Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χρίστου Γεωργιάδη, Αρ. Υπόθεσης: 16432/17, 30/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B157 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16432/17 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής - και - Χρίστου Γεωργιάδη Κατηγορούμενου --------------------------------------- Ημερομηνία: 30/10/2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Π. Αβραμίδης (για ν' ακούσει απόφαση ο κ.Α.Μανώλη) Για Κατηγορούμενο : κ. Η. Ηλία Κατηγορούμενος : παρών --------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Την περασμένη Παρασκευή, 27/10/2017, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση και ετέθη αυθημερόν κατόπιν σχετικής άδειας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος προέβη σε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση ορίστηκε στις 27/11/17 για Ακρόαση. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα τις εξής κατηγορίες : - Ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορίες 1 και 2). - Κοινή Επίθεση, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ιβ) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/04 και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 3). - Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 4). - Είσοδος σε περιουσία με σκοπό να διαπράξει αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 5). Πρόκειται βέβαια για σοβαρές κατηγορίες. Ο νομοθέτης έχει προβλέψει σοβαρές ποινές εν σχέση με αυτές. Πιο συγκεκριμένα για τις κατηγορίες 1 και 2 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 χρόνων (εκτός αν ισχύουν οι περιστάσεις που αναφέρει το άρθρο 283 οπότε η ποινή είναι δια βίου, όμως οι δύο πλευρές συμφωνούν και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση μας), για την κατηγορία 3 προβλέπεται ποινή φυλάκισης δύο χρόνια ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, για την κατηγορία 4 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και τέλος, για την κατηγορία 5 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Μετά τον ορισμό της υπόθεσης ως ανωτέρω αναφέρεται, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα, όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τις 27/11/17. Ο κατηγορούμενος όμως μέσω του συνηγόρου του έφερε ένσταση και εισηγήθηκε την απόλυση του με όρους ήτοι την υπογραφή εγγύησης ύψους €50.000.- με αξιόχρεο εγγυητή, την παράδοση στην Αστυνομία των ταξιδιωτικών του εγγράφων, την τοποθέτηση του ονόματος του στο Stop List και να παρουσιάζεται σε αστυνομικό σταθμό, ενώ περαιτέρω εισηγήθηκε να εκδοθεί διάταγμα να μην πλησιάζει τον πατέρα του. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των θέσεων τους. Όσα ανέφεραν δε με τις αγορεύσεις τους έχουν σημειωθεί και λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως αναφέρω δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω παν ότι ελέχθη και θα σταθώ πιο κάτω σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Παρεμβάλλω δε εδώ ότι για τους λόγους που εμφαίνονται στα πρακτικά το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες και ετέθη ενώπιον του όλο το μαρτυρικό υλικό (τεκμ.1), το οποίο δόθηκε βεβαίως και στην Υπεράσπιση. Η Κατηγορούσα Αρχή σημειώνεται στήριξε το αίτημα της για κράτηση του κατηγορούμενου κατά πρώτον στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στη δίκη του όπως αυτός προκύπτει από: (i) τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, (ii) την πιθανότητα καταδίκης του, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, (iii) την ποινή που δυνατόν να του επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, (iv) τις ενδείξεις που έχουν σχέση με τον ίδιο τον υπόδικο κλπ (Χ΄΄Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45), όπως προκύπτουν από όσα αναφέρονται αμέσως πιο κάτω. Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή στήριξε το αίτημα της σε επιπλέον λόγο ήτοι στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων εάν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Επί τούτου αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει στενή συγγένεια με τον παραπονούμενο, αφού ο τελευταίος είναι πατέρας του πρώτου, αλλά και σε αρκετές προστριβές μεταξύ τους τις οποίες δέχονται και οι δύο. Αναφέρθηκε δε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 17/02/17 από το Ε.Δ.Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 606/17 για απείθεια κατά νόμιμων διαταγών, επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης και για αντίσταση κατά τη νόμιμη σύλληψη σε φυλάκιση 4 μηνών, 3 μηνών και 3 μηνών αντίστοιχα, με τις ποινές αυτές να συντρέχουν. Κατά την επιβολή της ποινής στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκαν υπόψη άλλες δύο υποθέσεις του Ε.Δ.Λεμεσού και συγκεκριμένα η 15514/16 που αφορούσε κοινή επίθεση σε συνδυασμό με το Νόμο για τη βία στην οικογένεια και η 23260/15 που αφορούσε κλοπή, κοινή επίθεση, δημόσια εξύβριση και απειλή. Να σημειώσω εδώ ότι με το πέρας των αγορεύσεων στις 27/10/17 το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του για σήμερα και έδωσε οδηγίες όπως όλες οι πιο πάνω υποθέσεις τεθούν ενώπιον του προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα. Επιβεβαιώθηκε δε από τη μελέτη τους αυτό που ανέφεραν και οι συνήγοροι κατά τις αγορεύσεις ότι δηλαδή η ποινή στην 606/17 επιβλήθηκε από τούτο το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει θα επανέλθω στις υποθέσεις αυτές στο κατάλληλο σημείο πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΑΡΧΕΣ Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον αφορά το αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Η έκδοση διαταγμάτων κράτησης αναμφίβολα επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου και επομένως τέτοια διατάγματα πρέπει να αιτιολογούνται δικαστικά. Αυτό επιβάλλεται σημειώνεται ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος δεν φέρει ένσταση στην αιτούμενη κράτηση. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στις υποθέσεις (μεταξύ άλλων) Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, και Μαλά -v- Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 135 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο.
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης (βλ. Βασιλείου -v- Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Με τα πιο πάνω συνυπολογίζονται και όλα όσα περιβάλλουν την υπόθεση δηλ. οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, χωρίς οι τελευταίες να αφήνονται να υπερφαλαγγίσουν το γενικό δημόσιο συμφέρον προς απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (βλ. Μαλά ανωτέρω). Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη, μεταξύ άλλων, παράγοντες που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται και εν πάση περιπτώσει κάθε σχετικό δεδομένο (βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968)και Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατία
(2002)2 ΑΑΔ 48). Οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Πρωταρχικό μέλημα είναι να διασφαλιστεί η παράσταση του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο στον καθορισμένο χρόνο και τόπο (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Στη Θεοδωρίδη κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε, ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, λαμβάνεται υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του στη Δικαιοσύνη. Όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Χ΄΄Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υπόδικου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. ΚIΝΔΥΝΟΣ ΜΗ ΠΡΟΣΕΛΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ως προαναφέρθηκε σοβαρά και σε περίπτωση καταδίκης του δυνατό να του επιβληθεί αυστηρή ποινή. Όμως αναφέρεται εδώ ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων και η επιβολή αυστηρής ποινής σε περίπτωση καταδίκης δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του κατηγορούμενου και ορθά κατά την άποψη μου. Όσον αφορά το ζήτημα της πιθανότητας καταδίκης αναφέρεται εδώ ότι για την διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου (ανωτέρω), Χ΄΄Δημητρίου (ανωτέρω), Μαλά (ανωτέρω)). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο σημειώνω να εξετάσει τη δύναμη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής (σχετική είναι η αναφερθείσα πιο πάνω Νομολογία αλλά και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 32 και Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 492). Ερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση αναφέρω ως προς την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου τα εξής: (α) Όσον αφορά τις κατηγορίες 4 και 5 αρκεί να αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος σε κατάθεση του ημερ.26/10/17 αφού παραδέχεται ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας ανήκουν στον αδελφό του, λέει ότι τα αποσύνδεσε από το γραφείο του και τα φύλαξε στο σπίτι του. Δεν ήθελε να τα δώσει στον αδελφό του για να τον ταλαιπωρήσει λόγω της διαφοράς που έχουν όπως αναφέρει. Μετά που ετέθη υπό κράτηση άλλαξε γνώμη και ήθελε να πει την αλήθεια γι' αυτό τηλεφώνησε στη μητέρα του να τα φέρει στην Αστυνομία. Παρεμβάλλω ότι σε προηγούμενη κατάθεση του ημερ.23/10/17 είπε ψέματα ότι πούλησε τα εν λόγω αντικείμενα για 100 ευρώ. Ας σημειωθεί εδώ ότι η μητέρα του κατηγορούμενου, Μαρούλλα Γεωργιάδου, σε κατάθεση της στην Αστυνομία ημερ.26/10/17 επιβεβαιώνει ότι επικοινώνησε μαζί της στις 24/10/17 ο κατηγορούμενος και της είπε που έχει τα αντικείμενα που έπιασε από το γραφείο του πατέρα του και ανήκουν στον αδελφό του και της ζήτησε να τα πάρει στην Αστυνομία, ως και έγινε τελικά μέσω της φίλης του κατηγορούμενου Σπυρούλλας Χαρή με την οποία επικοινώνησε η μητέρα του λόγω αδυναμίας της ίδιας να μεταβεί στην Αστυνομία (βλ. και κατάθεση Σπυρούλλας Χαρή ημερ.26/10/17). Σχετική επίσης με τις κατηγορίες αυτές είναι η κατάθεση του Ανδρέα Γεωργιάδη, αδελφού του κατηγορούμενου, ημερ.22/10/17 αλλά και όσα σχετικά αναφέρει ο παραπονούμενος στη δική του κατάθεση ημερ. 22/10/17 (2η σελίδα). Με βάση αυτά θεωρώ πως εν σχέση με τις συγκεκριμένες κατηγορίες υπάρχει σαφώς ορατή πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου. (β) Έρχομαι τώρα στις κατηγορίες 1-3 και αναφέρω τα εξής. Ο παραπονούμενος σε κατάθεση του ημερ.22/10/17 αναφέρεται κατ' αρχήν στα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τον κατηγορούμενο. Ακολούθως δε αναφέρει πως στις 21/10/17 ο κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της εταιρείας του (παραπονούμενου) και για το λόγο που αναφέρει άρχισε να φωνάζει, ενώ σε κάποια στιγμή που ο παραπονούμενος κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο με αρ.εγγραφής ΚΜΑ077 το οποίο ανήκει μεν στη σύζυγο του αλλά κατέχει και οδηγά ο ίδιος, τον πλησίασε ο κατηγορούμενος και του άρπαξε τα κλειδιά που είχε στο χέρι του. Παρακάλεσε τον κατηγορούμενο να του τα δώσει αλλά αρνήθηκε και ο παραπονούμενος κάλεσε την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε τα κλειδιά, όμως ο παραπονούμενος τον είδε το βράδυ στο καφενείο με το εν λόγω αυτοκίνητο. Επίσης αναφέρει ότι στις 22/10/17 πήγε στο σπίτι της γυναίκας του και εκεί τον βρήκε ο κατηγορούμενος, του έδωσε ένα πάτσο, τον έσπρωξε στον πάγκο και τον έριξε κάτω, ενώ αφού του έβγαλε με τη βία το παντελόνι του άρπαξε γύρω στα €405.- από την τσέπη του και έφυγε. Ο κατηγορούμενος ας σημειωθεί σε κατάθεση του ημερ.23/10/17 παραδέχεται ότι στις 21/10/17 έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα του και ότι στις 22/10/17 έσπρωξε τον πατέρα του, δίδοντας και στις 2 περιπτώσεις τη δική του εκδοχή για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Η μητέρα του κατηγορούμενου στην κατάθεση της ημερ.23/10/17 αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΜΑ077 και επιβεβαιώνει κατ' αρχήν ότι ο κάτοχος του αυτοκινήτου αυτού είναι ο σύζυγος της δηλ. ο παραπονούμενος. Επίσης αναφέρει ότι όταν μετέβη στο κατάστημα του συζύγου της στις 21/10/17 εκεί βρισκόταν ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο και είχαν μια λεκτική αντιπαράθεση επειδή ο κατηγορούμενος πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από τον παραπονούμενο και δεν του τα έδινε. Ακόμη αναφέρει ότι την επόμενη μέρα ενώ ήταν στο σπίτι ήρθαν ταυτόχρονα παραπονούμενος και κατηγορούμενος και υπήρξε μια έντονη συζήτηση μεταξύ τους για το αυτοκίνητο, ενώ ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον παραπονούμενο και του έπιασε κάποια λεφτά που είχε στην τσέπη του παντελονιού του επειδή δεν κρατούσε λεφτά και ο πατέρας του δεν του έδινε. Τέλος, σημειώνεται ότι η Χρυστάλλα Κουκούτση (όπως την αναφέρει ο κατηγορούμενος στο τέλος της κατάθεσης του ημερ. 23/10/17) ή Πουπούτσι (όπως αναφέρεται σε ημερολόγιο ενεργείας ημερ.25/10/17) ανέφερε προφορικά στην Αστυνομία ότι συνάντησε τον κατηγορούμενο την ώρα που έφευγε από το σπίτι αναστατωμένο και θυμωμένο, ενώ ακολούθως βρήκε στην οικία τον παραπονούμενο ξαπλωμένο στο πάτωμα. Με βάση αυτά και έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω περί του τι ακριβώς εξετάζεται από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί στο βαθμό που απαιτείται περί της ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης του κατηγορούμενου και στις κατηγορίες αυτές. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν έχουν διαφύγει του Δικαστηρίου οι παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του πλην όμως δεν εντοπίζεται οτιδήποτε στα όσα ανέφερε που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφέρω εδώ ότι προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του θα πρέπει πέραν των παραγόντων που έχουν ήδη αναφερθεί δηλαδή της σοβαρότητας των αδικημάτων, της πιθανότητας καταδίκης και της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί, να αξιολογήσει και τα υπόλοιπα δεδομένα. Έχει νομολογηθεί επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο όταν εξετάζει αίτημα κράτησης το οποίο βασίζεται στην πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη του λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, παράγοντες που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται και εν πάση περιπτώσει κάθε σχετικό δεδομένο (βλ. Μαλά ανωτέρω, Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968)και Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατία
(2002)2 ΑΑΔ 48). Ο κατηγορούμενος, με βάση όσα ανέφερε ο συνήγορος του και δεν αμφισβητήθηκαν, είναι Κύπριος πολίτης, μόνιμος κάτοικος Λεμεσού και διαμένει για χρόνια στην οδό Αγίας Φυλάξεως 284. Είναι πατέρας 2 παιδιών, ηλικίας 13 και 10 ετών. Ζει με άλλη γυναίκα σήμερα και διατηρεί καλή και σωστή επικοινωνία με τη σύζυγο του για το καλώς νοούμενο συμφέρον των παιδιών του. Είπε επίσης ότι στα πλαίσια της υπόθεσης 606/17 που αφορά την προηγούμενη καταδίκη του ήταν πάντοτε παρών στο Δικαστήριο. Στην Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 790 αναφέρθηκαν τα εξής : "Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. " Σε άλλο σημείο δε της ίδιας απόφασης αναφέρεται ότι : " Το Δικαστήριο στην απόφαση του κατέγραψε ρητά ότι ο εφεσείων έχει δύο παιδιά με τα οποία επικοινωνεί πολύ συχνά από προηγούμενο γάμο, έχει δε την ευθύνη των υπερήλικων γονιών του, η κατάσταση δε της μητέρας του είναι κακή. Τα δεδομένα αυτά δεν θα ήταν δυνατόν να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης του εφεσίοντος υπό όρους, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών και της πιθανότητας μη προσέλευσης του εφεσείοντος στη δίκη. Τα προσωπικά αυτά στοιχεία δεν είναι αρκούντως ιδιάζοντα, αλλά εγγενή και πιθανά για κάθε Κύπριο που αντιμετωπίζει ποινική δίωξη. Τελικά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Chrishantha ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 93, οι ιδιαίτερες περιστάσεις στην κάθε υπόθεση, ζωντανές ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, κράτους-μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης, πρέπει να υπαχθούν στις σχετικές αρχές της νομολογίας, που είναι σ' απόλυτη αρμονία μ' αυτές του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων." Έχοντας μελετήσει όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου καταλήγω ότι όσα αναφέρθησαν δεν μπορούν να απομονωθούν και να επενεργήσουν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος εμπλέκεται. Ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα θεωρώ εν πάση περιπτώσει ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν έχουν κάτι το ιδιάζον και θα έλεγα είναι πιθανά για πολλούς Κύπριους που αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις (βλ. Νικολάου αμέσως πιο πάνω). Ούτε σημειώνω στην προκειμένη περίπτωση τα όσα αναφέρθηκαν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Συν αναφέρω ότι στη βάση της μαρτυρίας και των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απρόβλεπτος. Ο κατηγορούμενος τα τελευταία χρόνια έχει διαφορές, οικονομικής φύσεως, με τον πατέρα και τον αδελφό του και έχουν μεταξύ τους πάρα πολλές προστριβές. Τούτο είναι παραδεκτό και συνάγεται εν πάση περιπτώσει από τη μαρτυρία, από όσα αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο στις 17/02/17 και από τον συνήγορο του στα πλαίσια της υπόθεσης 606/17, που αφορά την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, αλλά και από τις υποθέσεις 15514/16 και 23260/15 που λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην τελευταία ως αναφέρθηκε. Ας σημειωθεί ότι εις όλες τις υποθέσεις αυτές ο κύριος παραπονούμενος είναι ο ίδιος δηλαδή ο πατέρας του κατηγορούμενου. Στην 23260/15 ο κατηγορούμενος στις 05/09/15 έκλεψε πετρέλαιο από τον πατέρα του, του επιτέθηκε, τον εξύβρισε και τον απείλησε. Στην 15514/16, στις 07/06/16, επιτέθηκε στον πατέρα του. Στην 606/17 ο κατηγορούμενος στις 19/01/17 απείθησε σε διάταγμα που του απαγόρευε να πλησιάζει τον παραπονούμενο, ενώ την ίδια μέρα επιτέθηκε σε αστυνομικό και αντιστάθηκε στη σύλληψη του. Σημειώνω δε ότι παρά την τιμωρία του με φυλάκιση για τα πιο πάνω ως ανωτέρω αναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος μόλις 8 μήνες μετά την καταδίκη του παρουσιάζεται στο Δικαστήριο για τα σοβαρά αδικήματα της παρούσας. Με βάση όσα αναφέρει ο παραπονούμενος δε οι συνεχείς απαιτήσεις του κατηγορούμενου για χρήματα συνδέονται με προβλήματα τζόγου και ναρκωτικών (βλ. κατάθεση του ημερ.22/10/17), ενώ η μητέρα του μιλά για ψυχικά προβλήματα (βλ. κατάθεση της ημερ.23/10/17). Συνεπώς έχοντας ζυγίσει όλα τα δεδομένα και παράγοντες οι οποίοι εντοπίζονται στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα ο κατηγορούμενος να μην παρουσιασθεί στη δίκη του και η επιλογή του Δικαστηρίου για να εξασφαλίσει την παρουσία του είναι μόνον μία. Οι όροι δε που εισηγείται η πλευρά του κατηγορούμενου δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν την κατάληξη του Δικαστηρίου. Ως προς την εισήγηση για έκδοση διατάγματος για να μην πλησιάζει τον πατέρα του να υπενθυμίσω ότι ο κατηγορούμενος στην υπόθεση 606/17 τιμωρήθηκε με ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε κατηγορία απείθειας κατά νόμιμων διαταγών και συγκεκριμένα επειδή παραβίασε διάταγμα να μην πλησιάζει τον πατέρα του σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων, οπότε για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο η έκδοση τέτοιου διατάγματος προφανώς δεν είναι αρκετή. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΠΡΑΞΗΣ ΑΛΛΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Η πρόβλεψη για ύπαρξη και αποτίμηση κινδύνων οι οποίοι σταθμίζονται κατά την εξέταση θέματος κράτησης δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τέτοια στοιχεία είναι η συμπεριφορά του υποδίκου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή οι προηγούμενες καταδίκες του και μάλιστα όχι κατ΄ ανάγκη για παρόμοια αδικήματα, η πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων αλλά και τις τάσεις που επιδεικνύει και ανάγονται στο μέλλον και για τις οποίες μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες περιστάσεις (βλ. Χ΄΄Δημητρίου ανωτέρω και Νικολάου -v- Αστυνομίας Ποιν.Εφ.17/2013). Σύμφωνα με τη Νομολογία «Όχι μόνο η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αλλά και η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων προς εκδίκαση ή προς καταχώρηση αποτελούν παράγοντα που μπορεί να συνσταθμιστεί» (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου κ.α. (ανωτέρω) 373, Χ΄΄Δημητρίου (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης (ανωτέρω), Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι πληρούται και ο συγκεκριμένος λόγος. Επαναλαμβάνω ότι στην 606/17, που αφορά την προηγούμενη καταδίκη του ημερ.17/02/17, ο κατηγορούμενος στις 19/01/17 απείθησε σε διάταγμα που του απαγόρευε να πλησιάζει τον παραπονούμενο, ενώ την ίδια μέρα επιτέθηκε σε αστυνομικό και αντιστάθηκε στη σύλληψη του. Στις υποθέσεις 23260/15 και 15514/16 δε, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην εν λόγω υπόθεση 606/17, ο κατηγορούμενος στις 05/09/15 έκλεψε πετρέλαιο από τον πατέρα του, του επιτέθηκε, τον εξύβρισε και τον απείλησε, ενώ αντίστοιχα στις 07/06/16 επιτέθηκε στον πατέρα του. Στην παρούσα δε αντιμετωπίζει τα σοβαρά αδικήματα που αναφέρθηκαν και τα οποία φαίνεται με βάση το κατηγορητήριο και τη μαρτυρία να διαπράχθηκαν 21 και 22 Οκτωβρίου 2017, δηλαδή 8 περίπου μήνες μετά την καταδίκη του (αλλά και τα αδικήματα της υπόθεσης 606/17), ενώ υπενθυμίζω ότι εν σχέση με αυτά υπάρχει ήδη η διαπίστωση του Δικαστηρίου πιο πάνω περί ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης του. Με αυτά υπόψη συνάγεται μια ροπή του κατηγορούμενου τα τελευταία 2 περίπου χρόνια προς το έγκλημα και μάλιστα με τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων σε βάρος κυρίως του πατέρα του και υπάρχει εύλογη υποψία ότι αν αφεθεί ελεύθερος θα διαπράξει άλλα ή παρόμοια αδικήματα. Συνεπώς, επαναλαμβάνω, κρίνω ότι και ο συγκεκριμένος λόγος κράτησης υφίσταται. ΧΡΟΝΟΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Όσον αφορά το χρόνο κράτησης αυτός αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ΄ εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χ΄΄Δημητρίου (ανωτέρω) το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Στα πλαίσια αυτά κρίνω ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη δίκη του κατηγορούμενου στις 27/11/17 δεν θεωρείται καθόλου υπερβολικό, αντίθετα θα το χαρακτήριζα σύντομο, σε συνδυασμό βεβαίως με τους άλλους παράγοντες που έχω εξετάσει αναλυτικά ανωτέρω. Θεωρώ λοιπόν πως ορθά δεν εθίγη το θέμα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα ο κατηγορούμενος να μην παρουσιασθεί στη δίκη του αλλά περαιτέρω και ότι υφίσταται κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων από πλευράς του κατηγορούμενου, αν αυτός αφεθεί ελεύθερος. Ως εκ τούτου ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τις 27/11/17, που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινική/Ενδιάμεση/Κράτηση κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο