← Κύπρος

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Χρίστου Πιπόνια κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 473/17, 6/12/2017

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Χρίστου Πιπόνια κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 473/17, 6/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:24 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 473/17 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Χρίστου Πιπόνια, από τη Λεμεσό Μιχάλη Μαρκίδη, από τη Λεμεσό Πέτρου Μπατζιόα, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων 06.12.2017 Για τη Δημοκρατία: κα Όλγα Σοφοκλέους Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν: κ. Ηλ. Στεφάνου Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος 3 παρών, γι' αυτόν: κ. Η. Κονναρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, αφορά συνολικά είκοσι κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει, από μόνος του εννέα κατηγορίες, οι οποίες αφορούν αδικήματα προμήθειας 333γρ. κοκαΐνης, κατοχής, μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών (φυσίγγια), κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β (πιστόλι), αδικήματα επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη, απειλής και απαίτησης περιουσίας με απειλές, ήτοι απαίτησης του χρηματικού ποσού των €35.000, κατηγορίες 7, 8, 9, 10,11, 12, 13, 14 και

  1. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος 1, από κοινού με τον κατηγορούμενο 2, αντιμετωπίζουν αδικήματα κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια, 333 γραμμαρίων κοκαΐνης, κατηγορίες 15 και 16, ενώ και οι τρεις κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες απαγωγής, παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, απειλών καθώς και συνομωσίας προς διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, αδικήματα τα οποία έγιναν σε βάρος του Γιώργου Νικολάου που φέρεται να είναι το θύμα της υπόθεσης και της ισχυριζόμενης παράνομης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5 και
  2. Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε για ακρόαση μόνο σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και
  3. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του παραπονούμενου Γιώργου Νικολάου, Μ.Κ.1, αυτός ρωτήθηκε κατά πόσο έβλεπε το πρόσωπο που τον χτύπησε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1 έφερε ένσταση στην πιο πάνω ερώτηση. Προβλήθηκε η θέση ότι οι ανακριτικές αρχές παραβίασαν τις πρόνοιες της Αστυνομικής Διάταξης 3/8 που αφορά τις αναγνωριστικές μεθόδους που πρέπει να εφαρμόζει η Αστυνομία για την εξακρίβωση της ταυτότητας αγνώστων προσώπων. Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι αναγνώρισης προσώπων που εφαρμόζονται από την Αστυνομία, με βάση την πιο πάνω Διάταξη, είναι οι φωτογραφίες, η παράταξη προσώπων, η επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τον τρόπο δράσης (modus operandis), με τα δακτυλικά αποτυπώματα, με το γραφικό χαρακτήρα, με την ετοιμασία ηλεκτρονικού σκίτσου και με τη μέθοδο DNA. Ο κ. Στεφάνου ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έλαβε χώρα αναγνωριστική παράταξη, δεν έγινε αναγνώριση μέσω φωτογραφιών και δεν ετοιμάστηκε οποιοδήποτε σκίτσο του δράστη. Επεσήμανε δε ότι, παρά το γεγονός ότι ο παραπονούμενος έδωσε τέσσερις καταθέσεις στην Αστυνομία, σε καμία από αυτές γίνεται περιγραφή του δράστη. Τόνισε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε η «χειρότερη μορφή παραβίασης των κανόνων». Αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι έγινε παραβίαση των πιο πάνω κανόνων, τότε δεν μπορεί να αποδεχτεί αυτή τη μαρτυρία. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «δεν μπορεί να επιτραπεί δηλαδή δεύτερη ευκαιρία στην Κατηγορούσα Αρχή το να συμπληρώσει ενώπιον Δικαστηρίου για να διορθωθούν τα ανακριτικά λάθη». Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η αναγνώριση κατηγορούμενου στο εδώλιο (dock identification) επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι οποίες όμως δεν ισχύουν στην υπό κρίση υπόθεση. Η κα Σοφοκλέους κατά την αγόρευσή της αναγνώρισε ότι δεν είναι επιθυμητό να γίνεται τέτοιου είδους αναγνώριση για πρώτη φορά χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια αναγνωριστική παράταξη ή κάποιος άλλος τρόπος αναγνώρισης του δράστη. Εισηγήθηκε όμως ότι στην υπό κρίση υπόθεση «υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες συντείνουν και συγκλίνουν στο να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια που έχει για να επιτρέψει να γίνει αναγνώριση εντός Δικαστηρίου». Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο και ως εκ τούτου ήταν δύσκολο να γίνει οποιαδήποτε αναγνωριστική παράταξη ή αναγνώριση μέσω φωτογραφιών. Παρέπεμψε στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και συγκεκριμένα στις ευκαιρίες που είχε ο παραπονούμενος να δει το δράστη και εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία αυτή πρέπει να γίνει αποδεκτή, ο μάρτυρας θα είναι στη διάθεση της υπεράσπισης να αντεξεταστεί και η αξιοπιστία του θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Στο στάδιο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε κάποια έκταση στη μαρτυρία του παραπονούμενου Γιώργου Νικολάου, Μ.Κ.1, που αφορά το επεισόδιο στο οποίο, με βάση την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, εμπλέκεται και ο κατηγορούμενος 1, έχοντας υπόψη τη νομολογιακή αρχή ότι τέτοιας φύσης αιτήματα πρέπει να αποφασίζονται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης. Ο παραπονούμενος, Γιώργος Νικολάου, Μ.Κ.1 που θα αναφέρεται μετά απλώς ως ο «παραπονούμενος» καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθέτησε τις γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, πρόκειται για τα έγγραφα με Ένδειξη Β1 και Β
  4. Στην πρώτη κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β1, ημερομηνίας 02.01.2017, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την 31.12.2016 η Αστυνομία εντόπισε στο ξενοδοχείο του, που βρίσκεται στο Σαϊττά, ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Οι υποψίες της Αστυνομίας στρέφονταν εναντίον του Μιχάλη Μαρκίδη, ήτοι του κατηγορούμενου 2, γείτονα και γνωστού του παραπονούμενου. Μετά τον εντοπισμό των ναρκωτικών ουσιών, ο παραπονούμενος συνομίλησε με τον κατηγορούμενο 2 για το θέμα αυτό. Την 02.01.2017 ο κατηγορούμενος 2 τον επισκέφθηκε στο ξενοδοχείο του και του είπε ότι θα έπρεπε να πάει μαζί του «για να δει κάποιον γιατί αλλιώς θα έρχονταν κάτω και θα τον έδερναν και θα τον έπαιρναν σηκωτό κάτω». Ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 αναφερόταν σε δύο πρόσωπα που ήταν μέσα σε ένα όχημα BMW, έξω από το ξενοδοχείο του. Ο παραπονούμενος αρχικά αρνήθηκε να πάει αλλά στη συνέχεια, λόγω των πιέσεων που δέχθηκε, συγκατατέθηκε, έθεσε όμως ως προϋπόθεση να τον συνοδεύσει ο εξάδελφος του ο Ανδρέας. Ο παραπονούμενος πήγε με τον εξάδελφο του στο χώρο που του υποδείχθηκε, ήτοι στην κτηνοτροφική περιοχή Πολεμιδιών. Στο χώρο εκεί βρισκόταν ένα άσπρο όχημα. Ο παραπονούμενος και ο ξάδελφος του αποβιβάστηκαν από τα οχήματα τους και πλησίασαν το άσπρο όχημα. Από το άσπρο όχημα αποβιβάστηκε ένα πρόσωπο και τους ζήτησε να σταθούν μπροστά από το όχημα του, που ήταν τα φώτα, για να τους βλέπει. Όταν ο Ανδρέας είδε το πρόσωπο αυτό, του είπε «ρε εν είσαι ο Χρίστος ο Πεπόνιας που του εβάλαμε κάμερες σπίτι του;» και αυτός του απάντησε «ναι ρε εν εσύ που ήρτες με τον Κωστή τζιαι εβάλετε μου τις κάμερες;». Το πρόσωπο αυτό, που θα αναφέρεται μετά ως ο 'δράστης' κρατούσε ένα μικρό πιστόλι, σημάδευε τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο 2, το έστρεφε προς τον ουρανό, το όπλιζε και φώναζε στον παραπονούμενο και του ζητούσε να του πει, «τι είχε γίνει με τα πράγματά του». Του έλεγε, «πε μου ρε τι εγίναν τα πράματα μου. Εν ναρκωτικά που έχασα. Εν περιουσία που αξίζει €35.000 τζιαι πρέπει να δώκω τζιαι εγώ λοαρκασμό πάρα κάτω. Εγώ ήταν να τα πουλήσω €65.000». Πριν προλάβει ο παραπονούμενος να του πει οτιδήποτε ο δράστης όπλισε ξανά το πιστόλι, οι σφαίρες έπεσαν στο έδαφος και αυτός έσκυβε και τις μάζευε. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε τότε, «ρε μα τι κάμνεις ε να μας παίξεις;» και αυτός του απάντησε «ναι ρε ε να σας παίξω» και του έδωσε μια μπουνιά στο πρόσωπο. Αμέσως μετά έδωσε και μια μπουνιά και στον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος τον ρώτησε γιατί τον είχε κτυπήσει και τότε αυτός του έδωσε ακόμα δύο μπουνιές. Τον χτυπούσε και τον ρωτούσε «για τα ναρκωτικά του τζιαι την περιουσία του». Ο παραπονούμενος του είπε ότι τα ναρκωτικά τα είχε παραλάβει η Αστυνομία. Αυτός συνέχισε όμως να τον χτυπά στο κεφάλι με τα χέρια του και με το πιστόλι. Ο παραπονούμενος έπεσε λόγω των χτυπημάτων στο έδαφος και τότε ο δράστης γονάτισε από πάνω του και του έλεγε ότι η Αστυνομία δεν είπε τίποτε και ότι ήταν αυτός που είχε πιάσει τα ναρκωτικά. Ενώ ήταν γονατισμένος πάνω από τον παραπονούμενο, άρχισε να ρίχνει πυροβολισμούς στον αέρα. Ακολούθως έβαλε το πιστόλι στο κεφάλι και στο λαιμό του παραπονούμενου, τον απειλούσε ότι θα τον «έπαιζε» και συνέχισε να τον χτυπά τόσο στο κεφάλι όσο και στο στήθος με το πιστόλι. Το πιο πάνω επεισόδιο διήρκησε περίπου 10 λεπτά. Ενώ τον χτυπούσε έριξε και στον αέρα τρεις τέσσερις πυροβολισμούς. Στη συνέχεια πήγε προς το μέρος του κατηγορούμενου 2 και άρχισε να τον χτυπά και εκείνο τόσο με το πιστόλι όσο και με τα χέρια, για 10 περίπου λεπτά. Όταν ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι θα του εξασφάλιζε ο ίδιος τις €35.000, ο δράστης σταμάτησε να τον χτυπά, σήκωσε τον κατηγορούμενο 2 από το έδαφος όπου βρισκόταν, τον έβαλε να σταθεί δίπλα από τον παραπονούμενο και χτυπούσε, «μια το Μιχάλη τζιαι μια τον ίδιο». Όταν ο κατηγορούμενος 2 επανέλαβε τη δήλωση του ότι θα του εξασφάλιζε ο ίδιος το ποσό των €35.000 ο δράστης σταμάτησε να τους χτυπά, προσπάθησε να μαζέψει τους κάλυκες που έριξε κατά τους πυροβολισμούς και στη συνέχεια επιβιβάστηκε στο όχημα του και έφυγε. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο παραπονούμενος είπε ότι το δράστη δεν τον γνώριζε εκ των προτέρων, τον είδε για πρώτη φορά τη συγκεκριμένη ημέρα. Όταν πήγαν να τον συναντήσουν στην κτηνοτροφική περιοχή Πολεμιδιών, ο δράστης καθόταν στη θέση του οδηγού, «με ανοικτή την πόρτα, ανοικτό το φως του αυτοκινήτου που μέσα, ανοικτά τα φώτα έξω του αυτοκινήτου τζιαι εκράταν ένα πιστόλι στα σιέρκα του τζιαι εμάσιετουν τζιαι όπλιζε το». Περίγραψε και τα γεγονότα που επακολούθησαν και είπε μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: «Εγώ τζιαι ο Μιχάλης σταθήκαμε μπροστά που το αυτοκίνητο, τζιαι τζίνος εμάσιετουν τζιαι όπλιζε, εμάσιετουν με τες σφαίρες να τις βάλει μες στο γεμιστήρα, όπλιζε τζιαι εμάσιετουν τζιαμαί . είδα τον ποιος είναι, εν ο άνθρωπος που είναι απέναντι μου». Σε κάποιο άλλο στάδιο της προφορικής του μαρτυρίας είπε ότι καθ' όλη τη διάρκεια που βρισκόταν στο συγκεκριμένο χώρο είχε συνεχή επαφή «δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο» με το δράστη. Πρόσθεσε ότι η οπτική επαφή ήταν συνεχής, «δεν έχασε ούτε δευτερόλεπτο», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, καθότι το πρόσωπο αυτό κρατούσε πιστόλι, η ατμόσφαιρα ήταν «τεντωμένη» και δεν του είχε αφήσει περιθώριο να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Ερωτηθείς από πόση απόσταση τον είχε δει, έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Αρχικά όταν καθόταν εις το αυτοκίνητο όταν πήγαμε εκεί, όταν τον είδα αρχικά ήταν στο ενάμιση μέτρο, μετά που κατέβηκε που το αυτοκίνητο στο ένα μέτρο, όταν κοίταζε την ταυτότητα του ξάδερφου μου μπροστά που τα φώτα του αυτοκινήτου τζιαι μετά που ξεκίνησε να μου χτυπά με το πιστόλι πάστην κκελλέ τζιαι να σύρνει πυροβολισμούς, πάλε περίπου στο μισό με ένα μέτρο εχτύπαν με, μετά που έριξε χαμέ τζιαι εχτύπαν με με το πιστόλι πάσ' την κκελλέ, πάσ' το μέτωπο με τη μούττην του πιστολιού τζιαμέ έβλεπα τον στους 10 πόντους. Τόσο καλά. Αρκετά καλά για περίπου 10‑15 λεπτά, όση ώρα διήρκησε τούτη όλη η διαδικασία.» Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα, έγγραφο με Ένδειξη Α. Σύμφωνα με τα πιο πάνω γεγονότα, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 συνελήφθησαν από την Αστυνομία δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη ενώ βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και νοσηλευόταν. Την 12.01.2017 ο κατηγορούμενος 3 αναγνωρίστηκε από τον παραπονούμενο, Γιώργο Νικολάου, ως το πρόσωπο που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το BMW. Η αναγνώριση έλαβε χώρα στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού καθότι ο κατηγορούμενος 3 αρνήθηκε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη προσώπων. Μετά την αναγνώριση, ο Αστ. 2851 Ι. Μαυρομούστακος πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 3 ότι ο παραπονούμενος τον είχε αναγνωρίσει ως το πρόσωπο που οδηγούσε το BMW και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος 3 απάντησε, «αφού είπα σου ότι επήα». Την ίδια ημέρα, ο Αστ. 2851 Ι. Μαυρομούστακος μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου νοσηλευόταν ο κατηγορούμενος 1 «σχετικά με επιθυμία που εξέφρασε ο τελευταίος ώστε να τύχει αναγνώρισης μόνος του από μάρτυρα, χωρίς τη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης». Ο πιο πάνω αστυφύλακας μετέβη στο Νοσοκομείο μαζί με το Λοχία 649 Βακανά και Α/Αστ. 2097 Σταύρο Αντωνίου. Όταν πληροφορήθηκε από τον Αστ. Μαυρομούστακο ότι η Αστυνομία ήταν έτοιμη για τη διαδικασία και του ζητήθηκε η γραπτή συγκατάθεσή του, αυτός εξέφρασε την επιθυμία να συμβουλευτεί το δικηγόρο του και μετά από συνομιλία που είχε με τον Αστ. Σταύρο Αντωνίου, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι θα διαβουλευόταν με το δικηγόρο του και θα απαντούσε μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας. Όταν ηγέρθηκε το υπό κρίση ζήτημα, κατατέθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 και ο τότε δικηγόρος του δεν επανήλθαν στην αστυνομία σχετικά με συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1 για αναγνώριση αλλά ούτε και η Αστυνομία προέβη σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια προς αναγνώριση. Ο κατηγορούμενος 1 την 11.01.2017 φωτογραφήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου νοσηλευόταν, για σκοπούς καταχώρισης της φωτογραφίας του στο Αρχείο Υπόπτων της Υ.ΚΑ.Ν. Η πιο πάνω φωτογραφία ουδέποτε υποδείχθηκε στον παραπονούμενο. Επισημαίνουμε ότι η ακρόαση βρίσκεται στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και ως εκ τούτου είναι άγνωστο στο Δικαστήριο κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 αναγνωρίσθηκε από άλλο ή άλλα πρόσωπα ως ο δράστης ή κατά πόσο αυτός συνδέθηκε με τα υπό κρίση αδικήματα με επιστημονική ή άλλη μαρτυρία. Για το θέμα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο, ήτοι κατά πόσο είναι αποδεκτή η αναγνώριση ενός κατηγορούμενου καθ' ον χρόνο αυτός βρίσκεται στο εδώλιο, δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσουμε Κυπριακή Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να πραγματεύεται άμεσα το θέμα αυτό. Εντοπίσαμε όμως πληθώρα υποθέσεων όπου εξετάσθηκε το θέμα κατά πόσο θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή μαρτυρία που αφορούσε αναγνώριση του δράστη από μάρτυρα. Εκείνο που πηγάζει από τη νομολογία είναι ότι το γεγονός ότι ο δράστης αναγνωρίσθηκε για πρώτη φορά ενώ βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, δεν εξυπακούεται ότι η μαρτυρία αυτή θα πρέπει αυτόματα να αποκλεισθεί[1]. Η κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Το Δικαστήριο όταν εξετάζει κατά πόσο κάποιος μάρτυρας είναι σε θέση να αναγνωρίσει το δράστη λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο δράστης ήταν πρόσωπο γνωστό στο μάρτυρα, σε πόση απόσταση βρισκόταν ο μάρτυρας από τον δράστη, πόση ώρα τον είδε[2], κατά πόσο είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του, αν έδωσε περιγραφή του δράστη στην Αστυνομία[3] και την υπόλοιπη μαρτυρία που παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπόθεσης[4]. Στην Αγγλική απόφαση R v. Turnbull[5], τέθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές που θα πρέπει να εξετάζονται όταν τίθεται θέμα αναγνώρισης κατηγορουμένου. Στην ίδια υπόθεση γίνεται μνεία στην προειδοποίηση που θα πρέπει να δίδεται στους ενόρκους σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Lord Widgery: «In our judgment the dangers of miscarriage of justice occurring can be much reduced if trial judges sum up to juries in the way indicated in this judgment. First, whenever the case against an accused depends wholly or substantially on the correctness of one or more identifications of the accused which the defence alleges to be mistaken, the Judge should warn the jury of the special need for caution before convicting the accused in reliance on the correctness of the identification or identifications. In addition he should instruct them as to the reason for the need for such a warning and should make some reference to the possibility that a mistaken witness can be a convincing one and that a number of such witnesses can all be mistaken. Provided this is done in clear terms the Judge need not use any particular form of words. Secondly, the judge should direct the jury to examine closely the circumstances in which the identification by each witness came to be made. How long did the witness have the accused under observation? At what distance? In what light? Was the observation impeded in any way, as for example by passing traffic or a press of people? Had the witness ever seen the accused before? How often? If only occasionally, had he any special reason for remembering the accused? How long elapsed between the original observation and the subsequent identification to the police? Was there any material discrepancy between the description of the accused given to the police by the witness when first seen by them and his actual appearance? If in any case, whether it is being dealt with summarily or on indictment, the prosecution have reason to believe that there is such a material discrepancy they should supply the accused or his legal advisers with particulars of the description the police were first given. In all cases if the accused asks to be given particulars of such descriptions, the prosecution should supply them. Finally, he should remind the jury of any specific weaknesses which had appeared in the identification evidence. Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης υιοθετήθηκε και σε σωρεία Κυπριακών αποφάσεων, αναφέρουμε απλώς ενδεικτικά τις αποφάσεις Anastassiades v. The Republic[6], Katsiamalis v. The Republic[7] και Rossides v. The Republic[8]. Εντοπίσαμε επίσης αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων στις οποίες τέθηκε και εξετάσθηκε το υπό κρίση θέμα ευθέως[9], ήτοι κατά πόσο είναι επιτρεπτή η αναγνώριση κάποιου προσώπου, για πρώτη φορά ενώ αυτός βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Τόσο στις πρωτόδικες αυτές αποφάσεις όσο και στο σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης'[10] που πραγματεύεται το θέμα αυτό γίνεται εκτενής αναφορά σε νομολογία του Ηνωμένου Βασιλείου και του Ανακτοσυμβουλίου. Με βάση την Αγγλική νομολογία, η πρακτική να αναγνωρίζεται ένας κατηγορούμενος από μάρτυρα κατηγορίας για πρώτη φορά στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ενώ αυτός βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορούμενου, θεωρείτο αρχικά από τα Δικαστήρια ως μη επιθυμητή. Το Δικαστήριο είχε τη διακριτική εξουσία να επιτρέψει τη μαρτυρία αυτή, η εξουσία αυτή όμως δεν θα έπρεπε να ασκηθεί υπέρ της εγκρίσεως τέτοιου αιτήματος εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη ή σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία αναγνώρισης[11]. Είναι γεγονός ότι η αναγνώριση ενός κατηγορουμένου για πρώτη φορά από το εδώλιο εμπεριέχει εγγενείς κινδύνους καθότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο μάρτυρας από τον οποίο ζητείται να αναγνωρίσει το δράστη, αυτόματα να συμπεράνει ότι το πρόσωπο που ήδη βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου περιστοιχισμένο από αστυνομικούς, είναι ο δράστης της παράνομης ενέργειας. Οι κίνδυνοι αυτοί περιγράφονται με λεπτομέρεια από τον Lord Rodger of Earlsferry στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου, Holland v H.M. Advocate[12], παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα : «. the positive disadvantages of an identification carried out when the accused is sitting in the dock between security guards: the implication that the prosecution is asserting that he is a perpetrator is plain for all to see. When a witness is invited to identify the perpetrator in court, there must be a considerable risk that his evidence will be influenced by seeing accused sitting in the dock in this way. So a dock identification can be criticized in two complementary respects: not only does it lack the safeguards that are offered by an identification parade, but the accused's position in the dock positively increases the risk of a wrong identification.» Οι πιο πάνω κίνδυνοι όμως δεν αποτελούν λόγο για αποκλεισμό της μαρτυρίας αυτής από το Δικαστήριο ευθύς εξ' αρχής. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας ο οποίος να απαγορεύει την αναγνώριση του κατηγορουμένου για πρώτη φορά από το εδώλιο. Η κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα η μαρτυρία που αφορά την αναγνώριση του κατηγορουμένου, ενώ αυτός βρίσκεται στο εδώλιο, μπορεί να υποστηρίζεται και από άλλη μαρτυρία, από πραγματική μαρτυρία ή από τη μαρτυρία κάποιου τρίτου προσώπου ή προσώπων, που ήταν παρόντα στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο. Πέραν τούτου, λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο μάρτυρας είδε το δράστη, κατά πόσο τον είδε για μια στιγμή ή για περισσότερο χρόνο, την απόσταση που τους χώριζε, το φωτισμό και όλους αυτούς τους παράγοντες που περιγράφονται αναλυτικά στην απόφαση R v. Turnbull (ανωτέρω). Η υπεράσπιση έχει το δικαίωμα να αντεξετάσει το μάρτυρα όσον αφορά την αναγνώριση και να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του συμπεριλαμβανομένης και της ικανότητας του να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο, ως το δράστη της παράνομης ενέργειας. Τελικός κριτής του θέματος είναι το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας, ειδικότερα εκεί όπου ο κατηγορούμενος τυγχάνει αναγνώρισης για πρώτη φορά, ενδέχεται να επηρεάσει τη δίκαιη δίκη του κατηγορουμένου. Σχετικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Lord Hope of Graighead, στην υπόθεση Holland (ανωτέρω): «I do not think that this material assists one way or the other in resolving the issue which lies at the heart of this case, which is whether dock identification evidence is incompatible with the Art.6

(1)right to a fair trial. As the jurisprudence of *923 European Court to which Lord Rodger refers makes clear, it is not its practice to address issues about the admissibility of evidence in the abstract or to deal with them as issues of principle: see especially Schenk v. Switzerland
(1988)13 E.H.R.R. 242, 266, at [46]. So I would reject any suggestion that the use of dock identification evidence in solemn proceedings must always be regarded as incompatible with the accused's Art.6
(1)Convention right to a fair trial, even if Scots law is indeed unique in the importance which it attaches to such evidence. It depends upon the facts of the case - whether the use of this kind of evidence could be said in the particular circumstances to have been unfair.» Χρήσιμη αναφορά επί του συγκεκριμένου θέματος γίνεται και στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου, Tido v R.[13], όπου τονίζεται μεταξύ άλλων ότι το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η μαρτυρία αυτή δεν επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, νοουμένου ότι δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω από την παρ. 21 της απόφασης: «The board therefore considers that it is important to make clear that a dock identification is not inadmissible evidence per se and that the admission of such evidence is not to be regarded as permissible in only the most exceptional circumstances. A trial judge will always need to consider, however, whether the admission of such testimony, particularly where it is the first occasion on which the accused is purportedly identified, should be permitted on the basis that its admission might imperil the fair trial of the accused.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η μαρτυρία αναγνώρισης τότε θα πρέπει να προειδοποιηθούν οι ένορκοι για τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε περίπτωση που αυτοί αποφασίσουν να δώσουν τελικά βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Where it is decided that the evidence may be admitted, it will always be necessary to give the jury careful directions as to the dangers of relying on the evidence and in particular to warn them of the disadvantages to the accused of having been denied the opportunity of participating in an identification parade, if indeed he has been deprived of that opportunity. In such circumstances the judge should draw directly to the attention of the jury that the possibility of an inconclusive result to an identification parade, if it has materialized, could have been deployed on the accused's behalf to cast doubt on the accuracy of any subsequent identification. The jury should also be reminded of the obvious danger that a defendant occupying the dock might automatically be assumed by even a well-intentioned eye-witness to be the person who had committed the crime with which he or she was charged.» Το ίδιο σκεπτικό, ήτοι ότι η κάθε υπόθεση πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, υιοθετήθηκε και στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου Terrell Nailly v. The Queen[14] όπου αναφέρονται χαρακτηριστικά: «When considering the admissibility, and the strength, of identification evidence, it is often necessary to consider separately the circumstances in which the witness saw the accused and the circumstances in which he later identified him.» Με βάση την πιο πρόσφατη νομολογία, προκύπτει ότι δεν ισχύει κάποιος άκαμπτος κανόνας επί του συγκεκριμένου θέματος. Το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε κάποιου είδους αναγνώριση, δεν καθιστά την αναγνώριση από το εδώλιο μη αποδεκτή μαρτυρία[15] ούτε συνιστά από μόνο του παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη που προστατεύονται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επικαλέστηκε και τις Αστυνομικές Διατάξεις 3/8 οι οποίες αφορούν τις διάφορες μεθόδους αναγνώρισης που εφαρμόζει η Αστυνομία σε ποινικές υποθέσεις. Οι πιο πάνω Διατάξεις δεν αποτελούν Κανόνα Δικαίου. Ως έχει λεχθεί στη Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας[16] οι εν λόγω Διατάξεις απηχούν τις αρχές της νομολογίας ως προς την ενδεδειγμένη διαδικασία για την αναγνώριση προσώπων μέσω αναγνωριστικής παράταξης ή φωτογραφιών και με αυτές επιδιώκεται η διασφάλιση της αξιοπιστίας της αναγνώρισης και η αποφυγή σφαλμάτων τα οποία, σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν δύσκολο να αποφευχθούν. Με άλλα λόγια οι Διατάξεις αυτές αποτελούν οδηγίες προς τους αστυνομικούς ώστε να γίνεται ορθά και αξιόπιστα η σχετική διαδικασία. Η τελική κρίση επί του θέματος, ήτοι της αποδεκτότητας της συγκεκριμένης μαρτυρίας, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο αποφασίζει λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, παρατηρούμε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έλαβε χώρα αναγνωριστική παράταξη σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 καθότι αυτός αρνήθηκε να συμμετάσχει σε τέτοια διαδικασία. Ο Αστ. 2851 Ι. Μαυρομούστακος μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου νοσηλευόταν ο κατηγορούμενος 1 καθότι ο τελευταίος είχε εκφράσει την επιθυμία να τύχει αναγνώρισης από μάρτυρα χωρίς τη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης. Όταν όμως ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 1, η γραπτή συγκατάθεσή του για την αναγνώριση που θα ελάμβανε χώραν, αυτός αρνήθηκε να τη δώσει και εξέφρασε την επιθυμία να συμβουλευτεί το δικηγόρο του. Ανέφερε στους αστυνομικούς που ήταν παρόντες ότι θα απαντούσε μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας, δέσμευση την οποία τελικά δεν τήρησε. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 που επέλεξε να μη συμμετάσχει σε αναγνωριστική παράταξη και στη συνέχεια να μην αναγνωρισθεί από το μάρτυρα ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο. Οι πιο πάνω επιλογές τού προτάθηκαν από την Αστυνομία και αυτός τις απέρριψε. Βέβαια δεν παραγνωρίζουμε ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να διενεργήσει αναγνώριση μέσω φωτογραφιών και δεν το έπραξε. Οι λόγοι που παρέλειψε να το πράξει παραμένουν άγνωστοι στο Δικαστήριο. Τα ό,σα ανέφερε η κα Σοφοκλέους κατά την αγόρευση της που αφορούν πρακτικές στην ουσία δυσκολίες, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά καθότι δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν αναγνωρίσθηκε εκ των προτέρων από τον παραπονούμενο, λαμβάνεται υπόψη, δεν μπορεί όμως να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό παράγοντα στην αποδοχή ή όχι της υπό κρίση μαρτυρίας. Όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, η κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Έχουμε ήδη εκθέσει με κάποια λεπτομέρεια τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν το συγκεκριμένο απόγευμα στη κτηνοτροφική περιοχή των Πολεμιδιών και έχουμε αναφερθεί στις επαφές που είχε ο παραπονούμενος με το δράστη. Επισημαίνουμε επίσης ότι ο παραπονούμενος κατά την πρώτη δικάσιμο, δήλωσε στο Δικαστήριο, χωρίς καν να προηγηθεί σχετική ερώτηση, ότι είχε δει τον δράστη και τον αναγνώρισε ως το πρόσωπο που καθόταν απέναντι του στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και τις αρχές που διέπουν το θέμα, καταλήγουμε ότι η μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Κρίνουμε ότι η αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας δεν προκαλεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό στον κατηγορούμενο 1 που να είναι μεγαλύτερος από την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας αυτής. Η μαρτυρία αυτή θα αξιολογηθεί στο τέλος, μαζί με το σύνολο της μαρτυρίας και θα συνεκτιμηθεί μαζί με όλους τους παράγοντες που αφορούν τη δίκαιη δίκη, για να αποφασισθεί ποια βαρύτητα θα της δοθεί τελικά από το Δικαστήριο. Η ερώτηση επιτρέπεται. (Υπ.) ............... Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Αναγνώριση κατηγορούμενου για πρώτη φορά ενώ βρίσκεται στο εδώλιο [1] Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 538 [2] Christofis Vasiliou Tofas v. The Republic
(1961)1 C.L.R. 99 [3] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) [4] Trussler v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 38 [5]
(1976)3 All ER 549 [6]
(1977)2 CLR 97 [7]
(1980)2 CLR 107 [8]
(1983)2 CLR 391 [9] Βλέπετε μεταξύ άλλων Δημοκρατία ν.
  1. Γ. Ανδρέου, Ποιν. Υπ. 8708/2015 ημερ. 30.05.2015 του κακουργιοδικείου Λευκωσίας και Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
  2. Κυριάκος Αντωνίου κ.α. Ποιν. Υπόθ. 4142/07 ημερ. 16.09.2010 του Ε.Δ. Πάφου [10] Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, 1η έκδοση , σελ. [11] Βλέπετε σχετικά Archbold R v. Catrwright
(1914)10 Cr. App. R 219 [12]
(2005)UKPC D1, [13]
(2011)2 Cr. App. R. 23 [14]
(2012)UKPC 12 [15] Βλέπετε σχετικά Brodie v HM Advocate
(2013)SCCR 23 και Pop v The Queen
(2003)UKPC 40 [16]
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.