Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίας Ιγνατίου Κλάτσιαρ, Αρ. Υπόθεσης: 33294/14, 21/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 33294/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Μαρίας Ιγνατίου Κλάτσιαρ Κατηγορούμενης --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21/12/2017. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Χ''Κωνσταντίνου Για την Κατηγορούμενη: κα. Χριστοφή Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 16/09/2014, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LBK 782 στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 1685, Χ.Ξενοφώντος (Μ.Κ.1), τον κ. Χριστάκη Ψύλλο (ΜΚ2). Η εκδοχή που προώθησε η Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας, είναι η ακόλουθη: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) στις 16/09/2014 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής ΚΧΕ 741 στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ με δυτική κατεύθυνση και ακολουθούσε άλλα 3 - 4 αυτοκίνητα που κινούντο στην ίδια κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας που υπάρχουν στην εν λόγω οδό και τα οποία την δεδομένη στιγμή ήταν κόκκινα. Ο παραπονούμενος ευρισκόμενος εντός της δικής του λωρίδα προσπερνούσε τα εν λόγω οχήματα από τα δεξιά κατευθυνόμενος προς τα φώτα τροχαίας όταν στην προσπάθεια του να προσπεράσει το όχημα με αρ. εγγραφής LBK 782 που οδηγείτο από την κατηγορούμενη και ευρισκόμενος στην δεξιά πίσω πλευρά του οχήματος της είδε την κατηγορούμενη να στρίβει απότομα δεξιά χωρίς να δείξει την πρόθεση της να πράξει τούτο και παραβιάζοντας ζωγραφιστή νησίδα με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του παραπονούμενου ο οποίος πάτησε φρένα και κινήθηκε δεξιότερα με στόχο να αποφύγει την σύγκρουση οπόταν και ανατράπηκε στην άσφαλτο με τραυματισμούς. Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση την οποία ανάγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατέθεσε ως «Έγγραφο Β». Η εκδοχή της κατηγορούμενης όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα της επί της οδού που αναφέρεται με δυτική πορεία και χαμηλή ταχύτητα. Σε κάποιο σημείο εντός της οδού αυτής αντιλήφθηκε ότι το ένα ελαστικό του οχήματος της ήταν τρυπημένο και έψαχνε τρόπο να ακινητοποιήσει το όχημα της με σκοπό να ζητήσει βοήθεια. Συνεχίζοντας την ευθεία πορεία της και λίγα μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας τα οποία ήταν κατά πάσα πιθανότητα κόκκινου χρώματος αντιλήφθηκε ότι υπήρχε πρατήριο καυσίμων στο οποίο θα λάμβανε την βοήθεια για το ελαστικό της. Του οχήματος της προπορεύονταν άλλα οχήματα και αφού έλεγξε και βεβαιώθηκε ότι η πρόθεση της να στρίψει έγινε αντιληπτή με ενεργοποίηση του δείκτη της επιχείρησε να εισέλθει εντός του πρατηρίου αφού έλεγξε και το εσωτερικό, και εξωτερικό δεξί καθρεφτάκι του οχήματος. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα άκουσε φρένα και τρίψιμο μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο και αμέσως σταμάτησε το όχημα της. Είδε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας να σύρεται στην άσφαλτο χωρίς όμως να υπάρχει οιαδήποτε σύγκρουση των δυο οχημάτων. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα κυριότερα μέρη αυτής κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της για να διαφανούν και οι λεπτομερείς θέσεις των μερών. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο Αστυνομικός ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, πήρε διάφορα μέτρα και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και μεταγενέστερα συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 4) και την γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 5). Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε και στις γνώσεις και εμπειρία του ως εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων. Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 καταθέτοντας το Τεκμήριο 1, την δική του γραπτή κατάθεση ανάφερε ότι μετέβηκε στην σκηνή του δυστυχήματος περί τις 07:45π.μ όπου βρήκε τους ενεχόμενους οδηγούς και τα οχήματα στην τελική τους θέση. Ο ΜΚ1 επεξήγησε το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος και ανάφερε ότι αυτό δείχνει την οδό Τζελάλ Μπαγιάρ όπου υπάρχει μια λωρία ανατολικής κατεύθυνσης και μια με δυτική. Ο δρόμος χωρίζεται με ζωγραφιστή νησίδα και στην βόρεια πλευρά του δρόμου υπάρχει είσοδος σε πρατήριο καυσίμων. Με γράμμα Α είναι η πορεία του οχήματος της κατηγορούμενης και με Α1 η τελική του θέση ενώ με το γράμμα Β τα αντίστοιχα σημεία της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου οδηγού και συγκεκριμένα ως Β1 η εκδορά στην άσφαλτο από την πτώση της μοτοσυκλέτας και ως Β2 η τελική της θέση. Ως σημείο Χ παρουσιάζεται το σημείο ανατροπής της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο όπου ξεκινά η εκδορά. Τα φώτα τροχαίας από το σημείο ανατροπής της μοτοσυκλέτας απέχουν περί τα 6 - 7 μέτρα από το τέλος της βασικής γραμμής μέτρησης επί του Τεκμηρίου 2 ήτοι 6 - 7 μέτρα από την μέτρηση 27.00 μέτρα. Με αναφορά στην ζωγραφιστή νησίδα ο ΜΚ1 ανάφερε ότι αυτή δεν μπορεί να παραβιαστεί από τους οδηγούς. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι όταν έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος το ελαστικό της κατηγορούμενης ήταν τρυπημένο. Στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ δεν υπήρχε στην αριστερή της πλευρά λωρίδα ασφάλειας. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη δεν κατηγορήθηκε για παραβίαση ζωγραφιστής νησίδας λόγω της αναγκαιότητας να επιδιορθώσει το ελαστικό της ο ΜΚ1 απάντησε ότι η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση που περιλαμβάνει την παραβίαση της ζωγραφιστής νησίδας ενώ δέχτηκε ότι δεν κατηγορήθηκε για αυτό το αδίκημα. Η κατηγορούμενη οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η κατηγορούμενη έδειξε με τον δείκτη του οχήματος της την πρόθεση να στρίψει δεξιά και δεν έλεγξε τον δείκτη εάν λειτουργούσε. Δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι χρησιμοποίησε τον δείκτη της. Όταν υπάρχει ζωγραφιστή νησίδα στον δρόμο απαγορεύεται το προσπέρασμα. Στο σημείο Χ η αριστερή λωρίδα είναι πλάτους 4 μέτρων και υπάρχει η νησίδα πλάτους 1,
- Το όχημα της κατηγορούμενης απείχε από την ζωγραφιστή νησίδα 40 εκατοστά. Στην ερώτηση κατά πόσο ο παραπονούμενος είχε στην διάθεση του περιθώριο 40 εκατοστών για να προσπεράσει χωρίς να πατήσει επί της νησίδας ο ΜΚ1 απάντησε ότι το σημείο Α1 είναι η τελική θέση του οχήματος της κατηγορούμενης και δεν είναι η προηγούμενη πορεία της για να μπορεί να πει σε ποιο σημείο οδηγούσε το όχημα της πριν. Το πίσω δεξιό μέρος του οχήματος της ήταν εντός της αριστερής λωρίδας. Ανάφερε επιπλέον σε διάφορες υποβολές και ερωτήσεις περί του ότι ο παραπονούμενος παραβίασε την ζωγραφιστή νησίδα ότι ο δρόμος είναι πλάτους 4 μέτρων και το όχημα 1,50μέτρα οπότε υπήρχε περιθώριο να κινηθεί ο παραπονούμενος, σε κάθε περίπτωση όμως δεν είχε οιαδήποτε μαρτυρία περί του ότι ο παραπονούμενος παραβίασε την ζωγραφιστή νησίδα καθότι εάν είχε θα κατηγορούσε και τον παραπονούμενο για την παραβίαση αυτή. Επέμεινε δε ότι το προσπέρασμα επιτρέπεται σε δρόμο όπου υπάρχει ζωγραφιστή νησίδα νοουμένου ότι αυτή δεν παραβιάζεται από τον οδηγό. Ο καιρός ήταν αίθριος και ο φωτισμός πολύ καλός, ήταν πρωί και η ημέρα ηλιόλουστη. Από το σημείο που βρέθηκαν τα οχήματα και με δυτική κατεύθυνση ο δρόμος είναι ευθεία και με απεριόριστη ορατότητα. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια. Το όχημα της κατηγορούμενης με βάση την τελική του θέση είχε ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει την ταχύτητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας αλλά αναφέρει ότι αυτή δεν φαίνεται να ήταν αυξημένη. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρχαν και ουδείς εκ των υπαλλήλων του πρατηρίου καυσίμων παρουσιάστηκε να αναφέρει ότι είδε το δυστύχημα. Το σημείο χ , ήτοι το σημείο ανατροπής της μοτοσυκλέτας είναι πάνω στο σημείο που ξεκινά η ζωγραφιστή νησίδα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα αυτόν κατά τη διάρκεια που μαρτυρούσε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και μοναδικός σκοπός και στόχος του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα. Εξήγησε την εμπλοκή που είχε στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε με αναφορά στην ετοιμασία των τεκμηρίων 2 και
- Οι εν λόγω μετρήσεις που έλαβε και αποτυπώνονται στ σχέδιο της σκηνής δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του και ούτε έχει προκύψει ότι αυτές είναι λανθασμένες. Η μαρτυρία του επί των ευρημάτων του στην σκηνή και ως αυτά αποτυπώθηκαν στο τεκμήριο 2 και 3 δεν αμφισβητήθηκαν και παρέμεινα αναντίλεκτα ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτά και με δεδομένο ότι ο ΜΚ1 άφησε την εντύπωση και έδωσε την εικόνα ότι προέβη σε αυτές τις μετρήσεις με αντικειμενικότητα και χωρίς αλλότρια κίνητρα ενώ ουδέν τέθηκε και προέκυψε περί του ότι αυτά είναι λανθασμένα. Στα εν λόγω σχέδια και από τις επεξηγήσεις τις οποίες ο μάρτυρας αυτός έδωσε, απεικονίζεται η οδός Τζελάλ Μπαγιάρ η οποία αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Ο δρόμος χωρίζεται με ζωγραφιστή νησίδα και στην βόρεια πλευρά του δρόμου υπάρχει είσοδος σε πρατήριο καυσίμων. Με γράμμα Α είναι η πορεία του οχήματος της κατηγορούμενης και με Α1 η τελική του θέση ενώ με το γράμμα Β τα αντίστοιχα σημεία της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου οδηγού και συγκεκριμένα ως Β1 η εκδορά στην άσφαλτο από την πτώση της μοτοσυκλέτας και ως Β2 η τελική της θέση. Ως σημείο Χ παρουσιάζεται το σημείο ανατροπής της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο όπου ξεκινά η εκδορά και το σημείο αυτό είναι επί της αρχής της ζωγραφιστής νησίδας. Τα φώτα τροχαίας από το σημείο ανατροπής της μοτοσυκλέτας απέχουν περί τα 6 - 7 μέτρα από το τέλος της βασικής γραμμής μέτρησης επί του Τεκμηρίου 2 ήτοι 6 - 7 μέτρα μετά τη μέτρηση των 27.00 μέτρων. Το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας της πορείας των ενεχόμενων οχημάτων είναι περί τα 4 μέτρα ενώ η ζωγραφιστή νησίδα στο σημείο ανατροπής 1.20μέτρα. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι αμφότεροι οι οδηγοί αποδέχθηκαν και υπέγραψαν το πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο οποίο περιλαμβάνεται και το σημείο Χ. Ανεξάρτητα όμως της αποδοχής του σε σχέση με το σημείο αυτό της ανατροπής της μοτοσυκλέτας το αποδέχομαι και λόγω της ύπαρξης στο σημείο πραγματικής μαρτυρίας ήτοι την έναρξη του σημείο τριβής της μοτοσυκλέτας επί της ασφάλτου. Ο μάρτυρας ανέφερε το λόγο που το σημείο αυτό είναι το ορθό, δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης αλλά ούτε και έχει προκύψει ότι αυτό μπορεί να είναι λανθασμένο. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι και τη θέση του μάρτυρα σε σχέση με την ορατότητα, η οποία ανέφερε ότι σε σχέση με την πορεία των ενεχόμενων οδηγών και προς τα δυτικά είναι απεριόριστη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, την εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε και τις επεξηγήσεις που έδωσε, αποδέχομαι τα σχετικά σχεδιαγραφήματα της σκηνής του δυστυχήματος και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ. 2 ήταν ο οδηγός της ενεχόμενης μοτοσυκλέτας και παραπονούμενος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρεται ότι είναι λιμενεργάτης. Στις 16/09/2014 περί τις 07:30 το πρωί οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής ΚΧΕ 741 επί της οδού Τζελάλ Μπαγιάρ με δυτική κατεύθυνση και κατευθυνόταν στην εργασία του με μέτρια ταχύτητα. Κατευθυνόταν προς τα φώτα τροχαίας με το φως της πορείας του να είναι κόκκινο. Μπροστά του υπήρχαν 3 - 4 αυτοκίνητα τα οποία οδηγούνταν με αρκετά χαμηλή ταχύτητα προς τα φώτα τροχαίας. Ο ίδιος βρισκόταν ελαφρώς δεξιότερα από τα εν λόγω οχήματα και τα προσπερνούσε από τα δεξιά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του χωρίς να περνά πάνω από την ζωγραφιστή νησίδα επί της ασφάλτου. Την στιγμή που επιχείρησε να περάσει από τα δεξιά το όχημα με αρ.εγγραφής LBK 782 και ενώ βρισκόταν σχεδόν στην δεξιά πίσω πλευρά του αυτό έστριψε απότομα δεξιά χωρίς να δείξει την πρόθεση του να στρίψει και παραβιάζοντας την ζωγραφιστή νησίδα με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία. Ο ίδιος άμεσα πάτησε φρένο και κινήθηκε δεξιότερα με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση με αποτέλεσμα να ανατραπεί στην άσφαλτο και να υποστεί τραυματισμούς. Άφησε το όχημα του στην τελική του θέση και αφού ήρθε η αστυνομία και το ασθενοφόρο ο ίδιος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε κάταγμα στο αριστερό του χέρι και εκδορές στην δεξιά του πλευρά. Έτυχε χειρουργικής επέμβασης στο αριστερό χέρι και κρατήθηκε για νοσηλεία ένα βράδυ. Με το σχεδιάγραμμα της σκηνής συμφώνησε και δεν επιθυμούσε να μεταβεί στην σκηνή εκ νέου. Η κατηγορούμενη του ανάφερε ότι προσπαθούσε να στρίψει και μεταβεί στο πρατήριο καυσίμων για να φουσκώσει το δεξιό πίσω ελαστικό της το οποίο τρύπησε ενώ του ζήτησε συγνώμη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ο καιρός και ο φωτισμός ήταν πολύ καλός. Ανάφερε ότι δεν άργησε την συγκεκριμένη ημέρα στην δουλειά του όπως του υποβλήθηκε και δεν έτρεχε ούτε οδηγούσε βιαστικά. Πριν την ανατροπή της μοτοσυκλέτας βρισκόταν στο πλευρό του οχήματος της κατηγορούμενης και προσπαθούσε να περάσει μπροστά. Το φανάρι στα φώτα τροχαίας ήταν κόκκινο και υπήρχαν 2 αυτοκίνητα μπροστά από αυτήν με το όχημα της να είναι το τρίτο στη σειρά. Μετά την ανατροπή η κατηγορούμενη του ανάφερε ότι το ελαστικό της ήταν τρυπημένο και του ζήτησε συγνώμη. Δεν επήλθε σύγκρουση ενόψει της κίνησης του να αποφύγει αυτήν. Δεν μπορεί να ξέρει πότε η κατηγορούμενη κατάλαβε ότι το ελαστικό της ήταν τρυπημένο όμως αυτό δεν ήταν τελείως «flat» και μπορούσε να συνεχίσει την πορεία της. Ο ΜΚ2 επέμενε ότι στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση όταν η κατηγορούμενη του ανέκοψε την πορεία ανατράπηκε εντός της ζωγραφιστής νησίδας. Επέμεινε δε ότι δικαιούταν να προσπεράσει στο σημείο εκείνο και αυτό ήταν δυνατό χωρίς να παραβιάσει την ζωγραφιστή νησίδα καθότι το μοτοποδήλατο του ήταν μικρού κυβισμού και υπήρχε χώρος περί του 1 μέτρου. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε και κατά πόσο η κατηγορούμενη λόγω του ελαστικού θα έπρεπε να σταματήσει κάπου και απάντησε ότι θα έπρεπε αλλά δεν μπορεί να ξέρει σε τι κατάσταση ήταν το ελαστικό της κατηγορούμενης και αυτό εξαρτάται από το πότε περιήλθε στην αντίληψη της και τι αέρας έφυγε από το ελαστικό της. Η κατηγορούμενη οδηγούσε με αρκετά χαμηλή ταχύτητα γιατί την είχε δει και για αυτό τον λόγο απόφυγε την σύγκρουση. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι βρισκόταν στο πλευρό του οχήματος της κατηγορούμενης όταν αυτή ξεκίνησε να στρίβει και έκανε ελιγμό για να μην κτυπήσει στο όχημα της. Η κατηγορούμενη σταμάτησε την πορεία της όταν τον είδε να ανατρέπεται. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι από το σημείο ανατροπής του τα φώτα τροχαίας είναι περί τα 5 - 6 μέτρα με τον ίδιο να αναφέρει ότι η απόσταση είναι μεγαλύτερη. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι ανάφερε στην κατηγορούμενη ότι θα τον πληρώσει και επέμενε ότι η τελευταία του ζήτησε συγνώμη και μετά άλλαξε την παραδοχή της για την πράξη της. Επέμεινε ότι λέει την αλήθεια η κατηγορούμενη έστριψε απότομα και χωρίς να δείξει με τον δείκτη του οχήματος της αλλά και χωρίς να κοιτάξει πίσω της πριν επιχειρήσει να στρίψει. Ο ΜΚ2 ως μάρτυρας οφείλω να αναφέρω εξαρχής ότι άφησε καλή εντύπωση και εικόνα. Η μαρτυρία του σε όλο το φάσμα της κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης δόθηκε με θέσεις σταθερές ενώ η εκδοχή του παρέμεινε εξαρχής η ίδια. Κατά την αντεξέταση ενώ ερωτήθηκε επανειλημμένα σε διάφορα ζητήματα απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και δίδοντας την ίδια εκδοχή αντιπαραβάλλοντας την μάλιστα με τα ευρήματα επί της σκηνής του ΜΚ
- Αναφέρω βεβαίως στο σημείο αυτό ότι τα επίδικα ζητήματα και αυτά που το Δικαστήριο καλείται να καταλήξει από άποψη γεγονότων δεν είναι επί της ουσίας αμφισβητούμενα. Τόσο ο παραπονούμενος όσο όμως και η κατηγορούμενη μέσα από την κατάθεση της αλλά και την ανώμοτη της δήλωση αναφέρουν ως γεγονός την πρόθεση της τελευταίας να στρίψει δεξιά ενώ δεν αμφισβητήθηκε ότι επί του σημείου που υπήρχε ζωγραφιστή διαχωριστική νησίδα. Αυτό είναι αποδεκτό, αποδεκτή επίσης είναι και η ύπαρξη της νησίδας. Αυτό που προκύπτει από την υπεράσπιση που προωθήθηκε είναι ότι ο ΜΚ2 παραβίασε την νησίδα έχοντας υπερβολική ταχύτητα και αμέλησε να δει την κατηγορούμενη να επιχειρεί στροφή για την οποία έδειξε την πρόθεση της. Επίσης προβάλλεται η αντίληψη της περί του τρυπημένου ελαστικού και η έλλειψη λωρίδας ασφαλείας ως ο λόγος στροφής και η μοναδική ενέργεια που μπορούσε η κατηγορούμενη υπό τις περιστάσεις να πράξει. Το κατά πόσο αυτά τα γεγονότα επηρεάζουν το ζήτημα της ποινικής της ευθύνης με αναφορά στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης θα εξεταστεί κατωτέρω. Επανέρχομαι στην εικόνα που ο ΜΚ2 άφησε ως μάρτυρας και αναφέρω ότι η μαρτυρία του σε πολλά και ουσιώδη σημεία συνάδει με τα ευρήματα και τις μετρήσεις του ΜΚ
- Ενώ στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι η απόσταση από τα φώτα τροχαίας μέχρι το σημείο ανατροπής (σημείο Χ) είναι περί τα 5 - 6 μέτρα αυτός ανάφερε ότι είναι περισσότερο. Αντιπαραβάλλοντας την θέση του με την μαρτυρία του ΜΚ1 προκύπτει ότι πράγματι ο ΜΚ1 ανάφερε ότι τα φώτα τροχαίας βρίσκονται σε σημείο 6 - 7 μέτρων μετά την τελευταία μέτρηση της βασικής γραμμής ήτοι τα 27.
- Το σημείο Χ βρίσκεται στο σημείο 9.50 της βασικής γραμμής ήτοι 17,50 μέτρα από το τέλος της βασικής γραμμής μέτρησης συνεπώς προσθέτοντας ακόμα 6 - 7 μέτρα από την βασική γραμμή σημαίνει ότι τα φώτα τροχαίας βρίσκονται από το σημείο χ περί τα 23,5 - 24 μέτρα. Ο ΜΚ1 ανάφερε ότι το όχημα της κατηγορούμενης στο πίσω του αριστερό μέρος βρίσκεται 40 εκατοστά από την αρχή της ζωγραφιστής νησίδας αλλά επίσης ανάφερε ότι αυτή είναι η τελική θέση του οχήματος και δεν μπορεί να ξέρει που οδηγούσαν οι ενεχόμενοι οδηγοί πριν το σημείο Χ επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί ο ισχυρισμός που ΜΚ2 ότι οδηγούσε εντός της αριστερής λωρίδας και προσπερνούσε από τα δεξιά και όταν αντιλήφθηκε την κατηγορούμενη να επιχειρεί στροφή προς τα δεξιά προέβη σε ελιγμό και ο ίδιος προς τα δεξιά για να αποφύγει την σύγκρουση. Επομένως είναι αναμενόμενο με τον ελιγμό αυτό προς τα δεξιά να ανατράπηκε επί της γραμμής που αρχίζει η νησίδα και προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο εάν ήδη οδηγούσε επί της ζωγραφιστής νησίδας να είχε ανατραπεί εντός αυτής ή και στην άλλη λωρίδα κατεύθυνσης. Σε κάθε περίπτωση όμως η θέση του ότι είχε χώρο να κινηθεί εντός της λωρίδας και να προσπεράσει τα οχήματα που προπορεύονταν αυτού από τα δεξιά συνάδει και με την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος αναφέρθηκε στο πλάτος του δρόμου και στο μέσο πλάτος ενός οχήματος αναφέροντας ότι το μοτοποδήλατο του ΜΚ2 μπορούσε να περάσει, θέση και του ίδιου του ΜΚ
- Επιπλέον η προφορική μαρτυρία του ΜΚ2 συνάδει και με την γραπτή του κατάθεση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 αμφότερες οι θέσεις του συνάδουν και παρουσιάζουν μια ενιαία εκδοχή γεγονότων η οποία σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία δύναται να γίνει αποδεκτή. Βεβαίως οφείλω να αναφέρω ότι σε καμία περίπτωση δεν εξετάζεται η αξιοπιστία του ΜΚ2 με βάση το κατά πόσο και ο ίδιος ενδεχομένως παραβίασε την διαχωριστική ζωγραφιστή νησίδα. Αυτό που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση είναι η ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης με αναφορά στην αμελή οδήγηση σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Η τυχόν συντρέχουσα ευθύνη του ενεχόμενου δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο αστικών διαδικασιών αλλά όχι της παρούσας η οποία αφορά την οδηγητική συμπεριφορά της κατηγορούμενης με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα. Συνεπώς καταλήγω ότι ο ΜΚ2 ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Τα όσα ανάφερε, σε σχέση με την επί τόπου κατάσταση, δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί ενώ η μαρτυρία του συνάδει και με τα πραγματικά ευρήματα και συμπεράσματα επί της σκηνής του δυστυχήματος. Η θέση του για λήψη αποτρεπτικής κίνησης με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση συνάδει και με την τελική θέση του οχήματος της κατηγορούμενης η οποία δεικνύει ότι αυτή έστω και ελαφριά είχε ήδη ξεκινήσει να επιχειρεί στροφή. Η τελική θέση του οχήματος της κατηγορούμενης είναι με κλίση προς τα δεξιά, το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος της βρίσκεται περί τα 30 εκατοστά ως φαίνεται από το Τεκμήριο 3 εντός της διαχωριστικής ζωγραφιστής νησίδας και το πίσω μέρος 40 εκατοστά από την αρχή της νησίδας αυτής. Η ίδια η κατηγορούμενη στην κατάθεση της αναφέρει ότι πράγματι επιχείρησε να στρίψει δεξιά και ξεκίνησε να πράττει τούτο επομένως η θέση του ΜΚ2 ότι αντιλαμβανόμενος την ενέργεια αυτή της κατηγορούμενης προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο ίδιος σε καμία περίπτωση διαπίστωσα να υπερβάλλει στις θέσεις και εκδοχή του αντίθετα αποδέχτηκε ότι η κατηγορούμενη είχε χαμηλή ταχύτητα και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτή να είχε τρυπημένο ελαστικό. Επίσης ανάφερε ότι το συγκεκριμένο σημείο της οδού Τζελάλ Μπαγιάρ είναι ευθεία με απεριόριστη ορατότητα, θέση που επίσης, συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ
- Η μαρτυρία του ΜΚ2 κρίνω ότι δύναται να αποτελέσει ασφαλή βάση εξαγωγής συμπερασμάτων και αποδέχομαι αυτήν. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη προέβηκε στην κάτωθι ανώμοτη δήλωση: «Στις 16/09/2014 και ώρα 07:30 π.μ οδηγούσα το όχημα μου με αριθμούς εγγραφής LBK 782, επί της οδού Τζελάλ Μπαγιάρ, στη Λεμεσό με δυτική πορεία και κατευθυνόμουν στο χώρο εργασίας μου. Η τροχαία κίνηση, ως προς την πορεία μου ήταν μέτρια προς αυξημένη, υπήρχαν αρκετά οχήματα που προπορεύονταν του δικού μου και εγώ φορούσα τη ζώνη ασφαλείας μου. Η ταχύτητα του οχήματος μου ήταν εντός του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας και συγκεκριμένα ήταν πολύ χαμηλή, καθότι το πίσω αριστερά ελαστικό του οχήματος που οδηγούσα ήταν τρυπημένο. Όταν αντιλήφθηκε λίγα μέτρα πιο πριν, ότι το ελαστικό του οχήματος που οδηγούσα ήταν τρυπημένο, έψαχνα κάποιο τρόπο για να μπορέσω να ακινητοποιήσω το όχημα μου και να ζητήσω βοήθεια. Στην πιο πάνω αναφερόμενη οδό δεν υπήρχε λωρίδα ασφαλείας ή οποιοδήποτε άλλο μπακέτο στα αριστερά του δρόμου για να μπορώ να σταματήσω για βοήθεια. Συνεχίζοντας προσεκτικά την ευθεία πορεία μου, σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκα ότι στα δεξιά της εν λόγω οδού, λίγο πριν τα φώτα τροχαίας, όπου ο σηματοδότης χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρη, ήτα κόκκινος, υπήρχε πρατήριο καυσίμων, στο οποίο θα μπορούσα να σταματήσω και να ζητήσω βοήθεια από τους υπαλλήλους για επιδιόρθωση του εν λόγω ελαστικού, έστω προσωρινά. Μπροστά από το όχημα μου προπορεύονταν άλλα οχήματα και αφού έλεγξα και βεβαιώθηκα ότι έγινε αντιληπτή η πρόθεση μου για να στρίψω δεξιά στο πρατήριο βενζίνης από τα οχήματα που με ακολουθούσαν, μέσω του ενεργοποιημένου δείκτη μου, επιχείρησα να εισέλθω εντός του πρατηρίου καυσίμων και αφότου μάλιστα προηγουμένως είχε ελέγξει το εσωτερικό και εξωτερικό δεξιό καθρεφτάκι και του οχήματος μου. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, άκουσα φρένα και τρίψιμο μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο και σταμάτησα αμέσως το όχημα μου. Εκείνη τη στιγμή, είδα μια μοτοσυκλέτα και τον οδηγό της να σύρονται στην άσφαλτο, δεξιά από το όχημα μου, χωρίς όμως να υπάρξει η οποιαδήποτε σύγκρουση μεταξύ της εν λόγω μοτοσυκλέτας ή του οδηγού της με το όχημα μου. Αμέσως, κατέβηκα από το όχημα μου και πήγα προς τον οδηγό της μοτοσυκλέτας για να τον ρωτήσω εάν είναι καλά. Αυτός είχε ήδη σηκωθεί από την άσφαλτο και ενώ ήταν μια χαρά, μόλις με είδε να εξέρχομαι από το όχημα μου, έπεσε ξανά στην άσφαλτο και άρχισε να μου φωνάζει «Θα με πληρώσεις για αυτό που έκανες». Έπειτα πήρε διάφορα τηλέφωνα και περίμενε το ασθενοφόρο και την αστυνομία. Από ότι έμαθα σε μεταγενέστερο στάδιο, η μοτοσυκλέτα στην προσπάθεια της να προσπεράσει παράνομα, αντικανονικά και πατώντας την ζωγραφισμένη νησίδα, διάφορα οχήματα που προπορεύονταν αυτής, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου, δεν είδε το όχημα μου αλλά ούτε και τον ενεργοποιημένο μου δείκτη και για να με αποφύγει έκανε ελιγμό και έσυρε την μοτοσυκλέτα του στην άσφαλτο. Θέλω να τονίσω ότι, πέραν της ζωγραφισμένης νησίδας, στο σημείο εκείνο αλλά και στον δρόμο εκείνο γενικά, απαγορεύεται η προσπέραση γιατί υπάρχει στο δρόμο, τόσο πριν όρο και μετά τη ζωγραφισμένη νησίδα συνεχή άσπρη γραμμή. Σε σχέση με την παραδοχή μου που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1, θα ήθελα να αναφέρω ότι η παραδοχή μυ αυτή δεν αφορούσε σε καμία περίπτωση την κατηγορία για αμελή οδήγηση που μου προσάπτεται, αλλά απλά παραδέχτηκα στον αστυνομικό που με ρώτησε ότι τα πράγματα είχαν επισυμβεί όπως ακριβώς τα ανέφερα στην κατάθεση μου, ημερομηνίας 20/09/2014 και όπως άλλωστε τα αναφέρω τώρα. Εντιμότατη, δεν οδηγούσε σε καμία περίπτωση αμελώς, έκανα ότι ακριβώς θα έκανε ο οποιοσδήποτε οδηγός εάν βρισκόταν στην θέση μου και αντιλαμβανόταν ότι το ελαστικό του οχήματος του ήταν τρυπημένο». Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από την κατηγορούμενη, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική της αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης της κατηγορουμένης και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα της κατηγορουμένης. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως να αναφέρω ότι η ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης ως ανωτέρω καταγράφηκε αυτολεξεί ουσιαστικά αποτελεί την εκδοχή που έθεσε και στην γραπτή της κατάθεση. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά της κατηγορούμενης ότι δεν έφταιγε για το δυστύχημα. Είναι μια γενική δήλωση η οποία δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να συμβαδίζουν με την υπόλοιπη μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο. Αναφέρει η κατηγορούμενη και δεν αμφισβητεί ότι κατά την πορεία της επιχείρησε στροφή σε σημείο όπου βρίσκεται η διαχωριστική των δυο κατευθύνσεων ζωγραφιστή νησίδα. Δεν αμφισβητεί ούτε την ορατότητα ενώ η θέση που προωθήθηκε για υπερβολική ταχύτητα του ΜΚ2 δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην μαρτυρία που ενώπιον μου ενόρκως τέθηκε. Αναφορικά με το περιεχόμενο της δήλωσης της θεωρώ ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα στις αναφορές της κατηγορούμενης σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ και ότι η ταχύτητα της ήταν χαμηλή. Επίσης, αποδέχομαι και τη θέση της αναφορικά με το τι επακολούθησε της ενέργειας της να στρίψει με την ανατροπή της μοτοσυκλέτας και πως η ίδια την αντιλήφθηκε όπως και το ότι το ελαστικό της ήταν τρυπημένο. Τα πιο πάνω προκύπτουν και μέσα από την μαρτυρία που έχω κάνει αποδεκτή. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΚ1 ανάφερε ότι το ελαστικό της κατηγορούμενης ήταν τρυπημένο κατά την άφιξη του στην σκηνή. Η αναφορά της όμως ότι η ίδια φρόντισε να δει με προσοχή στο δρόμο ελέγχοντας με τα καθρεφτάκια του οχήματος της την πίσω του οχήματος της τροχαία κίνηση δεν συνάδει με την λοιπή αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 και συγκεκριμένα της αναφοράς που έγινε αποδεκτή σε χαμηλή ταχύτητα της μοτοσυκλέτας αλλά και της απεριόριστης ορατότητας. Επίσης η αναφορά της για ένδειξη με τον φωτεινό δείκτη δεν επιβεβαιώθηκε από την αποδεχτή μαρτυρία. Επίσης δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση της περί άλλης σημασίας της παραδοχής της οποίας προέβη στην κατάθεση της. Αυτή η παραδοχή δεν έγινε μετά την αναφορά των όσων είπε στην αστυνομία αλλά μετά που της υποβλήθηκε η γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 5). Συγκεκριμένα αφού αυτή κατηγορήθηκε για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και την πρόκληση δυστυχήματος απάντησε «Παραδέχομαι την κατηγορία». Ουδεμία ένσταση υποβλήθηκε για την θεληματικότητα αυτής της κατάθεσης ή θέση περί μη αντίληψης της κατηγορούμενης ότι στο στάδιο εκείνο κατηγορήθηκε για συγκεκριμένο αδίκημα. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας στην οποία προέβηκα τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Κατά τις 16/09/2014 η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής LBK 782 στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ με χαμηλή ταχύτητα και έχοντας δυτική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο στον ίδιο δρόμο ο παραπονούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΚΧΕ 741 έχοντας την ίδια κατεύθυνση και προσπερνούσε 3 - 4 αυτοκίνητα με σκοπό να κατευθυνθεί στα φώτα τροχαίας που ακολουθούσαν σε κάποια μέτρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει διαχωριστική των δυο κατευθύνσεων ζωγραφιστή νησίδα ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο πίσω δεξιό πλευρό του οχήματος της κατηγορούμενης στην προσπάθεια του να την προσπεράσει, η κατηγορούμενη κινήθηκε δεξιότερα με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει εντός πρατηρίου καυσίμων που βρισκόταν στην δεξιά πλευρά της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Την ώρα αυτή ο παραπονούμενος βλέποντας την επιχείρηση της κατηγορούμενης να στρίψει δεξιά, επιχείρησε αποτρεπτική κίνηση για να αποφύγει την σύγκρουση, κινούμενος δεξιότερα με αποτέλεσμα να ανατραπεί στην άσφαλτο να συρθεί επ' αυτής και να ακινητοποιηθεί λίγα μέτρα πιο κάτω. Το σημείο ανατροπής της μοτοσυκλέτας βρίσκεται ακριβώς επί της αρχής της ζωγραφιστής νησίδας και 40 εκατοστά από το πίσω δεξιό μέρος του οχήματος της κατηγορούμενης. Το όχημα της κατηγορούμενης βρέθηκε σε πλάγια θέση με κλίση προς τα δεξιά με το μπροστινό δεξί του μέρος επί της ζωγραφιστής νησίδας κατά 30 εκατοστά περίπου. Από το σημείο ανατροπής της μοτοσυκλέτας υπάρχει απεριόριστη ορατότητα και πρόκειται για δρόμο επί του σημείου ευθύ. Ο παραπονούμενος από τη σύγκρουση τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι κατά την ώρα που ο παραπονούμενος προσπερνούσε το όχημα της κατηγορουμένης, αυτό κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση. Η κατηγορούμενη ξεκίνησε να επιχειρεί στροφή στα δεξιά όταν ο παραπονούμενος βρισκόταν ήδη σε διαδικασία προσπεράσματος από τα δεξιά και η μοτοσυκλέτα του βρισκόταν ήδη δίπλα από το πίσω δεξί μέρος του οχήματος της με αποτέλεσμα αυτός για να αποφύγει την σύγκρουση να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά και να ανατραπεί, χωρίς να προηγηθεί σύγκρουση των δύο οχημάτων. Η ενέργεια της κατηγορούμενης να στρίψει προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της ήταν εύλογο ότι θα επηρέαζε τα οχήματα που δυνατόν να την ακολουθούσαν και προτού το πράξει έπρεπε να βεβαιωθεί για την παρουσία τους και ότι είχαν αντιληφθεί την πρόθεση της αυτή. Το καθήκον της αυτό καθίσταται εντονότερο δεδομένης και της τροχαίας κίνησης που επικρατούσε στο δρόμο αλλά και της ύπαρξης της διαχωριστικής ζωγραφιστής νησίδας. Η κατηγορούμενη, θα μπορούσε και είχε τη δυνατότητα με βάση τα ευρήματα να αντιληφθεί τον παραπονούμενο που την προσπερνούσε προτού αρχίσει τη στροφή προς τα δεξιά. Υπήρχε ορατότητα στο σημείο και αν προτού αρχίσει τη στροφή προς τα δεξιά κοίταζε προς τα πίσω, ως όφειλε, θα μπορούσε να αντιληφθεί τον παραπονούμενο. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα είναι ότι δεν κοίταξε προς τα πίσω της για να βεβαιωθεί ότι δεν την ακολουθούσε οποιοδήποτε άλλο όχημα ή ότι αντιλήφθηκε την πρόθεση της αυτή και ότι ήταν ασφαλές να αρχίσει να στρίβει. Δεν έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ήταν αδύνατο να αντιληφθεί τον παραπονούμενο την ώρα που έστριβε ότι επιχείρησε να τον προσπεράσει. Επίσης, δεν έχει προκύψει ότι αυτή προτού αρχίσει να στρίβει κοίταξε καθ' οιονδήποτε τρόπο από το καθρεφτάκι της αλλά δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει και να αντιληφθεί τη μοτοσυκλέτα που βρισκόταν σε διαδικασία προσπεράσματος. Αντιθέτως, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή άρχισε να στρίβει δεξιά όταν ο παραπονούμενος βρισκόταν ήδη σε διαδικασία προσπεράσματος και σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε, αν κοίταζε και από το καθρεφτάκι του οδηγού να αντιληφθεί έγκαιρα τη παρουσία του στο δρόμο. Με αυτά τα δεδομένα και χωρίς να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι η ζωγραφιστή νησίδα δεν μπορεί να παραβιαστεί, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη προτού αρχίσει να στρίβει δεξιά παρέλειψε να κοιτάξει επαρκώς και με τη δέουσα προσοχή προς τα πίσω της και να αντιληφθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του παραπονούμενου που κινείτο σε διαδικασία προσπεράσματος με αποτέλεσμα αυτός να ενεργήσει αποτρεπτικά και να ανατραπεί επί της ασφάλτου. (βλ. Πέτρος Γεωργίου v. Nίκου Παναγιωτίδη & άλλης
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Κυριάκος Τσαρτσίδης v. Iατρικού Διαγνωστικού Κέντρου Μαγνητικής Τομογραφίας Α. Θέρισσος Λτδ
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1143 και Ανθούλη Παπουτα v.
- Κυριάκου Τούμπα
- Δ.&Θ. Τουμπας,
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1082). Προτού τελειώσω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και κρίνεται κατά πόσο η κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα υπό τις περιστάσεις. Το κατά πόσο αυτή ευθύνεται λιγότερο ή περισσότερο για το επίδικο δυστύχημα και ο επιμερισμός της ευθύνης είναι θέμα που ενδεχομένως να κριθεί σε διαδικασία αστικής φύσεως (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο