Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίνας Πέτρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10726/16, 21/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B169 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10726/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον
- Μαρίνας Πέτρου
- Μιχάλης Κουτσόφτας --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21.12.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για την κατηγορούμενη 1 : κ. Δ. Λοχίας Κατηγορούμενη 1 : παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 1 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 και συναφώς εισηγήθηκε όπως κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφερε ο κ.Λοχίας αφενός μέσω της γραπτής αγόρευσης που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο κ.Μανώλη αφετέρου προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Όπου χρειαστεί κατωτέρω θα γίνει σχετική αναφορά στις αγορεύσεις. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα τις κατηγορίες 1 - 4, που είναι συγκεκριμένα είναι οι εξής: 1η κατηγορία για απαγόρευση παιγνιδιών καζίνο παρεχομένων με απευθείας σύνδεση (on line καζίνο) κατά παράβαση των άρθρων 2 και 79 του περί Ρύθμισης των στοιχημάτων Νόμος 106
(1)/
- Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη την 15ην Δεκεμβρίου 2013 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, κατείχε μηχανή, δηλαδή, 1 ηλεκτρονικό υπολογιστή με τον οποίο παρείχε υπηρεσίες για τη διεξαγωγή στην Δημοκρατία παιχνιδιών παρεχομένων με απευθείας σύνδεση (on line καζίνο). 2η κατηγορία για παροχή υπηρεσιών στοιχημάτων χωρίς να κατέχει άδεια αποδέκτη κλάσης A κατά παράβαση των άρθρων 2, 12
(1)
(2)και 74 του περί Ρύθμισης των στοιχημάτων Νόμος 106
(1)/
- Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη την 15ην Δεκεμβρίου 2013, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, παρείχε υπηρεσίες στοιχημάτων χωρίς να κατέχει άδεια αποδέκτη κλάσης Α. 3η κατηγορία για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος κατά παράβαση των όρων της άδειας του, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12 και 75 του περί Ρύθμισης των στοιχημάτων Νόμος 106
(1)/12. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη την 15ην Δεκεμβρίου 2013, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν κάτοχος αδείας αποδέκτη Κλάσης Α παρείχε υπηρεσίες στοιχήματος κατά παράβαση των όρων της άδειας της. 4η κατηγορία για λειτουργία υποστατικού για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος χωρίς να είναι κάτοχος άδειας υποστατικού κατά παράβαση των άρθρων 2, 36 και 77
(1)
(3)του περί Ρύθμισης των στοιχημάτων Νόμος 106
(1)/12 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη την 15ην Δεκεμβρίου 2013 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, λειτουργούσε το πρακτορείο στοιχημάτων «ROYAL» στην οδό Λήμνου αρ. 13Α, χωρίς να είναι κάτοχος αδείας υποστατικού. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες. Έγιναν επίσης παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν εκ συμφώνου διάφορα έγγραφα και καταθέσεις (αναφέρονται κατωτέρω). Συνολικά έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου 11 τεκμήρια. Η μαρτυρία πολύ συνοπτικά ήταν η εξής : Μ.Κ.1 Αστ. 1365 Εύη Θεοφάνους Υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων του Αρχηγείου Αστυνομίας και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας όσον αφορά την εξέταση ηλεκτρονικών τεκμηρίων. Όσον αφορά την έκθεση που ετοίμασε η μάρτυρας, Τεκμήριο 9, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η μάρτυρας έχει εξετάσει το Τεκμήριο της παρούσας υπόθεσης με τον τρόπο που αναφέρεται στην έκθεση της. Η μάρτυρας δε εξήγησε το περιεχόμενο της έκθεσης της και έδωσε γενικότερα πληροφορίες για θέματα για τα οποία ερωτήθηκε. Μ.Κ.2 Αστ.2229 Νεόφυτος Ελισσαίου Υπηρετεί στον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλημάτων και αναφέρθηκε στην επιχείρηση που έλαβε μέρος στις 15/12/13 εις το υποστατικό με την επωνυμία ROYAL HIGHGATE στην οδό Λήμνου 13Α, στη Λεμεσό, στη βάση δικαστικού εντάλματος έρευνας, στις διαπιστώσεις και στις ενέργειες του. Εκ συμφώνου κατατεθείσα μαρτυρία
- Το ένταλμα έρευνας το οποίο εκτελέστηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, τεκμήριο
- Η προκαταρτική έκθεση του Αστυφύλακα 746, Ι. Ματζιάρη (κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της), τεκμήριο
- Η ανακριτική κατάθεση της κατηγορουμένης ημερομηνίας 15/12/13, ως προς το γεγονός της λήψης της, ως τεκμήριο
- Η κατάθεση της κυρίας Μαρίας Καραντώνη, Διοικητικής Λειτουργού στην Εθνική Αρχή Στοιχημάτων, ημερομηνίας 18/09/14 (κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της), ως τεκμήριο
- Η κατάθεση του Αρχιαστυφύλακα 1863, Θ. Θεμιστοκλέους, ημερομηνίας 01/01/15 (κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) ως τεκμήριο
- Η κατάθεση της Αστυφύλακος 1321, Μ. Φρίξου, ημερομηνίας 03/01/15 (κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) ως τεκμήριο
- Η γραπτή κατηγορία της Μαρίνας Πέτρου, κατηγορουμένης, ημερομηνίας 03/01/15, ως προς το γεγονός ότι αυτή έχει κατηγορηθεί, ως τεκμήριο
- Παραδεκτά γεγονότα (πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω στα πλαίσια της μαρτυρίας της ΜΚ1) (α) Η λήψη, καταγραφή, συσκευασία σφράγιση και διακίνηση των Τεκμηρίων της υπόθεσης έγιναν σύμφωνα με τον Νόμο, χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. (β) Τα τεκμήρια που αναγράφονται στην κατάθεση του ΜΚ2 είναι τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Ερχόμενος τώρα στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη διαπιστώνω τα εξής. Κατηγορίες 2 και 4 Σύμφωνα με την κατάθεση της Μαρίας Καραντώνη, τεκμ.4, η οποία ως αναφέρεται πιο πάνω κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της : «. το υποστατικό στην οδό Λήμνου 13Α, στη Λεμεσό, έχει άδεια υποστατικού με αρ. άδειας 0383 για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος Κλάσης Α προς όφελος του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου Μαρίνας Πέτρου με αριθμό άδειας 0311 και ..». Αναφέρεται δε στη συνέχεια ότι αυτό αφορά την περίοδο 07/02/2013 μέχρι 07/02/
- Συνεπώς προκύπτει ότι η κατηγορούμενη τον επίδικο χρόνο διέθετε τις αναφερόμενες στις κατηγορίες 2 και 4 άδειες και κατ' επέκταση πως οι κατηγορίες αυτές θα πρέπει ν' απορριφθούν. Κατηγορία 3 Κατ' αρχήν δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η σοβαρή αντίφαση που προκύπτει στο κατηγορητήριο ως εκ της ύπαρξης της εν λόγω κατηγορίας, για παροχή δηλαδή υπηρεσιών στοιχήματος κατά παράβαση των όρων της άδειας αποδέκτη κλάσης Α, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει η κατηγορία 2 για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος χωρίς τέτοια άδεια. Εξήγηση ενώπιον του Δικαστηρίου σημειώνεται για τούτο δεν υπάρχει. Ανεξάρτητα όμως των ανωτέρω, αναφέρω ότι με δεδομένη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου πιο πάνω ότι τέτοια άδεια υπήρχε σε ισχύ τον επίδικο χρόνο θα σημειώσω ότι η άδεια αυτή δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τους όρους που υπήρχαν στην άδεια αυτή, ούτε εν πάση περιπτώσει δόθηκε άλλη μαρτυρία για τους όρους αυτούς. Περαιτέρω δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου έστω που να δίνει μια κατεύθυνση ποιοι είναι αυτοί οι όροι της άδειας τους οποίους η κατηγορούμενη παραβίασε και κατά ποιο τρόπο. Ως εκ των ανωτέρω η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης στη σελ.4 της αγόρευσης του, παράγρ.11 και 12, για τη συγκεκριμένη κατηγορία με βρίσκει σύμφωνο. Ότι δηλαδή η κατηγορία αυτή έχει παραμείνει εντελώς ατεκμηρίωτη και θα πρέπει ν' απορριφθεί. Κατηγορία 1 Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 79 του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012, Ν.106(Ι)/2012, το οποίο προνοεί ότι : "
- Όποιος κατέχει ή λειτουργεί μηχανές με τις οποίες παρέχονται υπηρεσίες ή παρέχει υπηρεσίες για διεξαγωγή στη Δημοκρατία παιχνιδιών παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση (on line καζίνο), είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (€300.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές. " Τα συστατικά στοιχεία δε του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην παρούσα, έχοντας πάντα υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας είναι τα εξής :
- H κατοχή μηχανών από τον κατηγορούμενο, και
- Η παροχή υπηρεσιών για διεξαγωγή στη Δημοκρατία παιχνιδιών παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση (on line καζίνο). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου πιο πάνω : O όρος «τυχερά παιχνίδια καζίνο παρεχόμενα με απευθείας σύνδεση» (on line καζίνο)» σημαίνει τυχερά παιχνίδια καζίνο στα οποία η απευθείας σύνδεση δύναται να εξασφαλιστεί είτε (α) με τερματικές μηχανές διασυνδεδεμένες με κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα, είτε (β) με ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω τηλεπικοινωνιών ή και με οποιαδήποτε άλλη συσκευή η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια τέτοια σύνδεση και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διαδικτυακή (on line) ρουλέτα, διαδικτυακό (on line) πόκερ και παιγνιομηχανήματα περιορισμένου οφέλους, όπως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο. Ως «τυχερό παιχνίδι» ορίζεται παιχνίδι του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται τουλάχιστον εν μέρει από την τύχη και το οποίο παίζεται είτε με την καταβολή χρημάτων ή κινητής ή ακίνητης περιουσίας, είτε με πίστωση, είτε με οτιδήποτε άλλο αντικείμενο που έχει οικονομική αξία ανεξαρτήτως αν αυτό αποδίδει στον παίκτη οικονομικό όφελος. Και «τηλεπικοινωνίες» σημαίνει επικοινωνίες μέσω- (α) διαδικτύου. (β) τηλεφώνου. (γ) τηλεόρασης. και (δ) οποιουδήποτε άλλου μέσου ηλεκτρονικής ή άλλης τεχνολογίας: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, όροι που χρησιμοποιούνται σε σχέση με τηλεπικοινωνίες και δεν ορίζονται στον παρόντα Νόμο έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον περί Ρυθμίσεων Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμο. Έχοντας αυτά υπόψη, έρχομαι στη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον μου και παρατηρώ τα εξής : Υπάρχουν συγκεκριμένες απαντήσεις της ΜΚ1 οι οποίες έχουν προβληματίσει το Δικαστήριο. Όμως με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας βρίσκω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την 1η κατηγορία, χωρίς σε καμία περίπτωση να διαφεύγουν του Δικαστηρίου όσα αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, την οποία έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Ως εκ των ανωτέρω μέσα από αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε από την κατηγορούσα αρχή, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την 1η κατηγορία, όχι όμως για τις κατηγορίες 2, 3 και
- Συνεπώς η κατηγορούμενη 1 καλείται να προβάλει την Υπεράσπιση της στην 1η κατηγορία και αθωώνεται στις κατηγορίες 2, 3 και
- (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινική/Ενδιάμεση/Εκ πρώτης όψεως cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο