Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. MARGAR MARGARYAN, Aρ. Υπόθεσης: 9557/17, 20/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:B167 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Aρ. Υπόθεσης: 9557/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον MARGAR MARGARYAN --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20.12.2017 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κ. Α.Γερομόσχος μαζί με κ.Κ.Χ''Βαγγέλη για Χ''Βαγγέλης και Συνεταίροι ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 41 κατηγορίες και συγκεκριμένα σε 38 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 37, 39, 41, 43, 45, 47, 49, 51, 53, 55, 57, 59, 61, 63, 65, 67, 70, 72, 74, 76, 78, 292, 294, 296, 298, 300, 302, 304) και σε 3 κατηγορίες για κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 35, 68, 305). Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι πέραν των αναφερόμενων πιο πάνω κατηγοριών όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο έχουν διακοπεί από την κατηγορούσα αρχή και ο κατηγορούμενος εν σχέση με αυτές έχει απαλλαγεί. Τα γεγονότα που διέπουν τη διάπραξη των αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, βρήκαν σύμφωνη την πλευρά της υπεράσπισης και δεν θα τα επαναλάβω. Λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Αρκούμαι εδώ να αναφέρω μόνον ότι ο κατηγορούμενος, την 6ην και την 7ην Φεβρουαρίου του 2006, με τη χρήση 12 διαφορετικών πλαστών πιστωτικών καρτών, σε 38 διαφορετικές περιπτώσεις, έκανε αναλήψεις από αυτόματες ταμειακές μηχανές τραπεζών και έκλεψε διάφορα χρηματικά ποσά που συμποσούνται σε ποσό Λ.Κ.2790.- (€4.767.-). Ο κατηγορούμενος δε όπως δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου παρουσίασε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής, την οποία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να μελετήσει ενδελεχώς. Με εξαίρεση βεβαίως όσα σήμερα με τη δήλωση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έχει αποσύρει, όσα αναφέρονται στην αγόρευση λαμβάνονται υπόψη. Πολύ επιγραμματικά αναφέρω ότι με την αγόρευση του ο συνήγορος αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και αναφέροντας πως σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε εξατομίκευση της ποινής, ζητά από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του στην παρούσα εν σχέση με τον κατηγορούμενο τα εξής : - Την απολογία και την μεταμέλεια του. - Την άμεση παραδοχή του. - Την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, σε συνάρτηση με τις αλλαγές που επήλθαν στις προσωπικές του συνθήκες. - Τις προσωπικές του περιστάσεις. - Και όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης όσα αναφέρονται (και όπως τούτα βεβαίως διαμορφώθηκαν με τις σημερινές δηλώσεις του συνηγόρου του κατηγορούμενου). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και δη πιστωτικών καρτών προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια ενώ για το αδίκημα της κλοπής ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Η σοβαρότητα όμως των αδικημάτων αυτών έχει τονισθεί και από τη σχετική νομολογία στην οποία τονίζεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της φύσης τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του επανέλαβε ότι αδικήματα αυτής της φύσης δηλαδή της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, είναι σοβαρά γιατί στηρίζονται στο στοιχείο της απάτης και η διάπραξη τους διασαλεύει και πλήττει την εμπορική πίστη και τις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 397). Ενδεικτικό των ανωτέρω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Στην υπόθεση Rares κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 699 δε, αναφέρθηκαν τα εξής: «..Δεν είναι τυχαία που ο νομοθέτης προσφάτως περιέλαβε τις πιστωτικές κάρτες στα έγγραφα τα οποία αφορούν οι κατηγορίες της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, αναγνωρίζοντας έτσι τις πραγματικότητες που έχουν επιφέρει οι τεχνολογικές εξελίξεις στις συναλλαγές της καθημερινής ζωής. Τοσούτο μάλλον αφού οι πιστωτικές κάρτες έχουν καταστεί το κατ' εξοχήν μέσο συναλλαγής στη σύγχρονη κοινωνία, ώστε η ασφάλεια των συναλλαγών με αυτές να καθίσταται πρωταρχική ανάγκη για διασφάλιση της νομιμότητας των εμπορικών ηθών. Δικαίως λοιπόν η σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών πρέπει να συνάδει με την καθοδηγητική πρόνοια της ανώτατης ποινής φυλάκισης των 14 ετών που προβλέπεται στο νόμο για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη των εφεσειόντων ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών δεν έχει τη σοβαρότητα και δεν μπορεί να εξισώνεται με την κυκλοφορία άλλων πλαστών εγγράφων όπως επιταγές. Απεναντίας, θεωρούμε ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών, ως εκ της ευχέρειας και της ευρύτητας ενδεχόμενης χρήσης, συνιστά σοβαρότερη απειλή προς την ασφάλεια του όλου χρηματοπιστωτικού τρόπου ζωής σήμερα. Όχι μόνο λοιπόν δεν ήταν λανθασμένη η προσέγγιση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ως προς την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αλλά και ορθώς ετόνισε την ιδιαίτερη ανάγκη τέτοιας ποινής εν όψει της έξαρσης των αδικημάτων αυτού του είδους, η οποία συνιστά ευρύτερη απειλή μέσα στους κόλπους του ιδίου του συστήματος των συναλλαγών..» Ας σημειωθεί ότι στην πιο πάνω υπόθεση, η οποία μνημονεύεται και στην Γενικός Εισαγγελέας v. ANA MARIA GIRLEANU
(2009)2 Α.Α.Δ. 186, το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης 3 χρόνων που επέβαλε το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών (oι δυο κατηγορούμενοι, Ρουμάνοι, μέσα σε τέσσερις μέρες χρησιμοποίησαν 18 πλαστές πιστωτικές κάρτες σε αυτόματες ταμειακές μηχανές και έκλεψαν το συνολικό ποσό των €2.250). Επίσης στη σχετική νομολογία τονίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων κλοπής. Ως έχει αναφερθεί τέτοια αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου, να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. H σοβαρότητα όμως στην παρούσα προκύπτει και από τα ίδια τα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος μέσα σε 2 ημέρες χρησιμοποίησε 12 πλαστές πιστωτικές κάρτες σε 38 διαφορετικές περιπτώσεις και έκλεψε συνολικό ποσό Λ.Κ.2790.- (€4.767.-). Σύμφωνα με τους ίδιους τους συνηγόρους του κατηγορούμενου δε ο ίδιος είχε στην κατοχή του συνολικά 20 τέτοιες κάρτες, οι οποίες του δόθηκαν από πρόσωπο το όνομα του οποίου αναφέρεται και με το οποίο ο κατηγορούμενος διέμενε τον επίδικο χρόνο σε ξενοδοχείο στην Κύπρο. Το τρίτο αυτό πρόσωπο δε είχε στην κατοχή του συνολικά 72 πλαστές πιστωτικές κάρτες. Η εικόνα δε που συνάγεται με βάση αυτά είναι ότι ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο συμμετείχαν σε μια οργανωμένη παράνομη δραστηριότητα και λειτούργησαν στη βάση σχεδίου, στοιχεία βεβαίως που είναι επιβαρυντικά και καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρή την υπόθεση. Άρα δεν δέχομαι τα περί επιπολαιότητας, προχειρότητας και εμφανή ερασιτεχνισμού στα οποία έκαναν αναφορά οι συνήγοροι του. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω του ότι αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον αριθμό τέτοιου είδους υποθέσεων, οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά τα πιο πάνω, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου. Το καθήκον εξατομίκευσης δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επέβαλαν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Ιωάννου κ.α ν Δημοκρατίας,
(2003), 2 Α.Α.Δ.,171 και Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd,
(1993), 2 Α.Α.Δ., 17. Με αυτά υπόψη, προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: - Το λευκό του ποινικό μητρώο. - Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και την απολογία του, μέσα από τα οποία προκύπτει και η μεταμέλεια του. Μεταμέλεια την οποία εν πάση περιπτώσει εξέφρασε και λεκτικά μέσω των συνηγόρων του. Θα πρέπει όμως να παρεμβάλω εδώ εν σχέση με την παραδοχή του κατηγορούμενου ότι δεν πρέπει να διαφεύγει ότι υπήρχε από την πρώτη στιγμή μαρτυρία εναντίον του για τη χρήση των πιστωτικών καρτών μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης των τραπεζών απ' όπου έγιναν οι αναλήψεις. - Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν μέσα από την έκθεση του γραφείου ευημερίας που έχει ετοιμαστεί και με βάση όσα σχετικά ανέφεραν οι συνήγοροι του. Ειδικότερα ότι είναι ηλικίας 41 ετών, παντρεμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών, ηλικίας 7 και 12 ετών. Κατάγεται από την Αρμενία και διαμένει με την οικογένεια του στη Ρωσία. Μαζί τους διαμένει και η μητέρα του, ηλικίας 70 ετών. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην προς όφελος του κατηγορούμενου είναι και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψην στο δέοντα βαθμό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Όσον δε αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης το στοιχείο αυτό επίσης λαμβάνεται υπόψην και ανάλογα λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Πεγειώτη κ.ά. ανωτέρω). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Στην παρούσα τα αδικήματα διαπράχθηκαν 6-7 Φεβρουαρίου του
- Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης αμέσως μετά εναντίον του κατηγορούμενου, όμως αυτός είχε ήδη φύγει από τη χώρα μας και δεν μπορούσε να εκτελεστεί. Ακολούθησε η έκδοση διεθνούς εντάλματος σύλληψης, όμως οι αρχές της Αρμενίας, χωρά καταγωγής του κατηγορούμενου, ενημέρωσαν τις Κυπριακές αρχές ότι με βάση το Σύνταγμα της χώρας τους δεν μπορούσαν να εκδώσουν τον πολίτη τους. Η εισήγηση των αρχών της Αρμενίας για να διαβιβαστούν τα στοιχεία και να γίνει διαδικασία στην Αρμενία απορρίφθηκε από τη Νομική Υπηρεσία, η οποία απεφάνθη ότι κάτι τέτοιο δεν ενδείκνυται. Στη συνέχεια εκδόθηκε και ευρωπαικό ένταλμα σύλληψης. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη τελικά στη Σερβία όπου εντοπίστηκε με βάση το αναφερόμενο διεθνές ένταλμα σύλληψης στις 11/10/16 και εκδόθηκε στις Κυπριακές αρχές την 21η/06/
- Ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος σχεδόν αμέσως μετά την αναχώρηση του από την Κύπρο, εντοπίστηκε από τις αρχές της χώρας του και ενημερώθηκε ότι αναζητείται από τις Κυπριακές αρχές για αδικήματα που διέπραξε στην Κύπρο και μάλιστα για ένα διάστημα 8 μηνών και μέχρι να αποφασιστεί τι θα γίνει ήταν υποχρεωμένος να εμφανίζεται σε αστυνομικό σταθμό. Μετά από το διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε από τις αρχές της Αρμενίας για την απόφαση μη έκδοσης του ως ανωτέρω αναφέρεται. Με βάση αυτά λοιπόν προκύπτει ότι οι αρχές της Δημοκρατίας ενήργησαν άμεσα μετά τη διάπραξη των αδικημάτων για να φέρουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά αυτό δεν έγινε εφικτό παρά μόνον πρόσφατα, όταν δηλαδή εκδόθηκε στην Κύπρο από τη Σερβία ως ανωτέρω αναφέρεται. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο μόλις 2 μέρες μετά την έκδοση του στην Κύπρο. Σαφώς δε για την καθυστέρηση αυτή αποκλειστικά υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι αναζητείται από τις Κυπριακές αρχές για να διωχθεί εν σχέση με τα συγκεκριμένα αδικήματα, για τα οποία να σημειωθεί υπήρχε από την πρώτη στιγμή συντριπτική μαρτυρία εναντίον του για τη χρήση των πιστωτικών καρτών μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της τράπεζας, αλλά αυτός αντί να αντιμετωπίσει τις ευθύνες του κρύφτηκε πίσω από την απόφαση των αρχών της Αρμενίας να μην τον εκδώσουν. Γι' αυτό κατά την κρίση μου είτε γνώριζε είτε όχι για την ύπαρξη του διεθνούς εντάλματος σύλληψης, στη βάση του οποίου τελικά συνελήφθη, ουδεμία σημασία έχει. Εκκρεμούσε η υπόθεση και το θέμα της δίωξης του στην Κύπρο, το γνώριζε και φυσικά δεν ήρθε ποτέ στην Κύπρο για ν' αναλάβει τις ευθύνες του. Συνεπώς το μόνο στοιχείο που μπορώ να λάβω υπόψη μου σαν ένα δεδομένο είναι το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, σε συνάρτηση βέβαια με την αλλαγή που επήλθε στο μεσοδιάστημα στις προσωπικές του συνθήκες, την απόκτηση δηλαδή του δεύτερου του παιδιού. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εντοπίζονται στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής των αρμοζουσών ποινών. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος των ποινών. Θεωρώ υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτο το είδος των ποινών που επιλέγει το Δικαστήριο να επιβάλει. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων, κρίνω ότι οι αρμόζουσες ποινές εν σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι οι ποινές φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 37, 39, 41, 43, 45, 47, 49, 51, 53, 55, 57, 59, 61, 63, 65, 67, 70, 72, 74, 76, 78, 292, 294, 296, 298, 300, 302 και 304, ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 35, 68 και 305 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Έρχομαι να εξετάσω τώρα κατά πόσο οι ποινές που έχει επιβάλει το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγήσουν σε άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή εάν δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, και έχοντας πάντα κατά νου ότι με τον Νόμο 186
(1)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου τέθηκαν μεταξύ άλλων στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005), 2 Α.Α.Δ., 161. Στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένα και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Δεν πρέπει επίσης να διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε αποζημίωση των παραπονούμενων ούτε και δήλωσε τέτοια πρόθεση. Έχοντας μελετήσει δε πολύ προσεκτικά τόσο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης. Οι ποινές φυλάκισης συνεπώς θα είναι άμεσες. Ο χρόνος κράτησης δε με βάση τις ποινές που επιβλήθηκαν, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Ίσως εκ του περισσού, ως εκ της συνεχούς υποχρέωσης των αρχών των φυλακών για τούτο ενόσω ο κατηγορούμενος κρατείται, όμως με αφορμή την αναφορά των συνηγόρων του κατηγορούμενου στην αγόρευση τους δίνονται εκ νέου οδηγίες προς τις ιατρικές αρχές των φυλακών όπως παράσχουν στον κατηγορούμενο, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο, κάθε δυνατή ιατρική βοήθεια, διευκόλυνση ή θεραπεία. Η παρούσα να κοινοποιηθεί στις αρχές των Κεντρικών Φυλακών. (Υπ.) ............................................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου / κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο