Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. YOUNES ALOMAR, Αρ. Υπόθεσης: 7786/17, 19/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7786/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. YOUNES ALOMAR Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα. Ν. Χ"Κωνσταντίνου. Για κατηγορούμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στα ακόλουθα αδικήματα:
- Της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης η διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και συγκεκριμένα ότι στις 07/10/2016 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΜΖ 464 επί της οδού Προφήτη Ηλία στην Λεμεσό ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο αποστερήθηκε της ικανότητας να κατέχει η να λαμβάνει άδεια οδηγήσεως μηχανοκίνητου οχήματος στις 13/07/2015 για την περίοδο από 13/7/2015 μέχρι 13/01/2017 μετά από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπόθεση με αρ. 12835/15 σε χρόνο που ίσχυε το πιο πάνω διάταγμα. (1η κατηγορία).
- Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, (2η κατηγορία)
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (3η κατηγορία).
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδειας κυκλοφορίας. (4η κατηγορία).
- Στον ίδιο τόπο και χρόνο ενώ οδηγούσε το όχημα με τους πιο πάνω αριθμούς εγγραφής παρέλειψε να συμμορφωθεί με οδηγίες του επόπτη Π. Παύλου από το ΤΟΜ Λεμεσού ήτοι να ακινητοποιήσει το όχημα του όταν εκλήθη να πράξει τούτο (5η κατηγορία). Ως προανέφερα ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή σε όλα τα αδικήματα. Τα γεγονότα ως αυτά έχουν τεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης και αποδοχής του από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνει υπόψη του και τα γεγονότα της υπόθεση με αρ. 3581/17 η οποία αφορά επίσης τροχαίες παραβάσεις και συγκεκριμένα το αδίκημα της παράβασης των όρων άδειας οδήγησης, ήτοι ότι στις 28/01/2014 ο κατηγορούμενος ενώ ήταν κάτοχος άδειας οδηγού μαθητευόμενου οδήγησε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΜΖ 464 χωρίς να επιβαίνει σε αυτό και συγκεκριμένα χωρίς να επιβαίνει στο πρόσθιο διπλανό κάθισμα όχημα το οποίο να κατέχει ισχύουσα άδεια οδηγού για όχημα της ίδιας κατηγορίας. Την 07/10/2016 και περί ώρα 15:00 ο επόπτης Μ1, ενεργούσε έλεγχο μηχανοκίνητων οχημάτων στην οδό Προφήτη Ηλία στην Λεμεσό όπου έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΜΖ 464 να σταματήσει. Ο οδηγός αντί αυτού ανέπτυξε ταχύτητα και διέφυγε. Από έλεγχο που διενήργησε ο Μ1 διαπίστωσε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο κατηγορούμενος και από περαιτέρω έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκαν και τα υπόλοιπα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ακολούθως κλήθηκε και παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος στα γραφεία της τροχαίας Λεμεσού όπου παραδέχθηκε τα αδικήματα και ανέφερε: «Εγώ οδηγούσα, παραδέχομαι και απολογούμαι». Δεν υπάρχουν βαθμοί ποινής, υπάρχει δε μια προηγούμενη καταδίκη η οποία αφορά και την 1ην κατηγορία στην υπόθεση 12835/15, Ε. Δ. Λεμεσού. Η καταδίκη είναι ημερ.13/7/2015 και αφορά τα αδικήματα της οδήγησης χωρίς άδεια οδηγού που επιβλήθηκε ποινή εγγύησης €500= για τήρηση των νόμων και κανονισμών, για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια που επιβλήθηκε ποινή προστίμου €200 και στέρηση άδειας οδηγού για περίοδο 18 μηνών τέλος στην κατηγορία της οδήγηση χωρίς κυκλοφορία καμία ποινή. Υπάρχουν και άλλες καταδίκες οι οποίες σήμερα δεν βρίσκονται σε ισχύ. Ο κατηγορούμενος δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι παραδέχεται και αποδέχεται τα γεγονότα που αναφέρθηκαν σε σχέση με την 1η κατηγορία. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του και αφού υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας (αρχική και συμπληρωματική) η οποία ετοιμάστηκε προς όφελος του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι ο τελευταίος παραδέχεται και απολογείται για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Έγινε αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και την σωρεία προβλημάτων, οικογενειακών και οικονομικών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα και με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ο συνήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τηρούσε το διάταγμα και ήταν συμμορφωμένος με αυτό ενώ τόνισε και την ιδιαίτερα μεγάλη χρονική διάρκεια αυτού για περίοδο 18 μηνών. Την συγκεκριμένα ημέρα ο ίδιος βρισκόταν στην οικία του και έβλεπε τηλεόραση και συγκεκριμένα αραβόφωνο τηλεοπτικό κανάλι όταν είδε στους τίτλους ειδήσεων ότι το χωριό από το οποίο κατάγεται στην Συρία και στο οποίο διαμένουν οι γονείς και τα αδέλφια του βομβαρδιζόταν. Ενόψει της σύγχυσης του και του άγχους του να μάθει εάν η οικογένεια του είναι καλά οδήγησε χωρίς να το σκεφτεί το όχημα του με σκοπό να μεταβεί στην οικία φίλου του που κατάγεται από το ίδιο χωριό. Μετέβηκε στο σπίτι του συγχωριανού του και κατάφερε να επικοινωνήσει με την Συρία οπόταν και έμαθε ότι τα δύο του αδέλφια είχαν σκοτωθεί. Υπό το κράτος της έντονης ψυχικής πίεσης και κατάστασης οδήγησε εκ νέου το όχημα του για να επιστρέψει στην οικία του. Είδε τον επόπτη που του ένεψε να σταματήσει όμως λόγω της ψυχικής του κατάστασης και της έντονης λύπης και στεναχώριας προχώρησε ευθεία και μετέβηκε στην οικία του. Αργότερα κλήθηκε από την αστυνομία και μετέβη οικειοθελώς στον σταθμό όπου και άμεσα παραδέχθηκε ότι ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα αυτό, παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες και απολογήθηκε. Ο συνήγορος αναφέρθηκε και στις προσωπικές του σχέσεις με το ανήλικο τέκνο του ηλικίας 1 έτους σήμερα το οποίο δεν αναγνώρισε όμως προσπαθεί να ανακτήσει σχέσεις και επικοινωνία. Αναφέρθηκε στους λόγους που το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να στερήσει την άδεια οδηγού στον κατηγορούμενο όπως η πάροδος χρόνου από την διάπραξη και η μη ύπαρξη άλλων αδικημάτων μεταγενέστερα της υπόθεσης αυτής. Σήμερα εργάζεται ως μισθωτός και είναι συμμορφωμένος με άλλο όχημα και συγκεκριμένα μοτοσυκλέτα. Με αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 37 ετών και εργάζεται ως εργάτης σε οικοδομές. Είναι νυμφευμένος και σε διάσταση με την σύζυγο του. Λαμβάνει εβδομαδιαία το ποσό των €200= και δεν κατέχει ακίνητη περιουσία. Είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας ενός έτους το οποίο απέκτησε με Κύπρια μετά την διάσταση με την σύζυγο του και το οποίο δεν αναγνώρισε και σήμερα διαμένει με φιλοξενούσα οικογένεια. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από πολυμελή οικογένεια της Συρίας και είναι το τρίτο παιδί από τα δέκα της οικογένειας. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν τρία χρόνια κατά την διάρκεια του πολέμου στην Συρία όπως και δύο αδέλφια του. Η μητέρα του συνεχίζει να διαμένει στην Συρία με την αδελφή του. Φοίτησε μέχρι το γυμνάσιο και ακολούθως διέκοψε για να εργαστεί και να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Μετά την αποστράτευση του εργάστηκε ως οικοδόμος στην Συρία. Το 2007 ήρθε στην Κύπρο ως αιτητής ασύλου όπου και απέκτησε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και ξεκίνησε να εργάζεται στις οικοδομές χωρίς όμως συνεχή εργασία. Το 2008 σύνηψε γάμο με την σύζυγο του ρουμανικής καταγωγής αλλά λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων δυο χρόνια μετά επήλθε η διάσταση. Απέκτησε ένα παιδί με Κύπρια υπήκοο το οποίο διαμένει με φιλοξενούσα οικογένεια. Διαμένει μόνος του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στο οποίο πριν 2 μήνες έγινε διακοπή ρεύματος λόγω μη διευθέτησης της πληρωμής από τον ιδιοκτήτη. Ο κατηγορούμενος διατηρεί καλές σχέσεις με την οικογένεια του και έχει τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους. Αναμφίβολα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά και ιδωμένη στο σύνολο της η όλη οδική συμπεριφορά που επέδειξε είναι άκρως απαράδεκτη, αντικοινωνική και εγωιστική. Εκτός του ότι του είχε αποστερηθεί η ικανότητα του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης και παράκουσε το διάταγμα αυτό του Δικαστηρίου, συνάμα διέπραξε και σωρεία άλλων αδικημάτων επίσης, ιδιαίτερα σοβαρών όπως η ανασφάλιστη οδήγηση. Σοβαρότερη από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι η 1η κατηγορία η οποία αφορά ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου και των άρθρων 53 και 54, ενώ είχε αποστερηθεί στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η ικανότητα του να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Σύμφωνα με το άρθρο 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 109(Ι)/2012: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης ενώ η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Συγκεκριμένα στην απόφαση Λοΐζου ανωτέρω αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Περαιτέρω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 τονίστηκε εκ νέου η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για τον επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Σημειώνω και παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας εισήχθη με τον τροποποιητικό νόμο 109
(1)/2012 στον Νόμο Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως. Μέχρι την εισαγωγή του εν λόγω άρθρου 19Α οι παραβάτες διαταγμάτων στέρησης κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης αντιμετώπιζαν την κατηγορία του γενικού άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την ανυπακοή σε οιοδήποτε διάταγμα, διαταγή ή ένταλμα Δικαστηρίου και κατατάσσεται ως πλημμέλημα ενώ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια εκτός αν υπάρχει ειδικότερη πρόνοια. Με αναφορά στα διατάγματα στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης ο Νομοθέτης εισήγαγε το άρθρο 19Α ανωτέρω το οποίο επιφέρει μεγαλύτερη ποινή ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι 4 έτη η χρηματική ποινή ύψους €6.834=. Η εισαγωγή της πρόνοιας αυτής αντικατοπτρίζει και την ιδιαίτερη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος. Η παρακοή του συγκεκριμένου διατάγματος πέραν της σοβαρότητας ενόψει των πιο πάνω αρχών της νομολογίας με αναφορά στην ανάγκη σεβασμού των δικαστικών αποφάσεων εμπεριέχει και σοβαρότητα που άπτεται των συνεπειών ενδεχόμενης οδήγησης με στερημένη άδεια σε τρίτα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο. Ιδιαίτερα σοβαρή επίσης, είναι και η 2η και 5η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αν ληφθούν υπόψη και οι περιστάσεις διάπραξης τους. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα όχι μόνο κατά παράβαση συγκεκριμένου δικαστικού διατάγματος αλλά και χωρίς αυτό να καλύπτεται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ενώ επέλεξε να αγνοήσει τις οδηγίες του επόπτη που του ζήτησε να σταματήσει για έλεγχο ως νομιμοποιείτο να το πράξει. Σε σχέση με την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης (1η κατηγορία) αναφέρω ότι το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, ενέχει σοβαρότητα και παραπέμπω στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου ότι από τις ενέργειες και οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα. Οφείλω όμως να φέρω σε προσοχή του κατηγορούμενου ότι το αδίκημα το οποίο έχει διαπράξει σε σχέση με την 1η κατηγορία είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να θέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην του στερηθεί η άδεια οδήγησης. Στην παρούσα περίπτωση μάλιστα οι πρόνοιες του Νόμου είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(6)[i] του Περί Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000, σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα για ανασφάλιστη οδήγηση η στέρηση, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. μεταξύ άλλων, Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300,304). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος βαρύνεται και μια προηγούμενη καταδίκη στην οποία καταδικάστηκε για αδικήματα όμοιας φύσης. Να σημειωθεί όμως, ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη κατηγορηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Ο Κατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη Δικαστικού διατάγματος. Στις 07/10/2016 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανικανότητας που του είχε επιβληθεί επέδειξε αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και την μη ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου αλλά και αγνόησε οδηγίες επόπτη για να σταματήσει σε νενομισμένο έλεγχο. Αυτή η οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και αντικοινωνική. Ανυπακοή σε τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα. Λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί, την παραδοχή του κατηγορούμενου η οποία ήταν άμεση. Σημειώνω ότι λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που έχει παρέλθει και εντός του οποίου ουδέν άλλο αδίκημα φαίνεται να έχει διαπραχθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ο οποίος κάτω από τις δύσκολες και εμπόλεμες καταστάσεις της χώρας του αναγκάστηκε να ζει πρόσφυγας μακριά από την οικογένεια του. Το γεγονός ότι ο θάνατος των 2 αδελφών του σε βομβαρδισμό την ημέρα των αδικημάτων τον οδήγησε να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα σε χρόνο προς την λήξη της περιόδου στέρησης των 18 μηνών και αφού ως φαίνεται δεν παραβίασε στο παρελθόν το εν λόγω διάταγμα. Με βάση την νομολογία οι λόγοι που οδήγησαν τον παραβάτη στην διάπραξη της παρακοής εξετάζονται και επηρεάζουν την ποινή. Το αναφερθέν γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε περί της ενημέρωσης του κατηγορούμενου την ίδια ημέρα για βομβαρδισμό του χωριού του και το κίνητρο του να οδηγήσει για να μεταβεί σε φίλο του με σκοπό να ενημερωθεί για την υγεία και κατάσταση της οικογένειας του έχει βαρύνουσα σημασία. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες σαφέστατα θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος αυτής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όσο δύσκολες και αν είναι δύνανται να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας αλλά και αυτό της κατηγορίας 5ης είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής δεν έχει εξουδετερωθεί με την πάροδο του χρόνου αλλά ούτε και από τις αντικειμενικά δύσκολες προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Τούτων δεδομένων, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και εξασκώντας τη μέγιστη επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου επιβάλλω σε αυτήν τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην πέμπτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης όλων των κατηγοριών να συντρέχουν. Με αναφορά και σε σχέση με την 1η κατηγορία και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι δεν τέθηκαν οιοιδήποτε ειδικοί λόγοι επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης για περίοδο 4 μηνών. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329 (με αναφορά στις Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 C.L.R. 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 C.L.R. 16): «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Θα εξετάσω τώρα κατά πόσο δύναται το Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
- Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
- Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
- Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβανομένων όλων υπόψη, ενόψει της φύσεως των αδικημάτων, της ηλικίας του κατηγορούμενου αλλά και των οικονομικών και προσωπικών του συνθηκών, θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο με το καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα, μόνος του και χωρίς την οικογένεια του ενώ καταβάλλει προσπάθειες να εξεύρει εργασία και εργάζεται περιστασιακά με πενιχρά εισοδήματα.
- Έχει ένα ανήλικο τέκνο ενός έτους με το οποίο προσπαθεί να δημιουργήσει δεσμούς και σχέσεις.
- Το κίνητρο του να παραβεί τους όρους του διατάγματος ως αναφέρθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν ήτοι η αγωνία της στιγμής να μάθει νέα για την οικογένεια του που βρισκόταν εντός περιοχής που πλήγηκε από βομβαρδισμούς.
- Τον χρόνο διάρκειας της στέρησης που κατά τον πλείστο τηρήθηκε.
- Πέραν της καταδίκης που αφορά η 1η κατηγορία δεν βαρύνεται με άλλες καταδίκες ενώ στον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα δεν επέδειξε παραβατική συμπεριφορά. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την κατάσταση της ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις που άπτονται των οικογενειακών και οικονομικών του συνθηκών καταλήγω ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο σε σχέση με όλες τις κατηγορίες θα πρέπει να ανασταλούν και ως εκ τούτου αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Traffic / Final Αναφορά: Παρακοή διατάγματος στέρησης κ.α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο