← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γιώργου Ζωδιάτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7327/15, 6/12/2017

Δημοκρατία ν. Γιώργου Ζωδιάτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7327/15, 6/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2017:25 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7327/15 Δημοκρατία ν.

  1. Στυλιανού Παπανικολάου
  2. Γιώργου Ζωδιάτη
  3. Στέλιου Καλλή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 06.12.2017 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ε. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος 2, παρών Π Ο Ι Ν Η (Aναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2) Ο κατηγορούμενος 2, αρχικά αντιμετώπιζε στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, ομού με τούς κατηγορουμένους 1 και 3, τα αδικήματα των πιο κάτω κάτω κατηγοριών: · Στην κατηγορία 1, το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 95 κιλών και 699,2 γραμμαρίων με ποσοστό καθαρότητας 20,47% με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο. · Στην κατηγορία 2, το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 95 κιλών και 699,2 γραμμαρίων με ποσοστό καθαρότητας 20,47% χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. · Στην κατηγορία 3, το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο. · Στην κατηγορία 4, το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄ χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετώπιζε πρόσθετα και το αδίκημα της κατηγορίας 5, ήτοι το αδίκημα της προμήθειας ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄ σε άλλο πρόσωπο, ήτοι ότι προμήθευσε τον κατηγορούμενο 1 με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α΄, δηλαδή με κοκαΐνη, συνολικού βάρους 95 κιλών και 699,2 γραμμαρίων, με ποσοστό καθαρότητας 20,47%. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3, ως το αναφαίρετο δικαίωμα τους, δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, ενώ ο κατηγορούμενος 3, δεν παραδέχθηκε πρόσθετα και την κατηγορία
  4. Ως επακόλουθο της μη παραδοχής των κατηγορουμένων 2 και 3, στις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία της οποίας το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου που εκφωνήθηκε στις 3.11.2017, ήταν: (ι). Ο κατηγορούμενος 2, να αθωωθεί στις κατηγορίες 3 και 4, να κριθεί δε ένοχος στις κατηγορίες 1 και
  5. (ιι). Ο κατηγορούμενος 3 να αθωωθεί σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Υπομνήσκουμε ότι ο κατηγορούμενος 1, σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 2 και στις 4.1.2016 του επιβλήθηκε στην κατηγορία 1, ποινή φυλάκισης δεκαέξι

(16)ετών. Στην κατηγορία 2, δεν του επιβλήθηκε ποινή, αφού τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στην 1η κατηγορία. Όσον αφορά τις κατηγορίες 3 και 4, που αρχικά αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 1, αυτές ανεστάλησαν από το Γενικό Εισαγγελέα. Τα γεγονότα που συνέθεσαν την ετυμηγορία του Δικαστηρίου της παρούσας υπόθεσης, διατυπώνονται στο εκτενές σκεπτικό της απόφασης που εκφωνήσαμε στις 3.11.2017 και πιο συγκεκριμένα στα ευρήματα μας. Τα παραθέτουμε συνοπτικά: Ο κατηγορούμενος 2 διατηρούσε φιλικές σχέσεις τόσο με τον Μ.Κ.18 όσο και με τον κατηγορούμενο
  1. Ο κατηγορούμενος 3 και ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ως μάρτυρας κατηγορίας 18 (από τώρα και στο εξής καλουμένου «ο ΜΚ18»), ήταν γνωστοί. Ο Μ.Κ.18 γνώριζε επίσης τον κατηγορούμενο 3 τα τελευταία δύο περίπου χρόνια, μέσω του κατηγορούμενου
  2. Την 25.03.2015 ο Μ.Κ.18 και ο κατηγορούμενος 2 συναντήθηκαν στην Αγία Νάπα, σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν να συζητήσουν «μια δουλειά με ναρκωτικά». Το απόγευμα της 26.03.2015 ο κατηγορούμενος 2 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το Μ.Κ.
  3. Στη συνέχεια οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στην οικία του κατηγορούμενου
  4. Πήγαν μαζί σε κάποια υπεραγορά για να ψωνίσει ο κατηγορούμενος 2 και κατά τη συνάντηση τους συμφώνησαν τις λεπτομέρειες της επιχείρησης διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών. Συμφώνησαν να συναντηθούν την επόμενη μέρα, η ώρα 11:00 π.μ., στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς ΣΑΡΡΗΣ, όπου βρισκόταν σταθμευμένο ένα όχημα τύπου βαν μάρκας Renαult Kangoo με αριθμούς εγγραφής ZLBP 46 (από τώρα και στο εξής καλουμένου «το βαν»), που είχε ενοικιάσει ο κατηγορούμενος 1, σύμφωνα επίσης με τα συμφωνηθέντα, το πρωί της ιδίας ημέρας. Την 27.03.2015 οι κατηγορούμενοι 1 και 2, συναντήθηκαν στο χώρο όπου είχαν συμφωνήσει εκ των προτέρων, στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς ΣΑΡΡΗΣ. Ο Μ.Κ.18 επιβιβάστηκε στο ενοικιαζόμενο βαν. Ο κατηγορούμενος 2, δεν πήγε στη Λεμεσό με το ιδιόκτητο όχημα του το οποίο είχε χρησιμοποιήσει για να μεταβεί στο χώρο, αλλά άφησε το δικό του όχημα εκεί, στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς, και επιβιβάστηκε στο όχημα μάρκας Pajero, με αριθμούς εγγραφής CAJ 819 (από τώρα και στο εξής καλουμένου «το Pajero»), ιδιοκτησίας του πατέρα του Μ.Κ.
  5. Όταν έφθασαν στη Λεμεσό, λίγο μετά τις 12:00, πορεύθηκαν και οι δύο προς το χώρο όπου βρίσκεται το εστιατόριο BENNIGAN'S. Στάθμευσαν τα οχήματα τους σε χώρο πλησίον του υποστατικού BENNIGAN'S και ο Μ.Κ.18 αφού εξήλθε από το βαν, το κλείδωσε και έδωσε τα κλειδιά στον κατηγορούμενο
  6. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.18 επιβιβάστηκε στο Pajero και το οδήγησε σε ένα χωράφι πίσω από το εστιατόριο BENNIGAN'S. Ο κατηγορούμενος 2 αφού πήρε τα κλειδιά του βαν, κατευθύνθηκε προς το BENNIGAN'S. Εισήλθε εντός του πιο πάνω υποστατικού η ώρα 12:27 και δέκα λεπτά αργότερα και συγκεκριμένα η ώρα 12:37 εξήλθε από το εν λόγω υποστατικό. Ο κατηγορούμενος 2 αφού εξήλθε από το BENNIGAN'S, επιβιβάστηκε στο Pajero, όπου ήδη βρισκόταν ο Μ.Κ.18 στη θέση του οδηγού. Οι δύο άνδρες αναχώρησαν από το χώρο και πήγαν σε μια μπυραρία για φαγητό. Μετά το γεύμα στη μπυραρία, ο Μ.Κ.18 και ο κατηγορούμενος 2, επιβιβάστηκαν στο Pajero, με οδηγό τον κατηγορούμενο 2 και περιπλανήθηκαν για κάποια ώρα στην περιοχή του Εναερίου με σκοπό να ελέγξουν κατά πόσο το βαν όχημα ήταν εντός του χώρου στάθμευσης του Εναερίου, από τον οποίον, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, θα το παραλάμβανε ο ΜΚ18 για να το οδηγήσει στην Λάρνακα όπου και θα παρέδιδαν τις ναρκωτικές ουσίες που θα είχαν εν τω μεταξύ φορτωθεί σε αυτό. Όταν το εντόπισαν εκεί, πορεύθηκαν σε κάποιο σημείο όπου βρισκόταν κάποια καφετέρια. Ο Μ.Κ.18 κατέβηκε από το όχημα και προσπάθησε να εντοπίσει το πρόσωπο που θα του έδινε τα κλειδιά του βαν. Έψαξε να τον βρει αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό. Επικοινώνησε τότε με τον κατηγορούμενο 2 και τον ενημέρωσε σχετικά. Ανέλαβε τότε ο κατηγορούμενος 2 να εντοπίσει το πρόσωπο αυτό. Ο Μ.Κ.18 ανέμενε τον κατηγορούμενο 2 για κάποιο χρόνο στην περιοχή του Εναερίου και στη συνέχεια πήγε και τον ανέμενε στην καφετέρια Coffee Waves από η ώρα 15:26 μέχρι 15:
  7. Ενώ βρισκόταν στην καφετέρια, επικοινώνησε μαζί του ο κατηγορούμενος 2 και τον πληροφόρησε ότι είχε πάρει τα κλειδιά του βαν. Συναντήθηκαν στο σημείο όπου βρισκόταν το Pajero, ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε τα κλειδιά του βαν, επιβιβάσθηκαν σ' αυτό με οδηγό τον κατηγορούμενο 2 και πορεύθηκαν στο χώρο στάθμευσης του Εναερίου, στο σημείο όπου βρισκόταν σταθμευμένο το βαν. Ο Μ.Κ.18 και ο κατηγορούμενος 2 επικοινωνούσαν τη συγκεκριμένη μέρα και οι δύο μέσω κινητών τηλεφώνων με προπληρωμένες κάρτες κινητής τηλεφωνίας. Εν τω μεταξύ, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. έθεσαν υπό παρακολούθηση την περιοχή περιμετρικά του Εναερίου από η ώρα 14:00 και εντεύθεν, κατόπιν πληροφορίας που έλαβαν νωρίτερα την ίδια ημέρα, ότι θα γινόταν διακίνηση ναρκωτικών στην εν λόγω περιοχή. Ο Μ.Κ.18 κατέβηκε από το Pajero και επιβιβάσθηκε στο βαν. Οδήγησε το βαν στον παραλιακό δρόμο με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Ακολουθείτο από το Pajero που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο
  8. Και τα δύο οχήματα είχαν τεθεί υπό στενή παρακολούθηση από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. που επέβαιναν πολιτικών οχημάτων. Λίγο χρόνο αργότερα, ανακόπηκαν στην περιοχή Μουτταγιάκα, από τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. που τους είχαν θέσει υπό παρακολούθηση. Μετά την ανακοπή, ο Αστ.3031 Χ. Χριστοφόρου, Μ.Κ.6, ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 αν γνώριζε τον οδηγό του βαν και αυτός απάντησε «είμαστε μαζί». Αμέσως μετά ερευνήθηκε το βαν στην παρουσία του Μ.Κ.18 και του κατηγορούμενου
  9. Εντός του βαν εντοπίσθηκαν δύο ταξιδιωτικές τσάντες που περιείχαν 67 κυλινδρικές συσκευασίες. Μετά τον εντοπισμό των δύο ταξιδιωτικών τσαντών και τη διενέργεια προκαταρκτικού ελέγχου που κατέδειξε ότι το περιεχόμενο των κυλινδρικών συσκευασιών ήταν κοκαΐνη, ο Μ.Κ.6 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 για τον εντοπισμό της κοκαΐνης, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «περιμένω τηλεφώνημα για το πού ε να τα παραδώσω». Ο Μ.Κ.6 ζήτησε στοιχεία για το πρόσωπο στο οποίο θα παραδίδοντο τα ναρκωτικά, αυτός του είπε «είδε μας πολλής κόσμος δαμαί, προτιμώ να μη πω οτιδήποτε άλλο» ενώ ακολούθως αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση που του υποβλήθηκε. Το περιεχόμενο των 67 κυλινδρικών συσκευασιών που εντοπίστηκαν εντός των δύο βαλιτσών που βρισκόντουσαν μέσα στο βαν κατά το χρόνο σύλληψης των κατηγορουμένων 1 και 2, όπως διαπιστώθηκε από την διενέργεια των σχετικών εξετάσεων από το Γενικό Χημείο του Κράτους, ήταν κοκαΐνη συνολικού βάρους 95 κιλών και 699,2 γραμμαρίων, με ποσοστό καθαρότητας 20,47%. Η εν λόγω ουσία, η οποία περιλαμβάνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(2), του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ως έχει τροποποιηθεί, στα ελεγχόμενα φάρμακα Τάξεως Α, κατείχετο από τον κατηγορούμενο 2, όπως και από τον κατηγορούμενο 1, χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια του Υπουργού Υγείας. Ο κατηγορούμενος 2, δεν έχει προηγούμενες καταδίκες και τελεί υπό κράτηση από την 27.3.
  1. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τον ρόλο του κατηγορούμενου 2 στην παράνομη επιχείρηση, χαρακτήρισε την παρούσα περίπτωση ως άκρως ιδιάζουσα. Ακόμη είναι η θέση του ότι εν όψει της διαπιστούμενης από τον χειρισμό της υπόθεσης από την αστυνομία, αδικίας εις βάρος του κατηγορούμενου 2, θα πρέπει το γεγονός αυτό να επενεργήσει προς όφελος του ως μετριαστικός παράγοντας. Επικαλέστηκε ακόμη σαν μετριαστικό παράγοντα «την ιδιωτική παγίδευση» του κατηγορούμενου 2, η οποία έγινε, σύμφωνα πάντα με την θέση του, από τον πληροφοριοδότη της αστυνομίας, στοιχείο που καθιστούσε εκ των προτέρων αδύνατη την διάθεση των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών στην αγορά. Εισηγήθηκε επίσης ότι εν όψει της αθώωσης του κατηγορούμενου 3 σε όλες τις κατηγορίες, αλλά και του κατηγορούμενου 2, στις κατηγορίες της συνομωσίας, αυτός πρέπει να τιμωρηθεί μόνο για απλή κατοχή των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών, κι όχι για κατοχή με σκοπό την προμήθεια, ήτοι ενός «φανταστικού αδικήματος», ως κατά λέξη ανέφερε. Είναι επίσης η θέση του πώς η απόρριψη της μοναδικής εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, ότι δηλαδή την επίδικη ναρκωτική ουσία οι κατηγορούμενοι 1 και 2, θα την παρέδιδαν στον κατηγορούμενο 3, με την αθώωση του κατηγορούμενου 3, αυτομάτως εξαλείφεται η οποιαδήποτε βάση γεγονότων για την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ήτοι της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Σαν μετριαστικό παράγοντα επικαλέστηκε και την μη εμπορικότητα της επίδικης ναρκωτικής ουσίας, αφού σύμφωνα με την εισήγηση του και επικαλούμενος την μαρτυρία της ΜΚ24, το ποσοστό καθαρότητας της κοκαΐνης που στο 20,47%, την καθιστούσε μη δυνάμενη να αραιωθεί περαιτέρω και ούτω μη συμφέρουσα για σκοπούς εμπορίας. Αναφορικά δε με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2, υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι' αυτόν και ευρίσκεται κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όλα όσα ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, είναι καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και γι' αυτό δεν θεωρήσαμε σκόπιμο να τα επαναλάβουμε αυτολεξεί. Περαιτέρω όμως αναφορά στα όσα έχει επικαλεστεί ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2, θα γίνεται όπου τούτο θα κρίνεται αναγκαίο στη συνέχεια. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει και βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος 2, είναι πολύ σοβαρές και οι ποινές που προβλέπονται πολυετείς. Το αδίκημα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Α» με σκοπό την προμήθεια αυτού σε άλλο πρόσωπο, είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα και αυτό αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, που είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Για δε το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δώδεκα ετών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Η προβλεπόμενη δε από τον Νόμο ανώτατη ποινή, όπως πλειστάκις έχει λεχθεί, είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο στην επιμέτρηση, όσο και στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί[1]. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου υπερτερεί έντονα. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι μεγάλο, κυρίως όταν υπολογίσει κανείς τα εγκλήματα και τη βία, όπως επίσης τη διάβρωση των ηθικών αξιών που προκαλούν. Δυστυχώς παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Για το θέμα αυτό λαμβάνουμε και δικαστική γνώση έχοντας υπόψη το μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσεως, που παρουσιάζονται για εκδίκαση ενώπιον μας. Εν όψει των πιο πάνω, ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης αυτής μάστιγας είναι ουσιαστικός. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών από τα Δικαστήρια και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Rafael Alexis Valdez ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 21.2.2017: «Διαχρονικά έχουμε τονίσει τη σημασία του ρόλου του Δικαστηρίου ως προς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε συνάρτηση με αδικήματα ναρκωτικών, ειδικά όταν αφορούν την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ (όπως εδώ, κοκαϊνης) με σκοπό την προμήθεια. Είναι φανερό ότι τέτοιες ενέργειες, ως των εφεσειόντων, δίδουν τη δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό. Γι΄αυτό το λόγο, όπως επίσης έχει νομολογηθεί, οι προσωπικές περιστάσεις αν και δεν ατονούν, έχουν σαφώς μειωμένη σημασία αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου για προστασία του κοινωνικού συνόλου.» Η αποτρεπτικότητα δε μιάς ποινής, έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη δε περίπτωση η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτο, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση[2]. Ακόμη η πρόθεση αποκόμισης κέρδους αυτοκαθορίζει και τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών[3]. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας[4], η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών[5]. Σε σχέση με την καθαρότητα της κοκαΐνης, την οποία επικαλέσθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ως μετριαστικό παράγοντα, επισημαίνουμε εν πρώτοις ότι όντως ο ποσοτικός προσδιορισμός της καθαρότητας της ναρκωτικής ουσίας είναι στοιχείο το οποίο, επί τη βάση των όσων η νομολογία αναγνωρίζει, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής[6]. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση με βάση τα ευρήματα μας, το ποσοστό καθαρότητας της ουσίας της κοκαΐνης στο σκεύασμα της επίδικης ναρκωτικής ουσίας, ανερχόταν σε 20,47%. Η μέση τιμή καθαρότητας της κοκαΐνης στην ουσία που αγοράζεται από τον έμπορο είναι γύρω στο 60%, ενώ όταν καταλήγει στο χρήστη μειώνεται μετά από ανάμιξη της με διάφορες άλλες ουσίες σε 10%-20%. Όταν δε η κοκαΐνη είναι αραιωμένη με λεβαμισόλη και λιδοκαΐνη, όπως ήταν στην παρούσα υπόθεση, το σκεύασμα καθίσταται πιο επικίνδυνο για τον χρήστη. Ακόμη η ανάμιξη της κοκαΐνης με λιδοκαΐνη και λεβαμισόλη, μέθοδος που χρησιμοποιείται από τούς έμπορους για σκοπούς εξασφάλισης μεγαλύτερου κέρδους, αλλά και σαν ενισχυτικό της επίδρασης του σκευάσματος, προκαλεί σοβαρές παρενέργειες και βλάβες στον ανθρώπινο οργανισμό, καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος και ιδιαίτερα προβλήματα στο δέρμα. Το σύνηθες ποσοστό λεβαμισόλης που εντοπίζεται σε σκευάσματα κοκαΐνης, ανέρχεται στο 1%, στην παρούσα όμως υπόθεση αυτό ανερχόταν στο 10%, ήτοι στο δεκαπλάσιο, στοιχείο που κατά κρίση μας και κατά λογική συνέπεια, επαυξάνει τις επιβλαβείς συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνουμε πώς η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 2, ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό, οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες δεν ήταν εμπορεύσιμες, δεν ευσταθεί. Αντιθέτως ευκόλως συνάγεται ότι η επίδικη ναρκωτική ουσία με ποσοστό καθαρής κοκαΐνης ύψους 20,47%, ήταν ένα σκεύασμα το οποίο εμπίπτει στις ελεγχόμενες ουσίες Τάξης Α, έτοιμο για άμεση προώθηση στην αγορά του θανάτου. Ενόψει δε της πιο πάνω κατάληξης μας, δεν δεχόμαστε την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 2, ότι το συγκεκριμένο ποσοστό καθαρότητας της κοκαΐνης, αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Αντιθέτως με δεδομένη την επικινδυνότητα της ουσίας λεβαμισόλης και της δεκαπλάσιας από το σύνηθες μέτρο ποσόστωσης, αυτής που εντοπίστηκε στο σκεύασμα των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών, εύλογα κρίνεται ότι αν αυτή η τεράστια ποσότητα διοχετεύετο στην αγορά, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο αυτούς που θα την χρησιμοποιούσαν, ήτοι τα τραγικά θύματα του λευκού θανάτου, των οποίων ο αριθμός εύλογα συνάγεται ότι θα ήταν και πολύ μεγάλος. Όπως δε χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Levent Shail v. Δημοκρατίας[7]: «Υιοθετούμε ως απολύτως ορθή την εμπεριστατωμένη προσέγγιση του Δικαστηρίου το οποίο με εμβρίθεια, καθαρότητα και πολλή λεπτομέρεια εξήγησε πώς κατέληξε στα συμπεράσματα του, εξετάζοντας κατά κύριο λόγο την πρόθεση του νομοθέτη και έχοντας κατά νου ότι οποιαδήποτε από τις φερόμενες ουσίες είναι δυνατό να εμπεριέχεται στο σκεύασμα ή παρασκεύασμα κατά τρόπο που να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός της. Εν τέλει, ότι εκείνο που ενδιαφέρει είναι οι δραστικές συνέπειες του σκευάσματος που περιέχει την απαγορευμένη ουσία, ώστε να κατατάσσεται στην κατηγορία ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β.» Τα Δικαστήρια στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής και σύμφωνα με τα όσα η νομολογία έχει αναγνωρίσει, δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας[8], ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της (βλέπετε επίσης υπόθεση Ιωάννης Κιλινκαρίδης ν. Δημοκρατίας[9]). Παράλληλα όμως διατηρούμε κατά νου και δεν μας διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που έχει διαπράξει ένας κατηγορούμενος[10]. Με τα πιο πάνω κατά νου, προχωρούμε στην εξέταση των λοιπών θέσεων, εισηγήσεων και επιχειρημάτων που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έχει θέσει ενώπιον μας για σκοπούς μετριασμού των ποινών που θα κρίνουμε ως τις υπό τας περιστάσεις αρμόζουσες για τον κατηγορούμενο
  2. Επισημαίνουμε κατ' αρχάς ότι σε σχέση με τις εισηγήσεις του συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 που αφορούν ζητήματα τα οποία έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της έκδοσης της απόφασης μας ημερομηνίας 3.11.2017, αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου 2, στις κατηγορίες για τις οποίες διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία και εν τέλει εκρίθη ένοχος, δεν κρίνουμε σκόπιμο να ενδιατρίψουμε εν εκτάσει, αφού οι θέσεις οι οποίες έχουν εκφραστεί μπορούν να αποτελέσουν λόγους σε τυχόν έφεση που θα καταχωρηθεί. Συγκεκριμένα απορρίπτουμε την εισήγηση ότι το αδίκημα στο οποίο εκρίθη ένοχος ο κατηγορούμενος 2 στην 1η κατηγορία, ήτοι αυτού της κατοχής με σκοπό την προμήθεια των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών σε τρίτο πρόσωπο, είναι «φανταστικό» και για αυτό πρέπει να του επιβληθεί ποινή μόνο για την απλή κατοχή, αφού αυτή βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την τελική μας ετυμηγορία. Απορρίπτουμε επίσης την εισήγηση πώς η αθώωση του κατηγορούμενου 3 σε όλες τις κατηγορίες αφήνει «ξεκρέμαστα», την επίδικη ναρκωτική ουσία αναφορικά με τον προορισμό της. Αυτό το οποίο έχει κατηγορηθεί και έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος 2, όπως άλλωστε και ο κατηγορούμενος 1, είναι πώς στα πλαίσια μιάς κοινής και καλά σχεδιασμένης παράνομης επιχείρησης τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο κατηγορούμενος 1, αφού παραλάμβαναν τις ναρκωτικές ουσίες από τη Λεμεσό, θα τις μετέφεραν και θα τις παρέδιδαν σε άλλο πρόσωπο. Με βάση τα ευρήματά μας, ο κατηγορούμενος 2, δήλωσε την στιγμή της σύλληψης του ότι «περιμένω τηλεφώνημα που εννα τα παραδώσω». Ούτε και αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κατηγορίας 1 ο καθορισμός συγκεκριμένου προσώπου στο οποίο ο αδικοπραγήσας είχε σκοπό να προμηθεύσει τις ναρκωτικές ουσίες. Εν πάση περιπτώσει, η θέση αυτή κρίνουμε ότι δεν εμπίπτει στα πλαίσια αγόρευσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής εφόσον ο κατηγορούμενος 2, έχει καταδικαστεί στο αδίκημα της κατοχής της επίδικης ναρκωτικής ουσίας με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο ή τρίτα πρόσωπα. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2, αναφέρθηκε ακόμη στον τρόπο ενέργειας της Αστυνομίας εισηγούμενος ότι οι και από το Δικαστήριο διαπιστωθείσες παραλείψεις, αναφορικά με τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης, δημιουργούν αίσθημα αδικίας στον πελάτη του. Όντως στην τελική μας ετυμηγορία είχαμε επισημάνει ότι αν γινόντουσαν κάποιες περαιτέρω ενέργειες από την Αστυνομία, ενδεχομένως να εντοπίζονταν και άλλα πρόσωπα που είχαν εμπλακεί στην παράνομη επιχείρηση. Αυτό όμως, όπως επίσης είχαμε αποφασίσει, δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 και ούτε αποδεχόμαστε ότι συνιστά μετριαστικό παράγοντα. Επισημαίνουμε ακόμη πως ούτε και τέθηκε ενώπιον μας μαρτυρία ό,τι η Αστυνομία είχε στη διάθεση της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πληροφορίες για την ταυτότητα των προσώπων αυτών και αδιαφόρησε ή σκοπίμως επέλεξε να μην τους παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την πιο πάνω θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 2, παραπέμπουμε στην υπόθεση Leandro Soares De Almeida ν. Δημοκρατίας[11], στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ΄ εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών.» Συνακόλουθα, τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν εμπίπτουν σε εκείνες τις υποθέσεις που η Κατηγορούσα Αρχή ενώ γνωρίζει και άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διάπραξη αδικημάτων, επιλέγει είτε τη μη δίωξη κάποιων εξ αυτών, είτε μετά τη δίωξη τους να καταχωρείται αναστολή ποινικής δίωξης από το Γενικό Εισαγγελέα. Κρίνουμε λοιπόν, πώς στην παρούσα υπόθεση και εφόσον δεν εφαρμόζονται τα όσα έχει αναγνωρίσει η νομολογία για να γίνει αποδεκτή η συγκεκριμένη εισήγηση, αυτή απορρίπτεται. Ούτε και τα περί «ιδιωτικής παγίδευσης» του κατηγορούμενου 2 και «σκηνοθέτησης των αδικημάτων», βρίσκουν έρεισμα στη αποδεκτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και στα εκ ταύτης εξαχθέντα ευρήματα μας. Συνακόλουθα, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς από την υπόθεση Σωκράτης Καλαβαζίδης ν. Δημοκρατίας[12], την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2, εισηγούμενος πως και στην παρούσα υπόθεση συντρέχει το χαρακτηριστικό της χειραγωγημένης περίπτωσης. Επισημαίνουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείοντας συνελήφθη εντός των κτιρίων του αεροδρομίου μόλις αφίχθηκε από την Ολλανδία και αφού η Αστυνομία είχε πλήρη και λεπτομερή ενημέρωση τόσο για την ημέρα άφιξης του όσο και για το άτομο του, καθώς και πλήρη έλεγχο του μέρους. Ενόψει δε αυτών των δεδομένων, εκρίθη πώς η Αστυνομία είχε τον πλήρη έλεγχο σε όλα τα στάδια της εξέλιξης της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών με την έγκαιρη παρουσία της στο αεροδρόμιο την ημέρα που έφθασε στην Κύπρο ο εφεσείοντας. Ακόμη, στην εν λόγω υπόθεση, ο εφεσείοντας καταδικάστηκε μόνο στο αδίκημα της εισαγωγής ελεγχομένου φαρμάκου, μετά από δική του παραδοχή, έστω και καθυστερημένη. Στην εν λόγω δε υπόθεση οι κατηγορίες της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, που αρχικά επίσης αντιμετώπιζε ο εφεσείοντας, διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Έχουμε επίσης μελετήσει και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2, Κυριακίδης κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Υπουργικού Συμβουλίου[13], Σάκκου ν. Δημοκρατίας[14] και Στέλιος Κώστα Χρίστου ν. Δημοκρατίας[15] και αδυνατούμε να αντιληφθούμε την σχετικότητα τόσο επί των γεγονότων όσο και επί της νομικής πτυχής τούτων, με την παρούσα. Τέλος στην υπόθεση Μαυρικίου ν. Δημοκρατίας[16], αυτό το οποίο εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν κατά πόσο το Τεκμήριο που δημιουργείται από το άρθρο 30(Α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977είναι αρκετό από μόνο του να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής ενός προσώπου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικροτώντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε ότι δεν δικαιολογείτο η θέση που είχε υποβληθεί σαν λόγος έφεσης αφού η καταδίκη του εφεσείοντα κρίθηκε στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας η οποία υπήρχε ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στην ίδια υπόθεση εξετάστηκε και το ύψος της ποινής, αφού ο εφεσείοντας ισχυρίστηκε πως η ποινή φυλάκισης των 12 ετών που του είχε επιβληθεί πρωτόδικα για κατοχή 6 κιλών και 341,3376 γραμμάρια κάνναβης ήταν υπερβολική. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας και την έφεση για την ποινή, ανέφερε πως η επιβληθείσα ποινή ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και συνήδε με τις αρχές που κατ' επανάληψη έχουν διακηρυχθεί. Αναφορικά με την θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 ότι αυτός δεν είχε την φυσική κατοχή και έλεγχο της επίδικης ναρκωτικής ουσίας, κρίνουμε πώς και αυτή έρχεται σε πλήρη διάσταση με τα ευρήματα μας. Επισημαίνουμε ότι με βάση την τελική μας ετυμηγορία, ο κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας 2, ήτοι αυτού της κατοχής της επίδικης ναρκωτικής ουσίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγείται επίσης ότι το αδίκημα της κατηγορίας 1 στο οποίο κρίναμε ένοχο τον κατηγορούμενο 2, δεν έχει διαπραχθεί από αυτόν και που όλοι ξέρουν ότι είναι «φανταστικό». Ουσιαστικά, εισηγείται πως έχουμε καταδικάσει και κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο 2 αντινομικά και σε παντελώς λανθασμένη νομική βάση. Η εισήγηση αυτή κρίνουμε ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω σχολιασμού στο στάδιο και στα πλαίσια της εξέτασης μετριαστικών παραγόντων για σκοπούς επιβολής ποινής. Έχοντας παραθέσει την κρίση μας επί των όσων έχουν αναφερθεί από το συνήγορο του κατηγορούμενου 2, επισημαίνουμε ότι η επίκληση θέσεων και εισηγήσεων στα πλαίσια αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, που ουσιαστικά βάλλουν κατά της εγκυρότητας της τελικής ετυμηγορίας Δικαστηρίου, δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης. Τούτο διότι ουσιαστικά καλείται το Δικαστήριο που έχει καταδικάσει ένα κατηγορούμενο να ανατρέψει τα δικά του ευρήματα και έτσι να λειτουργήσει σαν εφετείο της δικής του κρίσης και απόφασης. Το έργο αυτό, ήτοι της αναθεώρησης της τελικής ετυμηγορίας πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποτελεί έργο και εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Εφετείου. Από τα όσα λοιπόν επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2, αποδεχόμαστε για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβάλουμε σε αυτόν, τα πιο κάτω: Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε, στο λευκό του ποινικό μητρώο, που ως η νομολογία αναγνωρίζει, του δίδει το δικαίωμα να ζητήσει και να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. Τούτο βέβαια, σε συνάρτηση και με τους λοιπούς παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του είδους και του εύρους της ποινής. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ο ιθύνοντας νούς, αλλά ούτε και ο έμπορος που θα διοχέτευε στην αγορά των χρηστών την επίδικη ναρκωτική ουσία. Ο ρόλος του περιοριζόταν στην παραλαβή και μεταφορά - παράδοση, των ναρκωτικών, στο τρίτο πρόσωπο που θα αναλάμβανε τα περαιτέρω. Τούτο όμως υπομνήσκοντας ταυτόχρονα, ότι αυτός, όπως και ο κατηγορούμενος 1, αποτέλεσαν ένα από τους απαραίτητους κρίκους της αλυσίδας για να καταστεί δυνατή η διάθεση των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών στην παράνομη αγορά, κάτι που θα εγίνετο αν η Αστυνομία δεν κατόρθωνε με την έγκαιρη επέμβαση της να αποτρέψει. Τέλος, έχουμε υπόψη και τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας ο συνήγορος του έχει υιοθετήσει. Τις συνοψίζουμε: Ο κατηγορούμενος 2, είναι ηλικίας 35 ετών, άγαμος και γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Έχει άλλες δύο μεγαλύτερες αδελφές έγγαμες. Οι γονείς του είναι και οι δύο συνταξιούχοι. Ο πατέρας του εργαζόταν ως αστυνομικός και η μητέρα ως τραπεζικός υπάλληλος. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας περιγράφονται ως πολύ καλές. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο και την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, μετέβηκε στην Αθήνα όπου ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο αποκτώντας Πανεπιστημιακό Δίπλωμα στον κλάδο Μηχανολόγος-Μηχανικός. Επιστρέφοντας στην Κύπρο εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως μηχανολόγος σε εργοληπτικές εταιρείες. Από το 2007 διατηρούσε τη δική του εταιρεία και μέχρι τη σύλληψη του δραστηριοποιείτο τόσο στην Κύπρο όσο και στο Λονδίνο. Αναφορικά όμως με τις προσωπικές αυτές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας, δεν είναι βαρύνουσας σημασίας σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ενόψει των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία των ναρκωτικών. Σχετική είναι η απόφαση Λουκάς Μιχαήλ ν Δημοκρατίας[17]. Από την άλλη όμως, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στον καθορισμό της ορθής ποινής και δεν πρέπει να παραβλέπονται[18]. Αναφορικά τώρα, με την εν γένει ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων σε αδικήματα παρόμοιας φύσεως με αυτά που ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση έχει διαπράξει, εντοπίζεται πληθώρα αποφάσεων στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει εξετάσει το ύψος και το εύρος των πρωτοδίκως επιβληθέντων ποινών. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές ανγνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη[19]. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών[20]. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκατίας[21], τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα[22]. Με τα πιο πάνω κατά νού, παραθέτουμε ενδεικτικά κάποιες αποφάσεις όπου επιβλήθηκαν ποινές σε παρόμοιας φύσεως αδικήματα με αυτά της παρούσας. Στην Αριστείδου ν. Αστυνομίας[23], επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα, ήτοι 14 κιλών και 985,80 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, οι οποίες επιβλήθηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Στη Βασιλείου ν. Αστυνομίας[24], επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ρητίνης κάνναβης βάρους, 11 κιλών και 501,7 γραμμαρίων και κατοχής της ίδιας ποσότητας, με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες μετά από ακροαματική διαδικασία. Στην Abe v. Δημοκρατίας[25], ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες που αφορούσαν την εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο 23.805 κιλών κάνναβης. Του επιβλήθηκε δεκαπενταετής ποινή φυλάκισης η οποία μειώθηκε σε 13 χρόνια με το σκεπτικό ότι το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και οι προσωπικές του συνθήκες θα μπορούσαν να «βαρύνουν περισσότερο στη σκέψη του Κακουργιοδικείου». Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας[26], ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις κατηγορίες της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (4.988,3 γραμμάρια κοκαΐνης) και της κατοχής του πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 20 ετών. Ο κατηγορούμενος είχε τρεις προηγούμενες καταδίκες. Το Εφετείο παρόλο που χαρακτήρισε τις ποινές αυστηρές, ανέφερε ότι αυτές αποτελούσαν ορθό μέτρο αντιμετώπισης του εφεσείοντος. Στη Σιδερένου ν. Δημοκρατίας[27], επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 ετών στην κατηγορουμένη, κατόπιν παραδοχής στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο 189 κιλών κάνναβης και 12 κιλών κοκαΐνης. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ο σύζυγος της κατηγορουμένης, ο οποίος ήταν ο ιθύνων νους της παράνομης δραστηριότητας, είχε παραδεχθεί ενοχή στην ίδια υπόθεση και του επιβλήθηκαν ποινές, η μεγαλύτερη εκ των οποίων ήταν ποινή φυλάκισης 23 ετών. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη, τη φύση, την έκταση και την σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τον κατηγορούμενο 2, είναι η ποινή φυλάκισης. Το επόμενο το οποίο μας έχει προβληματίσει και μάλιστα έντονα, είναι το ζήτημα κατά πόσο οι ποινές που θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο 2, θα πρέπει να είναι οι ίδιες ή αν και εφόσον συντρέχουν λόγοι διαφοροποίησης τους, να είναι διαφορετικές με αυτές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο
  3. Απόλυτα σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα, κρίνουμε πώς είναι τα όσα έχουν αποφασισθεί αναφορικά με την αρχή της ισότητας κατά την επιβολή ποινής σε διαφορετικούς κατηγορούμενους για τα ίδια αδικήματα. Πρός τούτο λοιπόν έχουμε αντλήσει καθοδήγηση από τις αρχές της νομολογίας όπως αυτές έχουν αναγνωρισθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[28]. Σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι ο ρόλος των κατηγορουμένων 1 και 2, στη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2, είναι ο ίδιος. Ως αποτελεί εύρημα μας και οι δύο είχαν την κατοχή στα πλαίσια κοινής παράνομης επιχείρησης, την ίδια τεράστια ποσότητα σκληρών ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια της σε άλλο πρόσωπο (βλ. Παπασυμεού κ.ά. ν. Δημοκρατίας[29]). Για τον συγκεκριμένο λοιπόν παράγοντα, δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί την διαφοροποίηση της ποινολογικής μεταχείρισης τους. Ούτε και τα προσωπικά δεδομένα των κατηγορουμένων 1 και 2, παρατηρούμε ότι διαφοροποιούνται. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου, όπως ήταν και ο κατηγορούμενος
  4. Αμφότεροι δε είναι άγαμοι προερχόμενοι από συγκροτημένες οικογένειες, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Διαπιστώνουμε ακόμη ότι και οι δύο είχαν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από πανεπιστήμια του εσωτερικού και εξωτερικού, και πρίν την σύλληψη τους, εξασκούσε ο καθένας το επάγγελμα του. Όμως, κρίνουμε πώς ο κατηγορούμενος 1, εδικαιούτο, όπως και έτυχε, ποινολογικά, μεγαλύτερης επιείκειας, αφού αυτός είχε από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του συνεργαστεί με την αστυνομία, δίδοντας μόλις συνελήφθη θεληματική ανακριτική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και λεπτομέρειες για την όλη εγκληματική του δραστηριότητα, κατονομάζοντας μάλιστα τους συνεργούς του, παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1 και 2, πρόσθετα δε κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας. Η σημασία δε της συνεργασίας με την αστυνομία, αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα βαρύνουσας σημασίας, με βάση όχι μόνο τη νομολογία, αλλά και με ρητές νομοθετικές πρόνοιες[30]. Ο Νόμος 29/77, διά του άρθρου 30
(4)(β)(ν) την κατονομάζει ως ένα από τους παράγοντες που καθιστούν το αδίκημα «λιγότερο σοβαρό». Για τον ίδιο παράγοντα το Εφετείο στην υπόθεση Κυριάκος Κυριάκου ν. Δημοκρατίας[31] αφού έλαβε υπόψη ότι το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε καμία σημασία στη συνεργασία του Εφεσείοντα με τις ανακριτικές αρχές, μείωσε την ποινή που του είχε επιβληθεί στην κατηγορία της κατοχής 500 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, από έξι σε πέντε έτη φυλάκισης[32]. Θα πρέπει όμως ταυτόχρονα να σημειώσουμε ότι ο συσχετισμός του κατηγορούμενου 1 με τα υπό κρίση αδικήματα δεν θα ήταν έργο ιδιαίτερα δύσκολο για τις ανακριτικές αρχές, καθότι οι ναρκωτικές ουσίες εντοπίστηκαν στην κατοχή του, ήτοι στο όχημα που οδηγούσε και το οποίο ο ίδιος είχε ενοικιάσει την προηγούμενη μέρα, στοιχείο που ως αναφέρθηκε στην απόφαση του δικαστηρίου, μείωσε σε κάποιο βαθμό την σημασία της παραδοχής του. Ακόμη στην παρούσα υπόθεση, όπως και πιο πάνω αναφέρουμε, η Κατηγορούσα Αρχή δεν επέλεξε να μην προχωρήσει στην δίωξη του κατηγορούμενου 1, αλλά ούτε και καταχώρησε μετά που τον προσήξε στο Δικαστήριο, αναστολή ποινικής δίωξης γι αυτόν Αντιθέτως η υπόθεση για τον κατηγορούμενο 1 ολοκληρώθηκε μετά την παραδοχή του, με την επιβολή σε αυτόν της πιο πάνω αναφερομένης ποινής φυλάκισης (βλ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Χαρίτου ν. Δημοκρατίας[33], την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο διαχώρισε από την υπόθεση των εφεσειόντων, για λόγους που κατά την άποψη μας ισχύουν και στην παρούσα).. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, κρίνουμε πώς η διαφορετική ποινολογική μεταχείριση του κατηγορούμενου 2 προς το αυστηρότερο μέτρο, σε σχέση με αυτή που έτυχε ο κατηγορούμενος 1, είναι θεμιτή και δεν τίθεται θέμα άνισης μεταχείρισης. Καταληκτικά κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 1, δεκαεννέα
(19)χρόνια φυλάκισης Στην 2η κατηγορία δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στην 1η κατηγορία στην οποία έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας[34] και Περικλέους ν. Αστυνομίας[35]). Η πιο πάνω επιβληθείσα ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος 2 τελεί υπό κράτηση και δη από τις 27.3.2015. Περαιτέρω και εξασκώντας την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 31 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977, διατάσσουμε όπως, μετά την πάροδο του χρόνου έφεσης η σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής και νοουμένου ότι δεν θα εκδοθεί διαφορετική διαταγή από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα ευρισκόμενα στην κατοχή της αστυνομίας τεκμήρια, διατεθούν ως ακολούθως: (ι). Η ποσότητα των 95 κιλών και 699,2 γραμμαρίων κοκαΐνης, να δημευθεί και να καταστραφεί. (ιι). Τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου 2, να καταστραφούν. (ιιι). Τα λοιπά τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Τα έξοδα της δίκης διατάσσουμε να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α [1] Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9 [2] Βλέπετε σχετικά Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 [3] Βλ. Μoussa v. Δημοκρατίας
(1992)2 AAΔ 320 και Mallouk v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 711 [4]
(1999)2 ΑΑΔ 577 [5] Βλ. επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551 [6] Βλέπετε σχετικά Haris Memic v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2014:B271, Π.Ε. 197/11, 16.4.2014 και Levent Shail v. Δημοκρατία ECLI:CY:AD:2016:B338, Π.Ε. 137/14, 8.7.2016 [7] Ποινική Έφεση 137/2014, ημερομηνίας 8.7.2016 [8]
(1989)2 ΑΑΔ 245 [9] Ποινική Έφεση 233/13, απόφαση ημερομηνίας 22.4.2015 [10] Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 [11] Ποινική Έφεση 22/2015, απόφαση ημερομηνίας 7.7.2017 [12]
(2012)2 Α.Α.Δ. 540 [13]
(1997)3 ΑΑΔ 485, [14]
(2000)2 ΑΑΔ 510 [15]
(2002)2 ΑΑΔ 295, [16]
(2007)2 ΑΑΔ 359 [17]
(1999)2 ΑΑΔ 577. [18] Παναγιώτου ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 478. [19] Βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123 [20] Βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217 [21] Ποινική Έφεση 212/13, απόφαση ημερομηνίας 5.2.2015 [22] Βλέπετε επίσης την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 17/2016, ημερομηνίας 22.5.2017 Κώστας Προεστού ν. Δημοκρατίας [23]
(2011)2 ΑΑΔ 32 [24]
(2012)2 ΑΑΔ 254 [25]
(2008)2 AAΔ 211. [26]
(2008)2 ΑΑΔ 256. [27]
(2010)2 ΑΑΔ 190. [28] Βλέπετε ενδεικτικά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.7.2017, στην Ποινική έφεση υπ' αριθμό 210/2014, Χριστόδουλος Χριστοδούλου κ.α. ν. Δημοκρατίας και την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.9.2016, στην Ποινική Έφεση 44/2015, Αντώνης Αντωνίου ν. Δημοκρατίας). [29]
(2006)2 ΑΑΔ 523, 529 [30] Βλέπετε άρθρο 30
(4)(β)(ν) του Νόμου 29/77 [31] Π.Ε. 244/12, ημερομηνίας 25.11.13. [32] Βλέπετε επίσης σχετικά Eminiyet Ulus κ.ά. ν Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 216. [33]
(2008)2 ΑΑΔ 225 [34]
(1991)2 ΑΑΔ 385 [35]
(1996)2 ΑΑΔ 34 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.