PANDORA /OGILVY & MATHER CO LTD ν. GEORGE MALONEY KAI ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ως εκκαθαριστές της ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 3648/2013, 22/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 3648/2013 PANDORA /OGILVY & MATHER CO LTD Παραπονούμενοι ν
- ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορούμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 11.2.2016 PANDORA /OGILVY & MATHER CO LTD Παραπονούμενοι ν
- GEORGE MALONEY KAI ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ως εκκαθαριστές της ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορούμενοι 22 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κ. Δ. Καλλής Για κατηγορούμενη 1, καμία εμφάνιση Για κατηγορούμενο 2: κ. Ν. Τσαρδελλής Κατηγορούμενος 2, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι εξέδωσαν υπέρ των παραπονούμενων τέσσερεις επιταγές χωρίς αντίκρυσμα, για ποσό €100 έκαστη. Ειδικότερα αναφορικά με κάθε μια από τις επίδικες επιταγές, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες, μια για το αδίκημα του άρθρου 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα και μια για το αδίκημα του άρθρου 305(Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος 2 είναι αντιμέτωπος με τα αδικήματα ως συναυτουργός στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν εμφανίζεται για να υπερασπιστεί τον εαυτό της στη διαδικασία. Προς απόδειξη των κατηγοριών, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα που κρίθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αφορούσε έγγραφα που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η ύπαρξη των διαφόρων συμφωνιών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ήταν ουσιαστικά παραδεκτή από την πλευρά της υπεράσπισης. Έχω μελετήσει τόσο τις συμφωνίες αυτές όσο και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που κατατέθηκαν. Επιπρόσθετα, μέρος των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση κατέστησαν παραδεκτά για τους σκοπούς του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Συγκεκριμένες αναφορές γίνονται κατωτέρω. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα Κυριακή Λουκά, γενική διευθύντρια της παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ1). Κατά την κυρίως εξέταση της, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με διαφημιστικές υπηρεσίες, ξεκίνησε να συνεργάζεται με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία το 2007 και η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του
- Η ΜΚ1 συνέχισε λέγοντας ότι γνωρίζει προσωπικά τόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όσο και τον κατηγορούμενο
- Σύμφωνα με τη ΜΚ1, στις 27.9.2012 είχε συνάντηση με τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του για να συζητήσουν τη Χριστουγεννιάτικη διαφημιστική καμπάνια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Συναντήθηκε επίσης με τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του και στις 10.10.2012 για να συζητήσουν την Πρωτοχρονιάτικη διαφημιστική καμπάνια της εταιρείας. Κατά τις συναντήσεις αυτές, συνέχισε η ΜΚ2, είχε επιδιώξει να συζητήσει με τον κατηγορούμενο 2 φήμες που κυκλοφορούσαν αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Το ζήτημα την απασχολούσε ιδιαίτερα γιατί το κόστος των διαφημιστικών αυτών εκστρατειών θα ήταν πολύ μεγάλο και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήδη καθυστερούσε την αποπληρωμή οφειλών της για παρασχεθείσες υπηρεσίες. Η ΜΚ1 υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο εκείνο οι οφειλές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας προς την παραπονούμενη εταιρεία ήταν περίπου €2.000.000 και παρουσίασε σχετική κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η παραπονούμενη εταιρεία (Τεκμήριο 5). Η ΜΚ1 συνέχισε λέγοντας ότι κατά την συνάντηση ημερομηνίας 27.9.2012 ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε ενώπιον της, εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και έναντι των οφειλών της, και της παρέδωσε τις επιταγές της Marfin Laiki Bank υπ' αριθμούς 09847871 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής τις 15.12.2012 (Τεκμήριο 1) και 09847872 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής την 31.12.2012 (Τεκμήριο 2). Κατά τη συνάντηση τους ημερομηνίας 10.10.2010 ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε ενώπιον της, εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και έναντι των οφειλών της και της παρέδωσε τις επιταγές της Marfin Laiki Bank υπ' αριθμούς 09849226 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής τις 15.1.2013 (Τεκμήριο 3) και 09849227 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής την 31.1.2013 (Τεκμήριο 4). Οι πιο πάνω επιταγές, σύμφωνα με τη ΜΚ1, όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή κατά ή μετά την ημερομηνία που έκαστη είχε καταστεί πληρωτέα, επιστράφηκαν απλήρωτες, αρχικά με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα» και ακολούθως με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε (Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών)». Οι τέσσερεις αυτές επιταγές, ανέφερε η ΜΚ1, παραμένουν απλήρωτες έκτοτε. Κατά την κυρίως εξέταση της η ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 της παρέδιδε τις προαναφερόμενες επιταγές, στα πλαίσια της συζήτησης που είχαν για την οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, της είχε πει «ότι παρακολουθεί στενά τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας του και τους τραπεζικούς λογαριασμούς της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και με διαβεβαίωσε ότι θα φρόντιζε όπως την ημέρα που θα ήταν πληρωτέες οι επιταγές θα εξοφλούνταν». Κατά την αντεξέταση της ΜΚ1, αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση κατά πόσο είχε παραλάβει τις επίδικες επιταγές κατά τις ημερομηνίες που ανέφερε ενώ αμφισβητήθηκε κατά πόσο τις είχε παραλάβει απευθείας από τον κατηγορούμενο
- Της τέθηκε ότι οι επιταγές είχαν παραδοθεί από το λογιστήριο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, οι μεν πρώτες (Τεκμήρια 1 και 2) στις 2.8.2011, οι δε υπόλοιπες (Τεκμήρια 3 και 4) στις 26.9.
- Η ΜΚ1 ανέφερε ότι μετά από την πάροδο τεσσάρων περίπου ετών δεν ήταν σε θέση από μνήμης να πει πότε είχε παραλάβει τις επιταγές. Επέμενε όμως ότι οι ημερομηνίες στις οποίες αναφέρθηκε ήταν ορθές. Υποστήριξε ότι για να εντοπίσει τις ημερομηνίες είχε ανατρέξει σε σχετικές καταχωρήσεις αναφορικά με τις συναντήσεις της με τον κατηγορούμενο 2 στο ημερολόγιο της, το οποίο παρουσίασε (Τεκμήριο 12). Είπε επίσης ότι είχε ανατρέξει στα ηλεκτρονικά αρχεία της και ειδικότερα στις παρουσιάσεις για τις διαφημιστικές καμπάνιες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και τις κοστολογήσεις τους που είχε ετοιμάσει και παρουσιάσει στον κατηγορούμενο 2 κατά τις συναντήσεις τους. Στα αρχεία αυτά, υποστήριξε η ΜΚ1, αναγράφει πάντα την ημερομηνία της συνάντησης με τον πελάτη. Με αυτό τον τρόπο, είπε, βεβαιώθηκε ότι η υπογραφή και παράδοση των επιταγών έγινε τις συγκεκριμένες ημερομηνίες και όχι σε οποιαδήποτε άλλη από τις συναντήσεις που είχε με τον κατηγορούμενο
- Δέχτηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι κατά την ημερομηνία που παρέλαβε τις επιταγές Τεκμήρια 3 και 4, έλαβε ακόμα πέντε επιταγές οι οποίες πληρώθηκαν κανονικά. Ερωτήθηκε εκτεταμένα κατά την αντεξέταση για τους οικονομικούς όρους της συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών. Η ΜΚ1 εξήγησε ότι η αρχική συνεννόηση ήταν όπως η παραπονούμενη εταιρεία παρέχει στην κατηγορούμενη 1 χρονικό περιθώριο 3 μηνών από την παροχή των υπηρεσιών μέχρι την εξόφληση των οφειλών της. Αυτό, σύμφωνα με την ΜΚ1 τηρείτο στα αρχικά στάδια της συνεργασίας. Αργότερα, περί το 2010-2011 η κατηγορούμενη 1 άρχισε να καθυστερεί τις πληρωμές της και το πρόβλημα εντάθηκε ιδιαίτερα το
- Αυτό, συνέχισε η μάρτυρας, δημιουργούσε προβλήματα ρευστότητας και βιωσιμότητας στην παραπονούμενη εταιρεία. Τόνισε ότι στην αμοιβή της παραπονούμενης συμπεριλαμβανόταν και η αμοιβή άλλων συνεργατών της και μέσων μαζικής ενημέρωσης που, εξαιτίας των καθυστερήσεων, απειλούσαν την παραπονούμενη ότι θα διέκοπταν την μεταξύ τους συνεργασία όχι μόνο αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία αλλά και σε σχέση με άλλους πελάτες της παραπονούμενης. Η ΜΚ 1 ανέφερε ακολούθως ότι εξαιτίας των προβλημάτων αυτών συζητούσε επανειλημμένα το θέμα των καθυστερήσεων στις πληρωμές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, τόσο με τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 όσο και με άλλα πρόσωπα στην εταιρεία. Αναφέρθηκε στο λογιστήριο, σε διάφορους εκάστοτε οικονομικούς διευθυντές, στο γενικό διευθυντή και στον «marketing director» της κατηγορούμενης εταιρείας. Επέμενε όμως ότι οι διάφοροι αυτοί με τους οποίους είχε συζητήσει την παρέπεμπαν πάντα στον κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που ασκούσε την πραγματική διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας. Είπε ότι την απασχολούσε το πολύ μεγάλο, όπως το χαρακτήρισε, χρεωστικό υπόλοιπο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας σε συνάρτηση με φήμες που διαδίδονταν αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Επέμενε όμως ότι έλαβε διαβεβαιώσεις από τον κατηγορούμενο 2 ότι η εταιρεία ήταν σε θέση να πληρώσει τις επίδικες επιταγές. Η ΜΚ1 δέχτηκε ότι σε όλη τη συνεργασία των δύο εταιρειών, οι επίδικες επιταγές ήταν οι μόνες που παρέμειναν απλήρωτες, Είπε ότι υπήρξαν κάποιες περιπτώσεις που επιταγές έπρεπε να κατατεθούν 2 φορές για να πληρωθούν ή μετά από παράκληση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας αντικαταστάθηκαν με άλλες, όμως στο τέλος πληρώνονταν. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Μάκης Αδάμου (ΜΚ2), λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου από το 2013, ενώ προηγουμένως εργαζόταν στο αντίστοιχο Τμήμα της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν πελάτης της Λαϊκής Τράπεζας και ότι το 2012 υπήρχαν προβλήματα στη λειτουργία των λογαριασμών της. Συνέχισε λέγοντας ότι τον Μάρτιο 2012, μετά από αίτηση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Δικαίωμα υπογραφής στον εν λόγω λογαριασμό είχαν οποιοσδήποτε από τον κατηγορούμενο 2 και την κα Χαρίκλεια Ορφανίδου. Σε κατοπινό στάδιο, στις 28.11.2012, με σχετικές οδηγίες που έδωσε η εταιρεία στην τράπεζα, δικαίωμα υπογραφής διατήρησε μόνο ο κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 26). Στον λογαριασμό παραχωρήθηκε στις 8.5.2012 όριο παρατραβήγματος ύψους €8.000.
- Το όριο αυτό, σύμφωνα με τον ΜΚ2 ήταν προσωρινό και έληγε στις 10.7.2012., Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο της σχετικής αίτησης ανοίγματος λογαριασμού και δείγματα υπογραφής καθώς και αντίγραφο της επιστολής προσφοράς/συμφωνίας που αφορούσε την παραχώρηση του προσωρινού ορίου (Τεκμήρια 13 και 14). Ο ΜΚ2 συνέχισε λέγοντας ότι το προσωρινό όριο δεν εξοφλήθηκε με την λήξη του και ότι ακολούθησαν συμφωνίες για παράταση και εξόφληση του με ειδικούς όρους όπως αποτυπώνονται σε έγγραφα τα οποία παρουσίασε (Τεκμήρια 15, 16, 17 και 18). Πολύ συνοπτικά οι συμφωνίες που παρουσίασε, Τεκμήρια 15, 16, 17 και 18, προνοούσαν για πώληση ακινήτων και πίστωση του αντίστοιχου τιμήματος πώλησης έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Πιο λεπτομερής αναφορά γίνεται κατωτέρω. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, παρά το ότι δεν είχε εμπλακεί προσωπικά σε θέματα που αφορούσαν τις υποθέσεις και λογαριασμούς της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, μετά των τερματισμό των λογαριασμών της, ο φάκελος της έχει περιέλθει στο τμήμα του το οποίο είναι αρμόδιο για ανάκτηση των χρεών της εταιρείας και έχει στην κατοχή του τον φάκελο της. Είπε ότι από το φάκελο του προκύπτει ότι οι συνάδελφοι του που χειρίζονταν τους λογαριασμούς της εταιρείας είχαν αλληλογραφία με τον κατηγορούμενο 2, αντίγραφο της οποίας παρουσίασε (Τεκμήρια 19, 20, 21 και 31). Στο περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών και στην αποδεικτική αξία που τους αποδίδω θα αναφερθώ κατωτέρω. Ανέφερε ακολούθως ότι υπογράφτηκαν και άλλες συμφωνίες στις 12.10.2012 με τις οποίες επίσης τα μέρη συμφώνησαν την πώληση ακινήτων και πίστωση του αντίστοιχου τιμήματος πώλησης για εξόφληση του χρεωστικού υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού και άλλων λογαριασμών της κατηγορούμενης εταιρείας (Τεκμήρια 22, 23, 24 και 25). Ο ΜΚ2 συνέχισε λέγοντας ότι παρά την υπογραφή των συμφωνιών η υλοποίηση των μεταβιβάσεων καθυστερούσε για διάφορους λόγους ενώ η λειτουργία των διάφορων λογαριασμών της εταιρείας συνέχιζε να είναι προβληματική. Τελικά, στις 11.12.2012, η εταιρεία καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών και οι λογαριασμοί της παγοποιήθηκαν (Τεκμήριο 27). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ 2 παρουσίασε επίσης κατάσταση λογαριασμού για τον επίδικο λογαριασμό από το άνοιγμα του στις 12.3.2012 μέχρι τις 28.2.2013 (Τεκμήριο 28). Πρόσθεσε ότι η λειτουργία όλων των λογαριασμών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας τερματίστηκε με επιστολή της Τράπεζας ημερομηνίας 25.1.2013 (Τεκμήριο 29) και ταυτόχρονα η Τράπεζα διόρισε διαχειριστή παραλήπτη για την περιουσία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο 30). Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 αμφισβητήθηκε έντονα κατά πόσο αυτός είχε άμεση και προσωπική γνώση για τα όσα κατέθεσε. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι προσωπικό χειρισμό των λογαριασμών και υποθέσεων της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είχε άλλο τμήμα της τράπεζας και άλλοι συναδέλφοι του. Κατά κύριο λόγο ευθύνη χειρισμού των υποθέσεων του συγκεκριμένου πελάτη είχε ο πρώην συνάδελφος του, ο κ. Γιάννος Καλλής, ο οποίος αποχώρησε στο μεταξύ από την τράπεζα, ενώ προϊστάμενη του τμήματος ήταν η κα Γιαννούλα Σοφοκλείδου. Εξήγησε ότι ο ίδιος δεν είχε άμεση προσωπική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 2 αλλά ούτε και γνώριζε τη λειτουργία των λογαριασμών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρά μόνο όταν ο φάκελος της ήρθε στο τμήμα ανάκτησης χρεών της τράπεζας. Σε σχέση με την πηγή των γνώσεων του για τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι προέρχεται κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα τα οποία εντόπισε και βρίσκονται στον φάκελο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας που διατηρεί το τμήμα του. Συμφώνησε ότι ο φάκελος αυτός δεν ήταν πλήρης από την αρχή. Είπε ότι έχει καταθέσει στο Δικαστήριο ως μάρτυρας στο παρελθόν σε υποθέσεις παρόμοιας φύσης που αφορούσαν τους ίδιους κατηγορούμενους και ότι κάποια από τα έγγραφα που παρουσίασε περιήλθαν σε γνώση του ή στην κατοχή του στα πλαίσια της μαρτυρίας του στις υποθέσεις εκείνες όταν είχαν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση (σχετικά τα Τεκμήρια 36 και 37). Επιπρόσθετα κάποια εκ των εγγράφων εντοπίστηκαν μετά από έρευνες που έκανε στο τμήμα ακινήτων στην τράπεζα ενώ είχε αποταθεί και στο Κτηματολόγιο. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 του τέθηκε επίμονα ότι είχε παραχωρηθεί στην εταιρεία χρεωστικό όριο ύψους €3.750.000 στον επίδικο λογαριασμό. Ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε τη θέση ότι μετά την ημερομηνία που έληξε το προσωρινό αρχικό όριο των €8.000.000, 10.7.2012, ο λογαριασμός συνέχιζε να λειτουργεί παρά το ότι κατά διαστήματα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν αρκετά εκατομμύρια, και υποστήριξε ότι είχε παραχωρηθεί από την τράπεζα νέο χρεωστικό όριο ύψους €3.750.
- Ο ΜΚ2 διαφώνησε με τη θέση αυτή. Επέμενε ότι το προσωρινό όριο των €8.000.000 που είχε αρχικά παραχωρηθεί στον επίδικο λογαριασμό είχε λήξει στις 10.7.2012 ως προνοούσε η μεταξύ των μερών συμφωνία (Τεκμήριο 15) ενώ από τότε η Τράπεζα ανεπίσημα και, λόγω καλής θέλησης, επέτρεψε στον λογαριασμό να λειτουργεί σε υπέρβαση εν αναμονή της υλοποίησης των διαφόρων συμφωνιών που έγιναν στο μεταξύ με τον πελάτη για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου μέσω πώλησης ακινήτων. Με αυτόν τον τρόπο εξήγησε την αναφορά σε «εγκριμένη υπέρβαση» στο Τεκμήριο 25 που αποτελεί παράρτημα της συμφωνίας ημερομηνίας 12.10.12 (Τεκμήριο 21). Επέμενε ότι όριο €3.750.000 θα μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο με την υπογραφή σχετικής συμφωνίας και ότι τέτοια συμφωνία δεν υπάρχει. Υποστήριξε ότι η μη ύπαρξη οποιουδήποτε εγκεκριμένου ορίου μετά τις 10.7.2012 φαίνεται και από το γεγονός ότι η ύπαρξη τέτοιου ορίου δεν καταγράφεται στα συστήματα της τράπεζας. Υποστήριξε επίσης ότι όποιες αναφορές σε αλληλογραφία μεταξύ των λειτουργών της τράπεζας και των κατηγορούμενων δεν εξισούνται με συμφωνία για παραχώρηση του συγκεκριμένου ορίου και ότι τέτοιο όριο δεν παραχωρήθηκε ποτέ. Του τέθηκε ότι ο λόγος που δεν είχαν υλοποιηθεί έγκαιρα όλες οι μεταβιβάσεις και πωλήσεις ακινήτων που είχαν συμφωνηθεί ήταν εξαιτίας λάθους χειρισμού της τράπεζας. Ειδικότερα, ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι δεν ήταν εφικτή η μεταβίβαση για λόγους που αφορούσαν την άντληση από την τράπεζα έκτακτης παροχής ενίσχυσης ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (E.L.A.). O MK2 αρνήθηκε. Αναφέρθηκε σε μια μεταβίβαση ακινήτου που δεν προχώρησε γιατί υπήρχαν τεχνητά προβλήματα όμως υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εκ των υστέρων σκέψεις επισημαίνοντας ότι μέχρι και την ημέρα που έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν είχε πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη μεταβίβαση. Του τέθηκε ότι δεν παρουσιάζει την πραγματική εικόνα στη μαρτυρία του και, ουσιαστικά, ότι αποκρύβει στοιχεία που είναι ενδεχομένως βοηθητικά για την υπεράσπιση. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι παρουσιάζει επιλεκτικά τη μαρτυρία ή τα έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση. Υποστήριξε ότι δεν έχει λόγο να μην είναι ειλικρινής και ότι όσα έγγραφα αφορούν την υπόθεση, των οποίων γνωρίζει την ύπαρξη και έχει στην κατοχή του, τα έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Δέχτηκε ότι κάποια από τα έγγραφα αυτά ήρθαν σε γνώση του μόνο όταν έδινε μαρτυρία σε άλλες Δικαστικές υποθέσεις όμως υποστήριξε ότι, ακόμα και αν τα απέκτησε με αυτό τον τρόπο, και πάλιν τα παρουσίασε στο Δικαστήριο ως όφειλε. Ο ΜΚ2 εξέφρασε γενικότερες θέσεις σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και οικονομική διαχείριση της εταιρείας οι οποίες αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Ανέφερε επίσης ότι, μετά την καταχώρηση της εταιρείας στο ΚΑΠ, 1181 επιταγές που είχαν εκδοθεί από τον επίδικο λογαριασμό είχαν επιστραφεί απλήρωτες, για συνολικό ποσό €30.346.799,
- Η υπεράσπιση δεν αποδέχτηκε ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία που παρουσίασε είχε όντως συνταχθεί, αποσταλεί και παραληφθεί από τα πρόσωπα που φαίνονται στα διάφορα σχετικά τεκμήρια. Ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι τα αντίγραφα της αλληλογραφίας (Τεκμήρια 19, 21, 21 και 31) που παρουσίασε υπήρχαν στο φάκελο του πελάτη που τώρα είναι στο τμήμα του και είναι μέρος των αρχείων της τράπεζας. Υποστήριξε ότι είχαν συνταχθεί από το πρόσωπο που αναγράφεται ως αποστολέας σε κάθε ένα από αυτά και απεστάλησαν στους παραλήπτες που επίσης αναγράφονται εκεί. Σημειώνω παρενθετικά ότι κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι είχαν παραληφθεί από την κα Γιαννούλα Σοφοκλείδου, προϊστάμενη του τμήματος που χειριζόταν τους λογαριασμούς της εταιρείας πριν τον τερματισμό τους. Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό που διατηρούσε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην τράπεζα ο οποίος υποβλήθηκε ότι είχε κατά τον επίδικο χρόνο χρεωστικό όριο περί τα €17.000.000-€18.000.
- Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι από εκείνο τον λογαριασμό θα μπορούσαν να γίνουν και γίνονταν μεταφορές στον επίδικο λογαριασμό με τις οποίες θα μπορούσαν να πληρωθούν οι επίδικες επιταγές. Ο ΜΚ2 συμφώνησε για την ύπαρξη του λογαριασμού εκείνου καθώς και για το ότι από τον λογαριασμό εκείνο γίνονταν μεταφορές χρημάτων προς τον επίδικο λογαριασμό. Υπέδειξε όμως ότι ούτε εκείνος ο λογαριασμός είχε πιστωτικά υπόλοιπα αλλά χρεωστικά και ότι υπήρχε και για εκείνο τον λογαριασμό προσωρινό όριο το οποίο έληγε τον Ιανουάριο
- Είπε όμως ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί συγκεκριμένα αναφορικά με εκείνο τον λογαριασμό γιατί δεν είχε μαζί του τα απαραίτητα στοιχεία. Του τέθηκε τέλος ότι η μαρτυρία του ήταν αναληθείς και μεροληπτική αλλά και ότι ήταν προκατειλημμένος εναντίον του κατηγορούμενου 2 γιατί μεταξύ των κατηγορούμενων και εναντίον της τράπεζας εκκρεμεί αγωγή για ποσό περί τα €2.000.000.
- Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι γνωρίζει για τη συγκεκριμένη αγωγή, την οποία είπε ότι χειρίζεται το νομικό τμήμα της τράπεζας και όχι το τμήμα στο οποίο είναι τοποθετημένος. Αρνήθηκε όμως ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια εξαιτίας της ύπαρξης της συγκεκριμένης αγωγής, επιμένοντας ότι ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και παρουσίασε όλα τα στοιχεία που έχει υπόψη του αναφορικά με αυτή την υπόθεση. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και αφού αποφασίστηκε ότι η μαρτυρία κατηγορίας στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ενώ δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία από την πλευρά της υπεράσπισης. Συνοπτικά, στην ανώμοτη του δήλωση, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν δημόσια εταιρεία, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και διαχειριζόταν μεγάλο αριθμό υπεραγορών σε όλη την Κύπρο. Συνέχισε λέγοντας ότι ο ίδιος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και ότι το διοικητικό συμβούλιο ήταν υπεύθυνο για την διαμόρφωση της εμπορικής πολιτικής της εταιρείας ενώ ο έλεγχος των οικονομικών της ήταν αρμοδιότητα του οικονομικού διευθυντή. Ανέφερε ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας εξουσιοδοτήθηκε να υπογράφει τις επιταγές της εταιρείας και στην απουσία του υπέγραφε επιταγές η σύζυγος του. Για την έκδοση επιταγών της εταιρείας το λογιστήριο έλεγχε εάν η εταιρεία είχε οφειλές τις οποίες έπρεπε να πληρώσει καθώς και τη διαθέσιμη ρευστότητα με βάση τους υπολογισμούς του έτους και τα λογικά αναμενόμενα έσοδα της εταιρείας. Με αυτό τον τρόπο καθοριζόταν η ημερομηνία στην οποία θα ήταν πληρωτέες οι μεταχρονολογημένες επιταγές που εκδίδονταν. Ακολούθως, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, οι επιταγές ετοιμάζονταν από το λογιστήριο και αποστέλλονταν στο γραφείο του για υπογραφή. Δεν υπέγραφε, συνέχισε, επιταγές χωρίς την προηγούμενη ρητή διαβεβαίωση του λογιστηρίου και του οικονομικού διευθυντή ότι με βάση τις συνήθεις εισπράξεις της εταιρείας και τις αντίστοιχες καταθέσεις στην τράπεζα θα υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα για να εξοφληθούν την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες. Όταν υπογράφονταν οι επιταγές αυτές επιστρέφονταν στο λογιστήριο το οποίο τις επόμενες μέρες διευθετούσε την παράδοση τους στον δικαιούχο. Ανέφερε ότι δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του ότι υπήρχε ακόμα και η ελάχιστη πιθανότητα να μην τιμηθεί επιταγή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Αν το γνώριζε ή αν μπορούσε να το προβλέψει δεν υπήρχε περίπτωση να υπογράψει την επιταγή. Αντίθετα ήταν βέβαιος για την εξαργύρωση τους. Συνέχισε λέγοντας ότι σε διάστημα μικρότερο των έξι μηνών, το 2012 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έκανε καταθέσεις ή εμβάσματα στον επίδικο λογαριασμό δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, ώστε σε συνδυασμό με το διαθέσιμο υπόλοιπο να πληρώνονται οι επιταγές που είχε εκδώσει. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός συνέχισε μετά τις 10.7.2012 να έχει εγκεκριμένο όριο μερικών εκατομμυρίων ευρώ, εξ ου και πληρώνονταν όλες οι επιταγές της εταιρείας. Το όριο αυτό ίσχυε αφού δεν είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις 10.7.2012 οι διαδικασίες πώλησης ή μεταβίβασης ακινήτων δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 8.5.
- Είχε συμφωνηθεί ότι το προϊόν πώλησης θα πιστωνόταν έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού και θα μειωνόταν το διαθέσιμο όριο για το εν λόγω ποσό. Πρόσθεσε ότι με συμφωνία μεταγενέστερη της 10.7.2012, η τράπεζα είχε συμφωνήσει να παραχωρήσει όριο ακόμα €2.000.000 στον επίδικο λογαριασμό. Πρόσθεσε ότι όλες οι επιταγές της εταιρείας μετά τις 10.7.2012 και μέχρι τον Δεκέμβριο 2012 πληρώνονταν ως φυσικό επακόλουθο της διαθέσιμης ρευστότητας στον επίδικο λογαριασμό, η οποία προέκυπτε από εισπράξεις της εταιρείας, καταθέσεις ή μεταφορές στον επίδικο λογαριασμό ή λόγω του διαθέσιμου ορίου. Τέλος είπε ότι τα όσα είπε ο ΜΚ2 κατά τη μαρτυρία του και δεν συμφωνούν με τα όσα ο ίδιος ανέφερε στην ανώμοτη του δήλωση δεν ευσταθούν. Πρόκειται είτε για συνειδητά ψέματα του ΜΚ2 με σκοπό να τον πλήξει λόγω των αντιδικιών που διατηρεί τόσο ο ίδιος όσο και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία με την τράπεζα είτε ανακριβείς αναφορές του λόγω έλλειψης γνώσης για τα θέματα που αφορούσαν του λογαριασμούς της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Αυτή ήταν πολύ συνοπτικά η μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Προχωρώ ακολούθως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της, εξέτασα την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν οι μάρτυρες - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων του κάθε μάρτυρα, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική όμως η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Όπως προανέφερα, έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια. Σε σχέση με τις διάφορες συμφωνία που έχουν κατατεθεί, σημειώνω ότι η παρούσα είναι ποινική και όχι αστική διαδικασία. Έχω εξετάσει το περιεχόμενο και τις πρόνοιες των συμφωνιών μόνο στο βαθμό που έκρινα ότι αυτό θα μπορούσε να ήταν βοηθητικό για να διαπιστώσω τα δεδομένα και παραμέτρους που ίσχυαν κατά την χρονική περίοδο που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω, και ξεκινώντας από τη ΜΚ1, σημειώνω ότι μου έχει δημιουργήσει θετική εντύπωση. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της, ήταν σαφής και πειστική. Απαντούσε άμεσα και αυθόρμητα τις διάφορες ερωτήσεις και οι απαντήσεις της ήταν λογικές και αληθοφανείς. Στα καίρια σημεία της μαρτυρίας της, ειδικά σε σχέση με τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, εξήγησε με πειστικότητα τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε ότι οι ημερομηνίες στις οποίες αναφέρθηκε είναι οι ορθές και με την ίδια πειστικότητα και σταθερότητα υποστήριξε τη θέση της ότι οι επιταγές υπεγράφησαν από τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία της. Η μαρτυρία της είχε εσωτερική συνοχή ενώ δεν διέκρινα ότι η αξιοπιστία της πλήγηκε κατά την αντεξέταση. Αντίθετα, αντεξεταζόμενη και με τον τρόπο με τον οποίο υποστήριξε την ορθότητα και αλήθεια των θέσεων της όταν αυτές αμφισβητήθηκαν, ενίσχυσε την αξιοπιστία της. Θεωρώ ότι η ΜΚ1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας, αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Στρέφομαι στον ΜΚ
- Διαφάνηκε κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του, και ανέφερε και ο ίδιος, ότι δεν είχε άμεση γνώση ή εμπλοκή με τον χειρισμό των λογαριασμών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο αλλά ούτε και οποιαδήποτε επαφή με τον κατηγορούμενο
- Η προσωπική του εμπλοκή ξεκίνησε όταν οι υποθέσεις της εταιρείας παραπέμφθηκαν στον τμήμα ανάκτησης χρεών της τράπεζας. Συνεπώς, η μαρτυρία του σε σχέση με γεγονότα που προηγούνται χρονικά του γεγονότος αυτού στα οποία αναφέρθηκε, δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητική. Όμως ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο μεγάλο όγκο έγγραφης μαρτυρίας. Η μαρτυρία αυτή αποτελείτο κατά κύριο λόγο από συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ της τράπεζας και των κατηγορούμενων. Ο τρόπος με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του ΜΚ2 - είτε εντοπίστηκαν στον φάκελο της κατηγορούμενης εταιρείας, στα αρχεία της τράπεζας ή τέθηκαν υπόψη του από την υπεράσπιση στα πλαίσια εκδίκασης άλλων υποθέσεων - δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Η ύπαρξη και σύναψη των συμφωνιών αυτών δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και, από την πλευρά μου, τη θεωρώ δεδομένη. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε την αξιοπιστία του ΜΚ2 υποστηρίζοντας και θέτοντας και στον ίδιο το μάρτυρα ότι είχε προωθήσει διαφορετικές θέσεις όταν ερωτήθηκε για αντίστοιχα θέματα σε άλλες ποινικές υποθέσεις. Ειδικότερα η θέση που προβλήθηκε ήταν ότι ο ΜΚ2 δεν ήταν ειλικρινής όταν υποστήριζε ότι παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και που ήταν σχετικά με τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και των εκάστοτε χρεωστικών ορίων που παραχωρούνται ή εγκρίνονταν ή για άλλες διευθετήσεις που γίνονταν για εξόφληση/μείωση των χρεωστικών υπολοίπων της εταιρείας. Σημειώνω ότι κατατέθηκαν από κοινού αποσπάσματα από τα πρακτικά των ποινικών υποθέσεων 5017/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και 9152/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως Τεκμήρια 36 και
- Εξέτασα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 36 και 37 καθώς και τα όσα ανέφερε προς απάντηση της θέσης της υπεράσπισης ο ΜΚ
- Πρέπει να πω ότι δεν έχω διακρίνει ασυνέπεια ή ασυμφωνία σε τέτοιο βαθμό μεταξύ των δηλώσεων του μάρτυρα ώστε να καθιστούν τη μαρτυρία του απορριπτέα ως αναξιόπιστη[3]. Θεωρώ ότι ο ΜΚ2 εξήγησε πως προέκυψε η διαφοροποίηση αυτή με τρόπο πειστικό. Το ίδιο πειστικός ήταν στην επιμονή του ότι δεν είχε σε γνώση του ή στην κατοχή του άλλα έγγραφα ή συμφωνίες που να είναι σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε επίσης ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή γιατί ο μάρτυρας είχε πρόθεση να καταθέσει με τρόπο που ήταν επιβαρυντικός για τον κατηγορούμενο 2 και έπληττε την υπεράσπιση του. Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε σε αγωγή που εκκρεμεί από τον κατηγορούμενο 2 εναντίον της τράπεζας για ποσό περί τα €2.000.000.000 και σε προσωπικές αντιπάθειες. Αναφορικά με αυτό, φάνηκε κατά τη μαρτυρία του ΜΚ2 ότι δεν διακατέχεται από θετικά συναισθήματα για τον κατηγορούμενο
- Όμως δεν διέκρινα ότι αυτό οδήγησε τον κατηγορούμενο 2 στο να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος 2 φάνηκε να έχει επίγνωση της υποχρέωσης του να καταθέσει την αλήθεια και έχω την πεποίθηση ότι αυτό προσπάθησε να πράξει. Είναι γεγονός ότι είχε περιορισμένη ίδια γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης όμως η βοηθητικότητα και χρησιμότητα της μαρτυρίας του έγκειται κατά κύριο λόγο στα διάφορα έγγραφα τα οποία παρουσίασε και τα οποία, για τους λόγους που εξηγώ, είναι αποδεκτά. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ο ΜΚ2 αναφέρθηκε γενικότερα στην οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και υποστήριξε ότι η επιχείρηση της δεν ήταν βιώσιμη. Αναφέρθηκε σε οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας που είχαν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο και είχαν καταχωρηθεί στο ΧΑΚ, σε δραματική (όπως είπε) μείωση πωλήσεων και εσόδων και στη προβληματική λειτουργία άλλων λογαριασμών της εταιρείας. Σε σχέση με αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2, σημειώνω ότι συνιστά απόψεις και εκτιμήσεις του μάρτυρα χωρίς να έχει καταδειχθεί ότι διαθέτει σχετική εμπειρογνωμοσύνη και χωρίς να έχω ενώπιον μου στοιχεία ώστε να μπορώ να προβώ σε αντίστοιχες διαπιστώσεις. Επομένως αγνοώ και δεν λαμβάνω υπόψη το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Μέρος της μαρτυρίας που παρουσίασε ο ΜΚ2 αποτελείτο από αντίγραφα αλληλογραφίας τα οποία ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι τα είχε εντοπίσει στο φάκελο και αρχεία της τράπεζας. Μέρος της αλληλογραφίας, Τεκμήρια 19, 20 και 21, αποτελείται από ηλεκτρονικά μηνύματα που φαίνεται να ανταλλάχθηκαν μεταξύ λειτουργών της τράπεζας και του κατηγορούμενου
- Ο ΜΚ2 δεν ήταν μέρος της ομάδας προσώπων η οποία λάμβανε την συγκεκριμένη αλληλογραφία. Το περιεχόμενο των μηνυμάτων συνιστά εξ ακοής μαρτυρία και η αξιολόγηση της βαρύτητας που πρέπει να της αποδοθεί εξετάζεται σε συνάρτηση με το σύνολο το περιστατικών από τα οποία μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία[4]. Λαμβάνω υπόψη ότι δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες τα πρόσωπα που παρουσιάζονται ως συντάχτες των μηνυμάτων που φαίνεται να έχουν αποσταλεί από μέρους της τράπεζας, σημειώνω τις αναφορές του ΜΚ2 ότι ο κ. Γιάννος Καλλής έχει αποχωρήσει από την τράπεζα εν τω μεταξύ, και τον τρόπο με τον οποίο τα αντίγραφα των μηνυμάτων περιήλθαν στην κατοχή του μάρτυρα. Δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο που να εισηγείται ότι το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων έχει υποστεί οποιαδήποτε επέμβαση πριν από την παρουσίαση του στο Δικαστήριο. Σημειώνω επίσης, χωρίς αυτό να συνιστά σε καμία περίπτωση αντιστροφή του βάρους απόδειξης, ότι δεν επιδιώχθηκε η κλήση των συνταχτών των μηνυμάτων για σκοπούς αντεξέτασης. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα Τεκμήρια 19, 20 και 21 συντάχθηκαν στη συγκεκριμένη μορφή και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και απεστάλησαν μεταξύ των προσώπων και στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που αναγράφονται σε αυτά. Η υπεράσπιση δεν έχει αποδεχτεί ότι ο κατηγορούμενος 2 στον οποίο φαίνεται να απευθύνονται τα ηλεκτρονικά μηνύματα Τεκμήρια 19, 20 και 21 τα έχει λάβει. Σε σχέση με αυτό σημειώνω ότι τα μηνύματα αποστέλλονταν στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου corphanides@orphanides.com.cy. Πρόκειται για την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση η οποία αναγράφεται στα στοιχεία επικοινωνίας τόσο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας όσο και του κατηγορούμενου 2 σε όλες τις συμφωνίες, τόσο προγενέστερες όσο και μεταγενέστερες των μηνυμάτων, που έχουν παρουσιαστεί και κατατεθεί ως τεκμήρια. Όλες αυτές οι συμφωνίες υπογράφονται από τον κατηγορούμενο 2, επιβεβαιώνοντας έμμεσα με αυτό τον τρόπο την ορθότητα της ηλεκτρονικής του διεύθυνση. Σημειώνω περαιτέρω ότι σε αλληλογραφία που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 20, ο κατηγορούμενος 2 φαίνεται να απαντά σε μήνυμα που του απεστάλη γνωρίζοντας μάλιστα τη λήψη άλλων μηνυμάτων στην ίδια σειρά αλληλογραφίας. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία η οποία έχει παρουσιαστεί ως ανταλλαγείσα μεταξύ λειτουργών της τράπεζας και του κατηγορούμενου 2 (Τεκμήρια 19, 20 και 21) έχει πράγματι ανταλλαγεί με αυτό τον τρόπο και με το αυτό περιεχόμενο. Να σημειώσω όμως ότι η κατάληξη μου σε σχέση με αυτό το μέρος της μαρτυρίας δεν καθορίζει από μόνο της το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης. Όπως προανέφερα, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε δήλωση χωρίς όρκο. Έχω λάβει υπόψη το περιεχόμενο της δήλωσης του το οποίο έχω παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω. Αξιολογώντας τη δήλωση του κατηγορούμενου 2 έχω κατά νου ότι μια ανώμοτη δήλωση δεν εξισώνεται με ένορκη μαρτυρία[5]. Η σημασία της είναι μάλλον πειστική και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για διατύπωση συμπερασμάτων και ευρημάτων σε σχέση με γεγονότα, ιδιαίτερα στο βαθμό που είναι ασύμφωνη με άλλη μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή. Γεγονότα μπορούν να αποδειχθούν μόνο με μαρτυρία. Συνεπώς, στο βαθμό που το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 2 δεν συνάδει ή είναι αντίθετο με μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, δεν την αποδυναμώνει και, σαφώς, δεν την ακυρώνει. Για την κατάληξη μου σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, η μοναδική μαρτυρία που έχω ενώπιον μου (πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα και τα κοινώς αποδεκτά θέματα) είναι αυτή που παρουσιάστηκε κατά την εξέταση και αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα ζητήματα που ήταν κοινώς αποδεκτά κατά την ακρόαση, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ασχολείται με την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών. Η ΜΚ1 είναι εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας. (Μέρος παραδεκτών γεγονότων και Τεκμήριο 35) (β) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και εξακολουθεί να υφίσταται. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Στις 31.1.2013 διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας της δια ομολόγου και στις 23.4.2015 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της. (Μέρος παραδεκτών γεγονότων) (γ) Η παραπονούμενη εταιρεία και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσαν συνεργασία από το 2007 μέχρι τις αρχές 2013, στα πλαίσια της οποίας η παραπονούμενη παρείχε διαφημιστικές υπηρεσίες στην κατηγορούμενη
- (δ) Έναντι των υπηρεσιών που η παραπονούμενη εταιρεία προσέφερε στην κατηγορούμενη 1, η παραπονούμενη εταιρεία έλαβε προς όφελος της, τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επίδικες επιταγές: (i) επιταγή της Marfin Laiki Bank με εκδότη την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με αριθμό 09847871 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής την 15.12.2012 (Τεκμήριο 1), (ii) επιταγή της Marfin Laiki Bank με εκδότη την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με αριθμό 09847872 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής την 31.12.2012 (Τεκμήριο 2). (iii) επιταγή της Marfin Laiki Bank με εκδότη την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με αριθμό 09849226 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής την 15.1.2013 (Τεκμήριο 3), και (iv) επιταγή της Marfin Laiki Bank με εκδότη την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με αριθμό 09849227 για ποσό €100.000 και ημερομηνία πληρωμής την 31.1.2013 (Τεκμήριο 4). (ε) Οι επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία της ΜΚ1 και παραδόθηκαν στην ΜΚ1 στις 27.9.
- Οι επιταγές Τεκμήρια 3 και 4 υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία της ΜΚ1 και παραδόθηκαν στην ΜΚ2 στις 10.10.
- (στ) Κατά τις εν λόγω συναντήσεις η ΜΚ1 και ο κατηγορούμενος 2 είχαν συζητήσει φήμες που κυκλοφορούσαν αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ο κατηγορούμενος 2 είχε διαβεβαίωσει την ΜΚ1 ότι παρακολουθεί την οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και τους τραπεζικούς της λογαριασμούς και ότι οι επίδικες επιταγές θα πληρώνονταν με την παρουσίαση τους στην τράπεζα. Επιπρόσθετα, η ΜΚ1 συζητούσε κατά καιρούς την οικονομική κατάσταση και τις οφειλές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας προς την παραπονούμενη με διάφορα στελέχη και υπαλλήλους της εταιρείας όμως όλοι την παρέπεμπαν στον κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο το οποίο ασκούσε τον πραγματικό έλεγχο και διαχείριση των οικονομικών της κατηγορούμενης εταιρείας. (ζ) Έκαστη εκ των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 1-4) παρουσιάστηκε προς πληρωμή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Όλες οι επίδικες επιταγές επεστράφησαν απλήρωτες, αρχικά με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα» και ακολούθως με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών». Σχετικές σφραγίδες τοποθετήθηκαν από την Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν σε έκαστη επιταγή. (η) Τα ποσά των επίδικων επιταγών δεν εξοφλήθηκαν εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα (Μέρος παραδεκτών γεγονότων). (θ) Οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί από λογαριασμό που η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd με αριθμό 048-11-
- Ο εν λόγω λογαριασμός ανοίχθηκε κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 9.3.2012 της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και δικαίωμα υπογραφής είχε οποιοσδήποτε από τον κατηγορούμενο 2 και την κα Χαρίκλεια Ορφανίδου Χρίστου (Τεκμήριο 13). Σύμφωνα με την αίτηση Τεκμήριο 13, ο εν λόγω λογαριασμός είχε αρχικά ανοιχθεί ως Τρεχούμενος Λογαριασμός Χωρίς Όριο. (ι) Στις 8.5.2012, με την προσυπογραφή σχετικής επιστολής προσφοράς, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και η τράπεζα συμφώνησαν (Τεκμήριο 14) όπως στον επίδικο λογαριασμό παραχωρηθεί «προσωρινό όριο» €8.000.000, μέχρι τις 10.7.
- Ειδικότερα στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας/επιστολής προσφοράς καταγράφεται (σελ 5/2) αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό ότι πρόκειται για «Τρεχούμενο λογαριασμό με Όριο: EUR8.000.
- είδος ορίου: προσωρινό 10/07/2012.» (Τεκμήριο 14, σελίδα 5/2). Από το εν λόγω προσωρινό όριο, τα μέρη συμφώνησαν όπως ποσό €4.000.000 παραμείνει δεσμευμένο μέχρι την μεταβίβαση και/ή πώληση τριών συγκεκριμένων ακινήτων και πίστωση των εισπρακτέων έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. Οι μεταβιβάσεις των δύο πρώτων ακινήτων έπρεπε να γίνει το αργότερο μέχρι τις 30.6.2012 και του τρίτου ακινήτου μέχρι 15.7.2012 (Τεκμήριο 14, ειδικοί όροι 1 και 2). (ια) Στις 19.7.2012 υπεγράφη μεταξύ της τράπεζας, της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ως χρεώστη, του κατηγορούμενου 2 ως εγγυητή και άλλων προσώπων, η συμφωνία (Τεκμήριο 15). Παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας ήταν η επιστολή προσφοράς ημερομηνίες 8.5.2012, Τεκμήριο 14 (προοίμιο Α, Τεκμήριο 15). Με την εν λόγω συμφωνία, μεταξύ άλλων, οι κατηγορούμενοι αναγνωρίζουν την παραχώρηση του προσωρινού ορίου του επίδικου λογαριασμού και λοιπών όρων του Τεκμηρίου 14 και συμφωνούν την μεταβίβαση στην τράπεζα ή σε εταιρείες που αυτή ελέγχει, εντός 2 μηνών από την ημερομηνία της συμφωνίας Τεκμήριο 15, δύο ακινήτων. Με την μεταβίβαση των ακινήτων συνολικό ποσό €4.250.000 συμφωνήθηκε να πιστωθεί για μείωση και/ή εξόφληση του προσωρινού ορίου των €8.000.000 του επίδικου λογαριασμού. Συμφωνήθηκε περαιτέρω όπως τρίτο ακίνητο πωληθεί εντός της ίδιας προθεσμίας σε τρίτο πρόσωπο έναντι του ποσού των €4.500.000 και όπως το τίμημα πώλησης εκχωρηθεί υπέρ της τράπεζας και χρησιμοποιηθεί επίσης για εξόφληση/μείωση των χρεωστικών υπολοίπων της κατηγορούμενης εταιρείας. (ιβ) Προς μερική υλοποίηση των προνοιών της συμφωνίας Τεκμήριο 15, και ειδικότερα προς υλοποίηση της μεταβίβασης των δύο ακινήτων για συνολικό ποσό €4.250.000, υπεγράφησαν πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 19.7.2012 (Τεκμήρια 16 και 18). Η μεταβίβαση του πρώτου ακινήτου έγινε στις 4.9.2012 και το προϊόν πώλησης ύψους €1.460.000 πιστώθηκε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Η μεταβίβαση του δεύτερου ακινήτου έγινε στις 20.8.2012 και το προϊόν πώλησης ύψους €2.790.000 πιστώθηκε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Η πώληση του τρίτου ακινήτου δεν διενεργήθηκε εντός της προθεσμίας που καθόριζε η συμφωνία Τεκμήριο
- (ιγ) Στις 20.7.2012 απεστάλη από τον λειτουργό της Λαϊκής Τράπεζας κ. Γιάννο Καλλή προς τον κατηγορούμενο 2, ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 19) με το οποίο, μεταξύ άλλων, τον ενημέρωνε ότι η επιτροπή δανείων της τράπεζας «αναμένει από την εταιρεία ότι λαμβάνει όλα εκείνα τα μέτρα που χρειάζονται για ενίσχυση της βιωσιμότητας της καθώς με βάση τα σημερινά δεδομένα η τράπεζα δεν προτίθεται να στηρίξει οποιεσδήποτε επιπλέον ανάγκες χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων της που πιθανόν να δημιουργηθούν κάθε μήνα λόγω μειωμένων λειτουργικών κερδών ή/και δημιουργίας ζημιών». Ενημέρωνε επίσης ότι «για κανένα λόγο και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δεν θα πρέπει να εκδίδονται επιταγές χωρίς την ύπαρξη των απαραίτητων διαθέσιμων πόρων» και ότι «η ρευστότητα της εταιρείας δεν μπορεί να αντέξει άλλο αν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα.» (ιδ) Στις 25.7.2012 ο Γιάννος Καλλής απέστειλε προς τον κατηγορούμενο 2 ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζητούσε ενημέρωση για το χρονικό διάστημα που θα χρειαστεί για να υλοποιηθεί η συμφωνία για πώληση του τρίτου προαναφερόμενου ακινήτου (Τεκμήριο 15) και επισημαίνεται ότι από το προσωρινό όριο των €8.000.000 που είχε παραχωρηθεί στον επίδικο λογαριασμό και «έχει λήξει από τις 15/07/2012»παραμένει υπόλοιπο €3.750.000 το οποίο «θα πρέπει να εξοφληθεί είτε από την πώληση του πιο πάνω ακινήτου στο Intercollege/University of Nicosia είτε σε θυγατρική της Τράπεζας ως η μεταξύ μας συμφωνία». Ακολούθησε υπενθυμητικό μήνυμα στις 3.8.
- Ο κατηγορούμενος 2 απάντησε στις 6.8.2012 με ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο ανέφερε ότι αναμένονται εξελίξεις με το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. Ο κ. Γιάννος Καλλής απάντησε την ίδια μέρα ζητώντας ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα και ακολούθως επανήλθε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 11.9.2012 στο οποίο μεταξύ άλλων, αναφερόταν στο προσωρινό όριο του επίδικου λογαριασμού. Ανέφερε ότι το όριο είχε αρχικά παραχωρηθεί μέχρι στις 15.7.2012 όμως δεν εξοφλήθηκε ενώ με την πώληση των δύο προαναφερόμενων ακινήτων μειώθηκε στις €3.750.000, υπόλοιπο το οποίο έπρεπε να είχε εξοφληθεί με την πώληση του τρίτου ακινήτου η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Γίνονται ακολούθως κάποιες εισηγήσεις για να διευκολύνει η τράπεζα την πώληση του εν λόγω ακινήτου. Αντίγραφα της πιο πάνω αλληλογραφίας κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο
- (ιε) Στις 4.9.2012 ο κ. Γιάννος Καλλής απέστειλε σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις της εταιρείας Ορφανίδης (στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η ηλεκτρονική διεύθυνση του κατηγορούμενου 2) μήνυμα με θέμα « "Προσωρινό όριο" του τρεχούμενου λογαριασμού σας με αρ. 048-11-033665» στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι «παρακαλώ όπως από σήμερα «θεωρείται ως το μέγιστο όριο του λογαριασμού αυτού το ποσό των €3.750.000 (αρχικό €8.000κ μείον €2.790κ + €1.460κ) το οποίο με βάση τη σχετική μεταξύ μας συμφωνία προβλέπεται να εξοφληθεί από την πράξη πώλησης του τεμαχίου πίσω από το Mall Lemesou. Υπενθυμίζουμε ότι το προσωρινό όριο έχει λήξει από τις 15.7.2012.» (Τεκμήριο 31) (ιστ) Στις 10.10.2012 η κα Γιαννούλα Σοφοκλείδου απέστειλε προς τον κατηγορούμενο 2 μήνυμα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με την οποία του ζητούσε όπως ετοιμαστεί από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και αποσταλεί προς την τράπεζα συγκεκριμένη επιστολή «για να μη δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα με την ομαλή λειτουργία των λογαριασμών της εταιρείας» (Τεκμήριο 20). Με την επιστολή αυτή η κατηγορούμενη 1 εταιρεία θα εξέφραζε τη δέσμευση της να πωλήσει στην τράπεζα ή σε θυγατρικές της εταιρείες τρία ακίνητα στην περιοχή Αστρομερίτη, τέσσερα ακίνητα στην περιοχή Αλάμπρας και ένα ακίνητο στην Βορόκληνη έναντι συνολικού ποσού €3.000.
- Εκ του ποσού αυτού, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία θα αποδεχόταν να χρησιμοποιηθεί ποσό €1.000.000 για τη μείωση μόνιμων διευκολύνσεων που διατηρούσε η εταιρεία με την τράπεζα και €2.000.000 για εξόφληση προσωρινού ορίου που θα παραχωρείτο για σκοπούς ρευστότητας μέχρι την υλοποίηση των πιο πάνω. (ιζ) Στις 12.10.2012 υπεγράφη συμφωνία (Τεκμήριο 22) με την οποία συμφωνήθηκε η πώληση ή μεταβίβαση των προαναφερόμενων ακινήτων εντός 2 μηνών από την υπογραφή της έναντι συνολικού ποσού €3.000.000 και διάθεση, εκ του προϊόντος πώλησης, ποσού €2.000.000 για την μείωση ή εξόφληση του προσωρινού ορίου ίδιου ποσού του επίδικου λογαριασμού (παράγραφος 11, Τεκμηρίου 22). Την ίδια μέρα υπογράφηκαν, προς υλοποίηση, πωλητήρια έγγραφα για την πώληση των ακινήτων στον Αστρομερίτη και την Αλάμπρα (Τεκμήρια 23 και 24). Οι πωλήσεις ακινήτων που προνοούνταν στην συμφωνία Τεκμήριο 22 υλοποιήθηκαν τις 31.12.2012 οπόταν και ποσό €2.000.000 πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό. (ιη) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία καταχωρήθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών για εκδότες ακάλυπτων επιταγών στις 11.12.2012 και ενημερώθηκε με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας για το γεγονός αυτό από την τράπεζα (Τεκμήριο 27). Μέχρι την ημερομηνία εκείνη εξακολουθούσαν να γίνονται πιστώσεις και χρεώσεις στο λογαριασμό και να πληρώνονται επιταγές. (ιθ) Δικαίωμα υπογραφής επιταγών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είχαν μέχρι τις 28.11.2012, οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενος 2 και η κα Χαρίκλεια Ορφανίδου ενώ από τις 28.11.212 και εντεύθεν μόνο ο κατηγορούμενος 2 (Τεκμήρια 14 και 26). Οι επίδικες επιταγές δεν επιστράφηκαν για λόγο που αφορούσε την υπογραφή του εκδότη. (κ) Η κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας Τεκμήριο 28 παρουσιάζει όλες τις πράξεις που αφορούν τη λειτουργία του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού από το άνοιγμα του στις 12.3.2012 μέχρι τις 28.2.
- (κα) Η λειτουργία των λογαριασμών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας τερματίστηκε από την τράπεζα με επιστολή ημερομηνίας 25.1.2012 (Τεκμήριο 29) και ακολούθως η τράπεζα διόρισε διαχειριστή παραλήπτη της περιουσίας της εταιρείας (Τεκμήριο 30). Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται σε κάθε κατηγορούμενο[6]. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[7]. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, σε σχέση με κάθε μια από τις επίδικες επιταγές, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες, μια στη βάση του άρθρου 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα και μια στη βάση του άρθρου 305(Α)
(2). Από τα γεγονότα διαφαίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 305(Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι είχαν δώσει εντολή στην τράπεζα για μη πληρωμή των επίδικων επιταγών. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται και αθωώνονται στις κατηγορίες 2, 4, 6 και 8. Παραμένουν οι κατηγορίες 1, 3, 5 και 7 που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η συγκεκριμένη διάταξη προνοεί τα εξής: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, προκύπτει αβίαστα ότι όλα τα προαναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και, συνακόλουθα, οι αντίστοιχες κατηγορίες, έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που αφορούν την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Στρέφομαι στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις κατηγορίες υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η ποινική ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα βαραίνει τον εκδότη της επιταγής και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής που την υπογράφει και ο οποίος γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας[8]. Ο διευθυντής μιας εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός εφόσον η μαρτυρία αποδεικνύει ότι παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε την εταιρεία στη διάπραξη του αδικήματος (actus reus) και ότι η διενέργεια των πράξεων αυτών συνοδευόταν από ένοχη διάνοια, ήτοι πρόθεση ή γνώση από μέρους του (mens rea)[9]. Η υπογραφή των επίδικων υπογραφών από τον κατηγορούμενο 2 συνιστά μέρος των ευρημάτων. Στην απόφαση του Εφετείου Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια καθώς και ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Επισημάνθηκε επίσης ότι το νοητικό στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά «στενότερο» και πιο αυστηρό από την περίπτωση του αυτουργού και απαιτεί την απόδειξη ύπαρξης πρόσθεσης ή γνώσης από μέρους του συναυτουργού κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ότι αυτή δεν θα πληρωνόταν κατά την παρουσίαση της. Σαφώς, το βάρος απόδειξης βρίσκεται και παραμένει πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Η ύπαρξη γνώσης, ειδικά σε υποθέσεις αυτής της φύσης, δεν επιδέχεται εύκολα απόδειξης με άμεση μαρτυρία. Αντίθετα είναι στοιχείο που κατά κανόνα συνάγεται μέσα από έμμεση, περιστατική μαρτυρία, δηλαδή αναδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και απαρτίζουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου[10]. Για να μπορέσει να εξαχθεί συμπέρασμα για γνώση του κατηγορούμενου μέσα από περιστατική μαρτυρία, πρέπει αυτή να χαρακτηρίζεται από πειστικότητα, ειρμό, συνοχή και αλληλουχία ώστε το σωρευτικό της αποτέλεσμα να εδραιώνει μόνο αυτό το συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[11]. Στρέφομαι στην προκειμένη περίπτωση. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα, συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν πρόσωπο το οποίο είχε άμεση και πραγματική γνώση των οικονομικών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας αλλά και το πρόσωπο το οποίο ασκούσε και έλεγχε την οικονομικής της διαχείριση. Υπενθυμίζω ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε ζητήσει εκ μέρους της εταιρείας και υπογράψει για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, για την παραχώρηση του προσωρινού ορίου των €8.000.000, υπέγραψε όλες τις συμφωνίες οι οποίες ακολούθησαν που σκοπό είχαν την μείωση ή εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων της εταιρείας (σημειώνω ότι είχε υπογράψει τις συμφωνίες αυτές για την εταιρεία, προσωπικά ως εγγυητής αλλά και εκ μέρους των εταιρειών που κατείχαν και θα μεταβίβαζαν ακίνητα), ήταν το πρόσωπο το οποίο λάμβανε και στο οποίο απευθυνόταν η αλληλογραφία με την τράπεζα η οποία έχει παρουσιαστεί, ενώ ήταν το πρόσωπο που είχε δικαίωμα υπογραφής επιταγών (αρχικά με την κα Χαρίκλεια Ορφανίδου και ακολούθως μόνος του). Σημειώνω και τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της η ΜΚ1 ότι συζήτησε με τον κατηγορούμενο 2 ζητήματα που αφορούσαν τα οικονομικά της εταιρείας, φήμες που άκουσε αναφορικά με οικονομικά προβλήματα της, καθώς και τις διαβεβαιώσεις που έλαβε από τον κατηγορούμενο 2 ότι παρακολουθούσε και γνώριζε τα οικονομικά δεδομένα της εταιρείας και ότι η εταιρεία ήταν σε θέση να πληρώσει τις επιταγές της. Οι αναφορές του κατηγορούμενου 2 στην ανώμοτη του δήλωση για την ύπαρξη οικονομικού διευθυντή και λογιστικού τμήματος που ήταν υπεύθυνο για την οικονομική διαχείριση της εταιρείας δεν εξισώνονται με μαρτυρία και δεν μπορούν να επηρεάσουν τις πιο πάνω διαπιστώσεις. Προχωρώντας, καθοριστικής σημασίας είναι οι πληροφορίες που αντλούνται από την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 28) και τα υπόλοιπα έγγραφα που παρουσιάστηκαν, σε συνάρτηση με τις σημαντικές ημερομηνίες για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, όπως διακρίνονται από τα ευρήματα. Από το άνοιγμα του λογαριασμού στις 12.3.2012 μέχρι και τις 8.5.2012 ο λογαριασμός δεν είχε χρεωστικό όριο. Στις 8.5.2012 παραχωρήθηκε προσωρινό χρεωστικό όριο €8.000.000 το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι θα έληγε στις 10.7.2012 και ότι εκ του ποσού αυτού ποσό €4.000.000 θα παρέμενε δεσμευμένο για κάλυψη άλλων υποχρεώσεων της εταιρείας (Τεκμήριο 14). Κατά την ημερομηνία εκείνη, δηλαδή στις 8.5.2012 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €1.847.277,
- Στις 10.7.2012 οπόταν και το προσωρινό όριο έληξε και θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί, ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €3.524.191,
- Στις 19.7.2012 υπεγράφη η συμφωνία Τεκμήριο 15 με την οποία επιδιώχθηκε η πώληση ακινήτων προς εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Η πώληση και συνεπακόλουθη εξόφληση του υπολοίπου έπρεπε να είχε υλοποιηθεί εντός 2 μηνών. Στις 19.7.2012 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €4.773.110,
- Ακολούθησε την επόμενη ημέρα, 20.7.2012, η αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος προς τον κατηγορούμενο 2 με το οποίο, μεταξύ άλλων, δηλωνόταν η πρόσθεση της τράπεζας να μην χρηματοδοτήσει περαιτέρω τις οικονομικές ανάγκες της εταιρείας, εκφράζονταν ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της και τονίζεται ότι δεν πρέπει να εκδίδονται επιταγές «χωρίς την ύπαρξη των απαραίτητων διαθέσιμων πόρων» (Τεκμήριο 19). Την ημερομηνία εκείνη το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €4.387.210,
- Ακολούθησε σειρά αλληλογραφίας από τις 25.7.12 μέχρι 11.9.2012 (Τεκμήριο 20) μεταξύ της τράπεζας και του κατηγορούμενου 2 στην οποία γίνονται επανειλημμένες αναφορές στο γεγονός ότι το προσωρινό όριο των €8.000.000 που είχε παραχωρηθεί αρχικά στον επίδικο λογαριασμό έχει λήξει από τις 10.7.2012 και ότι το χρεωστικό υπόλοιπο έπρεπε να είχε εξοφληθεί. Συγκεκριμένα, ανταλλάχθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα στις 25.7.2012, 3.8.2012, 6.8.2012, και 11.9.
- Κατά τις ημερομηνίες εκείνες το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν €2.981.296,96, €7.222.774,20, €7.223.902,16 και €3.051.923,01, αντίστοιχα. Στις 20.8.2012 και 4.9.2012 οπόταν και έγιναν οι μεταβιβάσεις δύο εκ των ακινήτων που ήταν το αντικείμενο της συμφωνίας Τεκμήριο 15, ο επίδικος λογαριασμό παρουσίαζε χρεωστικά υπόλοιπα €3.225.050,98 και €3.622.771,69 αντίστοιχα. Η μεταβίβαση / πώληση του τρίτου ακινήτου δεν πραγματοποιήθηκε. Οι πρώτες από τις επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στις 27.9.
- Την ημερομηνία εκείνη ο επίδικος λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο €3.358.994,
- Οι υπόλοιπες από τις επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στις 10.10.
- Την ημερομηνία εκείνη ο λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο €3.566.283,
- Ακολούθησε η συμφωνία ημερομηνίας 12.10.2012 (Τεκμήριο 22) με την οποία φαίνεται να παραχωρήθηκε περαιτέρω προσωρινό όριο €2.000.000 στον επίδικο λογαριασμό. Όμως η συμφωνία αυτή είναι μεταγενέστερη της υπογραφής των επίδικων επιταγών και συνεπώς δεν είναι βοηθητική αναφορικά με τη διαπίστωση για την ύπαρξη ένοχης διάνοιας από μέρους του κατηγορούμενου 2 για την διάπραξη των αδικημάτων. Επιπρόσθετα, η υλοποίηση των όσων με αυτή συμφωνούνται έπρεπε να είχε πραγματωθεί εντός 2 μηνών και με την υλοποίηση της θα εξοφλείτο το προσωρινό επιπρόσθετο όριο των €2.000.
- Συνεπώς ακόμα και αν ήταν σχετική η εν λόγω συμφωνία για διαμόρφωση άποψης σχετικά με την ένοχη διάνοια του κατηγορούμενου 2, δεν θα διαφοροποιούσε τα πράγματα αφού το επιπρόσθετο προσωρινό όριο θα είχε εκπνεύσει πριν την ημερομηνία που η πρώτη από τις επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέα. Σημειώνω, ίσως εκ του περισσού, ότι στις 12.10.2012 ο λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο €3.419.202,94, στις 11.12.2012 όταν οι λογαριασμοί της εταιρείας καταχωρήθηκαν στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών είχε χρεωστικό υπόλοιπο €5.910.204,91 ενώ στις 15.12.2012 οπόταν και η πρώτη από τα επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέα το χρωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €5.626.250,
- Συγκεφαλαιώνοντας, το συμπέρασμα που συνάγεται από τα πιο πάνω είναι ότι η τράπεζα είχε παραχωρήσει τις 8.5.2012 προσωρινό χρεωστικό όριο €8.000.000 στον επίδικο λογαριασμό. Η πρόσθεση και συμφωνία ήταν όπως το όριο αυτό είχε διάρκεια μέχρι τις 10.7.
- Μετά που η ημερομηνία αυτή παρήλθε, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δεν εξοφλήθηκε. Ακολούθησαν προσπάθειες μέσω των συμφωνιών (Τεκμήρια 15, 16, 17 και 18) όπως το χρεωστικό υπόλοιπο εξοφληθεί. Οι προσπάθειες αυτές, εκ των πραγμάτων και όπως καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού, δεν ήταν επιτυχείς. Ο λογαριασμός συνέχιζε να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο. Κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών ο λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο €3.358.994,76 και €3.566.283,22 αντίστοιχα. Τον χρόνο εκείνο, όπως ήταν η μεταξύ των μερών συμφωνίες αλλά και η εκπεφρασμένη θέση της τράπεζας (Τεκμήρια 19 και 20) το χρεωστικό υπόλοιπο έπρεπε να είχε ήδη εξοφληθεί γιατί το όριο που είχε παραχωρηθεί προσωρινά είχε λήξει. Φαίνεται ότι παρά την λήξη του χρεωστικού ορίου και την υπέρβαση στην οποία ήταν η εταιρεία, η τράπεζα συνέχισε να επιτρέπει τη διενέργεια πιστώσεων και χρεώσεων στον λογαριασμό και πληρωμή επιταγών. Όμως φαίνεται επίσης από τα διάφορα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν ότι αυτό δεν γινόταν διότι η τράπεζα συμφώνησε να παραχωρήσει στην εταιρεία χρεωστικό όριο αλλά ήταν κάτι που συνέβαινε εκ των πραγμάτων γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα από πλευράς της εταιρείας για εξόφληση του χρεωστικού της υπολοίπου. Η επιδίωξη ήταν προφανώς να βοηθηθεί η εταιρεία να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο μέσω πωλήσεων ή μεταβιβάσεων ακινήτων, όμως για διάφορους λόγους οι σχετικές προσπάθειες καθυστερούσαν ή δεν επέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η θέση της υπεράσπισης για όριο που είχε εγκριθεί στο λογαριασμό ύψους €3.750.000 δεν διαφοροποιούν τα δεδομένα. Έγκριση τέτοιου ορίου δεν καταγράφεται σε καμία από τις συμφωνίες (Τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και 18) που παρουσιάστηκαν. Η αναφορά στο παράρτημα της συμφωνίας ημερομηνίας 22.10.2012 (Τεκμήριο 25, σελ 5/2) σε «εγκεκριμένη προσωρινή υπέρβαση» είναι μεταγενέστερη του χρόνου έκδοσης των επιταγών και άρα δεν είναι βοηθητική. Κάποιες δε αναφορές σε αλληλογραφία κάθε άλλο παρά πείθουν ότι πράγματι υπήρχε τέτοιο όριο ή ότι η τράπεζα είχε συμφωνήσει να το παραχωρήσει. Αντίθετα, το λεκτικό που χρησιμοποιούν οι λειτουργοί της τράπεζας στην εν λόγω αλληλογραφία παραπέμπει στο ότι η τράπεζα είχε αποφασίσει, χωρίς αυτό να συνιστά δέσμευση έναντι του πελάτη, ότι θα επέτρεπε τη λειτουργία του λογαριασμού παρά το ότι υπήρχε υπέρβαση, σε μια προσπάθεια να βοηθήσει την εταιρεία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και στις δεσμεύσεις που ανέλαβε για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού και μείωση των άλλων διευκολύνσεων που της παρέχονταν (Τεκμήρια
- 20, 21 και 32). Χωρίς να αντιστρέφω με οποιοδήποτε τρόπο το βάρος απόδειξης, οι αναφορές της υπεράσπισης σε μη υλοποίηση μεταβιβάσεων / πωλήσεων ακινήτων εξ υπαιτιότητος της τράπεζας για λόγους που αφορούσαν την έκτακτη παροχή ενίσχυσης ρευστότητας (E.L.A.) που έλαβε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθώς και αναφορές σε άλλο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 εταιρείας από τον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν εμβάσματα στον επίδικο λογαριασμό για πληρωμή των επίδικων επιταγών, είναι τόσο αόριστες και γενικές ώστε να μην μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Τα πιο πάνω συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο με βάση το οποίο πρέπει να εξεταστεί εάν ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών στις 27.9.2012 και 10.10.2012 ότι αυτές δεν θα πληρώνονταν στις ημερομηνίες που ήταν πληρωτέες, δηλαδή στις 15.12.2012, 31.12.2012, 15.1.2013 και 31.1.
- Από το σύνολο των ευρημάτων, το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 υπέγραφε τις επίδικες επιταγές όχι μόνο όφειλε να γνωρίζει αλλά γνώριζε ότι δεν υπήρχε καμία προοπτική αυτές να εξοφλούνταν κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή[12]. Το προσωρινό όριο που είχε παραχωρηθεί από την τράπεζα στον επίδικο λογαριασμό της εταιρείας είχε εκπνεύσει προ μηνών όμως η εταιρεία δεν εξόφλησε το χρεωστικό της υπόλοιπο, ο λογαριασμός συνέχιζε να λειτουργεί σε υπέρβαση παρά τις προειδοποιήσεις της τράπεζας ότι δεν θα συνέχιζε την χρηματοδότηση των αναγκών της εταιρείας ενώ οι διάφορες συμφωνίες που έγιναν σε προσπάθεια εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου δεν είχαν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Παρά ταύτα η εταιρεία, με τη συνδρομή του κατηγορούμενου 2 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες. Κατά την έκδοση τους, στις 27.9.2012 και 10.10.2012, ο επίδικος λογαριασμός συνέχιζε να παραμένει σε υπέρβαση, η τράπεζα συνέχιζε να επισημαίνει ότι η παροχή του προσωρινού ορίου στον λογαριασμό είχε εκπνεύσει και συνέχιζε να ζητά εξόφληση του υπολοίπου. Εάν, παρά τα δεδομένα αυτά, ο κατηγορούμενος 2 θεωρούσε ότι υπήρχαν πιθανότητες οι επίδικες επιταγές να πληρωθούν αυτό ήταν μάλλον εθελοτυφλία παρά προσδοκία με οποιαδήποτε ρεαλιστική προοπτική[13]. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση, που κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 3, 5 και 7 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, οι οποίοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες αυτές. Όπως προανέφερα απαλλάσσονται και αθωώνονται στις κατηγορίες 2, 4, 6 και
- ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Σχετικές οι Khadar and another v The Republic
(1978)2 CLR 132 και Kouppis v The Republic
(1977)2 CLR
- [4] Άρθα 24 και 27 περί Αποδείξεων Νόμου, Κεφ.
- [5] Σάββα Θεοχάρους & Υιοί Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.ά., Ποιν. Εφ. Αρ. 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015, Θεοχάρους ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 [6] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [7] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [8] Bondina Ltd v Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517 [9] Σχετικό το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, σελ. 70, παράγραφος Α. 5.2 καθώς και οι Johnson v Youden [1950] 1 K.B. 455 και National Coal Board v Gamble[1959] 1K.B. 11 [10] Vouniotis v The Republic
(1975)2 CLR 43, Χατζηξενοφώντος και άλλης ν Αστυνομίας, Ποινική έφεση 20/09, ημερομηνίας 15.4.2013. [11] Γαβριήλ ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Anastasiades v The Republic
(1977)2 CLR 97 [12] Σάββα Θεοχάρους & Υιοί Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη κ.ά., Ποιν. Εφ. Αρ. 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 [13] Henry Hudfield v Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414, Vrontis Builders Ltd v M & H Steel Constructions Ltd, Ποινικές εφέσεις 320/2014 και 296/2014, ημερομηνίας 15.4.2016.