← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥΣ ΠΑΝΑΓΗ, Υπόθεση Αρ. 18245/16, 15/12/2017

ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥΣ ΠΑΝΑΓΗ, Υπόθεση Αρ. 18245/16, 15/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 18245/16 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΥΣ ΠΑΝΑΓΗ (Α.Δ.Τ. 559552) Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ρ. Κοκκόνια. Για κατηγορούμενη: κα. Κ. Σταύρου. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για προσθηκομετατροπές σε υφιστάμενη οικοδομή χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2,3

(1)(β)(ε) και (στ) και 20
(1),
(2)και
(3)του Κεφ. 96. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας «Η κατηγορούμενη κατά ή περί το 2016 ..προέβηκε και προβαίνει σε επέκταση και κατασκευή οροφής στην πρόσοψη της οικοδομής με μεταλλικά στοιχεία χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής και εναντίον των σχετικών κανονισμών.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατά τον ίδιο χρόνο «.επέτρεψε και επιτρέπει την επέκταση και κατασκευή οροφής στην πρόσοψη της οικοδομής με μεταλλικά στοιχεία χωρίς άδεια της Αρμόδιας Αρχής και εναντίον των σχετικών κανονισμών.» Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Δικαστήριο, αφού η κατηγορούσα αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Αν και σε αυτό το στάδιο η απόδειξη των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος δεν απαιτείται εις το επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, λαμβάνεται υπόψη ότι η υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή έχει ολοκληρωθεί με την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας της. Εξού και σύμφωνα με την πάγια νομολογία ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν τα κενά εις την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έχει ως αποτέλεσμα τη συμπλήρωση αυτών των κενών εις την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Αποτελεί επίσης πάγια αρχή της νομολογίας ότι ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσο εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων, τα οποία στοιχειοθετούν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Οι αρχές οι οποίες οριοθετούν το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο έχουν ανακεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016 , όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του
  1. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητικού λογικού δικαστηρίου..» Μοναδικός μάρτυρας από μέρους της κατηγορούσας αρχής παρουσιάστηκε ο Μάριος Αριστείδου, ΜΚ1, ο οποίος εργάζεται εις το Δήμο Λεμεσού στο τεχνικό τμήμα. Ανέφερε ότι μετά από οδηγίες που έλαβε από τον δημοτικό μηχανικό επισκέφθηκε στις 14.7.16 τα επίδικα υποστατικά, καταστήματα με αριθμό 5,6 και 7 και παρατήρησε ότι γίνονταν σε αυτά κατασκευές. Ακολούθως προέβηκε σε έρευνα στο κτηματολόγιο και διαπίστωσε ότι είναι ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης. Εξήγησε ότι κατά την επίσκεψη του διαπίστωσε να γίνονται επεκτάσεις των καταστημάτων τις οποίες περιέγραψε καταθέτοντας τις φωτογραφίες Τεκμήριο
  2. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 το αρχιτεκτονικό σχέδιο με βάση το οποίο εκδόθηκε η άδεια οικοδομής εξηγώντας ότι οι προσθήκες αυτές δεν είναι σύμφωνα με τα σχέδια και την άδεια οικοδομής η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Ακολούθως θα παραθέσω αυτούσια αποσπάσματα από την μαρτυρία του ΜΚ1, για λόγους οι οποίοι θα διαφανούν πιο κάτω: « E. Γνωρίζετε κύριε μάρτυς, από πότε κατέχει την ιδιοκτησία η κατηγορούμενη αυτών των υποστατικών; Από πότε είναι κάτοχος του υποστατικού; A. Δεν γνωρίζω από πότε. Πάντως ξέρω ότι στις 14/07 του 2016 όταν είχα πάει επί τόπου για να δω σχετικά με το παράπονο σύμφωνα με τις οδηγίες που είχα από τον δημοτικό μηχανικό, από την έρευνα που έκανα, ήταν κάτοχος η ιδιοκτήτρια, η κατηγορούμενη και ακολούθως έκαμα την επιστολή γιατί τη μέρα που είχα πάει στο υποστατικό γινόταν η προέκταση, φαινόταν ότι θα γινόταν η προέκταση, έκαμναν κατασκευές και έκαμα την επιστολή προς τον δικηγόρο. E. Γνωρίζουμε αν τα ενοικιάζει κάπου αυτά τα υποστατικά, τα καταστήματα 5, 6 και 7 ή αν τα χειρίζεται η ίδια ή δεν είναι εις γνώση σας; A. Όχι, δεν γνωρίζω.» Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε: «Στην επιτόπια έρευνα που κάνατε, υπήρχε κάποιος αντιπρόσωπος της διαχειριστικής επιτροπής ή η κατηγορούμενη;» Και απάντησε: «Όχι.» Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω αποτελούν τις μοναδικές αναφορές του ΜΚ1 στο πρόσωπο της κατηγορούμενης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή η συνήγορος υπεράσπισης προέβηκε σε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης αναφέροντας κατά λέξη: «.αφού ο μάρτυρας κατηγορίας ακολούθησε οδηγίες άλλων αρμοδίων. Κατά δεύτερο, δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει την παρανομία και αν αυτή η παρανομία εμπίπτει σε διαδικαστικό θέμα έγκρισης εξασφάλισης σχετικής άδειας από την αρμόδια αρχή και θεωρούμε ότι καμιά υπόθεση δεν υπάρχει εναντίον της κατηγορούμενης.» Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής απέρριψε τις θέσεις της υπεράσπισης. Όπως έχει προαναφερθεί στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας παρά μόνο εξετάζει αυτή στην όψη της. Εξέτασα εις τον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν σε συνάρτηση με τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι κατά την αγόρευση τους. Ουσιαστική νομοθετική πρόνοια η οποία αφορά την παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 3
(1)(β) του Κεφ. 96 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- .......... (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή ............. χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή.» Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου και τα όσα απαιτούνται να στοιχειοθετηθούν με βάση αυτό, προκύπτει κατ' αρχάς ότι για να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία θα πρέπει εις το βαθμό που απαιτείται εις το στάδιο αυτό να διαφανεί ότι η συγκεκριμένη κατηγορούμενη προέβηκε στις επίδικες προσθηκομετατροπές ή ότι επέτρεψε αυτές να γίνουν. Εξέτασα την προσκομισθείσα μαρτυρία και χωρίς να αξιολογώ αυτή, παρατηρώ ότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε η οποία να συνδέει την κατηγορούμενη, ακόμα και εις το βαθμό που αναμένεται σε αυτό το στάδιο, με τις ισχυριζόμενες παράνομες προσθηκομετατροπές όπως αυτές έχουν περιγραφεί από τον ΜΚ1. Αντιθέτως η μόνη αναφορά που έγινε από τον μάρτυρα στην κατηγορούμενη είναι το απόσπασα το οποίο κατέγραψα πιο πάνω, ότι δηλαδή μετά την επιτόπια επίσκεψη του προέβηκε σε έρευνα και διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτρια είναι η κατηγορούμενη. Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Τάκης Λεωνίδα Υιοί Λτδ και Άλλοι ν. Επάρχου Πάφου
(2013)2 ΑΑΔ 635: «Τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με τη μορφή άμεσης μαρτυρίας, αναφορικά με την ταυτότητα του προσώπου που προέβη στην ανέγερση των συγκεκριμένων παράνομων οικοδομών. Η σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, είναι περιστατική μαρτυρία και συνεπώς, για να τεκμηριωθεί ενοχή θα πρέπει όχι μόνο λογικά η εν λόγω μαρτυρία να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εκείνος που ανήγειρε τις παράνομες οικοδομές είναι οι εφεσείοντες, αλλά και να μην συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το συμπέρασμα ότι οι εφεσείοντες ανήγειραν τις παράνομες οικοδομές.» Αν και η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε την προσβολή απόφασης μετά από αξιολόγηση μαρτυρίας, στην παρούσα περίπτωση δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ως προς την ταυτότητα του προσώπου το οποίο προέβηκε ή επέτρεψε τις παράνομες μετατροπές. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη είναι η ιδιοκτήτρια, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται, παρ' όλα αυτά πέραν της ιδιότητας της αυτή ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομιστεί που θα μπορούσε να συνδέσει την κατηγορούμενη είτε με την εκτέλεση των προσθηκομετατροπών ή ότι επέτρεψε αυτές ούτε καν έχει λεχθεί σε ποιον επέτρεψε η κατηγορούμενη να προβεί σε τέτοιες εργασίες. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη φαίνεται από την μαρτυρία να είναι ιδιοκτήτρια δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει τη βάση για να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σημειώνω περαιτέρω ότι εις την άδεια οικοδομής Τεκμήριο 5 δεν αναφέρεται το όνομα της κατηγορούμενης ούτε έχει συνδεθεί η ίδια της με την εξασφάλιση της εν λόγω άδειας. Ενόψει των πιο πάνω κενών εις την μαρτυρία που έχει προσαχθεί, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εις το βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό ότι η κατηγορούμενη προέβηκε με οποιαδήποτε ενέργεια της στις προσθηκομετατροπές για τις οποίες κατηγορείται ή ότι επέτρεψε αυτές να γίνουν. Κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία με τα πιο πάνω δεδομένα θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευκαιρία να συμπληρώσει τα ουσιαστικά κενά της υπόθεσης της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Katharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. Eν όψει του ότι η κατηγορούμενη αθωώθηκε για λόγους που δεν προβλήθηκαν με την εισήγηση της υπεράσπισης και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά καταβάλει τα έξοδα της. .................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.