Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρίστος Χριστοφή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20676/15, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20676/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν.
- Χρίστος Χριστοφή
- Δημήτρης Χρυσοστόμου Κατηγορούμενων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής ο κατηγορούμενος) στην παρούσα αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες : 1η κατηγορία : Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5
(2)του Περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 110(I)/2004 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 23(I)/2008. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 22α Μαρτίου 2015 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησε με τον πρώην κατηγορούμενο 1 να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, κατοχή παραχαραγμένου νομίσματος. 2η κατηγορία : Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και των άρθρων 2 και 5
(1)του Περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 110(Ι)/2004 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 23(Ι)/2008. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 22α Μαρτίου 2015 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησε με τον πρώην κατηγορούμενο 1 να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος. 3η κατηγορία : Κατοχή παραχαραγμένου νομίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5
(2)του Περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 110(Ι)/2004 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 23(Ι)/
- Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 22α Μαρτίου 2015 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, κατείχε παραχαραγμένο νόμισμα, δηλαδή, ένα χαρτονόμισμα των €100= και προτίθετο να το χρησιμοποιήσει για πληρωμή εν γνώσει του ότι είναι παραχαραγμένο. 4η κατηγορία : Κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5
(1)του Περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 110(Ι)/2004 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 23(Ι)/
- Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 22α Μαρτίου 2015 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, έθεσε σε κυκλοφορία παραχαραγμένο νόμισμα, δηλαδή, ένα χαρτονόμισμα των €100=, το οποίο γνώριζε ή πίστευε ότι είναι παραχαραγμένο 5η κατηγορία : Απόπειρα κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 366, 367, 255, 35 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 22α Μαρτίου 2015 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, αποπειράθηκε να κλέψει από το πρατήριο βενζίνη ΕΚΟ που βρίσκεται στην οδό Σπύρου Κυπριανού, καύσιμα ύψους €20, με τη χρήση πλαστού χαρτονομίσματος των €
- Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι όλες τις πιο πάνω κατηγορίες αντιμετώπιζε και ο 1ος κατηγορούμενος. Αυτός τις έχει παραδεχτεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και του επιβλήθηκε ποινή. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες, ενώ μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ήδη από το σημείο αυτό αναφέρω ότι η επιλογή του κατηγορούμενου να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής ήταν απόλυτο δικαίωμα του και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξαχθεί εκ της επιλογής του αυτής οιονδήποτε συμπέρασμα ενοχής. Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 8 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, o ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και ο κατηγορούμενος προέβησαν σε σύντομες προφορικές αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής είπε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων πιο πάνω και έχει αποδειχθεί η υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ ο κατηγορούμενος από την άλλη δήλωσε ότι είναι αθώος. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Μ.Κ.1 Αστ. 1807 Μαρίνος Περικλέους Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειες του για την υπόθεση (βλ.τεκμ.1). Συγκεκριμένα είπε ότι στις 24/03/15 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για την υπόθεση στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης (τεκμ.2) και όταν του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο είπε «Ήβρα το χαμέ». Ακολούθως πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο (Τεκμ.3). Στην αντεξέταση του απάντησε ότι δεν ήταν ο ανακριτής και δεν γνωρίζει τι είπε ο υπάλληλος της πεζίνας όταν τον έφεραν για παράταξη. Μ.Κ.2 Αστ.3064 Αχιλλέας Κοκκινόφτας Ως προς τις δικές του ενέργειες (βλ.τεκμ.4), ουσιαστικά αυτές αφορούσαν τις γραπτές κατηγορίες του πρώην κατηγορούμενου 1 (τεκμ.5) και του κατηγορούμενου (τεκμ.6), ο οποίος όταν κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Επίσης κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την κατάθεση που έλαβε από τον Σάββα Προκοπίου ημερ.26/03/15, ιδιοκτήτη του πρατηρίου καυσίμων (τεκμ.7) καθώς επίσης την κατάθεση του Milko Marinov από τη Βουλγαρία ημερ.26/03/15, η οποία λήφθηκε με τη βοήθεια διερμηνέα (στη μητρική του γλώσσα τεκμ.8Α και η πιστή μετάφραση της στα Ελληνικά τεκμ.8Β). Στην αντεξέταση του απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι ο υπάλληλος της πεζίνας είδε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του ΤΑΕ στις 26/03/15, σε διαδικασία που έκανε άλλος συνάδελφος του και ανέφερε «Όχι, νομίζω δεν είναι αυτός». Μ.Κ.3 Σάββας Προκοπίου Ο μάρτυρας αυτός είναι συνιδιοκτήτης του πρατηρίου καυσίμων εις το οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αναφέρει στην κατάθεση του τεκμ.7 ότι στις 22/03/15, ημέρα Κυριακή, όπως πληροφορήθηκε από τον υπάλληλο του πρατηρίου Milko Marinov, κάποιος ήρθε να βάλει πεζίνα στο αυτοκίνητο του και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα των €100.- το οποίο έμοιαζε με πλαστό. Όταν ενημέρωσε τον οδηγό ότι δεν ήταν καλό το χαρτονόμισμα, αυτός έφυγε, παίρνοντας μαζί του το χαρτονόμισμα. Ακολούθως ειδοποίησε την Αστυνομία. Επίσης σημειώνει ότι στο αυτοκίνητο ήταν 2 άτομα, καθώς και ότι ο Milko έβαλε στον κερματοδέκτη ένα χαρτονόμισμα των €20.- αλλά δεν τους έβαλε τελικά πεζίνα γιατί τους είπε ότι το χαρτονόμισμα δεν ήταν καλό και αυτοί έφυγαν. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος από τον κατηγορούμενο αν τον είδε να έρθει στην πεζίνα απάντησε αρνητικά. H μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή. Δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί κάτι περισσότερο. Ως προς την κατάθεση του αναφερόμενου από τον ΜΚ3 υπαλλήλου του πρατηρίου Milko Marinov (βλ.τεκμ.8Α και 8Β), παρά το γεγονός σημειώνεται ότι αυτός τελικά δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και δεν έδωσε μαρτυρία, παρατηρώ ότι όσα αναφέρει για το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στο πρατήριο επιβεβαιώνονται ουσιαστικά από τον κατηγορούμενο στην κατάθεση του ως κατωτέρω αναφέρεται και συνεπώς την κάνω αποδεκτή. Όσον αφορά την κατάθεση του κατηγορούμενου, τεκμ.3, ν' αναφέρω κατ' αρχήν ότι αυτή κατατέθηκε χωρίς ένσταση, αφού προηγουμένως υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρώ συνεπώς ότι είναι θεληματική. Ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης του κατηγορούμενου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Από την εξέταση της κατάθεσης του κατηγορούμενου κρίνεται ότι στο μεγαλύτερο της μέρος θα πρέπει να γίνει δεκτό. Αφενός διότι υπάρχουν σε αυτήν παραδοχές και ή δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του. Όπως ότι στις 22/03/15 είχε στην κατοχή του ένα χαρτονόμισμα των €100.-, το οποίο ήταν ψεύτικο αφού ήταν πολλά λεπτό όπως το χαρτομάντηλο. Το απόγευμα δε της ίδιας ημέρας βρέθηκε με τον Χρίστο και μετέβησαν σε πεζίνα για να βάλει ο Χρίστος €20.-. στο αυτοκίνητο. Επίσης ότι γνώριζε ότι ήταν πλαστό το χαρτονόμισμα αφού εκαταλάβετουν πολλά. Από εκεί και πέρα ότι πήγαν στην πεζίνα με το αυτοκίνητο του Χρίστου και ο τελευταίος (οδηγός) κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προσπάθησε να βάλει πεζίνα δίνοντας το ψεύτικο χαρτονόμισμα στον υπάλληλο του πρατηρίου και ότι ο υπάλληλος του πρατηρίου αντιλήφθηκε τι συμβαίνει, το ανέφερε στον Χρίστο και αυτός πήρε το χαρτονόμισμα και έφυγαν, είναι σημεία που εν πάση περιπτώσει συμφωνούν με άλλη μαρτυρία. Εν σχέση δε με την αναφορά του ότι είπε στον Χρίστο να μην το χρησιμοποιήσει γιατί εκαταλάβετουν αλλά ο ίδιος είπε να δοκιμάσει δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα καθότι αποτελεί εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική συμπεριφορά, δεν δόθηκε ενόρκως για να εξεταστεί η αξιοπιστία του και δεν συνάδει με άλλη αποδεχτή μαρτυρία. Θεωρώ δε αυτό κατάλληλο σημείο για να σημειώσω την αναξιοπιστία που προκύπτει για τον κατηγορούμενο ως εκ της προσπάθειας του μέσα από τις ερωτήσεις του στους μάρτυρες κατηγορίας στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να δείξει ότι δεν ήταν καν στο πρατήριο, ενώ την ίδια στιγμή λέει στην κατάθεση του όσα αναφέρθηκαν και έγιναν δεκτά ανωτέρω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής : Στις 22/03/15, ημέρα Κυριακή, ο πρώην κατηγορούμενος 1 μαζί με τον κατηγορούμενο συναντήθηκαν και μετέβησαν σε πρατήριο καυσίμων στη Λεμεσό για να βάλει καύσιμα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος. Ο κατηγορούμενος ήταν συνοδηγός. Ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα είχε στην κατοχή του ένα πλαστό χαρτονόμισμα των €100.-. Όταν έφτασαν στο πρατήριο, κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο πρώην κατηγορούμενος 1, ο οποίος κρατούσε το πλαστό χαρτονόμισμα το οποίο του είχε δώσει προηγουμένως κάτω από άγνωστες συνθήκες ο κατηγορούμενος και έδωσε το χαρτονόμισμα στον υπάλληλο του πρατηρίου προκειμένου να του βάλει στο αυτοκίνητο καύσιμα αξίας €20.-. Ο υπάλληλος του πρατηρίου έβαλε στον χρηματοδέκτη ένα χαρτονόμισμα των €20.- από τα χρήματα που είχε μαζί του ως ταμείο, όμως την ίδια στιγμή και πριν βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητο αντιλήφθηκε ότι το χαρτονόμισμα που του εδόθη ήταν πλαστό και το είπε στον οδηγό, ο οποίος αμέσως έφυγε, παίρνοντας μαζί του το χαρτονόμισμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 εδράζονται στο άρθρο 5 του περί Νοµίσµατος (Παραχάραξη και άλλα Συναφή Θέµατα) Νόµου 110/(Ι)2004, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «5.
(1)Κάθε πρόσωπο που θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγµένο νόµισµα, το οποίο γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι παραχαραγµένο, είναι ένοχο κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη.
(2)Κάθε πρόσωπο που κατέχει, έχει υπό τον έλεγχο του, παραλαµβάνει ή εξασφαλίζει παραχαραγµένο νόµισµα και προτίθεται να το χρησιµοποιήσει για πληρωµή, εν γνώσει του ότι τέτοιο νόµισµα είναι παραχαραγµένο, είναι ένοχο κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη». Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3 στην παρούσα προκύπτει ότι τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος αυτής είναι:
- Ο κατηγορούμενος να κατέχει παραχαραγμένο νόμισμα,
- Με πρόθεση να χρησιμοποιήσει αυτό για πληρωμή και
- Εν γνώσει του ότι το νόμισμα αυτό είναι παραχαραγμένο. Τα δε συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 4, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών λεπτομερειών αδικήματος αυτής είναι:
- Ο κατηγορούμενος να θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένο νόμισμα,
- Το οποίο γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι παραχαραγμένο. Πρέπει λοιπόν προς στοιχειοθέτηση και των δύο αδικημάτων να αποδειχθεί ότι το επίδικο «νόμισμα» είναι «παραχαραγμένο». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου «νόμισμα» σημαίνει και χαρτονόμισμα, περιλαµβανοµένου και τραπεζογραµµατίου, ή κέρµα που είναι νοµίµως κυκλοφορούν χρήµα στη Δηµοκρατία ή οποιοδήποτε άλλο κράτος, είτε αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία, είτε προορίζεται να τεθεί σε κυκλοφορία. Στο ίδιο άρθρο του Νόμου προβλέπεται και τι αποτελεί «παραχαραγμένο νόμισμα». Συγκεκριμένα σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εν λόγω ορισμού, που αφορά ουσιαστικά την επίδικη περίπτωση, σημαίνει: «Αντικείµενο το οποίο έχει τη µορφή νοµίσµατος αλλά δεν είναι γνήσιο και έχει παραχθεί µε δόλιο τρόπο, ώστε να προσοµοιάζει, είτε στη µια είτε και στις δύο όψεις, µε χαρτονόµισµα, τραπεζογραµµάτιο ή κέρµα, αντίστοιχα, µε σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο». Για να θεωρηθεί λοιπόν ένα αντικείμενο ως «παραχαραγμένο νόμισμα» εν τη εννοία του Νόμου 110(Ι)/2004 απαιτείται να αποδειχθεί ότι αυτό:
- Έχει τη μορφή νομίσματος,
- Το οποίο δεν είναι γνήσιο και
- Έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο ώστε να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα,
- Με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι παραχαραγμένο νόμισμα δεν αποτελεί κάθε μη γνήσιο ή άλλως πλαστό χαρτονόμισμα. Απαιτείται να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω. Τα υπ' αρ. 3 και 4 ανωτέρω ότι δηλ. πρέπει να έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο, έχουν κατά την κρίση μου την έννοια ότι το παραχαραγμένο χαρτονόμισμα ως έχει παραχθεί δηλ. ως τελικό προιόν, πρέπει να αποσκοπεί στο να παραπλανήσει ώστε να εκληφθεί ως γνήσιο. Πρέπει δηλ. αυτό να αποτελείται από ή να περιλαμβάνει τέτοια χαρακτηριστικά, υλικά ή στοιχεία τα οποία να το κάνουν να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα, ώστε (με σκοπό) αντικειμενικά κάποιος που το βλέπει να είναι δυνατό να το εκλάβει ως γνήσιο. Όσον δε αφορά την απόδειξη της γνώσης ή της πρόθεσης, ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορούμενου, συνήθως δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία. Μπορεί όμως να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως για παράδειγμα από την συμπεριφορά του δράστη και τα γεγονότα. Συνήθως αυτά προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας και αποτελούν περιστατική μαρτυρία (βλ. Yusef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414). Όσον αφορά τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες 1 και 2), αυτά εδράζονται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Αρκούντως διαφωτιστική για το πότε στοιχειοθετείται αυτό είναι η Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, από την οποία προκύπτουν τα εξής: - Το αδίκημα συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία προς επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους (για τα πιο πάνω βλ. και την μεταγενέστερη Eminiyet κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 216). Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328 O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold,σελ. 2035 παρ. 28-4). Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (για τα πιο πάνω βλ. και την μεταγενέστερη Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633). - Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Έτσι στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King [1966] Crim. L.R. 280, R. v. Mills 27 Cr. App. R. 49, R. v. Walker [1962] Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien 59 Cr. App. R. 222, Archbold σελ. 2039 παρ. 28-9). - Σε περίπτωση που οι επίδοξοι συνωμότες διατυπώσουν κάποια επιφύλαξη ως προς την οριστικότητα της συμφωνίας τους, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να είναι διαφορετικό. Η επίδραση κάθε επιφύλαξης ρητής ή εξυπακουόμενης είναι και αυτό ζήτημα πραγματικό. Όσον δε αφορά την δυνατότητα διάκρισης μεταξύ της έννοιας της συνωμοσίας και της σύμβασης με τη στενή έννοια του δικαίου των συμβάσεων γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Glanville Williams 2η έκδοση. σελ. 666 παρ. 212. Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Τέλος πέραν της συμφωνίας χρειάζεται και απόδειξη της πρόθεσης στη σκέψη καθενός εκ των επίδοξων συνωμοτών να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (βλ. Λαζάρου ανωτέρω και R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Και έρχομαι τέλος στο αδίκημα της 5ης κατηγορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 : 366. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος. Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
- Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
- Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
- Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται με καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η θέση νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση R. v. Bernhard υιοθετήθηκε στην Savva v. The Police
(1973)2 C.L.R. 331, στα πλαίσια της υπεράσπισης του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, όπου προβλέπεται ότι αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώµατος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑTA Θεωρώ ορθό να εξετάσω κατ' αρχήν κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι το αναφερόμενο χαρτονόμισμα αποτελεί παραχαραγμένο νόμισμα εν τη εννοία του Νόμου 110(Ι)/
- Όπως γίνεται αντιληπτό η κατάληξη επί του συγκεκριμένου σημείου επηρεάζει τις κατηγορίες 1-
- Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί δικαστική γνώση ότι το χαρτονόμισμα των €100 είναι χρήμα που κυκλοφορεί νόμιμα τόσο στη Δημοκρατία όσο και σε άλλα κράτη, έχον αξία αντίστοιχη με 100 Ευρώ, που είναι το νόμιμα κυκλοφορούν νόμισμα εκείνων των κρατών μελών της Ευρωπαικής Ένωσης που ανήκουν στην λεγόμενη Ευρωζώνη. Συνεπώς αποτελεί «νόμισμα» εν τη εννοία του προαναφερόμενου Νόμου. Με δεδομένο ότι το χαρτονόμισμα δεν εντοπίστηκε (σύμφωνα με τον κατηγορούμενο στην κατάθεση του το κατέστρεψε), αυτό όπως είναι φυσικό δεν εξετάστηκε επιστημονικά από ειδικό, ενώ περαιτέρω σημειώνεται δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη μαρτυρία ως προς την μορφή του κλπ. Ότι γνωρίζει το Δικαστήριο είναι αυτό που παραδέχεται στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος και που προκύπτει γενικότερα από τη μαρτυρία ότι επρόκειτο για ένα πλαστό χαρτονόμισμα των €
- Το ότι όμως αυτό έχει τη μορφή νομίσματος το οποίο δεν είναι γνήσιο, με βάση τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην εξέταση της νομικής πτυχής, δεν το καθιστά αυτόματα και «παραχαραγμένο». Απαιτείται να αποδειχθεί περαιτέρω ότι έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο ώστε να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα των €100 με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο. Αυτό βεβαίως μπορεί να προκύψει μόνο από την εξέταση αυτού καθαυτού του χαρτονομίσματος ως έχει δηλ. εάν διαπιστωθεί ότι αποτελείται από ή περιλαμβάνει τέτοια χαρακτηριστικά, υλικά ή στοιχεία που το κάνουν να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα ώστε αντικειμενικά κάποιος που το βλέπει να είναι δυνατό να το εκλάβει ως γνήσιο. Με αυτά υπόψη θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ότι το χαρτονόμισμα προσομοίαζε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα των €
- Ακόμη όμως και εάν το πιο πάνω είχε αποδειχθεί το πράγμα δεν θα τελείωνε εδώ. Πρέπει να εξετασθούν και άλλα στοιχεία που αυτό φέρει ώστε να κριθεί κατά πόσο αποδεικνύεται στο δέοντα βαθμό ότι αποσκοπεί να εκληφθεί ως γνήσιο. Όμως επαναλαμβάνεται καμία μαρτυρία σχετικά δεν έχει δοθεί ούτε και το Δικαστήριο γνωρίζει κάτι εν σχέση με την όψη του στις 2 πλευρές π.χ. γράμματα, αποχρώσεις, χαρακτήρες γραμμάτων, αριθμούς, ημερομηνία-χρονολογία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαραίτητο βαθμό δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το χαρτονόμισμα έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο ώστε να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα των €100 με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο. Κατ' επέκταση δεν έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για «παραχαραγμένο νόμισμα» εν τη εννοία του Νόμου 110(Ι)/
- Η μη απόδειξη του πιο πάνω κρίνει μοιραία την τύχη των κατηγοριών 1 -
- Ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που αφορούν τις κατηγορίες 1-4, συν βέβαια την κατηγορία
- Κατ' αρχήν αυτό που πρέπει εδώ να λεχθεί έχοντας κατά νουν τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω είναι πως πέραν του ότι σε κάποια στιγμή την επίδικη ημέρα ο κατηγορούμενος έδωσε το εν λόγω χαρτονόμισμα στον πρώην κατηγορούμενο 1, το Δικαστήριο δεν έχει οτιδήποτε άλλο ενώπιον του μέσα από αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες που αυτό έγινε. Ότι άλλο υπάρχει είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο συνοδηγός στο αυτοκίνητο. Από εκεί και πέρα είναι ο πρώην κατηγορούμενος 1 που κατέβηκε από το αυτοκίνητο κρατώντας το χαρτονόμισμα και αυτός μίλησε με τον υπάλληλο του πρατηρίου και του έδωσε το χαρτονόμισμα ζητώντας να του βάλει βενζίνη. Παρεμβάλλω εδώ ότι εκείνοι που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν (accomplices) τον καθ' αυτό αυτουργό είναι σύμφωνα με τον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice - 2009 - σελ. 1886, παραγρ. 18-10, εκείνοι που είναι παρόντες στη διάπραξη του αδικήματος και είτε βοηθούν, είτε παρακινούν αυτή τη διάπραξη. Η παρουσία μπορεί να είναι είτε πραγματική, είτε εξυπακουόμενη και δεν χρειάζεται η παρουσία να λαμβάνει χώρα καθ' όλη τη διάπραξη του αδικήματος. Βεβαίως θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η απλή παρουσία στη σκηνή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να θεωρηθεί κάποιος ότι παρέχει βοήθεια και παρακίνηση και έτσι ακόμη και η μη τυχαία παρουσία π.χ. σε μια παράνομη θεατρική παράσταση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία υποβοήθησης και παρακίνησης. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1Q.B. 11 λέχθηκε από τον Δικαστή Slade ότι απλή παθητική παρουσία είναι ικανοποιητική μόνο όταν εκείνος που κατ' ισχυρισμό παρέχει βοήθεια και παρακινεί, έχει την εξουσία να ελέγξει τον εγκληματία και είναι πράγματι παρών κατά την διάπραξη του εγκλήματος. Η νομολογία λοιπόν υποδεικνύει ότι ενώ η απλή παρουσία δεν είναι από μόνη της αρκετή, εν τούτοις είναι θέμα πραγματικών γεγονότων όπως γίνονται αποδεκτά από τη μαρτυρία κατά πόσο υπάρχει συνέργεια πριν και κατά τη διάπραξη του αδικήματος, με αναφορά σε γεγονότα που πιθανό να υποδεικνύουν κοινό σκοπό, προσχεδιασμό, υποκίνηση, υποβοήθηση κ.λ.π. (βλ. R. v. Clarkson and other
(1971)55 Cr. App. R. 445, R. v. Coney,
(1882)8 Q.B.D. 534, 557, R. v. Allan [1965] 1 Q.B. 130, 135, 138; 47 Cr. App. Rep. 243, 246, 249). Με αυτά υπόψη αναφέρεται ότι κατά την κρίση μου δεν υπάρχουν μαρτυρικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορούν ότι ο κατηγορούμενος παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον πρώην κατηγορούμενο 1, με την πιο πάνω έννοια, στη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 4 και 5 ή και που να δείχνουν κοινό σκοπό κλπ ως αμέσως πιο πάνω αναφέρεται. Προσθέτω επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κάποια σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο πρώην κατηγορούμενος 1, άρα δεν είχε κάποιο συμφέρον στο γέμισμα του αυτοκινήτου. Επίσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία μέσα από την οποία να συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή έλεγχε τον πρώην κατηγορούμενο 1 ή και την κατάσταση. Η απλή παρουσία του εν πάση περιπτώσει στο αυτοκίνητο, χωρίς άλλο, δεν είναι στοιχείο αρκετό. Ως προς την κατηγορία 4 επίσης ειδικότερα να σημειώσω περαιτέρω ότι, με βάση τα ανωτέρω, δεν είναι ο κατηγορούμενος που έθεσε σε κυκλοφορία το εν λόγω χαρτονόμισμα. Σε κάποια στιγμή ναι το κατείχε και το έδωσε στον πρώην κατηγορούμενο 1, ο οποίος το έθεσε σε κυκλοφορία. Ελλείψει όμως άλλων μαρτυρικών στοιχείων το Δικαστήριο δεν μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος παρακίνησε ή υποβοήθησε τον πρώην κατηγορούμενο 1 με οποιοδήποτε τρόπο να το θέσει σε κυκλοφορία, απλά και μόνον επειδή σε κάποιο χρόνο προηγουμένως την ίδια ημέρα του το έδωσε. Όσον αφορά την 3η κατηγορία ν' αναφέρω κατ' αρχήν ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή τον επίδικο χρόνο κατείχε το εν λόγω μη γνήσιο χαρτονόμισμα. Ενόψει όμως των ανωτέρω δεν προκύπτει μαρτυρία εν σχέση με τον ίδιο ότι είχε σκοπό να το χρησιμοποιήσει για πληρωμή. Επιπλέον με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω θεωρώ πως δεν αποδείχθηκε ούτε συμφωνία μεταξύ των δύο για τη διάπραξη κακουργημάτων (δηλ. κατοχής και κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος) ως αναφέρεται στις κατηγορίες 1 και 2, άρα δεν έχουν αποδειχθεί ούτε οι συγκεκριμένες κατηγορίες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος συνεπώς αθωώνεται από τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος / κατοχή παραχαραγμένου νομίσματος / κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος / κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο