← Κύπρος

LORD JEANS TRADING LTD ν. LAMADIOSIO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14894/15, 31/10/2017

LORD JEANS TRADING LTD ν. LAMADIOSIO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14894/15, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B158 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14894/15 LORD JEANS TRADING LTD, εκ Λεμεσού Παραπονούμενη - ν -

  1. LAMADIOSIO LTD
  2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
  3. ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
  4. ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  5. ΧΑΡΗΣ ΛΑΜΠΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενη: κ. Σ. Σωφρονίου. Για κατηγορούμενη 1: κ. Χ. Πογιατζής. Για κατηγορούμενη 3: κ. Π. Κλεοβούλου. Κατηγορούμενη 3 παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά το στάδιο όπου το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, με απόφαση του ημερ. 14.6.17 αθώωσε και απάλλαξε τους κατηγορούμενους 2 και 4 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και απέρριψε τις κατηγορίες 3,4,7,8,11,12,15 και 16 στις οποίες αθωώθηκαν και απαλλαχτήκαν όλοι οι κατηγορούμενοι. Η υπόθεση για τον 5ο κατηγορούμενο είχε αποσυρθεί πριν την έναρξη της δίκης. Η υπόθεση προχώρησε για τους κατηγορούμενους 1 και 3 (στο εξής καλούμενοι ως «κατηγορούμενοι»), οι οποίοι κλήθηκαν σε απολογία στις κατηγορίες 1,2,5,6,9,10,13 και
  6. Με τις κατηγορίες 1,5,9 και 13 η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 305Α

(2)του Κεφ. 154 για την έκδοση τεσσάρων επιταγών η πληρωμή των οποίων ανακλήθηκε άνευ ευλόγου αιτίας και η 3η κατηγορούμενη με τις λοιπές κατηγορίες κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)και 20 του Κεφ. 154 για την παροχή συνδρομής εις την 1η κατηγορούμενη να εκδώσει τις επίδικες επιταγές η πληρωμή των οποίων ανακλήθηκε. Τα πιο πάνω αδικήματα σύμφωνα με το κατηγορητήριο διαπράχθηκαν κατά ή περί τον Αύγουστο 2013. Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: - Οι επίδικες επιταγές κατατέθησαν την ημερομηνία που αναγράφεται επί αυτών εις σφραγίδα «Τράπεζα Κύπρου» δηλαδή εις τις 9.2.15 ως η Τράπεζα Κύπρου ως είναι η Τράπεζα στην οποία η παραπονούμενη εταιρεία διατηρεί το λογαριασμό της. Η Τράπεζα Κύπρου ως είναι η διαδικασία σφράγισε τις επιταγές ότι τις παρέλαβε και τις προώθησε στο τμήμα της ονομαζόμενο 'Clearing'. Ακολούθως σταλήσαν εις την πληρώτρια τράπεζα που είναι η Ελληνική Τράπεζα η τράπεζα δηλαδή που διατηρά η 1η κατηγορούμενη το λογαριασμό της. Δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν πίσω στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία ακολούθως τις επέστρεψε στους δικαιούχους, στην παραπονούμενη εταιρεία Lord Jeans Trading Ltd. - Η παραπονούμενη εταιρεία είναι δεόντως εγγεγραμμένη και λειτουργούσα εταιρεία στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. - Ο κος Σώτος Σωτηρίου ουδέποτε ήταν εγγεγραμμένος διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας σύμφωνα με τα αρχεία του εφόρου εταιρειών αλλά εργαζόταν ως μισθωτός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. - Η 3η κατηγορούμενη απουσίαζε στη Βαρκελώνη από 10.8.13 μέχρι 20.8.13 όπως επίσης δηλώθηκαν ως παραδεκτά τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 5.5 και 5.6 της γραπτής δήλωσης της 3ης κατηγορούμενης Τεκμήριο Β. Κατά τη δίκη παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Πρώτος μάρτυρας από μέρους της παραπονούμενης παρουσιάστηκε ο Σωτήρης Σωτηρίου (ΜΚ1), ο οποίος όπως δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός είναι μισθωτός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Η κυρίως εξέταση και αντεξέταση του μάρτυρα αυτού υπήρξε μακρά και ως εκ τούτου πιο κάτω θα καταγράψω τις κύριες θέσεις του και τα σημεία της μαρτυρίας του τα οποία σχετίζονται με τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα. Αναφέρθηκε στην συμφωνία που είχε ο ίδιος του προσωπικά με τον Χρίστο Ευριπίδου για την ενοικίαση της καφετέριας με το όνομα GIOIA στη Λεμεσό δυνάμει συμφωνίας ημερ. 2.1.08 (Τεκμήριο 2). Ο ίδιος του κατείχε το υποστατικό ως ενοικιαστής δυνάμει συμφωνίας ημερ. 20.10.95 (Τεκμήριο 3), εις την οποία προβλέπεται ότι δεν δικαιούται να υπενοικιάσει το υποστατικό. Προς τούτο εξήγησε ότι είχε συνάντηση με τον πατέρα της ιδιοκτήτριας, ο οποίος υπέγραψε και τη συμφωνία Τεκμήριο 3 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας, τον οποίο ενημέρωσε και έλαβε την προφορική του συγκατάθεση για την υπενοικίαση του υποστατικού. Σύμφωνα επίσης με την πιο πάνω συμφωνία προβλεπόταν το δικαίωμα της παραπονούμενης να λαμβάνει πληρωμές αναφορικά με τα ενοίκια. Η 3η κατηγορούμενη ήταν συνέταιρος του Χρίστου Ευριπίδου και διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας, η οποία με επιταγές που εξέδιδε πληρώνονταν οφειλόμενα ενοίκια δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας Τεκμήριο
  1. Οι τέσσερις επίδικες επιταγές όπως ανέφερε εκδοθήκαν από την 1η κατηγορούμενη έναντι ενοικίων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την επιταγή με αριθμό 91451744 για το ποσό των €7.000.- ημερ. 30.12.13, Τεκμήριο 7 την επιταγή με αριθμό 91451745 για το ποσό των €7.000.- ημερ. 15.1.14, Τεκμήριο 8 την επιταγή με αριθμό 91451746 για το ποσό των €3.000.- ημερ. 29.12.14 και Τεκμήριο 9 την επιταγή με αριθμό 91451748 για το ποσό των €5.000.- ημερ. 8.1.
  2. Οι πιο πάνω επιταγές όπως ανέφερε υπογραφήκαν από την 3η κατηγορούμενη σε συνάντηση την οποία είχαν οι δυο τους σε καφετέρια στη Λεμεσό τον Αύγουστο
  3. Το μέρος αυτό όπως είπε ήταν το σημείο συνάντησης όπου βρίσκονταν πάντοτε με την 3η κατηγορούμενη η οποία εξέδωσε και παρέδωσε στον ίδιο άλλες επιταγές για τα ενοίκια. Αναφορικά με τη συμπλήρωση των επιταγών εξήγησε ότι, εις τις επιταγές Τεκμήριο 6,7 και 9 το ποσό με αριθμούς και ολογράφως συμπληρώθηκε από την 3η κατηγορούμενη ενώ της ζήτησε να μην συμπληρώσει το όνομα το οποίο συμπλήρωνε ο ίδιος είτε με το δικό του όνομα ή της εταιρείας του, γεγονός το οποίο γνώριζε η 3η κατηγορούμενη και είχε αποδεχτεί. Η επιταγή Τεκμήριο 8 είχε συμπληρωθεί από τον ίδιο πλην της υπογραφής η οποία ανήκει στην 3η κατηγορούμενη. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 10 στην οποία όπως είπε αναφέρονται τα ποσά τα οποία οφείλονται ως ενοίκια τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €276.168,75σ. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της 1ης κατηγορούμενης, του τέθηκε η θέση ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 ήταν παράνομη εφόσον δεν εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας για την υπενοικίαση του υποστατικού Επανέλαβε τη θέση του ότι εξασφάλισε την προφορική συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας μέσω του πατέρα της. Τέθηκε επίσης στον ΜΚ1 η θέση ότι οι επίδικες επιταγές όπως πολλές άλλες δίδονταν ως εγγύηση πληρωμής των ενοικίων και με την πληρωμή των ενοικίων οι επιταγές έπρεπε να επιστραφούν. Επέμενε ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν ενοίκια και τίποτε άλλο και δοθήσαν έναντι των ενοικίων και όχι για να τις επιστρέψει. Τέθηκε στον μάρτυρα από πλευράς υπεράσπισης η θέση ότι με εύλογη αιτία ανακληθήκαν οι επίδικες επιταγές εφόσον η 1η κατηγορούμενη υπέστη ζημιές από πυρκαγιά που τέθηκε στο υποστατικό όπου ο ΜΚ1 είχε ευθύνη να το ασφαλίσει και παρέλειψε να πράξει τούτο. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι βάσει του συμβολαίου ο ίδιος του ήταν υπεύθυνος να ασφαλίσει το υποστατικό, αλλά λόγω πολλών γεγονότων με χειροβομβίδες, βόμβες και φωτιές που είχαν τεθεί στον υποστατικό είχε ακυρωθεί από την ασφαλιστική η ασφάλεια την οποία πλήρωνε και παρ' όλες τις προσπάθειες να εξεύρει ασφαλιστική κάλυψη καμία εταιρεία δεν αναλάμβανε την ευθύνη, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι παράνομα χρέωνε Φ.Π.Α. επί των ενοικίων και ανέφερε ότι δεν υπήρχε για πολλά χρόνια αντίδραση για την πληρωμή του Φ.Π.Α. και ο ίδιος του το πλήρωνε δεν το κρατούσε. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο της 3ης κατηγορούμενης ουσιαστικά αμφισβητήθηκε το γεγονός της συνάντησης εις την καφετέρια με την ονομασία Pascussi τον Αύγουστο 2013 όπου κατά τον ΜΚ1 συναντήθηκε με την 3η κατηγορούμενη όπου και εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Αμφισβητήθηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές υπογραφήκαν από την 3η κατηγορούμενη. Ο μάρτυρας επί τούτου επαναλάμβανε τα όσα ανέφερε εις την κυρίως εξέταση του. Τα πιο πάνω αποτελούν την ουσία της μαρτυρίας του ΜΚ1 η οποία σχετίζεται με τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα. Θέση της 1ης κατηγορούμενης αποτέλεσε ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν εγγύηση για την πληρωμή μελλοντικών ενοικίων. Για τη θέση αυτή ο ΜΚ1 εξήγησε ότι ναι μεν σε κάποιες περιπτώσεις δίδονταν επιταγές για μελλοντικά ενοίκια, οι επιταγές όμως οι επίδικες αφορούσαν ενοίκια τα οποία δεν είχαν πληρωθεί ούτε και δοθήσαν μετρητά έναντι αυτών των επιταγών για να επιστραφούν στην 1η κατηγορούμενη. Εις ότι αφορά την αμφισβήτηση του ύψους των οφειλομένων ενοικίων να σημειωθεί ότι αν και το ζήτημα αυτό δεν εξετάζεται εις τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η μαρτυρία της λογίστριας της παραπονούμενης ΜΚ4, όπως θα διαφανεί κατωτέρω αναφέρει με λεπτομέρεια τις χρεώσεις και πιστώσεις που γίνονταν καθ' όλη την διάρκεια της ενοικίασης, κατά τρόπο που επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του ΜΚ
  4. Εις ότι αφορά την υποχρέωση ασφάλισης του υποστατικού από τον ΜΚ1, τα όσα ανέφερε κρίνονται πειστικά. Κατ' αρχάς φαίνεται από το Τεκμήριο 10 και 30 και με βάση τα όσα ανέφερε η ΜΚ4, ότι όντως για κάποιο χρονικό διάστημα πληρωνόταν από τον ίδιο ασφαλιστική κάλυψη την οποία στη συνέχεια χρέωνε στο λογαριασμό του Χρίστου Ευριπίδου ο οποίος πλήρωνε το εν λόγω ποσό και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Αποδέχομαι την εξήγηση την οποία ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε μετά από κάποια γεγονότα να ασφαλίσει το υποστατικό. Αναφορικά τώρα με τη θέση του ότι συναντήθηκε με την 3η κατηγορούμενη η οποία συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές και τις παρέδωσε στον ίδιο αναφέρω τα ακόλουθα. Κατ' αρχάς η θέση του ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρωθήκαν από την 3η κατηγορούμενη όπως διεφάνηκε από την μαρτυρία του γραφολόγου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, η συμπλήρωση δεν έγινε από την 3η κατηγορούμενη. Επομένως δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρωθήκαν από την 3η κατηγορούμενη. Για το ζήτημα αυτό αποτέλεσε θέση του μάρτυρα της 1ης κατηγορούμενης και της 3ης κατηγορούμενης, μετά την κλήση τους σε απολογία, ότι οι επίδικες επιταγές δοθήκαν στον ΜΚ1 από τον Χρίστο Ευριπίδου και ότι κάποιες από αυτές είχαν συμπληρωθεί από τον Ευριπίδου. Κάτι τέτοιο ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας και δη στον ΜΚ1 για να τοποθετηθεί. Όπως επίσης παρατηρώ ότι η 3η κατηγορούμενη πριν την κλήση της σε απολογία αρνείτο την υπογραφή των επίδικων επιταγών και την οποιαδήποτε γνώση της εν σχέση με αυτές. Στη συνέχεια δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή των επιταγών από την ίδια και τελικά με την τελική αγόρευση της αναφέρεται ότι παραδέχεται την έκδοση των επίδικων επιταγών όπως επίσης και η 1η κατηγορούμενη όπως διεφάνηκε τόσο με την μαρτυρία του Ευριπίδου και την τελική αγόρευση της δεν αμφισβητεί την έκδοση των επίδικων επιταγών. Επομένως ενόψει των πιο πάνω και των όσων εν τέλει δεν αμφισβητούναι από πλευράς υπεράσπισης, η θέση του ΜΚ1 ότι συμπληρωθήκαν οι επίδικες επιταγές από την 3η κατηγορούμενη, η οποία δεν γίνεται αποδεκτή ενόψει της μαρτυρίας του γραφολόγου η οποία δεν αμφισβητήθηκε, δεν μπορεί να καθορίσει την κρίση μου για την αξιοπιστία του μάρτυρα. Το ότι οι επιταγές δοθήσαν από την 3η κατηγορούμενη στην καφετέρια Pascussi, δεν έχω λόγο να μην το αποδεχτώ, τη στιγμή επαναλαμβάνω ότι για πρώτη φορά αναφέρθηκε ότι ο Ευριπίδου έδωσε τις επιταγές στον ΜΚ1 μετά την κλήση των κατηγορουμένων 1 και 3 σε απολογία ενώ τέτοια θέση ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας. Σημειώνω ότι ενόψει της μαρτυρίας η οποία δόθηκε αναφορικά με τη συμπλήρωση των επιταγών από αμφότερας πλευρές, δεν δύναμαι να στηριχτώ στην μαρτυρία του ΜΚ1 για να καταλήξω σε εύρημα αναφορικά με το ποιο πρόσωπο συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές. Επαναλαμβάνω όμως ότι ενόψει και των τελικών θέσεων των κατηγορουμένων, φαίνεται ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών δεν αμφισβητείται όπου κάτι τέτοιο εξυπακούει και την μη αμφισβήτηση της συμπλήρωσης τους. Ο ΜΚ1 παρά τη μακρά αντεξέταση την οποία υπέστη δεν παρατήρησα να έχει υποπέσει σε αντιφάσεις, κυρίως επί των ουσιαστικών πτυχών της υπόθεσης. Η αξιοπιστία του επί των ουσιαστικών επιδίκων γεγονότων και ζητημάτων δεν κλονίστηκε εφόσον παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΚ1, εκτός του μέρους που αφορά τη συμπλήρωση των επίδικων επιταγών από την 3η κατηγορούμενη, κρίνεται πειστική και γίνεται αποδεκτή. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η Γεωργία Ροτσάκη (ΜΚ2), η οποία εργάζεται εις το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη ανέφερε τους μετόχους αυτής και κατέθεσε πιστοποιητικό μετόχων ημερ. 28.3.17 ως Τεκμήριο 18 από 21.6.12 μέχρι 18.2.14 όπου φαίνονται ως μέτοχοι οι Ευριπίδου, η 3η κατηγορούμενη και ο Χάρης Λάμπης και για την περίοδο 19.2.14 με 28.3.17 ως Τεκμήριο 19 όπου μέτοχοι φαίνονται ο Ευριπίδου και η 3η κατηγορούμενη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 και 21 πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέα για την περίοδο 21.6.12 μέχρι 28.3.
  5. Η μαρτυρία της ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε και ήταν τυπική. Η μάρτυρας κρίνεται ειλικρινής, πειστική και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η Αθανασία Σωφρονίου (ΜΚ3), η οποία εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και όπως ανέφερε η 1η κατηγορούμενη ήταν πελάτης της τράπεζας και διατηρούσε ένα λογαριασμό από τον οποίο μπορούσαν να εκδοθούν επιταγές. Τον Αύγουστο 2013 ανέφερε ότι η 3η κατηγορούμενη είχε δικαίωμα υπογραφής για την 1η κατηγορούμενη, δικαίωμα το οποίο είχε μέχρι 3.2.14 όπου άλλαξε στις 10.2.14 το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή. Τις υποδείχθηκαν οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 6-9 και ανέφερε ότι αυτές παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα. Εξήγησε ότι οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν για δυο λόγους, η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη και αναγνώρισε την υπογραφή της 3ης κατηγορούμενης επί των επιταγών και για τον δεύτερο λόγο ότι η υπογραφή του εκδότη διέφερε από το δείγμα που είχε η τράπεζα. Εξήγησε ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή μετά την αλλαγή του υπογραφέα και μετά όπου η 3η κατηγορούμενη απέσυρε την υπογραφή της (Τεκμήριο 26). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 το έντυπο με τις οδηγίες για ανάκληση πληρωμής των επιταγών ημερ. 22.10.13, ως Τεκμήριο 25 το έντυπο δείγματος υπογραφών λογαριασμού με συνημμένη απόφαση της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 20.12.12 εις το οποίο φαίνεται ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο η 3η κατηγορούμενη και ως Τεκμήριο 27 δείγμα υπογραφής ημερ. 17.2.
  6. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 28 κατάσταση λογαριασμού για τον τραπεζικό λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Εξήγησε το περιεχόμενο του και ερωτήθηκε κατά πόσο υπήρχαν κεφάλαια για πληρωμή τους κατά τον Αύγουστο 2013 και κατά το χρόνο όπου ήταν πληρωτέες. Θέση της μάρτυρος ήταν ότι οι επιταγές δεν πληρωθήκαν λόγω, μεταξύ άλλων, της ανάκλησης πληρωμής τους. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι χρονικά η τράπεζα διαπίστωσε ως λόγο μη πληρωμής την ανάκληση της πληρωμής των επιταγών γεγονός το οποίο προηγήθηκε της αλλαγής εις το όνομα του υπογράφοντος. Διευκρίνισε επίσης ότι οι οδηγίες ανάκλησης των επίδικων επιταγών λήφθηκαν από την τράπεζα πριν την παρουσίαση τους για πληρωμή. Από πλευράς της 3ης κατηγορούμενης ερωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να παρατηρήσει διαφορές εις το γραφικό χαρακτήρα που φέρει η συμπλήρωση των επίδικων επιταγών. Η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό δεν είναι στα καθήκοντα της και δεν έχει γνώσεις γραφολόγου. Η μάρτυρας ανέφερε όσα γνωρίζει μέσα από την άσκηση των τραπεζικών της καθηκόντων και διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους οι επίδικες επιταγές δεν είχαν πληρωθεί διευκρινίζοντας ότι χρονικά προηγήθηκε η ανάκληση της πληρωμής τους. Ουσιαστικά η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς κατηγορουμένων όπου αντεξεταζόμενη της υποβληθήκαν περισσότερο διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η μαρτυρία της κρίνεται πειστική και την αποδέχομαι. Τελευταία μάρτυρας από μέρους της παραπονούμενης παρουσιάστηκε η Ριάνα Βρυωνίδου (ΜΚ4), η οποία εργάζεται στο λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας για 19 χρόνια. Ετοίμασε όπως είπε κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τα ενοίκια σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία είχε ενώπιον της όπως τιμολόγια, αποδείξεις, επιστροφές επιταγών, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Κατέθεσε επίσης κατάσταση λογαριασμού ημερ. 1.12.05 ως Τεκμήριο 30 την οποία επίσης ετοίμασε η ίδια και εξήγησε ότι σημείωσε με πράσινο χρώμα τις ασφάλειες που είχαν χρεωθεί. Εις ότι αφορά την πληρωμή της ασφάλειας ανέφερε ότι προβλεπόταν στο συμβόλαιο η ασφάλιση του υποστατικού, τα ασφάλιστρα πληρώνονταν από τον ΜΚ1 και μέρος αυτών χρεωνόταν στον Ευριπίδου, ενώ στη συνέχεια λόγω κάποιων περιστατικών η ασφάλεια δεν παρείχε πλέον ασφαλιστική κάλυψη. Ακολούθως εξήγησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 29 και 30, τις πληρωμές που γίνονταν έναντι των ενοικίων και από ποιον γίνονταν και ποιο ήταν το εκάστοτε υπόλοιπο. Ανέφερε ότι δίδονταν επιταγές για προπληρωμή των ενοικίων. Κάποιες από αυτές τις επιταγές επιστρέφονταν αλλά στο τέλος πληρώνονταν. Ανέφερε ότι απόδειξη πληρωμής έβγαζε με την παραλαβή των επιταγών και όχι με την εξόφληση. Αναφορικά με τη συμπλήρωση των επίδικων επιταγών ανέφερε: το Τεκμήριο 6 το όνομα δικαιούχου συμπληρώθηκε από τη συνάδελφο της στο λογιστήριο. Το ποσό και ημερομηνία ήταν συμπληρωμένα. Το Τεκμήριο 7 το όνομα δικαιούχου συμπληρώθηκε από τη συνάδελφο της στο λογιστήριο και τα υπόλοιπα ήταν συμπληρωμένα. Το Τεκμήριο 8 η συμπλήρωση πλην του ποσού της επιταγής αριθμητικά είναι συμπληρωμένα από τον ΜΚ1 αλλά δεν γνώριζε ποιος συμπλήρωσε το ποσό αριθμητικά και εξ όσων γνωρίζει δεν είναι του ΜΚ
  8. Το Τεκμήριο 9 το όνομα του δικαιούχου συμπληρώθηκε από την συνάδελφο της στο λογιστήριο όπως και η ημερομηνία ενώ το ποσό αριθμητικά και ολογράφως δεν είναι της συναδέλφου της. Ερωτηθείς οι επίδικες επιταγές τι αφορούσαν, ανέφερε ότι αφορούσαν τα ενοίκια Ιουνίου μέχρι Σεπτέμβριο 2013 και μέρος Οκτωβρίου. Ανέφερε τέλος ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δίδονταν στον Ευριπίδου από τον ΜΚ1 σε κάθε συνάντηση τους. Η ίδια της ετοίμαζε τα αντίγραφα που θα δίδονταν και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
  9. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο της 1ης κατηγορούμενης ανέφερε ότι παραλάμβανε από τον ΜΚ1 επιταγές όταν αυτές ήταν πληρωτέες. Ο ΜΚ1 κρατούσε τις μεταχρονολογημένες επιταγές γιατί μπορούσε κάποια να πληρωθεί και την επέστρεφε. Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε κάποιες επιταγές που της υποδείχθηκαν (Τεκμήριο 34) και ανέφερε ότι αυτές επιστραφήκαν όπως φαίνεται εις το Τεκμήριο
  10. Της υποδείχθηκε και αναγνώρισε την επιστολή ημερ. 6.7.15 η οποία στάληκε από την ίδια στον Παναγιώτη Ευσταθίου, Τεκμήριο 35 και συμφώνησε ότι η ίδια την ετοίμασε. Εις την εν λόγω επιστολή αναφέρει ότι οι επιταγές Τεκμήρια 6, 7 και 9 παραλήφθησαν από τον ΜΚ1 την 2.8.13 και οι επιταγές με αρ. 91451742 (η οποία δεν είναι επίδικη) και η επιταγή Τεκμήριο 8, περίπου εκείνη την περίοδο. Μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών ανέφερε ότι ληφθήκαν χρήματα έναντι των ενοικίων όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήρια 29 και 30) ποσό €5.500.- για το έτος 2014 σε μετρητά και το 2015 ποσό €18.300.- Της υποβλήθηκε από πλευράς της 1ης κατηγορούμενης η θέση ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε είναι λανθασμένες για το λόγο ότι είχε συμφωνηθεί ενοίκιο χαμηλότερο για το ποσό των €6.000 όχι €6.800.- όπως φαίνεται εις τις καταστάσεις λογαριασμού. Η μάρτυρας δεν γνώριζε τέτοια συμφωνία για μείωση του ενοικίου. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο της 3ης κατηγορούμενης ερωτήθηκε κατά πόσο οι κατηγορούμενοι ήταν ενήμεροι για το ότι δεν ήταν ασφαλισμένο το υποστατικό. Ανέφερε ότι όπως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 30) μέχρι την 31.1.11 υπήρχαν τιμολόγια για την ασφάλεια όπου ήταν η τελευταία ημερομηνία που τους ασφάλισε η εταιρεία. Για το γεγονός αυτό ενημερώθηκε ο Ευριπίδου από τον ΜΚ1 ο οποίος γνώριζε για το γεγονός αυτό εφόσον πλήρωνε με ξεχωριστές επιταγές τα ασφάλιστρα. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 36 και 37 έγγραφα από την ασφαλιστική εταιρεία και απόδειξη είσπραξης, από τα οποία προκύπτει ότι εκδίδονταν τιμολόγια από την παραπονούμενη εις το όνομα του Ευριπίδου αναφορικά με την χρέωση των ασφαλίστρων. Η μάρτυρας αυτή εξήγησε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια και σαφήνεια τα Τεκμήρια τα οποία ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία της και η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί από την αντεξέταση. Απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα τις απαντήσεις που τις τίθονταν από την υπεράσπιση χωρίς να διαπιστώνω από μέρους της οποιαδήποτε προσπάθεια να βοηθήσει την παραπονούμενη ή να αποκρύψει την αλήθεια. Η μαρτυρία της ενισχύει επίσης τη μαρτυρία του ΜΚ1, αναφορικά με τις πληρωμές που γίνονταν έναντι των ενοικίων αλλά και το γεγονός ότι για κάποιο διάστημα πληρωνόταν ασφαλιστική κάλυψη από τον ΜΚ1 για το ενοικιαζόμενο υποστατικό το οποίο χρεωνόταν στον Ευριπίδου ο οποίος το κατέβαλλε, θέση η οποία επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 36 και
  11. Ενόψει των πιο πάνω η ΜΚ4 κρίνεται ειλικρινής, η μαρτυρία της πειστική και την αποδέχομαι. Από μέρους της 1ης κατηγορούμενης μαρτυρία έδωσε ο διευθυντής της Χρίστος Ευριπίδου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Αναφέρει ότι η συμφωνία την οποία είχε συνάψει με τον ΜΚ1 ήταν εξ υπαρχής άκυρη εφόσον δεν είχε εξασφαλιστεί προηγουμένως η συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας, γεγονός το οποίο έμαθε αργότερα. Σημειώνεται ότι για το ζήτημα αυτό το Δικαστήριο εις τα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης όπου εξετάζεται η τυχόν ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, δεν δύναται να εξετάσει την ουσία της διαφοράς αυτής των διαδίκων, η οποία άπτεται ζητήματος που αφορά την όποια τυχόν αστική τους διαφορά. Ειδικότερα όπου στην προκειμένη περίπτωση δεν φάνηκε από τη μαρτυρία της υπεράσπισης ότι ως λόγος ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών αποτέλεσε το ζήτημα αυτό. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω το ζήτημα αυτό προβάλλεται εν σχέση με το νόμιμο αντάλλαγμα των επιταγών το οποίο θα εξεταστεί πιο κάτω. Σε μεγάλο μέρος της γραπτής του δήλωσης επαναλαμβάνει ότι δίδονταν επιταγές ως εγγύηση για πληρωμή μελλοντικών ενοικίων οι οποίες θα επιστρέφονταν με την πληρωμή των ενοικίων. Στην πορεία δίδονταν στον ΜΚ1 επιταγές ή μετρητά για πληρωμή ενοικίων και οι μεταχρονολογημένες επιταγές επιστρέφονταν. Αρκετές φορές παρ' όλο όπου πληρώνονταν ενοίκια ο ΜΚ1 δεν επέστρεφε τις επιταγές που κρατούσε. Η θέση του μάρτυρα ότι οι επίδικες επιταγές δίδονταν ως εγγύηση πληρωμής μελλοντικών ενοικίων και δεν δοθήσαν για να κατατεθούν προς εξαργύρωση, θέση την οποία ανέφερε επανειλημμένως, βρίσκεται σε αντίφαση με τη θέση του μάρτυρα την οποία ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν και παραδοθήκαν στον ΜΚ1 μετά από προφορική συμφωνία για τον τρόπο και ποσό πληρωμής των ενοικίων. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ουσιαστικά η 1η κατηγορούμενη παρέδωσε τις επίδικες επιταγές στον ΜΚ1 για την πληρωμή των ενοικίων. Δεν έχει αμφισβητηθεί επίσης ευθαρσώς το ποσό το οποίο κατέληξε η ΜΚ4 ως οφειλόμενο. Αντιθέτως το μόνο ζήτημα το οποίο ετέθηκε στην ΜΚ4 είναι ότι οι επίδικες επιταγές ήταν χωρίς αντάλλαγμα λόγω του ότι η επιχείρηση καταστράφηκε από την πυρκαγιά και ότι είχε συμφωνηθεί σε κάποιο στάδιο η καταβολή μειωμένου ενοικίου. Ακόμα δε πιο σημαντικό ο μάρτυρας αυτός δεν ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν πληρωθεί με άλλο τρόπο και θα έπρεπε να επιστραφούν, όπου κάτι τέτοιο θα είχε σημασία στην όλη εκδοχή την οποία προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο για τον τρόπο πληρωμής των ενοικίων. Τα όσα ανέφερε επίσης εν σχέση με το ύψος των οφειλομένων ενοικίων δεν κρίνονται πειστικά υπό το φως του γεγονότος ότι μετά την ανάκληση των επίδικων επιταγών αλλά και μετά την πυρκαγιά, σύμφωνα με την ΜΚ4, έγιναν πληρωμές έναντι των ενοικίων και κάτι τέτοιο δεν έχει αμφισβητηθεί. Οι αναφορές του στον τρόπο πληρωμής των ενοικίων κρίνονται γενικές και ασαφείς χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά εις τις επίδικες επιταγές τις οποίες σύμφωνα με τη μαρτυρία του φαίνεται να εξέδωσε η 1η κατηγορούμενη για την πληρωμή συγκεκριμένων ενοικίων. Η δε θέση της υπεράσπισης και του μάρτυρα ότι οι επίδικες επιταγές όπως και άλλες δίδονταν ως εγγύηση για πληρωμή μελλοντικών ενοικίων δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κρίση του Δικαστηρίου από τη στιγμή όπου δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες επιταγές είχαν πληρωθεί. Το μαγαζί όπως είπε από το 2012 και μετά το λειτουργούσε η 1η κατηγορούμενη και τέλη του 2012 ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να αφαιρεθεί το ποσό του Φ.Π.Α. το οποίο κατά τον μάρτυρα παράνομα χρέωνε. Η θέση αυτή και πάλι κρίνεται γενική και αόριστη εφόσον δεν έχει τεθεί με σαφή τρόπο ποιο κατά την άποψη του ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο ακόμα και αν αφαιρείτο το ποσό αυτό του Φ.Π.Α. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι η πληρωμή των επιταγών ανακλήθηκε λόγω του ότι δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για το υποστατικό. Στην παρ. 25 της δήλωσης του αναφέρει ότι πλήρωνε φρουρούς ασφαλείας για το υποστατικό και ανέφερε στον ΜΚ1 ότι τα ποσά αυτά έπρεπε να αφαιρεθούν από τα ενοίκια. Τούτο σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 36 και 37 φανερώνει ότι ήταν γνωστό στην 1η κατηγορούμενη ότι δεν υπήρχε πλέον κάλυψη από 31.1.11 επομένως η θέση του αυτή δεν μπορεί να κριθεί πειστική. Για πρώτη φορά με τη γραπτή του δήλωση ο μάρτυρας αναφέρει ότι μετά από απειλές του ΜΚ1 ότι θα διακόψει την παροχή ρεύματος αναγκάστηκε να του δώσει τις τέσσερις επιταγές και αυτό έγινε περί τον Αύγουστο
  12. Κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών ανέφερε ότι ήταν διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης και η κατηγορούμενη 3 διαχειρίστρια του λογαριασμού του βιβλιαρίου επιταγών της εταιρείας. Ανέφερε περαιτέρω ότι τον Αύγουστο 2013 συναντήθηκαν οι συνέταιροι στο υποστατικό και συμφώνησαν την έκδοση των επίδικων επιταγών ως εγγυητικών πληρωμής των ενοικίων τις οποίες υπέγραψε η 3η κατηγορούμενη και κάποια ποσά τα σημείωσε ο ίδιος του χειρόγραφα. Κατ΄αρχάς τα πιο πάνω δεν τέθηκαν σε οποιοδήποτε εκ των μαρτύρων της παραπονούμενης. Ουδέποτε υπεβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ότι ο μάρτυρας έδωσε τις επιταγές στον ΜΚ1 και όχι η 3η κατηγορούμενη και ουδέποτε τέθηκε σ' αυτούς ότι η όποια συμπλήρωση έγινε από τον μάρτυρα. Θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε προς τούτο ο μάρτυρας αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και από τη στιγμή όπου δεν δόθηκε η ευκαιρία στους μάρτυρες κατηγορίας να απαντήσουν σε τέτοιες θέσεις, η μαρτυρία του για τα ζητήματα αυτά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αυτό το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του και δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ίδιο οι επίδικες επιταγές υπογραφήκαν από την 3η κατηγορούμενη και δοθήκαν στον ΜΚ1 μετά από συνεννόηση του Ευριπίδου και της 3ης κατηγορούμενης. Ο μάρτυρας αυτός προβαίνει επίσης σε ασαφή αναφορά ότι οι επίδικες επιταγές δεν είχαν την έννοια της επιταγής, θέση την οποία δεν μπόρεσε να εξηγήσει και τεκμηριώσει κατά την αντεξέταση του. Παρά την πιο πάνω θέση του στη συνέχεια προβάλλει ότι εύλογα ανακλήθηκε η πληρωμή τους λόγω του ότι ήταν εξοφλημένες όπως φαίνεται από τις μελλοντικές πληρωμές οι οποίες γίνονταν από την 1η κατηγορούμενη και φαίνονται εις τις καταστάσεις λογαριασμού. Τέτοια θέση πέραν του ότι είναι αντίθετη με τη θέση του ότι οι επίδικες επιταγές δεν είναι επιταγές, δεν έχει τεκμηριωθεί με οποιοδήποτε στοιχείο από τον ίδιο ότι οι επίδικες επιταγές ήταν εξοφλημένες. Οι θέσεις του μάρτυρα ως προς τους λόγους ανάκλησης πληρωμής των επιταγών από μέρους της 1ης κατηγορούμενης όπως προέκυψε και από την αντεξέταση δεν ήταν σαφείς και συγκεκριμένες. Από τη μια ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές ήταν ξοφλημένες, ότι δίδονταν ως εγγύηση και έπρεπε να επιστραφούν, την άλλη ότι γινόταν παράνομη χρέωση Φ.Π.Α. και ότι δεν υπήρχε ασφάλεια για το υποστατικό σε ισχύ ως ήταν η ευθύνη του ΜΚ
  13. Παρά τις διαφορετικές του θέσεις για τους λόγους ανάκλησης της πληρωμής, στο τέλος της δήλωσης του αναφέρει ότι λόγω της χρέωσης Φ.Π.Α. και λόγω της πυρκαγιάς η οποία κατέστρεψε το υποστατικό υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης πληρωμής των επιταγών. Η όλη εκδοχή του μάρτυρα δεν μπορεί να κριθεί πειστική και για ακόμα ένα λόγο. Ενώ προέβαλε όλα τα πιο πάνω κατά την κυρίως εξέταση του, όπως διεφάνηκε από την αντεξέταση του μετά την πυρκαγιά συνεχίστηκε η συνεργασία και όπως φαίνεται εις το Τεκμήριο 29 γίνονταν πληρωμές ενοικίων τόσο μετά την πυρκαγιά όσο και μέχρι το
  14. Αντίφαση επίσης παρατηρείται στο σημείο της μαρτυρίας του όπου στην δήλωση του αναφέρει ότι κάποιες επιταγές συμπλήρωσε ο ίδιος, στην αντεξέταση του σε κάποιο σημείο φαίνεται να δέχεται ότι συμπλήρωσε όλες τις επιταγές ενώ σε άλλο σημείο βλέποντας τις επίδικες επιταγές αναγνώρισε μόνο το γραφικό του χαρακτήρα στα Τεκμήρια 6,7 και
  15. Ενώ κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας καμία από τις πιο πάνω θέσεις δεν τέθηκε εις τους μάρτυρες αυτούς. Αντιθέτως καθ' όλη την παρουσίαση της μαρτυρίας της παραπονουμένης από πλευράς όλων των κατηγορουμένων τηρήθηκε σιγή ιχθύος, αρνούμενοι με γενικότητα κάθε πτυχή της μαρτυρίας του ΜΚ1 για τα ζητήματα αυτά χωρίς να θέσουν σε αυτόν συγκεκριμένη θέση. Η κρίση μου περί της αναξιοπιστίας του μάρτυρα αυτού και η κατάληξη μου ότι τα όσα ανέφερε αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις ενισχύεται και από την επιστολή Τεκμήριο 11 ημερ. 27.11.15 η οποία στάληκε από τους συνηγόρους της 1ης κατηγορούμενης εις τον ΜΚ
  16. Τα όσα αναφέρονται εις την επιστολή αυτή αφορούν παράπονα των κατηγορουμένων τα οποία εκφράστηκαν για πρώτη φορά με την πιο πάνω επιστολή η οποία στάληκε δυο χρόνια μετά την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών η οποία έγινε στις 22.10.13 ενώ για πρώτη φορά αποστέλλεται τέτοια επιστολή στον ΜΚ1 μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης η οποία έγινε την 3.8.
  17. Η όλη εκδοχή της υπεράσπισης της 1ης κατηγορούμενης δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης της. Ενώ κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας φάνηκε η 1η κατηγορούμενη να αμφισβητεί κατά γενικό και ασαφή τρόπο τη συγκατάθεση της για την συμπλήρωση των επίδικων επιταγών, ο μάρτυρας της 1ης κατηγορούμενης προβάλλει με την μαρτυρία μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ότι δηλαδή σε συνάντηση με την 3η κατηγορούμενη εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές και κάποιες από αυτές μάλιστα συμπληρωθήκαν από τον ίδιο. Οι αντικρουόμενες αυτές εκδοχές δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής της μαρτυρίας του μάρτυρα υπεράσπισης της 1ης κατηγορούμενης. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα της 1ης κατηγορούμενης δεν κρίνεται ειλικρινής και στερείται πειστικότητας. Ως εκ τούτου δεν την αποδέχομαι, εκτός του γεγονότος ότι συμφωνήθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών σε συνάντηση που είχε με την 3η κατηγορούμενη για να δοθούν για την πληρωμή ενοικίων. Η 3η κατηγορούμενη κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Β. Με τα όσα αναφέρει σε αυτήν προσπάθησε να μεταφέρει από το πρόσωπο της την όποια ευθύνη τυχόν φέρει για την παρούσα υπόθεση εφόσον κατά την ίδια ο μόνος λόγος ο οποίος βρέθηκε διευθύντρια και μέτοχος της 1ης κατηγορούμενης ήταν λόγω του πρώην συζύγου της ενώ για τη διαχείριση και ότι αφορούσε την εταιρεία και την επιχείρηση δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή. Παρά την πιο πάνω θέση της, φαίνεται ότι η ίδια της ήταν μέτοχος στην 1η κατηγορούμενη από την ίδρυση της τον Ιούνιο 2012 αλλά και το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές γι' αυτήν από το Δεκέμβριο 2012, όπως φαίνεται εις τα Τεκμήρια 18, 19 και
  18. Πέραν των όσων προκύπτουν από τα πιο πάνω Τεκμήρια αναφορικά με την εμπλοκή της 3ης κατηγορούμενη εις την 1η κατηγορούμενη η οποία σύμφωνα με τα όσα αναφερθήκαν διαχειριζόταν την ενοικιαζόμενη καφετέρια, ο μάρτυρας υπεράσπισης της 1ης κατηγορούμενης ανέφερε ότι η 3η κατηγορούμενη διαχειριζόταν το λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης, θέση με την οποία δεν φαίνεται να διαφωνεί η 3η κατηγορούμενη η οποία εις την δήλωση της αναφέρεται σε διάφορες συζητήσεις που έγιναν και αποφάσεις που λήφθησαν αναφορικά με την ενοικίαση της καφετέριας αλλά και την πληρωμή των ενοικίων (παρ. 5.1, 9, 10 του Τεκμηρίου Β). Όπως επίσης αναφέρει ότι συναντήθηκε μαζί με τον ΜΚ1 δυο φορές για διάφορα θέματα του μαγαζιού (παρ. 5.8 του Τεκμηρίου Β). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η κατηγορούμενη 3 είχε ενεργό ρόλο στην διαχείριση της εταιρείας αλλά και της επιχείρησης και δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο για τον τυπικό και μόνο ρόλο της στην 1η κατηγορούμενη. Πέραν των πιο πάνω όπως αναφέρει στην δήλωση της (παρ. 9) η ίδια μαζί με τους υπόλοιπους άρχισαν τις επιδιορθώσεις της καφετέριας μετά την πυρκαγιά και συζήτησε με τους υπόλοιπους συνεταίρους για την αποκατάσταση της ζημιάς όπως επίσης συζητούσαν ότι τη ζημιά θα έπρεπε να καλύψει ο ΜΚ1 καθώς επίσης μετά από συζήτηση και σχετική απόφαση που λήφθηκε η ίδια της προχώρησε στην ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών. Όπως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση του μάρτυρα υπεράσπισης της 1ης κατηγορούμενης, ενώ η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αρνείτο γενικά την υπογραφή των επιταγών από την 3η κατηγορούμενη και τη συμπλήρωση τους κατά τον τρόπο που ανέφερε ο ΜΚ1, χωρίς να τεθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση προς τούτο, με την δήλωση της η 3η κατηγορούμενη για πρώτη φορά προβάλλει ότι οι επιταγές υπογραφήκαν από την ίδια, κάποιες από αυτές υπογραφήκαν προγενέστερα και δοθήκαν στον Ευριπίδου και δοθήσαν στον τελευταίο για να τις παραδώσει στον ΜΚ
  19. Οι αντικρουόμενες αυτές θέσεις της 3ης κατηγορούμενης στερούν την απαιτούμενη πειστικότητα από την όλη εκδοχή της η οποία δεν προωθήθηκε κατά σαφή και συγκεκριμένο τρόπο. Ουσιαστικά η 3η κατηγορούμενη με την δήλωση της (παρ. 5.4 του Τεκμηρίου Β) αποδέχεται ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές μέσα στον Αύγουστο 2013 και αμφισβητεί ότι συναντήθηκε με τον ΜΚ1 στο καφέ Pascucci. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αποφάσισε με τους λοιπούς συνεταίρους όπως ανακαλέσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών γιατί ο ΜΚ1 ήταν υπεύθυνος να ασφαλίσει το υποστατικό και δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές. Δεν μπορώ όμως να παραβλέψω ότι ο μάρτυρας υπεράσπισης της 1ης κατηγορούμενης πέραν του πιο πάνω λόγου προφασίστηκε και άλλους λόγους για τους οποίους ανακλήθηκε η πληρωμή των επιταγών, προβάλλοντας έτσι μεταξύ τους διαφορετικούς ισχυρισμούς. Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω ότι με τη μαρτυρία της η 3η κατηγορούμενη τόσο με τη γραπτή δήλωση της όσο και κατά την αντεξέταση της επαναλάμβανε ότι πάντοτε ενεργούσε με οδηγίες του Χρίστου Ευριπίδου, προσπαθώντας να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών της. Ουδέποτε όμως κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και δη του ΜΚ1 τέθηκε τέτοια θέση, αντιθέτως προβάλλονταν διάφορες γενικές θέσεις χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά ότι η 3η κατηγορούμενη λάμβανε οδηγίες από τον Ευριπίδου. Άλλωστε όπως προανάφερα με τα όσα αναφέρει στη δήλωση της Τεκμήριο Β φαίνεται να δέχεται ότι είχε εμπλοκή σε πολλά ουσιώδη θέματα της 1ης κατηγορούμενης που αφορούσαν τη λειτουργία της επιχείρησης (βλ παρ. 5.1, 5.8, 9 και 10). Δεν παραβλέπω επίσης ότι η 3η κατηγορούμενη επαναλάμβανε κατά την αντεξέταση της ότι μετά την υπογραφή των επιταγών δεν γνωρίζει τι έγινε με αυτές εφόσον τα οικονομικά τα διαχειριζόταν ο Ευριπίδου και μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση τον Φεβρουάριο 2014 δεν είχε άλλη εμπλοκή. Από την άλλη όμως η μόνη ενέργεια στην οποία φαίνεται να προέβηκε ήταν το αίτημα της να μην υπογράφει επιταγές για την 1η κατηγορούμενη σύμφωνα με το Τεκμήριο
  20. Η θέση της ότι έδωσε οδηγίες σε άλλο δικηγόρο για να φύγει από την εταιρεία και υπέγραψε κάποια έγγραφα, παρέμεινε μετέωρη εφόσον δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο τέτοιο έγγραφο ή άλλη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Από τα πιο πάνω προκύπτει και διαπιστώνω ότι από πλευράς υπεράσπισης της 3ης κατηγορούμενης δεν προωθήθηκε μια συμπαγής και σαφής εκδοχή και αυτό σε συνάρτηση με τις αντιφατικές της θέσεις για ουσιώδη γεγονότα, όπως καταγραφήκαν ανωτέρω. Να σημειωθεί ότι η θέση της ότι δεν γνώριζε αναφορικά με τη συμπλήρωση των επίδικων επιταγών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον σύμφωνα με την ίδια αλλά και τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας υπεράσπισης της 1ης κατηγορούμενης οι επιταγές εκδίδονταν μετά από συνεννόηση και συζητήσεις που είχαν μεταξύ τους για θέματα που αφορούσαν την επιχείρηση. Όπως άλλωστε αναφέρει η ίδια η υπογραφή από μέρους της των επιταγών έγινε μετά από απόφαση που λήφθηκε για να δοθούν στον ΜΚ
  21. Τα όσα ανέφερε για την άγνοια της προς τούτο και ότι υπέγραφε επιταγές για διάφορα έξοδα της επιχείρησης δεν κρίνονται πειστικά, ενόψει της αντιφατικής της θέσης ότι ενημερωνόταν από τον Ευριπίδου για τις πληρωμές και υπέγραφε στη συνέχεια επιταγές. Σημειώνω τέλος ότι εις ότι αφορά τη συμπλήρωση των επίδικων επιταγών ενόψει της μη αμφισβήτησης της μαρτυρίας του γραφολόγου ο οποίος παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης της 3ης κατηγορούμενης, ο οποίος κατέληξε ότι η συμπλήρωση δεν ανήκει στην 3η κατηγορούμενη, αποτελεί γεγονός το οποίο μπορώ να αποδεχτώ από τη μαρτυρία της 3ης κατηγορούμενης εφόσον προς τούτο τέθηκε ανεξάρτητη μαρτυρία. Από την μαρτυρία της επίσης δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ τη θέση της ότι οι επίδικες επιταγές υπογραφήκαν από την ίδια κατόπιν συνεννόησης με τους λοιπούς συνεταίρους της επιχείρησης και μετά από ενημέρωση από τον Ευριπίδου όπως και το γεγονός ότι η ίδια της προχώρησε σε ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών μετά την έκρηξη της πυρκαγιάς στο ενοικιαζόμενο υποστατικό. Συνεπώς, η μαρτυρία της 3ης κατηγορούμενης δεν μπορεί να κριθεί πειστική και ειλικρινής και δεν την αποδέχομαι, εκτός από τα σημεία τα οποία καταγραφήκαν πιο πάνω. Τελευταίος μάρτυρας παρουσιάστηκε εκ μέρους της 3ης κατηγορούμενης ο γραφολόγος Ανδρέας Παναγιώτου ο οποίος ετοίμασε γραφολογική έκθεση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  22. Σύμφωνα με τη γενικότερη θεώρηση της νομολογίας για τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, το Δικαστήριο, αφού πρώτα πειστεί ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει, στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του, ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η επιστημονική μαρτυρία η οποία τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο του, αλλά να το υποβοηθήσει να καταλήξει, στη περίπτωση πάντα που χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του Δικαστηρίου, σε κάθε θέμα που τελεί υπό εξέταση. Ο ειδικός, εμπειρογνώμονας μάρτυρας, με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων του, ουσιαστικά βοηθά το δικαστήριο, να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351). Σε σχέση με το μάρτυρα γραφολόγο αποδέχομαι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη μου ότι αποτελεί ειδικό-πραγματογνώμονα μάρτυρα για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσε. Άλλωστε, τα προσόντα του και η εμπειρογνωμοσύνη του στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε και έχει αντεξεταστεί από πλευράς παραπονουμένης. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 38) στην οποία προέβη μετά από αίτημα της 3ης κατηγορούμενης. Ο μάρτυρας αυτός όπως αναφέρει στην έκθεση του κλήθηκε να εξετάσει τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 6,7,8 και 9 και να εξετάσει κατά πόσο η αμφισβητούμενη γραφή - συμπλήρωση έγινε από την 3η κατηγορούμενη, κατά πόσο αυτή έγινε από ένα ή περισσότερα πρόσωπα και κατά πόσο η συμπλήρωση έγινε από ένα ή περισσότερα γραφικά μέσα. Ουσιαστικά από την μαρτυρία του γραφολόγου ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του, προκύπτει ότι η γραφή συμπλήρωσης επί των επίδικων επιταγών δεν ανήκει στην 3η κατηγορούμενη, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς παραπονούμενης και την αποδέχομαι. Ενόψει της πιο πάνω μαρτυρίας η οποία έγινε αποδεκτή, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και τα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια εις τα πιο κάτω ευρήματα: - Οι επίδικες επιταγές της 1ης κατηγορούμενης υπογραφήκαν από την 3η κατηγορούμενη αρχές Αυγούστου 2013 και παραδόθηκαν στον ΜΚ1 για την πληρωμή ενοικίων αναφορικά με την ενοικίαση του υποστατικού/καφετέριας με την ονομασία GIOIA. - Η 3η κατηγορούμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή επιταγών από το λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. - Οι επίδικες επιταγές δεόντως συμπληρωμένες παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκαν με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη» και «η υπογραφή εκδότη διαφέρει». - Χρονικά ως λόγος μη πληρωμής των επίδικων επιταγών προηγήθηκε η ανάκληση πληρωμής τους με οδηγίες της 3ης κατηγορούμενης οι οποίες δοθήσαν στις 22.10.13.(Τεκμήριο 24) - Ως λόγος ανάκλησης δόθηκε στην τράπεζα η διαφωνία με δικαιούχους. - Δικαιούχος των επίδικων επιταγών ήταν η παραπονούμενη, (βλ. παραδεκτά γεγονότα). - Μετά την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών πληρώθηκαν ενοίκια για την ενοικίαση του υποστατικού. - Περί των Οκτώβριο 2013 εξερράγη πυρκαγιά εις το ενοικιαζόμενο υποστατικό. - Μέχρι κάποιου χρονικού σημείου υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για το ενοικιαζόμενο υποστατικό ενώ στη συνέχεια για διάφορους λόγους που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστικό συμβόλαιο, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. - Η ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών έγινε με οδηγίες της 3ης κατηγορούμενης προς την τράπεζα μετά από συνεννόηση της 3ης κατηγορούμενης με τους λοιπούς συνεταίρους της επιχείρησης της καφετέριας. - Τα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο επίσης καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 είναι: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ανάκληση, από τον εκδότη της, της εξόφλησής της πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξέταση ποινικής ευθύνης δυνάμει του άρθρου 305Α
(2), καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το ίδιο το άρθρο, χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση της ανάκλησης επιταγής λόγω εύλογης αιτίας, η οποία παρέχεται από το πιο πάνω άρθρο. (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/4/2016 ). Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ξεκινώντας την εξέταση της υπόθεσης και του 1ου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών, αναφέρω κατ' αρχάς ότι παρά την αντικρουόμενες προωθούμενες εκδοχές για το ζήτημα αυτό από πλευράς κατηγορουμένων, εν τέλει δεν αμφισβητείται από αυτούς ότι οι επιταγές εκδοθήκαν από την 1η κατηγορούμενη με την υπογραφή της 3ης κατηγορούμενης όπως ρητά καταγράφεται εις τις τελικές τους αγορεύσεις. Παρατηρώ ότι ενώ οι κατηγορούμενοι με τις τελικές τους αγορεύσεις αποδέχονται την έκδοση των επίδικων επιταγών προβάλλουν ταυτόχρονα ζητήματα τα οποία θέτουν σε αμφισβήτηση την έκδοση τους. Σημειώνω ότι αναμένεται από τους συνηγόρους και ειδικά σε τέτοιας σοβαρής φύσεως αδικήματα να προβάλλουν τις τελικές τους θέσεις με την απαιτούμενη σαφήνεια κατά τρόπο που οι αγορεύσεις να υποβοηθούν το έργο του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της τελικής του κρίσης και όχι να το περιπλέκουν. Παρά την θέση τους ότι δεν αμφισβητείται η έκδοση των επιταγών θα εξετάσω κατ' αρχάς κατά πόσο οι επιταγές συνιστούν επιταγές εν τη εννοία του Νόμου σύμφωνα με τα όσα προβάλλουν οι κατηγορούμενοι. Προβάλλεται από την 1η κατηγορούμενη ότι οι επίδικες επιταγές δεν αποτελούν επιταγές εφόσον δοθήκαν ως εγγύηση για πληρωμή μελλοντικών ενοικίων. Όπως έχω ήδη καταγράψει πιο πάνω, οι επίδικες επιταγές κρίθηκε ότι δοθήκαν στα πλαίσια της συμφωνίας ενοικίασης του υποστατικού και αφορούσαν την πληρωμή ενοικίων. Από τη μαρτυρία επίσης της ΜΚ4 η οποία έγινε αποδεκτή προκύπτει ότι οι επιταγές δοθήσαν για πληρωμή συγκεκριμένων ενοικίων όπως επίσης κατά τον μάρτυρα της 1ης κατηγορούμενης και της 3ης κατηγορούμενης οι επίδικες επιταγές δοθήσαν κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους για την πληρωμή ενοικίων. Γίνεται επίσης λόγος από πλευράς της 1ης κατηγορούμενης ότι οι επίδικες επιταγές δεν αποτελούν επιταγές λόγω του ότι η σύμβαση μεταξύ ΜΚ1 και Ευριπίδου είναι άκυρη εφόσον δεν εξασφαλίστηκε η συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας για την υπενοικίαση του υποστατικού από τον ΜΚ1. Το ζήτημα αυτό επαναλαμβάνω δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα τη στιγμή όπου η παρούσα υπόθεση αφορά την εξέταση τυχόν ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων για την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών άνευ ευλόγου αιτίας η οποία εξετάζεται υπό το φως του λόγου τον οποίο η 1η κατηγορούμενη μέσω της 3ης κατηγορούμενης, δήλωσε κατά το χρόνο ανάκλησης και δεν ήταν άλλος από την διαφωνία με δικαιούχους. Θέση της 3ης κατηγορούμενης αποτελεί ότι οι επιταγές τεκμήρια 8 και 9 δεν αποτελούν επιταγές εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου από την παράδοση τους, σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΣΠΥΡΟΥ ν. ΒΑΣΟΥ ΣΥΜΙΛΛΙΔΗ, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 139/2015, 22/4/2016. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 262 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει». Σύμφωνα δε με το άρθρο 3
(4)του ιδίου Νόμου, η επιταγή, όπως και η συναλλαγματική, «δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή - (α) δεν είναι χρονολογημένη». Το άρθρο 20 του εν λόγω κεφαλαίου αναφέρει επίσης τα εξής:- «20
(1)..., όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2)Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πριν από τη συμπλήρωσή του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό:» Σύμφωνα επίσης με την πιο πάνω απόφαση το τι συνιστά εύλογο χρόνο, στην κάθε περίπτωση, διαπιστώνεται στη βάση των σχετικών γεγονότων. Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι η πιο πάνω υπόθεση στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος της 3ης κατηγορούμενης αφορούσε αδίκημα το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154 που αφορά την μη τίμηση επιταγής λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων όπου οι επίδικες επιταγές συμπληρωθήκαν μετά από 4 χρόνια από την παράδοση τους. Στην προκειμένη περίπτωση, πράγματι φαίνεται ότι οι επιταγές Τεκμήρια 8 και 9 δοθήκαν περί τον Αύγουστο 2013 και εις το Τεκμήριο 8 τέθηκε η ημερομηνία 29.12.14 και στο Τεκμήριο 9 η ημερομηνία 8.1.15. Η παρούσα όμως υπόθεση αφορά το αδίκημα της ανάκλησης των επίδικων επιταγών. Σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015 , όπου στα πλαίσια εξέτασης αδικήματος δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)πρωτόδικα αθωώθηκε ο κατηγορούμενος λόγω του ότι κρίθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί η νομότυπη έκδοση της επίδικης επιταγής, η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε με το ακόλουθο σκεπτικό: «Είναι κατ΄ αρχάς ορθή η παρατήρηση της εφεσείουσας ότι το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)σχετίζεται και ερμηνεύεται σε σχέση με την περίπτωση ανάκλησης επιταγής και προϋποθέτει βέβαια εκ προοιμίου την ύπαρξη επιταγής, η οποία θα πρέπει λογικά να θεωρείται δεδομένο ότι εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό, αλλά και το νόημα του εδαφίου
(2), εφόσον ανακαλείται χωρίς εύλογη αιτία με οποιαδήποτε πράξη, η εκδοθείσα από τον εκδότη επιταγή ως αποτέλεσμα της οποίας πράξης, η επιταγή δεν εξοφλείται. Δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή. Συνεπώς, η εστίαση της προσοχής σε κατηγορία επί του άρθρου 305Α
(2), ευρίσκεται στην υπεράσπιση που προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου που αφορά στην «εύλογη αιτία». Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ανάκληση των επίδικων επιταγών έγινε πριν την ημερομηνία όπου αυτές είχαν καταστεί πληρωτέες χωρίς να τίθεται ζήτημα ότι οι επιταγές που ανακαλούντο δεν ήταν επιταγές εν τη εννοία του Νόμου, καταλήγω ότι οι επιταγές Τεκμήρια 8 και 9 αποτελούν επιταγές οι οποίες έχουν εκδοθεί νομότυπα, όπως ισχύει επίσης για τις επιταγές Τεκμήρια 6 και 7. Εις ότι αφορά το ζήτημα της συμπλήρωσης των επίδικων επιταγών, το γεγονός ότι δεν συμπληρωθήκαν από την 3η κατηγορούμενη δεν διαφοροποιεί την κατάληξη μου ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούν επιταγές εν τη εννοία του Νόμου (βλ. LCD DOMIKI LTD ανωτέρω). Οι επίδικες επιταγές κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα ήταν δεόντως συμπληρωμένες και όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του μάρτυρα της 1ης κατηγορούμενης αλλά και της 3ης κατηγορούμενης, η συμπλήρωση έγινε μετά από συνεννόηση μεταξύ τους και τονίζω ότι ουδέποτε αναφέρθηκε ότι ο λόγος ανάκλησης πληρωμής των επιταγών αποτέλεσε η όποια διαφωνία με το περιεχόμενο της συμπλήρωσης των επίδικων επιταγών. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των τεσσάρων επίδικων επιταγών από την 1η κατηγορούμενη. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών κατά ή μετά το χρόνο όπου αυτές κατέστησαν πληρωτέες, πέραν του ότι το γεγονός δεν αμφισβητείται ενώπιον μου τέθηκε το Τεκμήριο 24 το έντυπο ανάκλησης πληρωμής των επιταγών το οποίο δόθηκε στην τράπεζα με υπογραφή της 3ης κατηγορούμενης με ημερομηνία 22.10.13, η οποία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης. Συνεπώς και αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Εις ότι αφορά την 3η κατηγορούμενη η οποία κατηγορείται ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα για την διάπραξη των αδικημάτων τα οποία διέπραξε η 1η κατηγορούμενη, θα πρέπει να αποδειχθεί η γνώση της κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης και ανάκλησης πληρωμής των τεσσάρων επίδικων επιταγών (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ.261). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας προκύπτει ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές πριν φύγει για ταξίδι στη Βαρκελώνη τον Αύγουστο 2013 και όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 35 το οποίο τέθηκε στη ΜΚ4 από πλευράς υπεράσπισης οι επίδικες επιταγές φαίνεται να παραδοθήκαν στον ΜΚ1 αρχές Αυγούστου. Πέραν των πιο πάνω με τη γραπτή δήλωση της αναφέρεται σε συναντήσεις και συζητήσεις που η ίδια είχε με συνεταίρους της καφετέριας για θέματα που αφορούσαν την επιχείρηση και την πληρωμή ενοικίων από την 1η κατηγορούμενη. Επομένως η γνώση της για τα ουσιώδη γεγονότα και ενέργειες της 1ης κατηγορούμενης ως μέτοχος αυτής και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προς υπογραφή επιταγών και άλλων τραπεζικών εγγράφων είναι εξυπακουόμενη και δεδομένη (βλ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/6/2017). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης για την 3η κατηγορούμενη ότι έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα της για την προβολή της υπεράσπισης της ενόψει του ότι εις τις λεπτομέρειες αδικημάτων δεν διευκρινίζεται ο χρόνος συγκεκριμένα έκδοσης των επίδικων επιταγών. Η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχάς ο χρόνος ο οποίος προσδιορίζεται εις τις λεπτομέρειες είναι συγκεκριμένος και αφορά τον Αύγουστο
  1. Κατά δεύτερο, όπως διεφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία η 3η κατηγορούμενη εν τέλει δεν αμφισβήτησε την υπογραφή των επίδικων επιταγών σε χρόνο τον οποίο καθόρισε η ίδια ήτοι αρχές Αυγούστου 2013 και πριν φύγει σε ταξίδι, επομένως ο χρόνος υπογραφής τους βρισκόταν στην αποκλειστική γνώση της ιδίας, η οποία επαναλαμβάνω κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αμφισβητούσε γενικά την υπογραφή των επίδικων επιταγών και όχι το χρόνο όπου κατ' ισχυρισμό είχαν υπογραφεί και παραδοθεί στον ΜΚ
  2. (βλ. (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015) Όπως επίσης προέκυψε από τη μαρτυρία του μάρτυρα της 1ης κατηγορούμενης αλλά και της 3ης κατηγορούμενης, φαίνεται ότι πριν την υπογραφή των επίδικων επιταγών από την ίδια έγινε συζήτηση με τους λοιπούς συνεταίρους αναφορικά με τα ενοίκια τα οποία οφείλονταν και όπως ανέφεραν οι ίδιοι οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν και παραδοθήκαν στον ΜΚ1 μετά από κοινή απόφαση η οποία λήφθηκε προς τούτο (βλ. παρ. 5.1 γραπτής δήλωσης 3ης κατηγορούμενης Τεκμήριο Β). Επομένως από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η 3η κατηγορούμενη γνώριζε τόσο για την έκδοση των επίδικων επιταγών η οποία έγινε μετά από κοινές συναντήσεις με τους συνεταίρους της αλλά και όπως παραδέχεται η ίδια της στην γραπτή δήλωση της παρ. 13 (Τεκμήριο Β) η ίδια της προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των τεσσάρων επίδικων επιταγών στις 22.10.13 (Τεκμήριο 24). Η πράξη αυτή της ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών από μόνη της επιβεβαιώνει τη γνώση της 3ης κατηγορούμενης για την έκδοση των επιταγών και το περιεχόμενο της συμπλήρωσης τους, εφόσον ουδέποτε λέχθηκε ότι ο λόγος ανάκλησης ήταν η όποια διαφωνία με το περιεχόμενο της συμπλήρωσης των επίδικων επιταγών. Σημειώνω ότι εις ότι αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αναφορικά και με τους δυο κατηγορούμενους από τη στιγμή όπου σύμφωνα με την ΜΚ3 ο λόγος μη πληρωμής των επίδικων επιταγών ο οποίος προηγήθηκε ήταν η ανάκληση της πληρωμής με οδηγίες της 1ης κατηγορούμενης μέσω της υπογραφής της 3ης κατηγορούμενης με αποτέλεσμα ούτως ή άλλως μετά την αλλαγή εξουσιοδοτημένου προσώπου προς υπογραφή εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης και πάλι δεν θα μπορούσαν οι επίδικες επιταγές να πληρωθούν, καταλήγω ότι η γενεσιουργός αιτία μη πληρωμής τους ήταν η ανάκληση πληρωμής τους με οδηγίες που δοθήσαν στην τράπεζα στις 22.10.13, γεγονός που προηγήθηκε της αλλαγής στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προς υπογραφή. Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο οι κατηγορούμενοι εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχουν αποδείξει ότι με εύλογη αιτία ανακάλεσαν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Σύμφωνα επίσης με τη νομολογία η πεποίθηση τους αυτή θα πρέπει να είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου Ποινική Έφεση 18/2012 ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκαν σε σχέση με το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου τα ακόλουθα: « Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης. (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω), όπου στην προκειμένη περίπτωση δηλώθηκε ως λόγος ανάκλησης η διαφορά με δικαιούχους. Οι κατηγορούμενοι προς τούτο, προέβαλαν διάφορες εκδοχές. Η μεν κατηγορούμενη 1 προέβαλε την παράνομη χρέωση ΦΠΑ, τη διαφορά που είχαν μεταξύ τους για το ύψος των οφειλομένων ενοικίων και της διαφοράς η οποία προέκυψε μετά την πυρκαγιά στο ενοικιαζόμενο υποστατικό η δε 3η κατηγορούμενη προβάλλει ως μοναδικό λόγο τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους μετά την πυρκαγιά. Συμπληρώνω βεβαίως ότι η ουσία των διαφορών αυτών που τυχόν υφίστανται μεταξύ των διαδίκων αφορούν την αστική πτυχή της όποιας διαφοράς τους και τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να επιλυθούν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Πέραν του ότι η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε προς υπεράσπιση της 1ης κατηγορούμενης και αυτή της 3ης κατηγορούμενης δεν κρίθηκε αξιόπιστη, δεν έχω πειστεί ότι κατά το χρόνο ανάκλησης πληρωμής των επίδικων επιταγών υπήρχε εύλογη αιτία συνοδευόμενη από καλή πίστη των κατηγορουμένων για την ανάκληση πληρωμής των τεσσάρων επίδικων επιταγών. Πρώτο, εις ότι αφορά το ζήτημα της πυρκαγιάς και τις απαιτήσεις των κατηγορουμένων για αποζημιώσεις λόγω της υποχρέωσης του ΜΚ1 να ασφαλίσει το υποστατικό, φαίνεται ότι ήταν εις γνώση τους ότι το υποστατικό δεν ήταν ασφαλισμένο από 31.1.11 εφόσον προκύπτει από τα Τεκμήρια 30, 36 και 37 ότι πλήρωναν μέχρι κάποια ημερομηνία ασφάλιστρο ενώ στη συνέχεια δεν είχε ζητηθεί η καταβολή ασφαλίστρου. Επομένως η θέση τους ότι μετά την πυρκαγιά πληροφορήθηκαν ότι δεν είχαν ασφαλιστική κάλυψη δεν έχει τεκμηριωθεί. Κατά δεύτερο δεν κρίνεται λογικό και αναμενόμενο ενώ κατά τους ίδιους υπήρχε σωρεία διαφορών μεταξύ τους πριν την πυρκαγιά αλλά και πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών αναφορικά με τα οφειλόμενα ενοίκια, την ισχυριζόμενη παράνομη χρέωση Φ.Π.Α. και τις ισχυριζόμενες απειλές για διακοπή του ρεύματος, να εκδίδονται οι επίδικες επιταγές για την πληρωμή ενοικίων. Όπως επίσης δεν μπορεί να κριθεί πειστική η όλη εκδοχή των κατηγορουμένων τη στιγμή όπου μετά την πυρκαγιά και την κατ΄ισχυρισμό μεγάλη ζημιά που υπέστηκαν οι κατηγορούμενοι να προβαίνουν σε πληρωμές έναντι των ενοικίων μέχρι και το έτος 2015, σύμφωνα με την ΜΚ4. Τέλος, η πρώτη φορά όπου φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι παραπονέθηκαν για τα όσα ισχυρίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν με την επιστολή η οποία στάληκε από τον συνήγορο της 1ης κατηγορούμενης στις 27.11.15 (Τεκμήριο 15) η οποία στάληκε δυο χρόνια μετά την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών και μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Όλα τα πιο πάνω καταδυκνείουν ότι τα όσα ισχυρίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, χωρίς να αποκλείεται επαναλαμβάνω τα όσα θέτουν με την υπεράσπιση τους να αποτελούν ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν την ουσία τυχόν αστικών διαφορών τους. Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποσύσουν το βάρος που είχαν προς απόδειξη της υπεράσπισης τους. Επομένως η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1,5,9 και 13 και η 3η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 2,6,10 και 14. ............ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.