Δημοκρατία ν. Κύπρος Μάρκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15357/15, 4/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:20 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15357/15 Δημοκρατία ν.
- Κύπρος Μάρκου, από τη Λεμεσό
- Πέτρος Χατζιήκκος, από την Επισκοπή
- Λύσανδρος Λυσάνδρου, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 04.10.2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Γ. Ιωαννίδου Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: κ. Π. Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος 3 παρών, γι' αυτόν: κ. Ν. Καλλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τις πιο κάτω κατηγορίες: · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, 4(Ι)(iii)
(2)και 5(α) του περί της Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 όπως έχει τροποποιηθεί, ότι δηλαδή σε άγνωστη ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή το έτος 2015 στη Λεμεσό, συνωμότησε μαζί με άλλα πρόσωπα να διαπράξουν κακούργημα, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπως αναφέρεται στη 2η κατηγορία (1η κατηγορία). · Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(Ι)(iii)
(2)και 5(α) του περί της Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 όπως έχει τροποποιηθεί και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 165, ότι δηλαδή την 11η Αυγούστου 2015 στη Λεμεσό και Λόφου της επαρχίας Λεμεσού, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η περιουσία της Αντριάνας Ιωάννου, κοσμήματα και χρυσαφικά αξίας €193.372, το χρηματικό ποσό των €15.000 σε μετρητά και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ALCATEL αξίας €100, όλα συνολικής αξίας €208.472, αποτελούσαν έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε τα πιο πάνω (2η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι δηλαδή σε άγνωστη ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή το έτος 2015 στη Λεμεσό και Λόφου, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να διαπράξουν κακούργημα, κλοπή ως αναφέρεται στην 4η κατηγορία (3η κατηγορία). · Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ότι δηλαδή την 11η Αυγούστου 2015 στη Λεμεσό και Λόφου, έκλεψε κοσμήματα και χρυσαφικά αξίας €193.372, το χρηματικό ποσό των €15.000 σε μετρητά και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ALCATEL αξίας €100, όλα συνολικής αξίας €208.472, περιουσία της Αντριάνας Ιωάννου (4η κατηγορία). · Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372, 324(Ι) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ότι δηλαδή την 11η Αυγούστου στη Λόφου συνωμότησε με άλλα πρόσωπα στη διάπραξη πλημμελήματος, της κακόβουλης ζημιάς ως αναφέρεται στην 6η κατηγορία (5η κατηγορία). · Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 324(Ι) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί, ότι δηλαδή την 11η Αυγούστου 2015 στη Λόφου, εσκεμμένα και παράνομα κατέστρεψε το πισινό αριστερό γυαλί του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KSV 849 αξίας €140, περιουσία της Αντριάνας Ιωάννου (6η κατηγορία). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η πλευρά του κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε ότι όλες οι κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στα αρχικά στάδια της ακρόασης, και αφού εξέφρασε την επιθυμία του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, του επιβλήθηκε ποινή και στη συνέχεια κλήθηκε ως μάρτυρας, πρόκειται για το Μ.Κ.
- Σε μεταγενέστερο στάδιο ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε και αυτός σε παραδοχή, όμως επειδή δεν εκδήλωσε, όπως ήταν δικαίωμα του άλλωστε, πρόθεση να καταθέσει ως μάρτυρας στην υπόθεση, το Δικαστήριο δεν προχώρησε σε επιβολή ποινής, κάτι που θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης για τον κατηγορούμενο
- Σημειώνουμε ότι εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν 5 συνολικά μάρτυρες, η παραπονούμενη Αντριάνα Ιωάννου (Μ.Κ.1), ο Κύπρος Μάρκου (Μ.Κ.2), και οι αστυνομικοί Αστ. 1954 Χάρης Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.3), Λοχ. 649 Μιχάλης Βακανάς (Μ.Κ.4) και Λοχ. 1732 Παναγιώτης Μουρίδης (Μ.Κ.5). Περαιτέρω, οι εκπρόσωποι των μερών κατέθεσαν εκ συμφώνου κάποια έγγραφα και δήλωσαν κάποια παραδεχτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ο κ. Ν. Καλλής, εκ μέρους του κατηγορούμενου 3, εισηγήθηκε ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει τον πελάτη του με τη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων. Τα μοναδικά πρόσωπα που με τις καταθέσεις τους στην Αστυνομία είχαν εμπλέξει τον κατηγορούμενο 3 στην παρούσα υπόθεση, ήταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και η μαρτυρία που προέρχεται από αυτούς, ως εισηγήθηκε, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώην κατηγορούμενο 1 (Μ.Κ.2), ανέφερε ότι αυτός δεν μπορούσε κατά την αντεξέταση του να επιβεβαιώσει τα όσα ισχυρίζεται στη γραπτή του κατάθεση και αναφέρθηκε σε σχετικές «ξεκάθαρες» υποβολές που έθεσε στο μάρτυρα και ότι αυτός, σύμφωνα με το συνήγορο, συμφώνησε μαζί του «ότι δεν είχε πάρει χρήματα από τον τρίτο κατηγορούμενο, ούτε χρυσαφικά και ουσιαστικά ανέτρεψε τα όσα ισχυριζόταν στη γραπτή του κατάθεση». Στάθηκε ακόμη σε συγκεκριμένη υποβολή που έθεσε στο Μ.Κ.2 και στην απάντηση που έδωσε. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία, αφού σε τέτοια περίπτωση «θα κληθεί απλά να καλύψει τα κενά της Κατηγορούσας Αρχής», πράγμα ανεπίτρεπτο που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αντίθετη ήταν η άποψη της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία τόνισε ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία. Η κα Ιωαννίδου αφού ανέλυσε τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε ότι ο Μ.Κ.2 κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση (Ένδειξη Γ) και ότι κατά την αντεξέταση του δεν αναίρεσε το περιεχόμενο της, αναφέροντας ότι δεν θυμάται τα γεγονότα λόγω κτυπήματος που υπέστηκε κατά την παραμονή του στις Κεντρικές φυλακές. Δηλαδή ο Μ.Κ.2, κατά την εκπρόσωπο, δεν μπορούσε να θυμηθεί τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην κατάθεση του και εξήγησε το λόγο που «δεν θυμάται και όχι γιατί δεν θέλει». Ήταν η εισήγηση της ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αποδεχτή και θα πρέπει το Δικαστήριο να καλέσει τον κατηγορούμενο 3 σε απολογία. Κατά τη διάρκεια της αγόρευσης της η κα Ιωαννίδου αναφέρθηκε σε σχετικά συγγράμματα και αγγλική νομολογία. Η Αγγλική Πρακτική του 1962 - [1962] 1 All E.R. 448 που εκδόθηκε από το Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court σαν καθοδήγηση για τους Άγγλους Δικαστές όταν εξετάζουν κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η πιο πάνω πρακτική προβλέπει ότι: «. A submission that there is no case to answer may properly be made and upheld: (a) When there has been no evidence to prove an essential element in the alleged offence; (b) when the evidence adduced by the prosecution has been so discredited as a result of cross examination or is so manifestly unreliable that not reasonable tribunal could safely convict on it. Apart from those situations a tribunal should not in general be called on to reach a decision as to conviction or acquittal until the whole of the evidence, which either side wishes to tender, has been placed before it. If, however, a submission is made that there is no case to answer the question should depend not so much on whether the adjudicating tribunal (if compelled to do so) would at that stage convict or acquit but on whether the evidence is such that a reasonable tribunal might convict. If a reasonable tribunal might convict on the evidence so far laid before it, there is a case to answer.» Η Πρακτική του 1962 δεν είναι δεσμευτική για τα Κυπριακά Δικαστήρια, αποτελεί όμως ένα σωστό οδηγό για αυτά όταν ασκούν ποινική δικαιοδοσία[1]. Στην υπόθεση R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1061, το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας τις αρχές από τις οποίες το Δικαστήριο καθοδηγείται, όταν εξετάζει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, είπε τα πιο κάτω, σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Πώς τότε ο Δικαστής πρέπει να αντιμετωπίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει υπόθεση,
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα έχει διαπραχθεί από τον Κατηγορούμενο, δεν υπάρχει δυσκολία. Ο Δικαστής θα σταματήσει φυσικά την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία εγείρεται όταν υπάρχει κάποια μαρτυρία, αλλά αυτή είναι αδύνατου χαρακτήρα (tenuous character), παραδείγματος χάριν λόγω αδυναμίας ή ασάφειας ή όταν δεν συνάδει με άλλη μαρτυρία. (α) Όταν ο Δικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη στον πιο ψηλό βαθμό της (taken as its highest), είναι τέτοια που οι ένορκοι, ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν δικαίως να καταδικάσουν στηριζόμενοι πάνω της, τότε είναι καθήκον του Δικαστή να σταματήσει την υπόθεση. (β) Όταν όμως η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τέτοια που η βαρύτητά της ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα ή από άλλα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των ενόρκων και όταν σε μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία επί της οποίας οι ένορκοι μπορούν να βασισθούν για να καταλήξουν ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε το θέμα πρέπει να αφίεται από το Δικαστήριο για να αποφασισθεί από τους ενόρκους.». Καθοδηγητική και πολύ διαφωτιστική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Ο Δικαστής Πικής, αναλύοντας τον όρο «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» είπε τα πιο κάτω τα οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 CLR
- .................................. H απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) oποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Εξετάσαμε τις εισηγήσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 για απόρριψη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω αρχές. Μελετήσαμε με προσοχή τη μαρτυρία ως επίσης τις σχετικές εισηγήσεις, τόσο του συνηγόρου υπεράσπισης όσο και της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και τη νομολογία. Κρίνουμε ότι για να γίνουν δεκτές οι εισηγήσεις που προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση του κατηγορούμενου 3 θα πρέπει να προηγηθεί αξιολόγηση της μαρτυρίας, και ιδιαίτερα της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό στο στάδιο αυτό. Καταλήγουμε, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία ότι έχουν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως, στο βαθμό που απαιτείται, όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
- (Ο κατηγορούμενος 3 καλείται σε απολογία και το Δικαστήριο τον πληροφορεί για τα δικαιώματά του) (Υπ.) ........................................... Τ. Καρακάννα Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........................................... Α. Κονής Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........................................... Τ. Κατσικίδης Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση (εκ πρώτης όψεως υπόθεση) [1] Αzinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο