← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. K.V.I. IRON LIMITED κ.α., Αρ. υπόθεσης: 2507/15, 22/9/2017

Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. K.V.I. IRON LIMITED κ.α., Αρ. υπόθεσης: 2507/15, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B135 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 2507/15 Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή -και-

  1. K.V.I. IRON LIMITED
  2. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Α. Γρηγορίου (κ. Μιχαηλίδης να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 2: παρών --------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 3 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν σε ισχυριζόμενες παραβάσεις της εργασιακής νομοθεσίας και ειδικότερα των αρ. 2, 9

(1), 12, 17, και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 (Ν.35(Ι)/2007). Η 1η κατηγορία, την οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού, αφορά σε παράλειψη τους να παρουσιάσουν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού, από τις 22/07/2014 μέχρι τις 28/07/2014, αρχείο μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμών, του εργοδοτούμενου τους Μάριου Ιωάννου (εφ' εξής παραπονούμενου), όταν τέτοια έγγραφα τους ζητήθηκαν από αρμόδια Επιθεωρητή, για το σκοπό διερεύνησης του παραπόνου που ο εν λόγω υπάλληλος υπέβαλε εναντίον τους για μη καταβολή του μισθού του. Η 2η και 3η κατηγορία, αφορούν, σε παράλειψη των κατηγορουμένων αντίστοιχα, της μεν 1η κατηγορούμενης ως εργοδότρια, του δε 2ου κατηγορούμενου ως συνεργού, υπό την ιδιότητα του διευθυντή, να καταβάλουν στον παραπονούμενο «...τους μισθούς του για την περίοδο 01/07/12 - 01/07/2014 συνολικού ύψους €38750,84 (ως το εν λόγο ποσό τροποποιήθηκε κατά την ακρόαση)». Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος 2 καταχώρησε παραδοχή σε σχέση με την 1η κατηγορία ενώ για τη 3η κατηγορία δήλωσε μη παραδοχή. Η κατηγορούμενη 1 καταχώρησε μη παραδοχή και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, την Ελένη Χριστοφή, Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων (εφ' εξής το Τμήμα) ως ΜΚ1 και τον παραπονούμενο ως ΜΚ
  1. Οι κατηγορούμενοι, μετά που κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν, ως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους, να καταθέσει ενόρκως ο κατηγορούμενος 2 καθώς και δύο άλλοι μάρτυρες, οι Moise Gheorge (ΜΥ2) και Μ. Αθανασίου (ΜΥ3). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ε. Χριστοφή - ΜΚ1 Η ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι η Επιθεωρήτρια του Τμήματος που ανέλαβε να διερευνήσει το γραπτό παράπονο που υπέβαλε στο Τμήμα ο παραπονούμενος στις 2/7/14 (Τ.1), σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος, ισχυρίζετο ότι, ενώ ήταν εργοδοτούμενος στην κατηγορούμενη 1 κατά την περίοδο Ιουλίου 2012 - Ιουλίου 2014, με μηνιαίο μισθό €1842 καθαρά, δεν του είχαν καταβληθεί οι μισθοί του μετά τον Ιούλιο
  2. Την όλη εμπλοκή της στην υπόθεση, η μάρτυς την κατέγραψε σε σχετική κατάθεση, η οποία κατατέθηκε στην ακρόαση ως Έγγραφο Α και την οποία η μάρτυς υιοθέτησε κατά τη μαρτυρία της. Η μάρτυς ανάφερε ότι, για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου, επικοινώνησε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με τους κατηγορούμενους και συγκεκριμένα με τον κατηγορούμενο 2, διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας, ενώ παράλληλα, διεξήγαγε και έρευνα στο σχετικό μητρώο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τη ΜΚ1, από πλευράς κατηγορουμένων προβλήθηκε άρνηση για την ύπαρξη οποιωνδήποτε οφειλόμενων μισθών, ενώ στην επιστολή που η μάρτυς ανέφερε ότι απέστειλε στους τελευταίους στις 22/7/14, με την οποία τους ζητούσε όπως την εφοδιάσουν μέχρι και τις 28/7/14 με τα σχετικά αρχεία μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμών, πληροφορώντας τους παράλληλα για τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση τους συνεπάγετο, οι κατηγορούμενοι δεν ανταποκρίθηκαν. Σημειώνω εδώ ότι, ούτε η λήψη της επιστολής της μάρτυρος αλλά ούτε και η μη συμμόρφωση των κατηγορουμένων με αυτή, αμφισβητήθηκε από τους τελευταίους. Η μάρτυς ανέφερε ότι, μετά την παράλειψη των κατηγορουμένων να συμμορφωθούν με την επιστολή της και εφόσον το παράπονο εξακολουθούσε να υφίσταται, προώθησε την υπόθεση για να ασκηθεί ποινική δίωξη, στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιον της τότε και τα οποία έδειχναν ότι στον παραπονούμενο οφείλετο το συνολικό ποσό των €21.613, που ήταν και το ποσό που αναγράφετο αρχικά στο κατηγορητήριο. Μετά την καταχώρηση και επίδοση της παρούσας υπόθεσης στους κατηγορούμενους, η μάρτυς ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 της απέστειλε επιστολή, στις 4 Μαίου 2015, με την οποία οι κατηγορούμενοι, αν και παραδέχονταν την ύπαρξη κάποιου υπόλοιπου μισθών του παραπονούμενου κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του στις 31/5/14, εντούτοις αρνούνταν ότι το εν λόγω ποσό θα έπρεπε να του καταβληθεί. Προς υποστήριξη της θέσης τους αυτής, η μάρτυς ανέφερε ότι, οι κατηγορούμενοι, την εφοδίασαν και με αριθμό εγγράφων και αποδείξεων σε σχέση με τη μισθοδοσία του παραπονούμενου αλλά και τις γενικότερες περιστάσεις που περιέβαλλαν την εργοδότηση του τελευταίου στην κατηγορουμένη
  3. Η επιστολή των κατηγορουμένων ημερομηνίας 4/5/15 και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι, κατατέθηκαν από τη μάρτυρα χωρίς ένσταση, ως Τεκμήριο
  4. Στη βάση της αξιολόγησης των νέων αυτών στοιχείων, η μάρτυς ανέφερε ότι είχε διαφανεί ότι, το ποσό που πραγματικά οφειλόταν στον παραπονούμενο ήταν €38.750,84 αντί €21613 που είχε αρχικά υπόψη της. Στο εν λόγω ποσό, το οποίο περιλήφθηκε στο κατηγορητήριο μετά από σχετική τροποποίηση, η μάρτυς ανέφερε ότι κατέληξε, προσθέτοντας το ποσό των €3628 που οι κατηγορούμενοι δήλωναν με το Τ.2 ότι ήταν το υπόλοιπο των μισθών του παραπονούμενου κατά το 2011 και 29 μισθούς εκ €1842 έκαστος, για την περίοδο 2012 - 31/5/14, ημερομηνία που σύμφωνα με το Τ.2 αλλά και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (τεκ.3), τερματίστηκε η εργοδότηση του παραπονούμενου και αφαιρώντας, με τη σύμφωνο γνώμη του παραπονούμενου, το συνολικό ποσό των €18295,66 το οποίο, σύμφωνα με τα έγγραφα και τις αποδείξεις του Τ.2, ο παραπονούμενος το είχε λάβει από την εταιρεία κατά διαστήματα, με διάφορους τρόπους. Παραπονούμενος - ΜΚ2 Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργοδοτήθηκε στην κατηγορουμένη
  5. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτός ήταν σιδεράς και δραστηριοποιείτο μέσω δικής του εταιρείας στον τομέα της επεξεργασίας σιδήρου. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι, έτυχε να συνεργαστεί αρκετές φορές με συγκεκριμένη εταιρεία ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου 2 και κάποιου Π. Καραμαλλή. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, περί το 2010, συζητώντας με τον κατηγορούμενο 2 και τον Καραμαλλή, συμφώνησαν όπως ιδρύσουν από κοινού την κατηγορουμένη 1 με σκοπό να δραστηριοποιηθούν σε ένα πιο εξειδικευμένο τομέα σιδηρουργίας ήτοι την κατασκευή μανδύων. Ως εκ τούτου, ίδρυσαν την κατηγορουμένη 1 στην οποία ήταν και οι τρεις μέτοχοι κατά 1/3 ενώ ως διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας, διορίστηκαν οι κατηγορούμενος 2 και Καραμαλλής αντίστοιχα. Ο λόγος που ο ίδιος δεν ανέλαβε μέρος στη διοίκηση της κατηγορουμένης 1 ήταν, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, διότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι αυτός, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων του στο τομέα της σιδηρουργίας, θα αναλάμβανε την καθημερινή εποπτεία των εργασιών της εταιρείας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, συμφωνήθηκε όπως αυτός αντί να συμμετάσχει στη διοίκηση της εταιρείας, θα εργοδοτείτο ως υπάλληλος της, με μισθό περί τα €1800 - €1900 και παράλληλα, ένεκα της συνεταιρικής του ιδιότητας, θα δικαιούτο και στο 1/3 των κερδών της εταιρείας. Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, αρχικά οι εργασίες της εταιρείας ήταν κερδοφόρες και ο ίδιος λάμβανε κανονικά το μισθό του. Αν και στην πορεία ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μειώθηκε και άρχισαν να προκύπτουν οικονομικά προβλήματα, ο ίδιος παρατήρησε ότι η εταιρεία εξακολουθούσε να έχει έσοδα. Παρά ταύτα όμως, η εταιρεία άρχισε να μην του καταβάλλει έγκαιρα ή στην ολότητα του το μισθό του, όπως και δεν του πλήρωνε το μερίδιο του από τα κέρδη οπόταν και αυτός επιχείρησε να συζητήσει το θέμα με τους συνεταίρους του και ιδιαίτερα τον κατηγορούμενο
  6. Το μόνο όμως που κατάφερε, ήταν να λαμβάνει υποσχέσεις ότι θα πληρωθεί καθώς και διάφορα μικροποσά κατά διαστήματα, έναντι των μισθών του. Αρχικά έδειξε υπομονή και πίστη στις υποσχέσεις των κατηγορουμένων. Όταν όμως παρήλθαν 2 χρόνια χωρίς να λάβει μισθό και η εργοδότηση του τερματίστηκε, αναγκάστηκε να προβεί σε καταγγελία στο Τμήμα. Σύμφωνα με τον ίδιο, μέχρι σήμερα, εξακολουθούν να του οφείλονται οι μισθοί του. Ο παραπονούμενος ανέφερε τέλος ότι, μετά την υποβολή του παραπόνου του, ενημερώθηκε για πρώτη φορά από τη ΜΚ1 ότι περί το Μάρτιο 2013, οι κατηγορούμενοι είχαν προβεί σε μείωση του μισθού του ήτοι στο ποσό των €500, μείωση την οποία δήλωσαν και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Για την εν λόγω μείωση όμως, ίδιος, ως ανέφερε, ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση του και ουδέποτε ενημερώθηκε. Κατηγορούμενος 2 Ο 2ος κατηγορούμενος έκαμε και αυτός αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ιδρύθηκε η κατηγορούμενη 1 και εργοδοτήθηκε ο παραπονούμενος. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, η συμφωνία των μερών ήταν ότι ο καθένας τους θα συνέβαλλε με το δικό του τρόπο στην ίδρυση και λειτουργία της εταιρείας και ότι στο τέλος της ημέρας θα μοιράζονταν από κοινού και τα κέρδη αλλά και τις ζημιές. Ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 ότι, το κεφάλαιο της εταιρείας ουσιαστικά καταβλήθηκε από τον ίδιο και το συνέταιρο του και η μόνη σχετική «συνεισφορά» του παραπονούμενου ήταν να υπογράψει ως εγγυητής της εταιρείας για ένα δάνειο που είχε συναφθεί για την αγορά μηχανημάτων. Ήταν περαιτέρω η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι, ο παραπονούμενος, αν και κατά 1/3 συνέταιρος, όχι μόνο δε συνέβαλε οικονομικά στο κεφάλαιο της εταιρείας αλλά ούτε και στην αποπληρωμή των χρεών της συνέβαλε, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο ίδιος στο τέλος να αποπληρώσει τα εν λόγω χρέη (Τεκ.2, 8-10) . Σύμφωνα με το μάρτυρα, όταν σε κάποιο στάδιο της συνεργασίας του με τον παραπονούμενο, ζήτησε από τον τελευταίο να συνεισφέρει οικονομικά στην εταιρεία, ο παραπονούμενος του υπέδειξε ότι το δικό του μερίδιο στα έξοδα θα μπορούσε να αποκοπεί από το μερίδιο του στα κέρδη, τα ο οποία όμως δεν υπήρχαν. Ουσιαστικά, ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, ο παραπονούμενος ήθελε να έχει όλα τα ωφελήματα από την εταιρεία αλλά καμία υποχρέωση. Ήταν περαιτέρω η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι, μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για την αποτυχία της εταιρείας και τη δημιουργία χρεών, το έφερε ο παραπονούμενος ο οποίος δεν ανταποκρινόταν στις δικές του υποχρεώσεις ήτοι στην διασφάλιση της ομαλής και κερδοφόρας διεξαγωγής των εργασιών της, στην προσέλκυση πελατών και στην εκτέλεση συμβολαίων εργασίας. Παρά το ότι, ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, λόγω της εξειδικευμένης γνώσης που είχε ο παραπονούμενος, η βιωσιμότητα της εταιρείας εξαρτάτο άμεσα από αυτόν κάτι που και ο ίδιος γνώριζε εντούτοις, ο παραπονούμενος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, κανένα ενδιαφέρον έδειχνε και προτιμούσε να ασχολείται με άλλες προσωπικές του δραστηριότητες οδηγώντας έτσι την εταιρεία σε μια καταστροφική πορεία. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκαν τεράστιες οικονομικές υποχρεώσεις για την αντιμετώπιση των οποίων έπρεπε να ληφθούν δραστικά μέτρα. Ένα από αυτά τα μέτρα, ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, λήφθηκε περί τον Μάρτιο 2013 όταν ο ίδιος και ο Καραμαλλής αποφάσισαν να μειώσουν το μισθό του παραπονούμενου στα €500 αφού ήταν όχι μόνο ο συνέταιρος που δε συνέβαλλε στην εταιρεία αλλά και ο υπεύθυνος για την άσχημη κατάσταση της. Η εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, λήφθηκε χωρίς τη συμμετοχή και προηγούμενη ενημέρωση του παραπονούμενου αφού ήταν σίγουρο ότι αν συμμετείχε, δεν θα συμφωνούσε. Όταν στη συνέχεια ενημερώθηκε ο παραπονούμενος για τη μείωση που αποφασίστηκε, αυτός, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο 2, περιορίστηκε στο να επαναλάβει τη θέση του ότι για το όποιο μερίδιο του αναλογεί στα χρέη της εταιρείας θα μπορούσε να του γίνει αποκοπή από το μερίδιο του στα κέρδη και μέχρι την υποβολή του παραπόνου του τον Ιούλιο 2014, ουδέποτε παραπονέθηκε. Το ότι ο μισθός του είχε μειωθεί, ο παραπονούμενος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, το γνώριζε από την αρχή αλλά και το έβλεπε συχνά από τα αρχεία του λογιστηρίου στα οποία είχε πρόσβαση. Εν τέλει, ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, διαφάνηκε ότι η συνεργασία με τον παραπονούμενο δεν μπορούσε να συνεχιστεί έστω και με μειωμένο μισθό, οπόταν και αποφασίστηκε όπως η εργοδότηση του τερματιστεί περί το τέλος Μαίου
  7. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του παραπονούμενου, όντως παρέμεινε κάποιο υπόλοιπο σε σχέση με μισθούς, το οποίο σύμφωνα με τους υπολογισμούς του κατηγορούμενου 2 ανέρχετο στο ποσό των €14.048,20 (βλ. Τ.2). Στην πορεία διαπίστωσε ότι το ακριβές ποσό είναι λιγότερο ήτοι €12.808,93 (Τεκ.6). Στο εν λόγω υπόλοιπο, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι κατέληξε, αφού πρόσθεσε το ποσό των €3628 που αφορούσε υπόλοιπο μισθών του παραπονούμενου για το 2011 και τους μισθούς που ο παραπονούμενος θα έπρεπε, κατά την άποψη του, να λάβει για την περίοδο 2012 - 31/5/14, λαμβανομένης υπόψη της μείωσης που έγινε το Μάρτιο 2013 και αφαίρεσε τα ποσά που ο παραπονούμενος είχε λάβει από την εταιρεία με διάφορους τρόπους. Είναι η θέση του κατηγορούμενου 2, θέση που εξέφρασε και γραπτώς με το Τ.2 αλλά και κατά την ακρόαση, ότι το υπόλοιπο που παρέμεινε θα έπρεπε, είτε να αποκοπεί από είτε να συμψηφιστεί με, το μερίδιο που αναλογεί στη συνεισφορά του παραπονούμενου ως συνέταιρου, στις υποχρεώσεις της εταιρείας και το οποίο, ως ο ίδιος το έχει υπολογίσει, ξεπερνά κατά πολύ το υπόλοιπο του παραπονούμενου. Είναι γι' αυτό το λόγο, ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, που δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο αφού η δική του ευθύνη είναι ουσιαστικά μεγαλύτερη από το ποσό που δικαιούται ως μισθούς. Ο κατηγορούμενος 2 δέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι, η υπαλληλική ιδιότητα του παραπονούμενου θα πρέπει να διαχωριστεί από την ιδιότητα και υποχρεώσεις του ως μετόχου της κατηγορουμένης 1 και ότι, δεν εδικαιούτο να αποκόψει μισθούς από τον παραπονούμενο και να τους συμψηφίσει με τις τυχόν οικονομικές υποχρεώσεις του παραπονούμενου ως συνέταιρου στην εταιρεία. Θεωρεί όμως άδικο, υπό τις περιστάσεις, να πρέπει να πληρώσει τον παραπονούμενο οποιοδήποτε ποσό τη στιγμή μάλιστα που ο τελευταίος όχι μόνο δεν συνείσφερε στην εταιρεία αλλά ευθύνεται και για την καταστροφή της. MY2 - Georghe Moise Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ήταν ουσιαστικά επουσιώδης αφού περιορίστηκε σε κάποιο ατύχημα που ο παραπονούμενος είχε δηλώσει ότι υπέστη κατά την εργοδότηση του και για το οποίο ο μάρτυρας είχε αρχικά δώσει κατάθεση στις αρχές ενώ στη πορεία την αναίρεσε. ΜΥ3 - Μ. Αθανασίου Η μάρτυς κλήθηκε να καταθέσει ως το πρόσωπο που εργαζόταν στο λογιστήριο της κατηγορούμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με τη μάρτυρα η όλη εμπλοκή της στην εταιρεία περιορίζετο στην καταγραφή των εσόδων και εξόδων της εταιρείας και στον καταρτισμό σχετικών εκθέσεων (reports). Οι οδηγίες της, τις δίνονταν από τον κατηγορούμενο 2 και η ίδια καμία εμπλοκή ή συμμετοχή είχε στα θέματα εργοδότησης και μισθοδοσίας. Η μάρτυς ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο της εργοδότησης του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος 2 την ενημέρωσε ότι αποφασίστηκε η μείωση του μισθού του πρώτου και ότι αν και ο παραπονούμενος το γνώριζε, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της μαρτυρίας της υπεράσπισης, οι συνήγοροι προέβησαν σε εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις. Η πλήρης επιχειρηματολογία των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφέρω συνοπτικά ότι οι συνήγοροι υποστήριξαν, ο μεν κ. Προδρόμου για την Κατηγορούσα Αρχή, ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και λαμβανομένου υπόψη της φύσης των υπό κρίση αδικημάτων, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει και τους δύο κατηγορούμενους ένοχους στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει, η δε συνήγορος υπεράσπισης, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την υπόθεση και αθωώσει τους κατηγορούμενους. Ειδική αναφορά στις θέσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω όμως σκόπιμο, όπως σε αυτό το σημείο, ασχοληθώ με την εισήγηση της υπεράσπισης περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου λόγω πολλαπλότητας και ειδικότερα, λόγω της συμπερίληψης του αρ. 20 Κεφ.154 στη 2η και 3η κατηγορία. Πέραν του ότι το θέμα εγέρθηκε για πρώτη φορά κατά την τελική αγόρευση της υπεράσπισης και ουδέποτε προβλήθηκε κατά την απάντηση στις κατηγορίες ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν έχω διαπιστώσει σε κανένα στάδιο της δίκης να έχει παραπλανηθεί η υπεράσπιση ή να προκλήθηκε οποιαδήποτε σύγχυση ως προς το τι κατηγορίες είναι που αντιμετωπίζει (βλ. Σ.Π. ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2014:B426, Ποιν.Εφ. 207/2013, 25/6/2014). Οι κατηγορούμενοι, όχι μόνο αντεξέτασαν, μέσω της συνηγόρου τους, και μάλιστα εκτενώς, όλους τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής αλλά υπέβαλαν και τις δικές τους συγκεκριμένες θέσεις τόσο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων όσο και με τη προσκόμιση αντίστοιχης μαρτυρίας. Την ίδια στιγμή όμως, σημειώνω ότι το αρ.20 Κεφ.154, συμπεριλαμβάνετο στη νομική βάση της 2ης κατηγορίας όταν την εν λόγω κατηγορία, αντιμετώπιζαν και οι δύο κατηγορούμενοι από κοινού. Όταν το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε στις 3/3/14 με άδεια του Δικαστηρίου, η εν λόγω κατηγορία διακόπηκε σε σχέση με το 2ο κατηγορούμενο και εναντίον του προστέθηκε χωριστή κατηγορία ήτοι η 3η, σύμφωνα με την οποία αυτός διώκεται μόνος του, ως συνεργός στη βάση του αρ.20 Κεφ.154, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της κατηγορουμένης
  8. Ορθά επομένως αναφέρεται στη 3η κατηγορία το αρ.20 Κεφ.154 όπως ορθά συγκεκριμενοποιείται και στις λεπτομέρειες ότι, ο 2ος κατηγορούμενος διώκεται ως «συνεργός» (βλ. Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Η αναφορά στο αρ.20 Κεφ.154, στη 2η κατηγορία επομένως, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και ως τέτοια θα αγνοηθεί. Η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης επομένως δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σημειώνω κατ' αρχή ότι οι ουσιώδεις μάρτυρες για την κάθε πλευρά ήτοι η ΜΚ1, ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 2, βάσισαν τις θέσεις τους, κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους κατηγορούμενους στο Τμήμα την 4/5/15 (Τεκ.1). Τα όσα αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα, αναφορικά με το ότι ο παραπονούμενος έπρεπε να λαμβάνει κάθε μήνα μισθό, ότι εκδίδονταν payslips κατά τακτά διαστήματα, ότι περί το Μάρτιο 2013 ο μισθός του παραπονούμενου μειώθηκε στα €500, ότι η εν λόγω μείωση δηλώθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ότι για την περίοδο από Ιανουάριο 2012 μέχρι και Ιούλιο 2012 ο παραπονούμενος έλαβε κανονικά το μισθό του (βλ. ένδειξη paid στο Τ.2 η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί), ότι κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του υπήρχε κάποιο υπόλοιπο σε σχέση με τους μισθούς του και ότι κατά διαστήματα του καταβλήθηκαν διάφορα ποσά τα οποία θα πρέπει να αφαιρεθούν από το οποιοδήποτε τέτοιο υπόλοιπο, δεν αμφισβητούνται. Από το πιο πάνω κοινώς αποδεκτό περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, αλλά και από τις θέσεις που αμφότερες οι πλευρές προώθησαν κατά την ακρόαση ως αυτές παρατίθενται ανωτέρω, σε μεγάλο βαθμό, τα επίμαχα γεγονότα είναι αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα και συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Τα παραθέτω: Κατά τον ουσιώδη χρόνο η κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη κυπριακή εταιρεία και ο κατηγορούμενος 2, διευθυντής της. Ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος 2 και ο Καραμαλλής ήταν κατά 1/3 ιδιοκτήτες της κατηγορουμένης
  1. Ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του διευθυντή αλλά και μετόχου της κατηγορουμένης 1, εμπλέκετο ενεργά σε όλες τις αποφάσεις της εταιρείας οι οποίες αφορούσαν μισθολογικά θέματα αλλά και θέματα εργοδότησης υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων που αφορούσαν την εργοδότηση και μισθοδοσία του παραπονούμενου. Ο παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ήταν και μισθωτός εργοδοτούμενος της κατηγορουμένης
  2. Το Μάρτιο 2013, ο κατηγορούμενος 2 και ο Καραμαλλής, εν τη απουσία και εν αγνοία του παραπονούμενου, αποφάσισαν όπως ο μισθός του τελευταίου μειωθεί στο ποσό των €500 και η εν λόγω απόφαση εκτελέστηκε από την κατηγορουμένη
  3. Η εργοδότηση του παραπονούμενου τερματίστηκε στις 31/5/
  4. Κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του παραπονούμενου και μετά την πίστωση του ποσού που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω, εξακολουθούσε να παραμένει υπόλοιπο μισθών, το οποίο αποτελείτο από το ποσό των €3628 που αφορούσε υπόλοιπο μισθών για το 2011 και υπόλοιπο μισθών για την περίοδο Αυγούστου 2012 - Μαίου
  5. Μέχρι και τις 31/5/14, ο παραπονούμενος έλαβε κατά διάφορα διαστήματα, διάφορα ποσά, συνολικού ύψους €18295,66 τα οποία πιστώθηκαν έναντι των μισθών του και θα πρέπει να αφαιρεθούν από το υπόλοιπο που αναφέρεται ανωτέρω. Μέχρι σήμερα κανένα άλλο ποσό δεν έχει καταβληθεί στον παραπονούμενο σε σχέση με το υπόλοιπο των μισθών του. Η ΜΚ1 υπό την ιδιότητα της ως Επιθεωρήτρια του Τμήματος απέστειλε στις 22/7/14 επιστολή στους κατηγορούμενους ζητώντας τους όπως της προσκομίσουν, μέχρι και τις 28/7/14, τα αρχεία μισθοδοσίας τους και τις αποδείξεις πληρωμής τους σε σχέση με τον παραπονούμενο. Οι κατηγορούμενοι, παρά το ότι έλαβαν την εν λόγω επιστολή και είχαν ενημερωθεί πλήρως τόσο για τις απαιτήσεις της ΜΚ1 όσο και για τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση τους συνεπάγετο δεν ανταποκρίθηκαν εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Τα ζητούμενα στοιχεία αποστάληκαν τελικά από τους κατηγορούμενους στις 4/5/15 και μετά την καταχώρηση και επίδοση της παρούσας υπόθεσης. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Τα κρίσιμα ερωτήματα που απομένει να απαντηθούν επομένως, στη βάση των οποίων και θα προσεγγίσω τη μαρτυρία, είναι κατ' αρχή, το ποιο είναι το ακριβές υπόλοιπο μισθών που παρέμεινε στις 31 Μαίου 2014 που τερματίστηκε η εργοδότηση του παραπονούμενου και κατά δεύτερο, κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, το οποιοδήποτε τέτοιο υπόλοιπο μπορούσε να συμψηφιστεί ή να αποκοπεί από τις τυχόν συνεταιρικές - μετοχικές υποχρεώσεις του παραπονούμενου απέναντι στην εταιρεία και τους άλλους μετόχους έτσι ώστε να μην καθίσταται οφειλόμενο δυνάμει του Νόμου. Όπως εξηγώ πιο κάτω, για την απάντηση των εν λόγω ερωτημάτων, υπό το φως των κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων που αναφέρονται ανωτέρω, είναι αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, η αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των υπό κρίση αδικημάτων (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Για σκοπούς υπολογισμού του υπολοίπου μισθών κατά την 31/5/14, ενόψει του χρονικού περιορισμού που τέθηκε αφ' ενός με το παράπονο του παραπονούμενου ήτοι μόνο σε σχέση με απλήρωτους μισθούς από τον Ιούλιο 2012 και αφ' ετέρου με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776), οι οποίες καθορίζουν ως επίμαχη, μόνο την περίοδο Ιουλίου 2012 - Ιουλίου 2014, το οποιοδήποτε ποσό εκφεύγει της εν λόγω περιόδου, δηλαδή το υπόλοιπο μισθών για το 2011 και για την περίοδο Ιανουαρίου 2012 - Ιουλίου 2012, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα αγνοηθεί. Αυτό επομένως που παραμένει να εξεταστεί, είναι το υπόλοιπο των μισθών για την περίοδο των 22 μηνών που εργάστηκε ο παραπονούμενος ήτοι Αύγουστο 2012- Μάιο 2014 και δεν έλαβε πλήρως το μισθό του, περίοδος η οποία εμπίπτει στις λεπτομέρειες αδικήματος. Σύμφωνα με τη κατηγορούσα αρχή, ο μισθός που έπρεπε να λαμβάνει ο παραπονούμενος μηνιαίως κατά την εν λόγω περίοδο, ανέρχετο στα €
  1. Το εν λόγω ποσό συνάδει και με την εικόνα που οι κατηγορούμενοι παρουσίαζαν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αναφορικά με τις απολαβές του παραπονούμενου μέχρι το Μάρτιο 2013 που προέβησαν σε μείωση του μισθού του. Στη βάση αυτού του μηνιαίου ποσού, οι μισθοί για ολόκληρη την προαναφερόμενη περίοδο των 22 μηνών, μη λαμβανομένης υπόψη της μείωσης εφόσον αυτή, κατά την κατηγορούσα αρχή, δεν ήταν νόμιμη, ανέρχονται στις €40.
  2. Μετά και την αφαίρεση του κοινώς αποδεκτού ποσού των €18.295,66 το υπόλοιπο κατά την 31/5/14 ανέρχεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της κατηγορούσας αρχής στις €22.228,
  3. Από πλευράς υπεράσπισης, προωθήθηκαν δύο θέσεις αναφορικά με τον υπολογισμό του ύψους του υπολοίπου κατά την 31/5/14: Α. Ότι ο μισθός του παραπονούμενου δεν ήταν σταθερός αλλά υπολογίζετο στη βάση των ωρών που εργάζετο Β. Ότι κατά τον υπολογισμό του υπολοίπου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι από το Μάρτη 2013 ο μισθός του παραπονούμενου μειώθηκε στα €500 μηνιαίως. Στη βάση των πιο πάνω θέσεων, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι το υπόλοιπο του παραπονούμενου ανέρχετο είτε στις €14048,20 (Τεκ.2) είτε στις €12.808,93 (Τεκ.6). Ως προς τις θέσεις αυτές της υπεράσπισης παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, οι δύο αυτές θέσεις της υπεράσπισης αλληλοαντιφάσκουν και αλληλοσυγκρούονται. Αν ευσταθεί η θέση ότι ο μισθός του παραπονούμενου δεν ήταν σταθερός αλλά υπολογίζετο στη βάση των ωρών που πραγματικά εργάστηκε ο παραπονούμενος, τότε προς τι η ανάγκη για μείωση του μισθού το Μάρτιο 2013 και ιδιαίτερα αφ' ης στιγμής η εταιρεία, είχε μειωμένο κύκλο εργασιών. Κατά δεύτερο, η θέση ότι ο μισθός δεν ήταν σταθερός αναιρείται από τα ίδια τα Τεκμήρια 2 και 3 που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι. Οι «Καταστάσεις Αποδοχών» - Τ.3 και τα «Payslips» που ο κατηγορούμενος 2 απέστειλε στο Τμήμα με το Τ.2, παρουσιάζουν τον παραπονούμενο να αμείβεται ως μηνιαία αμειβόμενο προσωπικό, με σταθερό μάλιστα μισθό. (βλέπε ένδειξη «Μ» (μηνιαίο) στην κατάσταση αποδοχών και αναφορές σε «monthly», «normal payroll kind», «normal hours» και «standard basic salary» στα Payslips του παραπονούμενου). Περαιτέρω, τα σχετικά payslips, παρουσιάζουν τον παραπονούμενο να είχε εργαστεί τις ίδιες ώρες κάθε μήνα, ανεξαρτήτως μείωσης ήτοι 164 ώρες. Αναφορικά τώρα με τη θέση ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο μειωμένος μισθός από το Μάρτη 2013 και μετά παρατηρώ τα εξής. Από τη θέσπιση του Ν.35(Ι)/07, οι μισθοί των εργοδοτουμένων προστατεύονται ρητά από οποιεσδήποτε αποκοπές με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προνοούνται στο αρ.10
(1)του Νόμου οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως εξής: «10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)Πριν από την αποκοπή από τον μισθό, για λόγους αποζημίωσης του εργοδότη, σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1), πρέπει να γίνεται διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, που θα έχουν ως στόχο, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης και τον τρόπο καταβολής της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει αναγνωρισμένος μηχανισμός εκπροσώπησης των εργοδοτουμένων μέσα στην επιχείρηση, πρέπει να γίνεται διαβούλευση με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο.
(3)Σε περίπτωση που οι διαβουλεύσεις, δυνάμει του εδαφίου
(2), δεν καταλήξουν σε διευθέτηση της διαφοράς, τότε η διαφορά θα παραπέμπεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για μεσολάβηση και, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία στο στάδιο της μεσολάβησης, τότε το Υπουργείο θα παραπέμπει την διαφορά στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(4)Οι αποκοπές από το μισθό δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζονται στο βαθμό που ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του.» Για σκοπούς του υπό εξέταση ζητήματος η σχετική πρόνοια είναι αυτή του αρ.10
(1)(ε) ήτοι η αποκοπή μισθού μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. Έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη φράση «μετά από συγκατάθεση» η οποία υποδηλοί ότι όχι μόνο θα πρέπει να ληφθεί σχετική συγκατάθεση αλλά και ότι τέτοια συγκατάθεση θα πρέπει να ληφθεί πριν να λάβει χώρα η αποκοπή. Ο λόγος είναι απλός. Εφόσον οι αποκοπές μισθού συνεπάγονται δραστικές συνέπειες για ένα υπάλληλο, ο τελευταίος, προτού αποφασίσει αν θα συγκατατεθεί ή όχι, θα πρέπει να μπορεί ελεύθερα να αξιολογήσει όλα τα ενώπιον του δεδομένα. Αυτό δεν μπορεί να το πράξει όμως ο εργοδοτούμενος, όταν τίθεται προ τετελεσμένων γεγονότων ήτοι μετά που αποφασίστηκε η αποκοπή και οι μόνες επιλογές του είναι είτε να συγκατατεθεί είτε να παραιτηθεί. Ο άμεσος και δραστικός επηρεασμός των προσωπικών συμφερόντων του υπάλληλου καθώς και το «κεκτημένο δικαίωμα» που αποκτά σε συγκεκριμένο μισθό από μια σύμβαση εργοδότησης, δεν επιτρέπουν τη μονομερή μεταβολή των όρων εργοδότησης, ιδιαίτερα όταν τέτοια μεταβολή είναι δυσμενής για τον ίδιο (βλ. REPUBLIC ν. MENELAOU
(1982)3 Α.Α.Δ. 419). Μόνο με τη σύμφωνο γνώμη και ρητή συγκατάθεση του εργοδοτούμενου μπορεί ο εργοδότης να προχωρήσει σε αποκοπή μισθού και το ότι ένας υπάλληλος δεν αντέδρασε όταν ενημερώθηκε εκ των υστέρων για την αποκοπή, δεν μπορεί αυτόματα να αναχθεί σε ρητή συγκατάθεση του στην αποκοπή. Τα δεδομένα του έχουν πλέον αλλάξει και μάλιστα σε βάρος του. Αφ' ης στιγμής ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε ο Ν. 35(Ι)/07είναι η ειδικά η «προστασία των μισθών», επιβάλλεται όπως οι πρόνοιες του ερμηνεύονται αυστηρά. Στην παρούσα υπόθεση, η υπεράσπιση βάσισε τη θέση της ως προς το νόμιμο της μείωσης, στο ότι η απόφαση για μείωση του μισθού, αν και λήφθηκε στην απουσία και εν αγνοία του παραπονούμενου, ο τελευταίος έλαβε σχετική ενημέρωση μεταγενέστερα, μέσω του λογιστηρίου της εταιρείας και ουδέποτε αντέδρασε. Την ίδια στιγμή όμως, ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος, όταν ενημερώθηκε για τις αποκοπές, του ζήτησε όπως τα όποια ποσά αυτός έπρεπε να συνεισφέρει ως μέτοχος, αυτά να αποκοπούν από τα κέρδη που θα δικαιούτο ως τέτοιος μέτοχος. Τίποτα δηλαδή από τα όσα ισχυρίστηκε η υπεράσπιση δεν καταδεικνύουν ότι η μείωση του μισθού του παραπονούμενου έγινε με τη ρητή του συγκατάθεση ως απαιτεί ο Νόμος και η νομολογία. Μάλλον το αντίθετο καταδεικνύουν. Άλλωστε, και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 δέχτηκε κατά την αντεξέταση του, ότι δεν ενέπλεξε τον παραπονούμενο στη συζήτηση για τη μείωση του μισθού του εφόσον ήταν σίγουρος ότι δεν θα την αποδέχετο. Η θέση της υπεράσπισης επομένως ότι, η μείωση που έγινε στο μισθό του παραπονούμενου ήταν νόμιμη και συνεπώς το υπόλοιπο των μισθών του για την επίμαχη περίοδο θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση το μειωμένο μισθό, στερείται και πραγματικού αλλά νομικού ερείσματος και απορρίπτεται. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι την επί του προκειμένου θέση της ΜΚ1 και του παραπονούμενου ως αξιόπιστη και προβαίνω σε περαιτέρω ευρήματα ότι, ο παραπονούμενος θα έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των €1842 μηνιαίως καθ' όλη την περίοδο Αυγούστου 2012 - Μαίου 2014 και ότι κατά τη λήξη της εν λόγω περιόδου. το συνολικό υπόλοιπο των μισθών που είχε να λαμβάνει ανερχόταν στο ποσό των €22.228,34 και το οποίο δεν του έχει καταβληθεί. Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα που παρέθεσα ανωτέρω ήτοι κατά πόσο υπό τις περιστάσεις, αυτό το υπόλοιπο μισθών, θα μπορούσε να συμψηφιστεί ή να αποκοπεί από τις τυχόν συνεταιρικές - μετοχικές υποχρεώσεις του παραπονούμενου απέναντι στην εταιρεία και τους άλλους μετόχους έτσι ώστε να μην καθίσταται οφειλόμενο δυνάμει του Νόμου, αυτό είναι θέμα νομικό και θα το εξετάσω πιο κάτω στην απόφαση μου. Τέλος, αναφορικά με τη μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3 σημειώνω ότι η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων περιορίστηκε σε επουσιώδη θέματα και σε μεγάλο βαθμό δεν προσέφερε οτιδήποτε στην υπόθεση. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να σημειώσω ότι αμφότεροι οι μάρτυρες, κατά την αντεξέταση τους, αποστασιοποίησαν τον εαυτό τους από τα επίδικα γεγονότα δηλώνοντας άγνοια για αυτά. Η μαρτυρία τους επομένως δε θα με απασχολήσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, το αδίκημα προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρ. 10 και 20 του Ν.35(Ι)/07. Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το εν λόγω αδίκημα, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί την απόδειξη οποιουδήποτε στοιχείου ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. πρόσφατη απόφαση ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ποινική Έφεση 58/2016, 16/3/2017 και MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoινική ΄Εφεση αρ. 198/15, 2/12/2016 καθώς και ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.120/2015, 26/4/2017 και AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015). Η παράλειψη καταβολής του μισθού συνιστά και το σχετικό αδίκημα του Νόμου και η απαλλαγή του εργοδότη δικαιολογείται μόνο αν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η περίπτωση εντάσσεται σε μία εκ των περιπτώσεων των υποπαραγράφων α - ε του αρ.10
(1)του Νόμου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου και με δεδομένο ότι η μη καταβολή των μισθών του παραπονούμενου για την περίοδο Αυγούστου 2012 - Μαίου 2014, δεν αμφισβητείται, αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι η θέση της υπεράσπισης ότι δύναται τα εν λόγω ποσά να συμψηφιστούν ή να αποκοπούν στη βάση των ισχυριζόμενων οικονομικών υποχρεώσεων του παραπονούμενου απέναντι στην εταιρεία και τους άλλους μετόχους, ως τέτοιες υποχρεώσεις προκύπτουν από την ιδιότητα του παραπονούμενου ως συνέταιρου στην εταιρεία. Κατ' αρχή, εν τη απουσία ρητής συγκατάθεσης του παραπονούμενου προς τούτο, τέτοιος συμψηφισμός ή αποκοπή δεν επιτρέπεται από το Νόμο. Τα όσα ανέφερα προηγουμένως σε σχέση με το θέμα αυτά, υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται. Κατά δεύτερο, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε, η υπαλληλική ιδιότητα είναι χωριστή και ανεξάρτητη από την οποιαδήποτε ιδιότητα του μετόχου ή του συνέταιρου και με τον ίδιο τρόπο διαχωρίζονται και τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αν οι κατηγορούμενοι θεωρούν ότι ο παραπονούμενος έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του ως συνέταιρος και μέτοχος τότε είναι ελεύθεροι να προχωρήσουν με τα ανάλογα νομικά μέτρα εναντίον του και να αξιώσουν τις ισχυριζόμενες αποζημιώσεις. Αυτό όμως δε δικαιολογεί τη μη πληρωμή των μισθών του, δικαίωμα το οποίο προκύπτει από μια άλλη σχέση που υφίσταται μεταξύ τους και η οποία προστατεύεται από αυστηρή, ειδική νομοθεσία. Πιθανόν οι κατηγορούμενοι να έχουν δίκιο στα παράπονα τους, όμως αυτό δεν θα το αποφασίσει το παρόν Δικαστήριο το οποίο εξετάζει μόνο, αν έχει διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα που προνοεί ο Νόμος. Κατά τρίτο, εκεί όπου ο εργοδότης ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να αποκοπούν ποσά από το μισθό του εργοδοτούμενου του «για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου», ο Νόμος προνοεί για την ενεργοποίηση συγκεκριμένης διαδικασίας προς επίλυση της διαφοράς (βλ. αρ. 10
(1)(δ) και 10
(2). Την εν λόγω διαδικασία όμως, οι κατηγορούμενοι, αν και τους δόθηκε η ευκαιρία να την ενεργοποιήσουν, όταν τους κάλεσε η ΜΚ1, επέλεξαν να μην το πράξουν. Δεν μπορούν επομένως να επιχειρούν τώρα και μάλιστα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, να προσπαθούν, έστω και έμμεσα, να επιλύσουν τις αστικές διαφορές τους με τον παραπονούμενο. Στη βάση των πιο πάνω, η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης, απορρίπτεται. Βρίσκω συνεπώς ότι η κατηγορούμενη εταιρεία, κατά παράβαση των προνοιών του Ν.35(Ι)/07, δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο ως όφειλε, το ποσό των €22.228,34 που αφορά σε μισθούς για την περίοδο Αυγούστου 2012 - Μαίου 2014. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή της 1ης κατηγορούμενης σε σχέση με τη 2η κατηγορία. Ενόψει του ότι η περίοδος και το ποσό για το οποίο έχει αποδειχθεί η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, εμπεριέχεται στην περίοδο και το ποσό που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας κρίνω ότι, οι πρόνοιες του αρ. 85
(1)Κεφ.155, καθώς και οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Ανδρέας Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015), τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στη 2η κατηγορία σε σχέση με τη παράλειψη της να καταβάλει οφειλόμενους μισθούς ύψους €22.228,34 οι οποίοι αφορούν την περίοδο Αυγούστου 2012 - Μαίου 2014. Όσον αφορά το 2ο κατηγορούμενο, με γνώμονα ότι οι εναντίον του κατηγορίες εδράζονται στο αρ.20 Κεφ.154, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου ως προς τον καθοριστικό ρόλο που αυτός και οι αποφάσεις του διαδραμάτισαν στην απόφαση της εταιρείας να μην καταβάλει τους μισθούς που οφείλονταν στον παραπονούμενο και να διαπράξει έτσι το αδίκημα του Ν.35(Ι)/07 και στη βάση των αρχών που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις MAGAR TEREZIAN και ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ανωτέρω καθώς και στις αποφάσεις Peppis Company Ltd και Άλλος ν. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 και Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 26, κρίνω ότι αποδείχτηκε στον απαιτούμενο για το αρ.20 Κεφ.154 βαθμό, και η δική του ενοχή στην 3η κατηγορία υπό τη διευκρίνηση στην οποία έχω προβεί ανωτέρω, σε σχέση με την απόδειξη μέρους του ποσού και της περιόδου που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας ήτοι για οφειλόμενους μισθούς ύψους €22.228,34 οι οποίοι αφορούν την περίοδο Αυγούστου 2012 - Μαίου 2014. Όσον αφορά την 1η κατηγορία και το αδίκημα της παράλειψης παρουσίασης αρχείου μισθοδοσίας κατά παράβαση του Ν.35(Ι)/2007 οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου, είναι αυτές του αρ. 20
(4)(γ): «20
(4)- Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - (α) . (β) . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, (δ) . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το αρ. 20
(5)στο οποίο γίνεται αναφορά στο αρ. 20
(4)έχει ως εξής:
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι η κατηγορούμενη 1, ενώ κλήθηκε από τις 22/7/14 να προσκομίσει αρχείο μισθοδοσίας στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού από την αρμόδια Επιθεωρήτρια μέχρι και την 28/7/14 δεν το έπραξε παραβαίνοντας έτσι τις πρόνοιες του αρ. 20
(4)(γ) του Ν.35(Ι)/2007. Κρίνω επομένως ότι η κατηγορούσα αρχή, στην παρούσα υπόθεση πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της 1ης κατηγορούμενης στην 1η κατηγορία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η κατηγορουμένη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η και 2η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 ένοχος στην 3η κατηγορία. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράλειψη πληρωμής μισθών και παρουσίασης εγγράφων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.