Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιαννούλας Παναγίδου, Αρ. Υπόθεσης: 601/17, 17/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B147 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 601/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Γιαννούλας Παναγίδου Κατηγορούμενης ------------------------ Ημερομηνία: 17/10/2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας με κα Χατζηκωστή Για την Κατηγορούμενη: κ. Σ. Σωφρονίου με κ. Α. Σωφρονίου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 19 Αυγούστου του 2016, στο χωριό Παλώδια της Επαρχίας Λεμεσού, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Ελευθερίας, εξύβρισε τη Σταυρούλα Νικολάου από τη Λεμεσό με τη φράση ''πουτάνα που πάεις τζιαι γαμιέσαι σαν τη σσιήλλα '' κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσε πρώτα ο ΜΚ1 αστυφύλακας 2817 κύριος Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου. Χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί η μαρτυρία κάθε μάρτυρα, καθότι αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, εντούτοις το Δικαστήριο θα παραθέσει τον πυρήνα και συνοπτικά τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου και κατά πόσο αυτά υπάγονται στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο αστυφύλακας αυτός έδωσε μαρτυρία για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όχι μόνο στα πλαίσια διερεύνησης της υπό εξέτασης κατηγορίας, αλλά και στα πλαίσια διερεύνησης άλλων περιστατικών, για τα οποία δεν αφορούν την παρούσα περίπτωση. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε γνώση για το επίδικο περιστατικό και στις ενέργειες που προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς επίσης και τα όσα λέχθηκαν σ' αυτόν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που αφορούν την υπό εξέταση κατηγορία. Ως ΜΚ2 κατέθεσε η παραπονούμενη, δηλαδή η κυρία Σταυρούλα Νικολάου. Υιοθέτησε και αυτή με τη σειρά της τη γραπτή της κατάθεση, καθώς επίσης εξετάστηκε και αντεξετάστηκε προφορικά για τα όσα έχουν λάβει χώρα στον επίδικο χώρο και χρόνο και που αφορούν την ισχυριζόμενη εκφώνηση της φράσης, την οποία θεωρεί δυσφημιστική και ένιωσε προσβεβλημένη όταν αυτή έχει εκφωνηθεί. Έδωσε τη δική της εκδοχή και ερμηνεία για τα όσα έχουν λάβει χώρα κατά τον επίδικο χρόνο και χώρο και επεκτάθηκε σε στοιχεία που δεν αφορούν την παρούσα περίπτωση, δηλαδή ισχυριζόμενη εξύβριση στον γιο της από την κατηγορούμενη, καθώς επίσης και σε ισχυριζόμενο περιστατικό που αφορά βία στην οικογένεια μεταξύ του ιδίου και του εν διαστάσει συζύγου της. Έδωσε επίσης τη δική της εξήγηση αναφορικά με τον χρόνο που προέβαλε το παράπονο εναντίον της κατηγορουμένης, δίνοντας τη δική της εξήγηση και αιτιολογία ποιος ήταν ο λόγος που δεν ήταν άμεσο το παράπονο της κατά τον ουσιώδη χρόνο και γιατί το παράπονο ήρθε στην επιφάνεια μετά από πάροδο περίπου δύο μηνών. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του, αποφάσισε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να κλητευθεί η κατηγορουμένη σε απολογία και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε όπως δώσει μαρτυρία ενόρκως και αντεξετάστηκε και δεν κάλεσε μάρτυρες Υπεράσπισης. Υιοθετώντας και με τη σειρά της η κατηγορουμένη τη γραπτή της κατάθεση, στην κύρια εξέταση και αντεξέταση της έδωσε μαρτυρία, ερμηνεία και εκδοχή ακριβώς αντίθετη με τα όσα έχουν λάβει χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, αρνούμενη ότι εκφώνησε τη φράση που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο και που η παραπονούμενη της αποδίδει, λέγοντας ότι δεν υπήρχε καν οπτική επαφή με την κατηγορουμένη, τονίζοντας και ψέγοντας ταυτόχρονα το γεγονός ότι το παράπονο ήρθε στην επιφάνεια όχι άμεσα, αλλά με την πάροδο του χρονικού διαστήματος που αναφέρθηκε πιο πάνω. Αναφέρθηκε και αυτή με τη σειρά της στις σχέσεις που είχε με την παραπονούμενη, η οποία παραπονούμενη είναι νύφη της, καθότι είναι ο εν διαστάσει σύζυγος του γιου της κατηγορούμενης, καθώς επίσης αναφέρθηκε και σε λοιπά περιστατικά που αφορούν ισχυριζόμενη βία στην οικογένεια και συγκεκριμένα στα παιδιά που έχει η παραπονούμενη με τον γιο της, καθώς επίσης και σε άλλα παιδιά που απέκτησαν από άλλους γάμους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη στηρίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): "Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξύβριση, (β) σε δημόσιο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, και (γ) κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι είναι εξύβριση δεν προσδιορίζεται νομοθετικά. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης [βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 (H.L.)]. Εξετάζοντας την έννοια της εξύβρισης, αποσυνδεδεμένη από οποιοδήποτε εξωγενές και ανεξάρτητο στοιχείο πρόθεσης που μπορεί να εμπεριέχεται σε μια ποινική διάταξη, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο η έννοια της εξύβρισης περικλείει την ύπαρξη κάποιου παράγοντα ενδογενούς πρόθεσης. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (πιο πάνω) ο δικαστής Dilhorne αναφέρθηκε στην έννοια της εξύβρισης κατά τρόπο που περιελάμβανε μια ενδογενή πρόθεση. Όπως όμως παρατήρησε άλλο Δικαστήριο στην υπόθεση Parkin v. Norman
(1982)2 All E.R. 583 (C.A.), η διατύπωση εκείνης της άποψης δεν σχετιζόταν άμεσα με το επίδικο θέμα, πράγμα που περιορίζει τη χρησιμότητά της. Κατά το Ελληνικό δίκαιο, όπως αναφέρεται στον Ποινικό Κώδικα του Τούση και Γεωργίου, 2η έκδοση, στη σελ. 218, Kεφ. ΑΠ 154/1956, Π. Χρ. Στ. 368, 373/1957 Ποιν. Χρ. η 83, στην περίπτωση παρόμοιας διάταξης στην Ελλάδα, προκύπτει δόλια προαίρεση η οποία αναλύεται «εις την βούλησιν της προσβολής της τιμής του άλλου και εν τη γνώσει του υβριστικού χαρακτήρος των λόγων ή έργων», ενώ σύμφωνα με την ΑΠ 329/1957 Π .Χρ. στ 27, «στοιχείο της εξυβρίσεως είναι ο δόλος του πράττοντος περιλαμβάνων την γνώσιν ότι η εκδήλωσις είναι πρόσφορος ίνα παραγάγη εξωτερικά την εντύπωσιν καταφρονήσεως ορισμένου προσώπου άμα δε και την βούλησιν όπως η τοιαύτη εκδήλωσις περιέλθη εις γνώσιν άλλων». Στην Αγγλία, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Parkin v. Norman (πιο πάνω) η εξύβριση στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου εφόσον εκτοξεύεται ύβρις εναντίον προσώπου το οποίο θα μπορούσε να την εκλάβει ως τέτοια, ανεξάρτητα του αν αυτός που την εκτοξεύει δεν συνειδητοποιεί τη δυνατότητα εξύβρισης εκείνου του συγκεκριμένου προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και ανεξάρτητα του αν οποιοσδήποτε, στη γνώση του οποίου έχει περιέλθει, δεν την εξέλαβε ως ύβρη. Κατά τη γνώμη μου, και στο Κυπριακό ποινικό δίκαιο, οι ευρύτερες έννοιες του οποίου είναι συγγενικές με τις αντίστοιχες Αγγλικές, το θέμα προσεγγίζεται με τον αυτό τρόπο. Κατά την αντίληψη μου η έννοια της εξύβρισης εξυπακούει το στοιχείο της ιδιοτέλειας στο ατομικό επίπεδο μεταξύ ενός προσώπου έναντι άλλου προσώπου ή περιορισμένης ομάδας ή κατηγορίας προσώπων, αλλά όχι έναντι του κοινού γενικά. Τέτοια ιδιοτέλεια εκφράζεται όχι κατ' ανάγκη ενσυνείδητα και διαπιστώνεται εξ αντικειμένου. Με τις υβριστικές λέξεις ο υβρίζων εκδηλώνει απέναντι στον υβριζόμενο περιφρόνηση, χλευασμό και είναι γενικά προσβλητικές και μειωτικές του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε να επιτεθεί. Ούτε χρειάζεται να αναφέρει ο υβριζόμενος ότι έχει επηρεαστεί. Είναι αρκετό το γεγονός ότι υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία (βλ. Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6065, ημερομ. 24.4.1996). Βλέπε επίσης την υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6136, ημερομ. 10.4.1997, στην οποία η Κατηγορούμενη είπε σε αστυνομικό τη φράση "Fucky Baster Police", όπως αυτός άκουσε τη φράση ηχητικά, και στην οποία η καταδίκη επικυρώθηκε. Το άρθρο 99 του Ποινικού μας Κώδικα είναι όμοιο, αλλά όχι ταυτόσημο με το άρθρο 504 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναλύεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, στις σελ. 4186-4195, καθώς επίσης και με το άρθρο του Public Order Act 1936, όπως έχει τροποποιηθεί. Η λέξη «εξύβριση» έχει τη συνήθη σημασία της. Δεν είναι βοηθητικό να αναζητεί κανείς να την εξηγήσει με τη χρήση συνωνύμων από λεξικά. Όπως λέχθηκε από το Λόρδο Reid στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R . 1297, στη σελ. 1300: ". an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Η εξύβριση εξυπακούει υβριστικές ή αυθάδεις λέξεις ή λέξεις περιφρονητικές σε σχέση με την αξιοπρέπεια του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Ο Νομοθέτης συχνά κάμνει χρήση ορισμών για να καθορίσει το νόημα συγκεκριμένων λέξεων στα Νομοθετικά κείμενα για να αποφεύγονται ασάφειες και αμφιβολίες. Η ερμηνεία του όρου «δημόσιος χώρος» δίδεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και είναι η εξής (σε μετάφραση): "'Δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει οποιαδήποτε διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση για συνάθροιση ή ως Δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Oμοιότητα στη λεκτική διατύπωση έχει ο κοινός ορισμός δύο άλλων Αγγλικών νομοθετημάτων: Firearms Act 1968 και Public Order Act 1968 και Public Order Act 1936, όπως τροποποιήθηκε. Έχει ως εξής: "΄Public place΄ includes any other premises or place to which at the material time the public have or are permitted to have access, whether on payment or otherwise;" Στην υπόθεση Cawley v. Frost
(1976)3 All E.R. 743 έγινε δεκτό ότι ακόμα και χώροι σε ένα ευρύτερο δημόσιο μέρος, στους οποίους απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό, θεωρούνται δημόσιοι, σύμφωνα με τον πιο πάνω ορισμό. Είναι σημαντικό ότι ο Αρχιδικαστής Widgery επισημαίνει ότι ο σκοπός του Νόμου ασκεί επίδραση στην ερμηνευτική προσέγγιση. Και δεν πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 95 αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ηρεμίας των περιοίκων και στη διατήρηση της ειρήνης. Στο σύγγραμμα του Dr. Sir Hari Singh Gour, The Penal Law of India, 9th Edition, Vol. II, στη σελ. 1304, αναφέρονται τα ακόλουθα (σε μετάφραση): "Δημόσιος χώρος είναι κάποιος χώρος στον οποίο πηγαίνει το κοινό ανεξάρτητα του αν έχει δικαίωμα να πάει ή όχι. Εάν το κοινό καταφεύγει σε κάποιο χώρο ελεύθερα, ο χώρος αυτός είναι δημόσιος χώρος, μολονότι, αυστηρώς ομιλούντες, το κοινό μπορεί να διαπράττει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε περιουσία. Κατά πόσο κάποιος χώρος είναι δημόσιος ή μη δεν εξαρτάται κατ' ανάγκη από το δικαίωμα αυτό καθ' αυτό του κοινού, να πάει στο χώρο, αν και βέβαια κάποιος χώρος στον οποίο το κοινό μπορεί να πάει δικαιωματικά πρέπει να θεωρείται δημόσιος χώρος .... Υπάρχουν ορισμένοι χώροι, οι οποίοι από την ίδιά τους τη φύση είναι δημόσιοι ...... κάποιος δημόσιος δρόμος ....... είναι παράδειγμα....". Αναφορικά με τον όρο "δημόσιος χώρος" παραπέμπω επίσης στις Κυπριακές αποφάσεις Pitsillos v. Police (πιο πάνω), σελ. 53, Castelow and Another v. Police
(1970)2 C.L.R. 141, 145 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1, στις σελ. 6 και 7. Το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εξύβριση να κατέστησε ενδεχόμενη την πρόκληση παριστάμενου προσώπου σε επίθεση. Όσον αφορά τον όρο "ενδέχεται" ("likely"), στην υπόθεση Livington v. Police
(1972)C.L.R. 93, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 95: "The Appellant has argued that ΄likely΄ does not mean merely ΄possibly' but that it means ΄in all probability΄; and that it was merely ΄possibly΄, but that it means ΄in all probability΄; and that it was merely ΄possible΄ that he could be seen from a road while being naked on the balcony. In a case decided in New Zealand, Dowling v. South Canterbury Electric Power Board
(1966)N.Z.L.R. 676 (at p. 678, per Hentry J.) - the full report of which is not available but which is referred to in ΄Words and Phrases legally Defined΄, 2nd ed., Vol. 3, p. 164 - it was held as follows, in relation to whether a tree was likely to cause damage: ΄A tree is likely to cause damage when the reasonable probabilities are that it will cause damage unless it gets timeous attention.΄ Approaching likewise the word ΄likely΄ in the definition of ΄publicly΄ in section 4, we entertain no doubt, on the basis of the evidence on record as accepted by the trial Judge, that the reasonable probabilities were that persons in a road would see the Appellant sitting naked on his balcony and, therefore, he was rightly convicted." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ‑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ‑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, η οποία παρέχει το πλεονέκτημα και το προνόμιο σε ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να βλέπει τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που δίνουν μαρτυρία, τη συμπεριφορά τους μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, καθώς επίσης και το λογικό των όσων έχουν αναφέρει. Η λογική με βάση και τη Νομολογία είναι ένα σταθερό κριτήριο, για το οποίο ένα Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση ενός μάρτυρα και στην εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως προς το Τεκμήριο A προς αναγνώριση αυτό παρέμεινε ως τέτοιο και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει σ' αυτό οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Ο ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο ως ένας ανεξάρτητος, αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας, ο οποίος προσήλθε για να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις γνώσεις του για το τι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε μεροληπτική στάση από το γεγονός ότι ο γιος της κατηγορουμένης είναι συνάδελφος του, αλλά και το αντίστοιχο ότι είναι ο εν διαστάσει σύζυγος της παραπονούμενης. Παρέθεσε με λεπτομέρειες και σαφήνεια, αλλά και με πληρότητα, τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του και βεβαίως τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας για άλλο περιστατικό που δεν αφορά την παρούσα υπόθεση, δεν δύναται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης, λόγω του ότι αφορά άλλο περιστατικό, για το οποίο θα επιληφθεί άλλο Δικαστήριο. Ερχόμενο τώρα το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία των μαρτύρων - κλειδιά της παρούσας περίπτωσης, που δεν είναι άλλες βεβαίως από την παραπονούμενη και την κατηγορουμένη, το Δικαστήριο προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Είναι με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και επιφυλακτικότητα που το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει τις δύο αυτές μάρτυρες, δηλαδή την παραπονούμενη και την κατηγορουμένη, με τον τρόπο που έδιναν μαρτυρία στο εδώλιο του μάρτυρα, λόγω και της ιδιότητας τους, καθότι είναι άμεσα εμπλεκόμενες και λόγω ακριβώς και της διασύνδεσης που αυτές έχουν, δηλαδή νύφη και πεθερά αντίστοιχα. Πέραν του θλιβερού γεγονότος ότι λόγω αυτής ακριβώς της συγγένειας υπήρξε μια ένταση κατά την ακροαματική διαδικασία όπως έδιναν μαρτυρία, αλλά και τα όσα έχουν λάβει χώρα στις 19 Αυγούστου του 2016, εντούτοις το Δικαστήριο έχει ως γνώμονα τον τρόπο που έδιναν μαρτυρία κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα. Με κάθε προσοχή που έχει παρακολουθήσει το Δικαστήριο την παραπονούμενη, το Δικαστήριο έχει σχηματίσει την εικόνα ότι η παραπονούμενη προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο, παρ' όλη την αναστάτωση που ένιωθε η παραπονούμενη μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, οποιανδήποτε εμπάθεια ή αρνητικό συναίσθημα προς την κατηγορουμένη. Το παράπονο που ένιωθε και το αρνητικό συναίσθημα, δηλαδή ότι προσβάλθηκε από την εκστόμηση της φράσης που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, κρίνεται από το Δικαστήριο ως απόλυτα λογικό, πειστικό και συνάμα φυσιολογικό. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αναφορικά με άλλο περιστατικό, δηλαδή την εξύβριση του γιου της από την κατηγορουμένη, αλλά και βία μεταξύ του ιδίου και του εν διαστάσει συζύγου της, δεν έχουν οποιαδήποτε θέση στην παρούσα υπόθεση, διότι αφορούν κατ' ισχυρισμό αδικήματα, τα οποία μόνο άλλο Δικαστήριο μπορεί να εκδικάσει. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η παραπονούμενη παρέθεσε με λεπτομέρειες, σαφήνεια και πληρότητα τα όσα έχουν λάβει χώρα στις 19 Αυγούστου του 2016. Δεν έχουν εντοπιστεί οποιεσδήποτε αντιφάσεις μέσα από τη μαρτυρία της παραπονούμενης και το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί απόλυτα τις εξηγήσεις που έδωσε αναφορικά με τον χρόνο που ήρθε στην επιφάνεια το παράπονο. Αποδέχεται ως απόλυτα λογική, πειστική και φυσιολογική την εξήγηση ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε την επίδικη ημερομηνία, ότι δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε αναφορά η παραπονούμενη στην Αστυνομία, λόγω του προχωρημένου της ώρας, λόγω του ότι προηγήθηκε επίσκεψη στο Νοσοκομείο, λόγω του ότι ήταν η πρώτη φορά που έδινε κατάθεση, λόγω της ιδιότητας του συζύγου της, αλλά θέλοντας να δώσει μια ευκαιρία για να ησυχάσουν τα πνεύματα. Υπό τις περιστάσεις, αυτή η εξήγηση γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως λογική και πειστική. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται μέσα από τη συμπεριφορά και τον τρόπο που έδινε μαρτυρία η παραπονούμενη, την εξήγηση της ότι δεν ήταν του επιπέδου της να δώσει οποιανδήποτε περαιτέρω συνέχεια στην εξύβριση που δέχτηκε από την κατηγορουμένη. Ήταν εισήγηση του ευπαίδευτου Συνήγορου της κατηγορουμένης ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος λόγω του χώρου που έχει γίνει. Ναι μεν πράγματι γίνεται αναφορά σε προαύλιο της κατοικίας, όπου έλαβε χώρα περιστατικό, αλλά με πολύ προσοχή, μέσα από τα αποστενοτυπημένα πρακτικά, από τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη προφορικά, διαφαίνεται ότι στη σελίδα 14 των αποστενοτυπημένων πρακτικών, η αναφορά που γινόταν σε προαύλιο, γινόταν αναφορά στο περιστατικό που δεν αφορά η παρούσα περίπτωση, δηλαδή το περιστατικό εξύβρισης του γιου της παραπονούμενης από την κατηγορουμένη. Στη σελίδα 18 όμως των αποστενοτυπημένων πρακτικών και συγκεκριμένα στη 13η γραμμή, αναφέρεται ρητά και αποκρυσταλλώνεται ότι όταν έγινε το επίδικο περιστατικό, βρισκόταν στον δρόμο, δηλαδή σε δημόσιο χώρο. Ως προς την απουσία άλλων παρισταμένων όταν έγινε το επίδικο περιστατικό θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Τέλος, η αξιοπιστία της παραπονούμενης δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και ούτε έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε πρόθεση της παραπονούμενης να καταφύγει στο ψεύδος, στην υπερβολή, στη γενικότητα και στην ασάφεια. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει η μαρτυρία της παραπονούμενης κρίνεται ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της με τις πιο πάνω επισημάνσεις, δηλαδή ότι δεν λαμβάνονται υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν με άλλες ενδοοικογενειακές διαφορές δηλαδή για ισχυριζόμενη βία στην οικογένεια που έγινε για το ίδιο περιστατικό ή άλλα περιστατικά, καθώς επίσης και για ισχυριζόμενη εξύβριση από την κατηγορουμένη προς τον γιο της παραπονούμενης. Στον αντίποδα, η κατηγορουμένη δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η κατηγορουμένη προσπάθησε να απεμπολήσει τις ευθύνες και την εμπλοκή της από το επίδικο περιστατικό. Δυστυχώς, διέκρινε το Δικαστήριο μια εμπάθεια προς το πρόσωπο της παραπονούμενης σε πολλά επίπεδα, δηλαδή τόσο σε προσωπικό, όσο και σε οικογενειακό επίπεδο, δηλαδή σε ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις που είχε με τα παιδιά του γιου της και γενικά η όλη της συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, κατέδειξε από τη μια εμπάθεια, αλλά στην αρχή της αντεξέτασης προσπάθησε να δώσει μια εικόνα ότι δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την παραπονούμενη και ότι οι σχέσεις της ήταν γενικά καλές. Η αξιοπιστία είχε κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο έχει διακρίνει έντονα το στοιχείο αμηχανίας, αλλά και από τη μια ήταν διστακτική σε κάποια σημεία στο να δώσει απαντήσεις, αλλά και από την άλλη όμως σε ορισμένες περιπτώσεις διακατείχετο από το στοιχείο της εμπάθειας και του έντονου συναισθηματισμού. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο απορρίπτει τη μαρτυρία της κατηγορουμένης στο σύνολο της ως αναληθή και αναξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία στου αδικήματος. Ως προς το πρώτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή κατά πόσο υπήρξε εξύβριση και κατά πόσο η φράση αυτή είναι εξυβριστική το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Δηλαδή το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η κατηγορουμένη εκστόμισε τη φράση που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο προς την παραπονούμενη και αναμφίβολα αυτή είναι εξυβριστική, διότι πλήττει συθέμελα την αξιοπρέπεια της τιμής και την υπόληψη της παραπονούμενης διότι προσβάλλει τη ερωτική και γενικά σεξουαλική συμπεριφορά της παραπονούμενης. Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αναμφίβολα και αυτό έχει αποδειχθεί, διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το επίδικο περιστατικό έγινε στον δρόμο, δηλαδή σε δημόσιο μέρος, με βάση και τη νομική πτυχή και ερμηνεία που έχει αξιολογηθεί πιο πάνω. Ως προς το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι επίσης έχει αποδειχθεί και προβαίνει στις εξής επισημάνσεις. Το Δικαστήριο κρίνει ότι όπως είναι διατυπωμένο το άρθρο, αφήνει να νοηθεί ότι απαιτείται να είναι κάποιος παρών. Το Δικαστήριο όμως έχει την εξής άποψη. Η χρησιμοποίηση του όρου ''ενδέχεται" να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση, καθώς επίσης και τον όρο "ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο", ακριβώς λόγω αυτής της χρησιμοποίησης του όρου ''ενδέχεται'', δεν απαιτείται βεβαίως και η φυσική παρουσία κάποιου προσώπου, διότι αυτό το οποίο ο Νομοθέτης με βάση αυτό το άρθρο είχε σκοπό, ήταν να προστατεύσει τη δημόσια τάξη, δηλαδή τα όσα λαμβάνουν χώρα σε δημόσιο χώρο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, δεν υπήρχαν άλλοι παρόντες που να το άκουσαν, όμως η φράση αυτή, αναμφίβολα ενδέχετο να προκαλέσει κάποιο πρόσωπο παριστάμενο σε επίθεση, βεβαίως με την ερμηνεία που δόθηκε πιο πάνω δηλαδή ως προς τη διάθεση και το κίνητρο του οποιουδήποτε παριστάμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Δημόσια Εξύβριση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο