ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΖΑΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ.Υπόθεσης: 3988/15, 19/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 3988/15 Μεταξύ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, εκ Λεμεσού -ν- ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΖΑΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2017 Για Παραπονούμενο: κα. Α. Ιωάννου. Για Κατηγορούμενο: κος Λ. Λυσάνδρου. Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Αναφορά εις την έκθεση αδικήματος γίνεται επίσης εις το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, το οποίο αφορά την ανάκληση πληρωμής επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω όλη η υπόθεση περιστράφηκε γύρω από το αδίκημα που προβλέπεται εις το άρθρο 305Α
(1), ως εκ τούτου το άρθρο 305Α
(2)δεν εξετάζεται για σκοπούς της παρούσας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 2, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 30.8.14 και 16.9.14 εξέδωσε στον παραπονούμενο επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ με αρ. 47508256 (1η κατηγορία) για το ποσό των €10.000.- και την επιταγή με αρ. 48169288 (2η κατηγορία) για το ποσό των €2.000.-, οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και λόγω του ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου- παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Ο παραπονούμενος (ΜΚ1), πέραν της δικής του μαρτυρίας, προς απόδειξη της υπόθεσης του κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τον τραπεζικό υπάλληλο Χριστάκη Φραντζή (ΜΚ2), τον δικηγόρο Μιχάλη Ιωάννου (ΜΚ3), τον γραφολόγο Μιχάλη Μαρκίδη (ΜΚ4) και τον αδελφό του Παναγιώτη Λουκά (ΜΚ5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Δηλώθηκαν ως παραδεχτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα ακόλουθα: Το πρώτο writ με αριθμό 081811 κατατέθηκε ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού στις 10.12.13 εναντίον του Λεωνίδα Ανδρέα Χρίστου και αφορά το εξ αποφάσεως ποσό των €30.000.- πλέον έξοδα και το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 10.1.
- Ακολούθως στις 18.12.14 κατατέθηκε το writ με αριθμό 088141 του Ε.Δ. Λεμεσού πάλι για το εξ αποφάσεως ποσό των €30.000.- πλέον έξοδα το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 10.1.
- Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 11 το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας με αριθμό 081811 στην Αγωγή 283/12 και ως Τεκμήριο 12 το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας με αριθμό 088141 στην Αγωγή 283/
- Ο παραπονούμενος (ΜΚ1), κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Σημειώνω εξ αρχής ότι η αναφορά στη γραπτή δήλωση του παραπονούμενου στην 1η παράγραφο ότι προβαίνει στη δήλωση του ως διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, δεν λαμβάνεται υπόψη εφόσον η παρούσα δεν αφορά Αγωγή για να γίνεται αναφορά σε ενάγουσα. Αναφέρει σε αυτήν ότι είναι έμπορος κρεάτων και συνεργάζεται με τον Παναγιώτη Λουκά (ΜΚ5). Πελάτης τους στην Λεμεσό ήταν ο Λεωνίδας Ανδρέα Χρίστου (στο εξής καλούμενος ως Λεωνίδας), κρεοπώλης, του οποίου πώλησαν και παράδωσαν κρέατα συνολικής αξίας €98.000.- Για το εν λόγω ποσό έλαβαν διάφορες επιταγές από το πιο πάνω πρόσωπο οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός του ήταν στο ΚΑΠ. Ακολούθως έλαβαν έναντι του πιο πάνω ποσού €36.000.- από τον Λεωνίδα και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €62.000.- Κατά το 2014 ο κατηγορούμενος εξέδωσε 7 επιταγές για το πιο πάνω χρέος του Λεωνίδα ο οποίος ήταν φίλος του κατηγορούμενου, τις οποίες καταγράφει εις την γραπτή του δήλωση, περιλαμβανομένων των δυο επίδικων επιταγών. Αναφέρει ακολούθως ότι οι επιταγές δεν πληρωθήκαν και το λόγο για τον οποίο η κάθε μια δεν πληρώθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την επιταγή με αριθμό 47508256 και Τεκμήριο 2 την επιταγή με αριθμό 48169288, καταγράφει πότε αυτές κατατέθηκαν και πότε επιστράφηκαν, προσθέτοντας ότι οι επίδικες επιταγές παρέμειναν απλήρωτες 15 ημέρες μετά την παρουσίαση τους και μέχρι σήμερα. Προφορικά ανέφερε ότι την επιταγή Τεκμήριο 1 εξέδωσε ο κατηγορούμενος στις 30.8.14 στο γραφείο του δικηγόρου του κ Μιχάλη Ιωάννου και την υπέγραψε μπροστά του. Για την επιταγή Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι και αυτή εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο ενώπιον του στο γραφείο του δικηγόρου του στις 16.9.14 όπου είδε τον κατηγορούμενο να την υπογράφει. Αντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η θέση ότι τον κατηγορούμενο δεν τον είδε ποτέ και δεν έχει εκδώσει στον ίδιο ούτε μια επιταγή. Επέμενε στη θέση του ότι εκκρεμούσε υπόθεση στο Δικαστήριο για επιταγές τις οποίες εξέδωσε ο Λεωνίδας για την αγορά κρεάτων και ο κατηγορούμενος ανέλαβε ως φίλος του να πληρώσει το ποσό που όφειλε ο Λεωνίδας για να μην πάει φυλακή. Αναφορικά με τη συμπλήρωση των επιταγών ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε τις επιταγές αλλά πιθανό το όνομα να μην συμπληρώθηκε από αυτόν. Ακολούθως του τέθηκε η θέση ότι ο Λεωνίδας δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον ίδιο προσωπικά ή στο συνέταιρο του αλλά στην εταιρεία τους Α.Ε. Αλεξάνδρου. Ο παραπονούμενος δεν αρνήθηκε την ύπαρξη της εταιρείας και εξήγησε, με δικά του λόγια και τρόπο, ότι ουσιαστικά για τον ίδιο η άσκηση της επιχείρησης με τον αδερφό του είτε προσωπικά είτε μέσω της εταιρείας, για τον ίδιο δεν είχε διαφορά. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον παραπονούμενο ήταν θετική. Απαντούσε με απλότητα, ευθύτητα και με πηγαίο τρόπο στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ενώ δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του για να αποκρύψει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του επί των ουσιαστικών του θέσεων ως προς τις συνθήκες έκδοσης των επιταγών και τις περιβάλλουσες συνθήκες παρέμεινε σταθερός. Οι απαντήσεις του παραπονούμενου σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αναφορικά με το κατά πόσο το χρέος του Λεωνίδα αφορά την εταιρεία του ή τον ίδιο, αποτέλεσαν το έναυσμα στην υπεράσπιση να εισηγηθεί ότι ο παραπονούμενος δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη που να τον νομιμοποιεί να εγείρει την παρούσα διαδικασία. Αν και στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω πιο κάτω, αξίζει να σημειωθεί για σκοπούς αξιολόγησης ότι όπως διεφάνηκε από τις απαντήσεις του μάρτυρα, για τον ίδιο δεν φαίνεται να υπάρχει διαφορά μεταξύ της άσκησης της επιχείρησης του υπό την προσωπική του ιδιότητα ή μέσω της εταιρείας του. Όπως επίσης διεφάνηκε από την μαρτυρία του ΜΚ5, αδελφού και συνέταιρου του παραπονούμενου, διατηρούσαν κοινό ταμείο για την επιχείρηση τους και λάμβαναν ως πληρωμή επιταγές οι οποίες εκδίδονταν εις το όνομα τους προσωπικά. Παράδειγμα αποτελεί η υποβολή που τέθηκε στον παραπονούμενο, ότι ο ίδιος του προσωπικά ουδέποτε συναλλάχτηκε με τον Λεωνίδα ή τον κατηγορούμενο ως φυσικό πρόσωπο και απάντησε: «Δεν το κατάλαβα. Ο διευθυντής της εταιρείας, εντάξει της εταιρείας μου. Όταν έχει χρέη η εταιρεία, δεν θα τα πληρώσω εγώ;» Σημειώνω τέλος ότι ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι επιταγές συμπληρωθήκαν από τον κατηγορούμενο αλλά μπορεί το όνομα να μην συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο αλλά από τον ίδιο. Η αβεβαιότητα του αυτή δεν κρίνεται τέτοια που θα μπορούσε να καθορίσει την κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία του, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας του, παρά μόνο δεν μου επιτρέπει να καταλήξω σε σχετικό εύρημα. Ενόψει των πιο πάνω, ο παραπονούμενος κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Χριστάκης Φραντζής (ΜΚ2). Εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει λογαριασμό στο πιο πάνω συνεργατικό ο οποίος ανοίχθηκε την 5.6.1991 και ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα διαχείρισης του λογαριασμού. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την αίτηση την οποία υπέβαλε ο κατηγορούμενος για άνοιγμα του λογαριασμού επί της οποίας αναγνώρισε την υπογραφή του κατηγορούμενου. Από την πείρα του αναγνώρισε ότι οι υπογραφές επί των Τεκμηρίων 1 και 2 είναι οι ίδιες με αυτή του Τεκμηρίου
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού από τον οποίο εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές με αριθμό 4007116-3 και ανέφερε ότι ήταν χωρίς όριο. Για τον Αύγουστο του 2014 ανέφερε ότι την 1.8.14 το υπόλοιπο ήταν €1.062,92σ και κατά τη διάρκεια του μηνός ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός και δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια όπως δεν υπήρχαν ούτε τον Σεπτέμβριο
- Αναφέρθηκε στη συνέχεια στην πορεία των δυο επίδικων επιταγών. Η επιταγή Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις 27.
- από την ΣΠΕ Μακράσυκας και επιστράφηκε με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» και μετά όπου παρουσιάστηκε σε άλλες ημερομηνίες εν τέλει στις 10.10.14 σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Για την επιταγή Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι παρουσιάστηκε στο ταμιευτήριο στις 17.9.14 μέσω της ΣΠΕ Αλλυλεγγύης όπου κατατέθηκε στις 16.9.14 και επιστράφηκε με τη δικαιολογία «να παρουσιαστεί ξανά- ανεπαρκή υπόλοιπα». Μετά όπου παρουσιάστηκε σε άλλες ημερομηνίες, εν τέλει επιστράφηκε στις 9.10.14 με την ένδειξη «ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί - ΚΑΠ». Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 έντυπο με το οποίο φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 30.9.
- Κατά τον ίδιο ο κατηγορούμενος λάμβανε γνώση τα όσα αφορούσαν το λογαριασμό του εφόσον στέλλονταν οι λογαριασμοί στη διεύθυνση του την οποία έδωσε ο ίδιος στο ταμιευτήριο και φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η θέση του ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών ανήκουν στον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι γραφολόγος ούτε είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει αλλά στηρίζει την άποψη του από τα ενώπιον του στοιχεία. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο όσα γνώριζε αναφορικά με την πορεία των επίδικων επιταγών και την κίνηση του λογαριασμού από τον οποίο εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές. Από την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν μου άφησε αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Ωστόσο αναφορικά με το ζήτημα της υπογραφής του κατηγορούμενου επί των επίδικων επιταγών, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του εφόσον δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι είναι πρόσωπο εξοικειωμένο με την υπογραφή του κατηγορούμενου ή ότι ήρθε σε επαφή με άλλα έγγραφα τα οποία είναι παραδεκτό ότι φέρουν την υπογραφή του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου σημείου δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθώς συνιστά ουσιαστικά μαρτυρία γνώμης, η οποία ως τέτοια δεν είναι νομικά αποδεκτή εφόσον ο μάρτυρας δεν είναι εμπειρογνώμονας. Πέραν των πιο πάνω ενώπιον μου έχει τεθεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα επί τούτου του ζητήματος η οποία θα εξεταστεί πιο κάτω. Ενόψει των πιο πάνω και με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τις υπογραφές του κατηγορούμενου επί των επίδικων επιταγών, η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και άλλο μέρος της να το απορρίψει (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Μιχάλης Ιωάννου, δικηγόρος (ΜΚ3). Ανέφερε ότι ήταν δικηγόρος του παραπονούμενου και άλλων συνεργατών του οι οποίοι καταχώρησαν ποινικές υποθέσεις εναντίον του Λεωνίδα ο οποίος εξέδωσε επιταγές οι οποίες δεν είχαν πληρωθεί για την αγορά κρεάτων από τον παραπονούμενο και τους συνεργάτες του. Όταν οι υποθέσεις εκείνες ήταν προς το τέλος τους ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και ο Λεωνίδας ο οποίος ήταν κατηγορούμενος στις άλλες υποθέσεις, προτείναν στο μάρτυρα και τον παραπονούμενο να δώσει ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, κάποιες επιταγές για να αποσυρθούν οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν τότε εναντίον του Λεωνίδα και ο παραπονούμενος αποδέχτηκε. Ο μάρτυρας όταν εκδίδονταν και παραδίδονταν οι επιταγές από τον κατηγορούμενο ήταν πάντοτε παρών κατόπιν παράκλησης του παραπονούμενου. Ο μάρτυρας όπως είπε έλαβε επίσης επιταγή από τον κατηγορούμενο για τα έξοδα του. Ανέφερε τέλος ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε ενώπιον του τις δυο επίδικες επιταγές. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ο Λεωνίδας δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο προσωπικά αλλά στην εταιρεία Α.Ε. Αλεξάνδρου Λτδ. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι σε συζητήσεις που είχαν με τον Λεωνίδα στην παρουσία του δικηγόρου του Γεώργιου Γεωργίου και τις διευθετήσεις που έγιναν με τον κατηγορούμενο για να δοθούν οι επιταγές για χρήματα που οφείλονταν από τον Λεωνίδα στον παραπονούμενο ουδέποτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα. Επανέλαβε αντεξεταζόμενος ότι οι επίδικες επιταγές δοθήσαν στο γραφείο του σε διαφορετικές ημέρες. Ενημερωνόταν από τον παραπονούμενο κάθε φορά που δεν πληρωνόταν μια επιταγή ενώ δεν ήξερε το λόγο κάθε φορά που δεν πληρωνόταν κάποια επιταγή και ο παραπονούμενος τον ενημέρωνε τηλεφωνικώς ότι «δεν αλλάζονται οι επιταγές». Πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ μετά όπου ο παραπονούμενος του πήρε τις επιταγές για να καταχωρηθούν ποινικές υποθέσεις. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι οι επιταγές ήρθαν στα χέρια του μαζεμένες από τρίτο πρόσωπο και όχι τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας επέμενε ότι όλες υπογράφηκαν ενώπιον του χωρίς να θυμάται εάν είχαν συμπληρωθεί και από τον ίδιο. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του πολλές φορές υποσχόμενος ότι θα διευθετήσει τις επιταγές χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο όσα γνώριζε προσωπικά. Η μαρτυρία του επί των ουσιαστικών πτυχών της αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων επιταγών και τα γεγονότα που περιβάλλουν την έκδοση τους ενισχύει την μαρτυρία του παραπονούμενου. Η αξιοπιστία του μάρτυρα δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση και δεν διαπιστώνω να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Εις ότι αφορά τη θέση της υπεράσπισης ότι οι επιταγές δοθήκαν στον ίδιο από τρίτο πρόσωπο αποτελεί γενική και αόριστη θέση η οποία δεν τέθηκε κατά συγκεκριμένο τρόπο στον μάρτυρα για να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Ενόψει των πιο πάνω ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο γραφολόγος Μάριος Μαρκίδης (ΜΚ4). Ανέφερε ότι είναι Δικαστικός γραφολόγος από το 1990 και στις 12.6.98 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας Δικαστικός γραφολόγος δυνάμει κανονιστικής διοικητικής πράξης αριθμός 152/
- Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να εξετάσει κατά πόσο οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών ανήκουν στον κατηγορούμενο. Ετοίμασε σχετική έκθεση προς τούτο η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της έκθεσης του και τον τρόπο με τον οποίο προέβηκε στο γραφολογικό έλεγχο. Ανέφερε ότι η αιτούμενη εξέταση αφορούσε τις δυο αμφισβητούμενες υπογραφές εκδότη στα Τεκμήρια 1 και 2 και να συγκριθούν με δείγματα υπογραφών του κατηγορούμενου τα οποία φαίνονται εις το Τεκμήριο 3 και σε υπογραφές με δική του αρίθμηση εντός της έκθεσης του 4.1 - 4.10 τα οποία είναι 10 υπογραφές σε σελίδα χάρτου με 10 υπογραφές του Λάζαρου Λαζάρου τα οποία παρέλαβε μέσω φαξ από το δικηγόρο του κύριο Γρηγόρη Παρασκευά στις 20.2.
- Δείγμα υπογραφής επίσης παρέλαβε από τον κατηγορούμενο στις 24.2.17 και φαίνεται στο εκλογικό του βιβλιάριο, με αρίθμηση 5 εις την έκθεση του και το δείγμα υπογραφής με αρίθμηση 6 φαίνεται σε φωτοαντίγραφο απόδειξης παράδοσης τεκμηρίων που εκδόθηκε από το ΤΑΕ Λεμεσού την 1.11.16 την οποία επίσης παρέλαβε από τον κατηγορούμενο στις 24.2.
- Σύμφωνα με τα όσα καταγράφει με λεπτομέρεια εις την έκθεση του (σελ. 21) αρχικά κατέληξε ότι οι δυο αμφισβητούμενες υπογραφές επί των Τεκμηρίων 1 και 2 παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους με αποτέλεσμα να καταλήγει ότι οι δυο υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές του ιδίου προσώπου. Συγκρίνοντας τις δυο αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα υπογραφών του κατηγορούμενου με αρίθμηση 3,4.1-4.10,5 και 6 κατέληξε ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους, ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα και κατά τη γνώμη του οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι τον Φεβρουάριο 2017 επικοινώνησε μαζί του ο δικηγόρος Γρηγόρης Παρασκευά και του ανέφερε ότι υπήρχαν δυο επιταγές με αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη και του ζήτησε να τις εξετάσει κατά πόσο φέρουν τις γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 αντίγραφα των επιταγών τα οποία παρέλαβε μέσω φαξ στις 20.2.17, που δεν αφορούν τις επίδικες, και δείγματα υπογραφών όπως είπε του κατηγορούμενου τα οποία έλαβε την ίδια ημέρα μέσω φαξ όλα από τον πιο πάνω δικηγόρο. Από πλευράς υπεράσπισης ουσιαστικά αμφισβητηθήκαν τα συμπεράσματα του για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε τα δείγματα υπογραφών ενώπιον του. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι αξιολόγησε 13 δείγματα που είχε στη διάθεση του για σκοπούς σύγκρισης των δυο αμφισβητούμενων υπογραφών. Τα 11 εξ αυτών είναι φωτοαντίγραφα, τα δυο είναι πρωτότυπα και τα 3 ανύποπτου χρόνου. Ερωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι τα δείγματα υπογραφών του Τεκμηρίου 7 είναι όντως του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο στάληκε από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, διερωτούμενος, σε ποιον άλλο να αποδίδονται τα δείγματα. Σύμφωνα με αρχές της νομολογίας, η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Σημειώνεται κατ' αρχάς ότι τα προσόντα και ιδιότητα του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Πέραν τούτου η πείρα και προσόντα του μάρτυρα όπως καταγράφονται εις την έκθεση του επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδεχτεί τον μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα και να εξετάσει την μαρτυρία του ως τέτοια. Έχω μελετήσει με την απαιτούμενη προσοχή την έκθεση του Τεκμήριο 6 και τα όσα καταγράφονται σε αυτήν. Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί όπως δεν έχουν αμφισβητηθεί ευθαρσώς τα συμπεράσματα και αποτελέσματα του. Προσπάθεια από πλευράς υπεράσπισης έγινε να αμφισβητηθεί η έκθεση του μάρτυρα επί τη βάση του ότι τα δείγματα υπογραφών επί των οποίων στηρίχτηκε ο μάρτυρας δεν τεθήκαν ενώπιον του. Σημειώνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς υπεράσπισης ότι τα δείγματα του Τεκμηρίου 7 είχαν σταλεί από τον τότε δικηγόρο του κατηγορούμενου στον μάρτυρα, ο οποίος είχε ζητήσει από τον μάρτυρα να προβεί σε γραφολογικό έλεγχο της υπογραφής του κατηγορούμενου για άλλες επιταγές ούτε και έχει αμφισβητηθεί ότι οι υπογραφές επί του Τεκμηρίου 7 ανήκουν στον κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας περιγράφει στην έκθεση του την μέθοδο που εφάρμοσε, ήτοι την συγκριτική αναλυτική μέθοδο, προς τον σκοπό σύγκρισης των αμφισβητούμενων υπογραφών με τις υπογραφές - δείγματα του κατηγορούμενου τις οποίες κατηγοριοποίησε σε υπογραφές ανύποπτου χρόνου και δείγματα υπογραφής του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας αυτός στη σελίδα 21 της έκθεσης του καταλήγει ότι κατά τη γνώμη του οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω ο κατηγορούμενος στην γραπτή δήλωση του αναφέρει ότι οι επίδικες επιταγές είχαν υπογραφεί από τον ίδιο. Ενόψει της περιεκτικής και εμπεριστατωμένης μαρτυρίας του η οποία κρίνεται αξιόπιστη, αποδέχομαι τη μαρτυρία του γραφολόγου ΜΚ4 και τη γνώμη του ότι οι υπογραφές επί των Τεκμηρίων 1 και 2 ανήκει στον κατηγορούμενου. Τελευταίος μάρτυρας από πλευράς παραπονούμενου παρουσιάστηκε ο Παναγιώτης Λουκά (ΜΚ5). Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β. Αναφέρει σε αυτήν ότι είναι αδελφός του παραπονούμενου μαζί με τον οποίο διατηρούν οικογενειακή επιχείρηση και είναι έμποροι κρεάτων τα οποία διανέμουν σε όλη την Κύπρο. Πελάτης τους ήταν ο Λεωνίδας ο οποίος διατηρούσε κρεοπωλείο στη Λεμεσό, εις τον οποίο πώλησαν και παρέδωσαν κρέατα. Ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος εν σχέση με τις πληρωμές του Λεωνίδα για την πώληση των κρεάτων. Επιπλέον, εξήγησε ότι παρόλο που με τον αδελφό του διατηρούσαν εταιρεία κάποιοι πελάτες τους πλήρωναν προσωπικά. Ο Λεωνίδας τους πλήρωνε προσωπικά και πολλές φορές έβγαζε επιταγές εις το όνομα του ιδίου και πολλές φορές στου αδερφού του και όλα τα χρήματα πήγαιναν σε ένα κοινό ταμείο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο της επιταγής με αριθμό 14135237 για το ποσό των €30.000.- την οποία όπως είπε έλαβε από τον Λεωνίδα η οποία δεν πληρώθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της Αγωγής 283/12 την οποία καταχώρησε όπως είπε εν σχέση με την πιο πάνω Αγωγή και κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του Λεωνίδα στις 27.3.12 στην πιο πάνω Αγωγή. Του υποδείχθηκαν οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 οι οποίες ανέφερε ότι εκδοθήκαν από τον κατηγορούμενο έναντι του ποσού των €30.000.- που αφορούσε η πιο πάνω επιταγή Τεκμήριο
- Ανέφερε τέλος ότι τα οικονομικά της επιχείρησης τα διαχειριζόταν ο αδελφός του. Αντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε η θέση ότι ο Λεωνίδας δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον αδελφό του, παραπονούμενο και αν χρωστούσε σ' αυτόν θα καταχωρούσε Αγωγή όπως έκανε και ο ίδιος. Ο μάρτυρας επέμενε ότι είχαν μια εταιρεία με τον αδελφό του, αλλά στις συναλλαγές τους πολλές φορές λάμβαναν προσωπικές επιταγές πότε εις το όνομα του αδελφού του και πότε στο όνομα του ιδίου. Διευκρίνισε ότι το ταμείο ήταν κοινό για την επιχείρηση και όλες οι εισπράξεις από τις πωλήσεις ανεξαρτήτως από ποιον λαμβάνονταν πήγαιναν σε ένα ταμείο. Ο μάρτυρας αυτός με απλό και άμεσο τρόπο μετέφερε στο Δικαστήριο όσα γνώριζε για την υπόθεση αυτή. Η ειλικρίνεια του διακρίνεται και από το γεγονός ότι για όσα γεγονότα δεν είχε προσωπική γνώση το παραδεχόταν, όπως η έκδοση των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο, αναφέροντας ότι πολλά από τα ζητήματα που αφορούν την υπόθεση τα πληροφορήθηκε από τον αδερφό του. Η μαρτυρία του ενισχύει την μαρτυρία του παραπονούμενου αναφορικά με το τι προηγήθηκε της έκδοσης των επίδικων επιταγών με τον Λεωνίδα αλλά και τη θέση του παραπονούμενου ότι λάμβαναν προσωπικές πληρωμές από τον Λεωνίδα οι οποίες αφορούσαν την πώληση κρεάτων. Επί των ουσιαστικών πτυχών της μαρτυρίας του ΜΚ5 δεν διακρίνω οποιαδήποτε αντίφαση, ήταν σταθερός στις απαντήσεις του τις οποίες μετέφερε στο Δικαστήριο κατά τρόπο απλό και άμεσο και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Δεν έχω διαπιστώσει προσπάθεια από μέρους του να αποκρύψει την αλήθεια και δεν έχει διαφανεί ότι σκοπό είχε να βοηθήσει τον αδελφό του. Η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής, πειστική και την αποδέχομαι. Κατά την ένορκη του μαρτυρία ο κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο Γ γραπτή δήλωση. Αναφέρει σε αυτήν ότι κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2014 του ζητήθηκε από τον Λεωνίδα τον οποίο γνώριζε για πολλά χρόνια να τον βοηθήσει δίδοντας του κάποιες επιταγές ως εγγύηση. Όπως του ανέφερε ο Λεωνίδας οι επιταγές δεν θα εξαργυρώνονταν αλλά θα τις έδινε ως ασφάλεια και/ή εγγύηση και αφού θα τις πλήρωνε οι επιταγές θα επιστρέφονταν στον Λεωνίδα και ακολούθως στον κατηγορούμενο. Αναφέρει ακολούθως ότι τις επίδικες επιταγές τις έδωσε στον Λεωνίδα χωρίς να είναι συμπληρωμένες και χωρίς να αναγράφεται οποιοδήποτε ποσό παρά μόνο η υπογραφή του. Αρνείται ότι οι επίδικες επιταγές δοθήκαν από τον ίδιο στον παραπονούμενο ή στον δικηγόρο του και ουδέποτε ενημερώθηκε από το ταμιευτήριο ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν και δεν πληρώθηκαν και ουδέποτε δεσμεύτηκε στον παραπονούμενο ή τον δικηγόρο του ότι θα πλήρωνε το χρέος του Λεωνίδα. Σε μεταγενέστερο στάδιο όταν πληροφορήθηκε ότι ο Λεωνίδας δεν πλήρωσε τις επιταγές και ενώ εκκρεμούσαν και άλλες επιταγές που του είχε παραδώσει προέβηκε σε ανάκληση πληρωμής τους. Πέραν τούτου προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του Λεωνίδα ότι με δόλο του απέσπασε τις επίδικες επιταγές και είχε αποσπάσει από το βιβλιάριο επιταγών του επιταγές τις οποίες πλαστογράφησε. Αναφέρει στη συνέχεια ότι όπως έχει αντιληφθεί το ποσό των επίδικων επιταγών αφορά μέρος του εξ αποφάσεως ποσού το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια Αγωγής υπέρ του Παναγιώτη Λουκά, τον οποίο δεν γνωρίζει όπως δεν γνώριζε ότι ο Λεωνίδας του όφειλε χρήματα. Προφορικά κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ουδέποτε είδε τον παραπονούμενο, ουδέποτε επισκέφθηκε το γραφείο του δικηγόρου του και ουδέποτε εξέδωσε επιταγές εις τον παραπονούμενο. Του υποδειχθήκαν οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 και ερωτήθηκε κατά πόσο τα γράμματα του ονόματος του δικαιούχου και το ποσό είναι δικά του. Απάντησε ότι δεν είναι δικά του ούτε η υπογραφή είναι δική του εις την επιταγή Τεκμήριο 2, εξηγώντας ότι ο Ανδρέας Λεωνίδου Πισσούριος, προφανώς εννοώντας τον Λεωνίδα όπως αναφέρθηκε σ' αυτόν στην γραπτή δήλωση του, του έπιασε ορισμένα φύλλα και όταν το αντιλήφθηκε προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία και ακόμα δεν ξέρει που βρίσκεται η υπόθεση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι παραδέχεται ότι υπέγραψε την επιταγή που αφορά το ποσό των €10.000.- (Τεκμήριο 1) αλλά δεν την συμπλήρωσε. Τις επιταγές που αναφέρεται στη γραπτή του δήλωση ότι έδωσε στον Λεωνίδα, τις έδωσε τον Φεβρουάριο
- Πληροφορήθηκε ότι ο Λεωνίδας δεν πήρε πίσω τις επιταγές όταν έλαβε κλήση από τον παραπονούμενο περί τον Σεπτέμβριο του 2014 και ακολούθως πήγε στην Αστυνομία. Ζήτησε να του επιστραφούν από τον Λεωνίδα ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα διευθετήσει το θέμα. Συνοπτικά τα πιο πάνω αποτελούν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Προέβαλε αντιφατικές εκδοχές για ουσιώδη ζητήματα, όπως την υπογραφή των επίδικων επιταγών και πλείστες από τις θέσεις του παρέμειναν μετέωρες και ατεκμηρίωτες για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Μεγάλο μέρος επίσης των όσων ανέφερε δεν τεθήκαν εις τους μάρτυρες του παραπονούμενου για να τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν. Ξεκινώντας από το τελευταίο να σημειωθεί ότι ουδέποτε λέχθηκε στους μάρτυρες του παραπονούμενου ότι ο Λεωνίδας έκλεψε επιταγές από το βιβλιάριο του ή ότι δοθήσαν σε αυτόν από τον κατηγορούμενο για άλλους λόγους, όπως ουδέποτε τέθηκε στον παραπονούμενο και στον ΜΚ3 οι συνομιλίες τις οποίες κατέγραψε στη γραπτή του δήλωση ο κατηγορούμενος που είχε με αυτούς. Σύμφωνα με τη νομολογία τέτοια παράλειψη έχει ως συνέπεια την μη αποδοχή των θέσεων αυτών (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Εις ότι αφορά το ουσιώδες ζήτημα της υπογραφής των επίδικων επιταγών ο κατηγορούμενος παρουσίασε αντικρουόμενες εκδοχές. Αρχικά στη γραπτή του δήλωση στην παρ. 3 καταγράφει ότι τις επίδικες επιταγές της έδωσε στον Λεωνίδα χωρίς να είναι συμπληρωμένες παρά μόνο η υπογραφή του. Ακολούθως, προφορικά κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμήριο 1 δεν υπογράφηκε από τον ίδιο ενώ η επιταγή Τεκμήριο 2 υπογράφηκε από τον ίδιο. Πέραν τούτων, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας φάνηκε η υπεράσπιση να αμφισβητεί ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις επιταγές εξού και παρουσιάστηκε μαρτυρία γραφολόγου. Πέραν των πιο πάνω ενώ ισχυρίστηκε στη γραπτή του δήλωση ότι οι επίδικες επιταγές δοθήσαν από τον ίδιο στον Λεωνίδα για να τον βοηθήσει με σκοπό ο Λεωνίδας να τις δώσει σε τρίτα πρόσωπα ως εγγύηση ισχυρίστηκε ακολούθως ότι ο Λεωνίδας έκλεψε επιταγές από τον ίδιο και πλαστογράφησε την υπογραφή του. Ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε ανάκληση επιταγών και καταγγελία στην Αστυνομία μετά που πληροφορήθηκε για τις επίδικες επιταγές. Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου που θα μπορούσε να υποστηρίξει τέτοιο ισχυρισμό. Τα πιο πάνω αναφερόμενα καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του κατηγορούμενου. Οι αντικρουόμενες προβαλλόμενες εκδοχές του κατηγορούμενου επί ουσιαστικών πτυχών της υπόθεσης, κρίνονται τόσο αντιφατικές μεταξύ τους που δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο να αποδεχτεί την μαρτυρία του. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν κρίνεται ειλικρινής και πειστική και δεν την αποδέχομαι. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Ο παραπονούμενος είναι έμπορος κρεάτων και διατηρεί επιχείρηση με τον αδελφό του Παναγιώτη Λουκά (ΜΚ5). Διατηρούν επίσης εταιρεία με το όνομα Α.Ε. Αλεξάνδρου. - Τα χρήματα τα οποία εισπράττονται κατά την άσκηση της πιο πάνω επιχείρησης, είτε από τον παραπονούμενο, είτε από τον Παναγιώτη Λουκά είτε από την εταιρεία, κατατίθενται σε ένα κοινό ταμείο της επιχείρησης. - Ο παραπονούμενος με τον αδελφό του πώλησαν στον Λεωνίδα Ανδρέα Χρίστου κρέατα συνολικής αξίας €98.000.- Έναντι του πιο πάνω ποσού πληρώθηκε από τον Λεωνίδα το ποσό των €36.000.- - Ο Λεωνίδας εξέδωσε επιταγές για την αγορά των κρεάτων οι οποίες δεν πληρωθήκαν και κινηθήκαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον του. - Στα πλαίσια υποθέσεων που εκκρεμούσαν εναντίον του Λεωνίδα για τις επιταγές τις οποίες δεν τιμηθήκαν, ο κατηγορούμενος ανέλαβε να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό που οφειλόταν από τον Λεωνίδα ήτοι ποσό €62.000.-, ο οποίος ήταν φίλος του για να μην τιμωρηθεί με φυλάκιση. - Προς τούτο ο κατηγορούμενος στην παρουσία του παραπονούμενου και του δικηγόρου του, Μιχάλη Ιωάννου (ΜΚ3), έναντι του οφειλόμενου ποσού, υπέγραψε την επιταγή με αριθμό 47508256 (Τεκμήριο 1) στις 30.8.14 για το ποσό των €10.000.- του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και στις 16.9.14 την επιταγή με αριθμό 48169288 (Τεκμήριο 2) για το ποσό των €2.000.- επίσης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ. - Οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εις ότι αφορά τη συμπλήρωση του ονόματος του δικαιούχου παραμένει άγνωστο εάν συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο. - Τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 αναφορικά με την πορεία των επίδικων επιταγών καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι η επιταγή Τεκμήριο 1 σύμφωνα με τις φερόμενες σφραγίδες της τράπεζας σφραγίστηκε την 10.10.14 με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Η επιταγή Τεκμήριο 2 σφραγίστηκε στις 9.10.14 με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». - Ο κατηγορούμενος καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 30.9.14. - Οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. - Τα γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά επίσης αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εις ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με την 1η και 2η κατηγορία, σημειώνεται κατ΄αρχάς ότι από τα πιο πάνω ευρήματα και τα όσα παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση, προκύπτει ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιαστήκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδοθήκαν ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, η παρουσίαση έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες (βλ. μαρτυρία ΜΚ2) και η μη εξόφληση τους οφείλεται στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του κατηγορούμενου είχε παγοποιηθεί - ΚΑΠ κατά το χρόνο παρουσίασης τους σύμφωνα με τις σφραγίδες οι οποίες τεθήκαν επί των επίδικων επιταγών ημερ. 10.10 εις το Τεκμήριο 1 και 9.10 εις το Τεκμήριο 2 (βλ. μαρτυρία ΜΚ2 και σφραγίδες επί των Τεκμηρίων 1 και 2). Επομένως τα συστατικά στοιχεία αυτά των αδικημάτων έχουν αποδειχθεί. Με την τελική αγόρευση του κατηγορούμενου προβάλλεται για πρώτη φορά ότι οι επίδικες επιταγές έχουν πληρωθεί με το ποσό των €36.000.- το οποίο πλήρωσε ο Λεωνίδας έναντι της συνολικής οφειλής του. Η θέση αυτή στηρίζει την εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Κατ' αρχάς κατά τη δίκη δεν φαίνεται να προωθήθηκε η θέση ότι οι επίδικες επιταγές ήταν εξοφλημένες ούτε τέθηκε τέτοια θέση στους μάρτυρες κατηγορίας. Αντιθέτως η θέση η οποία προωθήθηκε ήταν ότι ο Λεωνίδας δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό τον παραπονούμενο προσωπικά αλλά στην εταιρεία του Α.Ε. Αλεξάνδρου Λτδ. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, προβάλλετε η εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης ότι από τη στιγμή όπου ο Παναγιώτης Λούκα καταχώρησε ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας στα πλαίσια της Αγωγής 283/12 (Τεκμήρια 11 και 12) ως η μοναδική δικαστική διαδικασία που λήφθηκε εναντίον του Λεωνίδα, αποτελεί γεγονός που δείχνει ότι το ποσό των €36.000.- που πληρώθηκε σύμφωνα με τον παραπονούμενο και οι επίδικες επιταγές που δόθηκαν μαζί με άλλες ως εγγύηση θα έπρεπε να επιστραφούν. Τέτοιο συμπέρασμα κρίνεται αυθαίρετο και δεν υποστηρίζεται από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση του ΜΚ5 ότι η επιταγή των €30.000.- (Τεκμήριο 8) περιλαμβάνει τα ποσά των επίδικων επιταγών αλλά ουδέποτε λέχθηκε ότι το ποσό αυτό της επιταγής έχει πληρωθεί με την πληρωμή από τον Λεωνίδα του ποσού των €36.000.-, ούτε και έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο από το σύνολο της μαρτυρίας. Πέραν των πιο πάνω από τη μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία έγινε αποδεκτή φαίνεται ότι το ποσό των €36.000.- πληρώθηκε από το Λεωνίδα πριν καν ο κατηγορούμενος αναλάβει την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Το ποσό των €62.000.- αποτελεί το υπόλοιπο το οποίο σύμφωνα με τον παραπονούμενο ανέλαβε ο κατηγορούμενος να πληρώσει για τον Λεωνίδα ο οποίος κινδύνευε να φυλακιστεί. Επομένως, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί και αυτό το συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, ήτοι ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους, αλλά όπως φαίνεται παραμένουν απλήρωτες και μέχρι σήμερα. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών, σημειώνω ότι «έκδοση» ως καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262, σημαίνει «την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» και «παράδοση» σημαίνει τη μεταβίβαση της κατοχής, πραγματικής ή τεκμαιρόμενης, από ένα πρόσωπο ή σε άλλο.» Αναφέρω κατ' αρχάς ότι σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι η πρώτη παράδοση των επίδικων επιταγών έλαβε χώρα μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου υπό τις συνθήκες οι οποίες αναφέρονται εις τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι επίδικες επιταγές σύμφωνα με τη μαρτυρία του γραφολόγου, του παραπονούμενου και του ΜΚ3, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπογραφήκαν από τον κατηγορούμενο. Υπενθυμίζω σε αυτό το σημείο ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε για το ζήτημα αυτό αντικρουόμενες και ασαφείς εκδοχές. Η πλευρά της υπεράσπισης διατείνεται επίσης ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές. Για το ζήτημα αυτό επαναλαμβάνω ότι έγινε αποδεκτή η θέση του παραπονούμενου ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν ενώπιον του αλλά το Δικαστήριο δεν κατέληξε από ποιον έγινε η συμπλήρωση του ονόματος του δικαιούχου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015: «Μια επιταγή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154.» Επομένως το ζητούμενο δεν είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου στην επιταγή αλλά κατά πόσο η συμπλήρωση έγινε με εντολή η συγκατάθεση του. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενώπιον του παραπονούμενου και του δικηγόρου του (ΜΚ3) υπέγραψε και παρέδωσε τις επίδικες επιταγές στον παραπονούμενο. Επομένως η εντολή και συγκατάθεση του ως προς την συμπλήρωση του ονόματος, ακόμα και αν δεν έγινε από αυτόν, αποτελεί λογική συνέχεια των πράξεων του όπως αυτές προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Επομένως καταλήγω ότι αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών. Ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε το αντάλλαγμα το οποίο δόθηκε έναντι των επίδικων επιταγών, θέση η οποία υποστηρίχθηκε με την τελική αγόρευση του. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι ο Λεωνίδας δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ούτε έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέλαβε το ισχυριζόμενο αυτό χρέος. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι θέση της υπεράσπισης αποτέλεσε ότι ο Λεωνίδας δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο προσωπικά αλλά στην εταιρεία Α.Ε. Αλεξάνδρου Λτδ. Επομένως το γεγονός ότι όντως ο Λεωνίδας αγόρασε κρέατα από την επιχείρηση του παραπονούμενου ουσιαστικά δεν αμφισβητείται. Κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ στην απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη συγκεκριμένη θέση του εφεσείοντα, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι εκεί και όπου δημιουργείται το μαχητό τεκμήριο, το βάρος απόδειξης έλλειψης αντιπαροχής βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον εφεσείοντα. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849, Cyprio Sun Holidays Limited v. A. Papouis Hotels Limited
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 107 και Heatron Co. Ltd. v. Σωκράτους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034. .....Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δική μου) Σύμφωνα επίσης με τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση Αρ. 18/12 NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ ημερομηνίας 16.4.14.: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο παραπονούμενος ήταν κάτοχος εν τη εννοία του Νόμου, εφόσον με την μαρτυρία του έγινε αποδεκτό ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές για να αποσυρθούν οι υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούσαν εναντίον του Λεωνίδα για την οφειλή του εν σχέση με την αγορά κρεάτων. Συνεπώς έχει δημιουργηθεί το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής. Το βάρος έχει μεταφερθεί πλέον εις τους ώμους του κατηγορούμενου να αποδείξει το αντίθετο, κάτι το οποίο απέτυχε να πράξει εφόσον η μαρτυρία του απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφερθήκαν πιο πάνω. Ενόψει των πιο πάνω απορρίπτεται επίσης η θέση της υπεράσπισης με την οποία προβάλλεται με την τελική αγόρευση ότι ο παραπονούμενος δεν είναι νομιμοποιημένος κάτοχος των επίδικων επιταγών. Απομένει να εξετάσω το ζήτημα που θέτει η υπεράσπιση με την τελική αγόρευση του κατηγορούμενου, κατά πόσο ο παραπονούμενος δικαιούται στην έγερση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ως το πρόσωπο τα δικαιώματα του οποίου έχουν παραβιαστεί άμεσα. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα προβάλλεται η θέση ότι ο παραπονούμενος έπρεπε να προβεί σε ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του προσώπου που έχει συναλλαχθεί με την εταιρεία Α.Ε. Αλεξάνδρου και ως εκ τούτου το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε καταχρηστικά, αβάσιμα και αδικαιολόγητα. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως διεφάνηκε από τα γεγονότα της υπόθεσης, για τις επιταγές τις οποίες εξέδωσε και παρέδωσε ο Λεωνίδας, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, κινήθηκε δικαστική διαδικασία στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος ανέλαβε να πληρώσει με τις επίδικες επιταγές για να μην τιμωρηθεί ο Λεωνίδας. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανέλαβε να πληρώσει την οφειλή του Λεωνίδα με τις επίδικες επιταγές τις οποίες εξέδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενο οι οποίες εν τέλει δεν τιμηθήκαν, αποτελεί την πράξη του κατηγορούμενου η οποία προκάλεσε βλάβη στα δικαιώματα του παραπονούμενου. Το κατά πόσο η συναλλαγή για την αγορά κρεάτων από μέρους του Λεωνίδα ήταν μεταξύ του και της Α.Ε. Αλεξάνδρου ή του ΜΚ5 ή του παραπονούμενου πιθανό να αποτελεί ζήτημα μεταξύ των πιο πάνω προσώπων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν και παραδοθήκαν από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο κάτω από άλλες πλέον συνθήκες και ανάληψη υποχρέωσης του ιδίου ότι οι επίδικες επιταγές θα τιμηθούν. Η υπόθεση Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22 αφορά στο δικαίωμα «άμεσα» επηρεαζόμενου προσώπου, από τη μη τίμηση μιας επιταγής, να καταχωρήσει ποινική υπόθεση, στη βάση της επιταγής, όπου τονίστηκε ότι το πρόσωπο που έχει «έννομο συμφέρον» να καταχωρήσει τέτοια ποινική δίωξη πρέπει να είναι άμεσα επηρεαζόμενο και τα δικαιώματα του άμεσα παραβιαζόμενα, από την παράνομη πράξη. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση αφορούσε επιταγή η οποία βρέθηκε στην κατοχή του παραπονούμενου κατόπιν οπισθογράφησης και η ουσία της απόφασης έγκειτο στη διασάφηση των όσων ίσχυαν αναφορικά με τον συσχετισμό του έννομου συμφέροντος με την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση επαναλαμβάνω οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν και παραδοθήκαν από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο, από αυτό το γεγονός ο παραπονούμενος πλέον έχει αγώγιμο δικαίωμα έναντι του κατηγορούμενου ο οποίος ανέλαβε προς τον ίδιο να πληρώσει το υπόλοιπο οφειλής του Λεωνίδα (βλ. Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 296). Το αγώγιμο δικαίωμα του παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση δεν εξετάζεται υπό το φως των γεγονότων που αφορούσαν την πώληση κρεάτων αλλά υπό το φως και μόνο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο για την εξόφληση μέρους της οφειλής του Λεωνίδα για την αγορά κρεάτων από τον παραπονούμενο και τον αδελφό του με απώτερο σκοπό να μην φυλακιστεί ο Λεωνίδας. Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι ακόμα και το γεγονός ότι για την επιταγή Τεκμήριο 8 η οποία φέρει το όνομα του Παναγιώτη Λουκά κινήθηκε η Αγωγή 283/12 (Τεκμήριο 9) από τον ίδιο προσωπικά για την είσπραξη της συγκεκριμένης επιταγής, δεν διαφοροποιεί την ως άνω κρίση μου, εφόσον επαναλαμβάνω ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενο τις επίδικες επιταγές προς πληρωμή έναντι των οφειλών του Λεωνίδα που προέκυψαν από την αγορά κρεάτων από την κοινή επιχείρηση που ασκούσε ο παραπονούμενος με τον αδελφό του. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες, η μη πληρωμή των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο αποτελεί την βλάβη την οποία υπέστη ο παραπονούμενος στα δικαιώματα του, ο οποίος ως το άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα επηρεαστήκαν άμεσα, είχε κάθε δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη. (βλ. Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd
(1997)2 AAΔ σελ. 434 και Δημοσθένους ν. Τύχωνος ανωτέρω). Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος και κρίνεται ένοχος. .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο