλλά διαφοροποιημένους. Εκείνο δηλαδή που απομένει να εξεταστεί σε συνάρτηση και με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα οποία θα αναφέρω κατωτέρω είναι η πρόθεση και ο δόλος από πλευράς κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου θα πρέπει να προβώ στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να προβώ σε σχετικά ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους του μάρτυρες κατά την ώρα που κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη μου και τις αρχές τις οποίες έθεσε η νομολογία αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τη δική του εμπλοκή κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε με ειλικρίνεια τις ενέργειες του και κατέθεσε τη γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι ουδέν άλλο έπραξε ενώ σημαντική ήταν η αναφορά του στην εκδοχή που ο κατηγορούμενος τόσο προφορικά όσο και στο τεκμήριο 1 έθεσε. Καταλήγω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν υπερέβαλε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του, αντίθετα ανέφερε τα όσα έλαβαν χώρα χωρίς να εντοπίσω ότι επεδίωξε καθ' οιονδήποτε τρόπο την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το σημείο το οποίο προξένησε απορία στο Δικαστήριο είναι η θέση του Μ.Κ.1 ότι δεν εξέτασε την εκδοχή που δόθηκε από τον κατηγορούμενο θεωρώντας ότι από τη στιγμή που η αναγραφή ήταν λανθασμένη το αδίκημα είχε διαπραχθεί. Βεβαίως, ο Μ.Κ.1 δεν αξιολογείται με βάση τις νομικές του γνώσεις, από τη μαρτυρία του όμως προκύπτει ότι ελλείπει η οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα από τα οποία να προκύπτει έστω και περιστατική μαρτυρία περί ύπαρξης πρόθεσης και δόλου από πλευράς κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 καταλήγω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας χωρίς να αποκρύψει οποιαδήποτε γεγονότα και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ενώ η μαρτυρία του είναι τέτοια που το Δικαστήριο δύναται να βασιστεί σε αυτήν για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο Μ.Κ.2 άφησε επίσης ομοίως με τον Μ.Κ.1 καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν το πρόσωπο που ανέκοψε για έλεγχο τον κατηγορούμενο, διαπίστωσε τα υπό διερεύνηση αδικήματα και κρίνω ότι ανέφερε τα γεγονότα ως έλαβαν χώρα χωρίς υπερβολές και υπερβάλλοντα ζήλο. Ανέφερε την εκδοχή που του έδωσε ο κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή ενώ αποδέχθηκε ότι ουδεμία ενέργεια έκανε προς διερεύνηση του ισχυρισμού του κατηγορούμενου ήτοι κατά πόσο αυτός ήταν αληθής ή όχι. Δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο ή σκοπό του Μ.Κ.2 να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Σημειώνω βεβαίως στο σημείο αυτό και με αναφορά στο αμφισβητούμενο σημείο που ανωτέρω ανέφερα, ότι και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα που να συνδέονται με τη σκέψη του κατηγορούμενου, την πρόθεση του και πιθανώς το δόλο του. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας οφείλω να αναφέρω ότι άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο. Το σύνολο της μαρτυρίας του δόθηκε με απλότητα σε ήρεμο κλίμα, ενώ από αυτή απουσιάζουν οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ο κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή που ανακόπηκε για έλεγχο έδωσε την ίδια εκδοχή και διατύπωσε την ίδια θέση ως και στην προφορική του μαρτυρία ενώπιον μου. Η θέση του αυτή, η οποία πέραν της εικόνας του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που την έδιδε, παρουσιάζει μια λογικοφάνεια που σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας είτε άμεσης είτε περιστατικής, με οδηγεί στο να την αποδεχθώ. Ο κατηγορούμενος ενώ αντεξετάστηκε με σειρά ερωτήσεων επί του ζητήματος της πρόθεσης, επέμεινε στην ίδια εκδοχή, η οποία τέθηκε με τέτοιο τρόπο που δύναται να γίνει αποδεχτή. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν υπερέβαλε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του, ενώ η εκδοχή ως τέθηκε δεν ήταν τυποποιημένη και με τέτοιες λεπτομέρειες που να μπορώ να αποδεχθώ την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής περί του ότι αυτή ήταν σκηνοθετημένη. Η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν μπορεί να θυμηθεί εάν αυτός ανέφερε λάθος αριθμούς εγγραφής στον ταπελλογράφο ή αν ο ταπελλογράφος άκουσε λάθος, φαντάζει λογική και αληθοφανής σε σχέση με μια πιθανή εκδοχή με πολλές λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη μου και την πάροδο τεσσάρων και πλέον χρόνων από τα επίδικα γεγονότα. Με βάση τη μαρτυρία του κατηγορούμενου την οποία κρίνω ως αξιόπιστη, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας ανέφερε την αλήθεια με απλές θέσεις, ξεκάθαρες και χωρίς οποιαδήποτε υπερβολή. Ο Μ.Υ.1 έδωσε τη μαρτυρία του επίσης σε ένα κλίμα ηρεμίας χωρίς υπερβολές και με ξεκάθαρες θέσεις. Ως είναι προφανές από την καταγραφή της μαρτυρίας του, πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 επιβεβαίωσε την τεθείσα από τον κατηγορούμενο εκδοχή. Βεβαίως, η επανάληψη της εκδοχής του κατηγορούμενου από μόνη της ενδεχομένως να αφήνει εύλογα ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία και ως προς τυχόν συνεννόηση μεταξύ κατηγορούμενου και μάρτυρα, στην προκειμένη όμως περίπτωση ο κατηγορούμενος επαναλαμβάνει την ίδια εκδοχή από την πρώτη στιγμή του ελέγχου μέχρι και σήμερα. Η εκδοχή αυτή σε συνδυασμό με την αποδοχή της Κατηγορούσας Αρχής περί τροποποίησης της νομοθεσίας τον επίδικο χρόνο και την απουσία οιασδήποτε μορφής μαρτυρίας για το ζήτημα της πρόθεσης, συνδυαζόμενη πάντα με την εικόνα που ο κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.1 άφησαν στο Δικαστήριο, δύναται και γίνεται αποδεκτή. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι η αδυναμία του Μ.Υ.1 να αναφέρει, όπως και του ίδιου του κατηγορούμενου, τις λεπτομέρειες κατά την ημέρα παράδοσης των πινακίδων και τοποθέτησης τους επί του οχήματος, δεν αποδυναμώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία τους ενόψει του ότι επρόκειτο για μια απλή διαδικασία που έλαβε χώρα πριν τέσσερα χρόνια με αποτέλεσμα να είναι φυσικό η μνήμη επί τέτοιων επουσιωδών σημείων, να ατονεί. Ευρήματα πραγματικών γεγονότων: Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω έχει προκύψει, καταλήγω ότι τα πραγματικά και αληθή γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σε συνάρτηση πάντοτε με την 4η κατηγορία έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος κατά την 3.9.2013 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KYU157 στην οδό Γλάδστωνος, φέροντας πινακίδες με διαφορετικά διακριτικά σημεία από αυτά που του παραχωρήθηκαν από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Κατά την περίοδο του Σεπτεμβρίου 2013 ο κατηγορούμενος στα πλαίσια αλλαγής της νομοθεσίας για το είδος της πινακίδας με αριθμούς εγγραφής, έδωσε οδηγίες σε πρόσωπο για την κατασκευή πινακίδας με τα διακριτικά σημεία. Η πινακίδα αυτή κατασκευάστηκε με λάθος διακριτικά σημεία και τοποθετήθηκε επί του οχήματος του κατηγορούμενου. Νομική Πτυχή: Το άρθρο 17(γ) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις έχων την πρόθεσιν να παραστήση ψευδώς την ταυτότητα μηχανοκινήτου οχήματος εκθέτει διακριτικά σημεία ή άδειαν μη παραχωρηθέντα αυτώ υπό του Εφόρου ή παραλείπει να εκθέση τα παραχωρηθέντα υπό του Εφόρου διακριτικά σημεία του τοιούτου οχήματος ή την άδειαν αυτού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισην διά διάστημα μη υπερβαίνον τα τρία έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Από τη σύνταξη και ερμηνεία της πιο πάνω πρόνοιας, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι η ύπαρξη διαφορετικών διακριτικών σημείων από των παραχωρηθέντων υπό του Εφόρου ή η παράλειψη έκθεσης αυτών και η πρόθεση να παραστήσει ψευδώς την ταυτότητα μηχανοκινήτου οχήματος. Συνεπώς προκύπτει ότι το αδίκημα αυτό πέραν από την πράξη τοποθέτησης ή παράλειψη τοποθέτησης των δοθέντων διακριτικών θα πρέπει να περιλαμβάνει και την ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου (mens rea) ήτοι την πρόθεση του να διαφοροποιήσει ή να αποκρύψει τα διακριτικά σημεία. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος με την προσκόμιση σαφούς και αξιόπιστης μαρτυρίας. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε υπολογισμούς και εικασίες για να διαπιστώσει τα γεγονότα, όσο εύλογες και αν είναι αυτές. (Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε το actus reus δεν ατονεί το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής και την υποχρέωση της να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, στην προκειμένη το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι το ζήτημα της πρόθεσης αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερης σπουδαιότητας καθότι καθίσταται συχνά αδύνατο να υπάρχει μαρτυρία άμεση περί απόδειξης της ενοχής και προς τούτο το Δικαστήριο εξετάζει την ύπαρξη περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία δεν συνιστά μαρτυρία υποδεέστερη της άμεσης (βλ. Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 110/12 ημερ. 18.7.2013) αλλά είναι τέτοιας ισχύς που και από μόνη της μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη (βλ. Καλογήρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 44/12 ημερ. 17.1.2013). Σωρεία νομολογίας αναλύει και επεξηγεί ότι τα γεγονότα που παρουσιάζονται ως περιστατική μαρτυρία επιβάλλεται να έχουν απαιτούμενο ειρμό, συνοχή και να είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο που να προκύπτει τέτοια σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας με αποτέλεσμα να εδραιώνεται με την απαραίτητη πειστικότητα η καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Βλ. Γαβριήλ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693). Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και με βάση την αποδεκτή μαρτυρία σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία απουσιάζει οποιοδήποτε γεγονός που να μπορούσε να κριθεί ως περιστατική μαρτυρία, η οποία να οδηγούσε σε καταδίκη του κατηγορούμενου. Σημειώνω ότι ουδέν γεγονός τέθηκε ενώπιον μου το οποίο να μπορούσε να αξιολογηθεί ως περιστατική μαρτυρία και μέσω του οποίου να μπορούσε να προκύψει εύρημα περί ύπαρξης πρόθεσης του κατηγορούμενου να παρουσιάσει ψευδώς τα διακριτικά σημεία του οχήματός του. Επιπλέον αναφέρω ότι ως οι ίδιοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ανέφεραν, η εκδοχή του κατηγορούμενου που τέθηκε σε αυτούς από την πρώτη στιγμή, δεν διερευνήθηκε, δεν εξετάστηκε, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αλλά και ως προς το ότι απουσιάζει πλήρως ο αντίλογος και η αντίθετη εκδοχή από την οποία να προέκυπτε περιστατική μαρτυρία. Στην απουσία οιασδήποτε μορφής μαρτυρίας σε σχέση με το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της πρόθεσης και σε συνδυασμό με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου είναι σαφές ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό αυτό στοιχείο στον απαιτούμενο βαθμό. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία 4 που αντιμετωπίζει. Προτού κλείσω την παρούσα απόφαση οφείλω να αναφέρω ότι έχω εξετάσει τη θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής στην τελική της αγόρευση, η οποία εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης, δύναται να τροποποιήσει το κατηγορητήριο δια την προσθήκη του αδικήματος του άρθρου 17(β) του ίδιου Νόμου, το οποίο αναφέρεται στην περίπτωση κατοχής στην προκειμένη περίπτωση μηχανοκίνητου οχήματος του οποίου παραποιήθηκαν τα διακριτικά σημεία. Έχω ανατρέξει στο εν λόγω άρθρο και παρατηρώ ότι και επί τούτου του άρθρου η γνώση αποτελεί συστατικό στοιχείο. Συγκεκριμένα αναφέρεται η φράση «εν γνώση αυτού .». Έχοντας αποδεχτεί την εκδοχή του κατηγορούμενου περί του ότι αντιλήφθηκε τη λανθασμένη αναγραφή κατά τον χρόνο που κλήθηκε για έλεγχο από τον Μ.Κ.2, η δυνατότητα τροποποίησης και καταδίκης και για αυτό το αδίκημα δεν υπάρχει. (Υπ.) ............................................ Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Traffic/ Final Αναφορά: Αφαίρεση διακριτικών σημείων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο